ΩΡΑ...

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Αλή Πασάς ο Τεπελενλής 1744 - 1822 (5)

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
ΣΟΒΑΡΑ ΚΑΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ
Όλη του η ζωή ήταν μια αντίφαση. Σούβλιζε ανθρώπους και, συγχρόνως, προσκυνούσε τα λείψανα του Πατρο-Κοσμά. Κατέστρεφε ολόκληρα χωριά και παράλληλα έχτιζε Χριστιανικές εκκλησίες. Αψηφούσε τους ισχυρούς της γης, ενώ υποτασσόταν, στον κάθε ρυπαρό δερβίση. Είχε την εκδίκηση μέσα του, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε τους ευεργέτες του, όσα χρόνια και αν περνούσαν. Αγαπούσε την πρώτη γυναίκα του, την Εμινέ, όμως προξένησε το θάνατό της. Ντυνόταν με τις πολυτελέστερες φορεσιές, αλλά μπορούσες να τον δεις και με ρούχα ζητιάνου. Ήταν αμόρφωτος και όμως υποστήριζε την Ελληνική παιδεία. Ήταν ατρόμητος στη μάχη, αλλά έτρεμε τις βροντές και τις αστραπές. Λοιδορούσε δημοσίως τους γιους του, ενώ συγχρόνως τους έχτιζε λαμπερά παλάτια. Ήταν, με δυο λόγια, μια αντιφατική και απρόβλεπτη προσωπικότητα. Έζησε μέσα στην πολυτέλεια, στα πολλά και μεγαλοπρεπή παλάτια του, που δημιουργούσαν δέος ακόμη και στους πιο επίσημους ξένους επισκέπτες του.
Ο Leake γράφει ότι παρίστανε, ο ίδιος, τον αρχιτέκτονα και διάλεγε προσωπικά την διακόσμηση και την επίπλωσή τους. Καθημερινώς, σχεδόν, εξερχόταν από το σεράι του και περιδιάβαινε στην πόλη των Ιωαννίνων έφιππος, με έναν μόνο σωματοφύλακα, και επέτρεπε σε οποιονδήποτε να τον πλησιάσει, ανεξάρτητα αν ήταν οπλισμένος ή όχι, θέλοντας έτσι να δείξει την εμπιστοσύνη που έτρεφε προς τους υπηκόους του. Όμως, από φόβο κρυφό, ουδείς γνώριζε το ακριβές δρομολόγιό του. Αν και φιλάργυρος στο έπακρο, εν τούτοις η αυλή του σε τίποτε δεν υστερούσε ακόμη και εκείνης του σουλτάνου. Οι Χριστιανοί αυλικοί του καθώς και οι Ευρωπαίοι επισκέπτες του, τον προσαγόρευαν «Υψηλότατον» και «Αφέντην Βεζίρη».
Κατά τις επίσημες ακροάσεις καθόταν στο μεγαλοπρεπές ντιβάνι του και όλοι οι άλλοι ήταν όρθιοι, εκτός από τους πρόξενους, τους ξένους καλεσμένους του και το Θανάση Βάγια. Ακόμη και οι γιοι του ή οι εγγονοί του στέκονταν επίσης όρθιοι, σε ένδειξη σεβασμού. Κανείς από τους παριστάμενους δεν επιτρεπόταν να καπνίζει, μπροστά του, εκτός από τους ξένους και ορισμένους αυλικούς ευνοούμενούς του. Πολλές φορές, και για ολόκληρες ώρες, συνήθιζε να μένει σε ένα μικρό δωμάτιο, στην είσοδο του παλαιού σεραγιού του, το οποίο ήταν χαμηλοτάβανο και φωτιζόταν μόνον από ένα παράθυρο που διέθετε πυκνό δικτυωτό, ώστε να παρακολουθεί την αυλή χωρίς να τον βλέπουν.
Η παραμονή του εκεί προκαλούσε τρόμο, γιατί όλοι ήξεραν ότι θα ακολουθήσει τυραννική εκτέλεση, την οποία θα απολαύσει από τον κρυψώνα του αθέατος. Εάν έπαιρνε και κάποιον άλλο μαζί του, αυτό ήταν μεγάλη τιμή. Απαγόρευε σε οιονδήποτε, εκτός των δύο γιων του και του χαρεμιού του, να επιβαίνει σε άμαξα. Ο ίδιος είχε αγοράσει τρεις, σε ακριβές τιμές, από την Ευρώπη. Την μία μάλιστα επήρε γιατί του είπαν ότι την χρησιμοποιούσε στις τελετές ο Joackim Murat (1767 - 1815), ο Γάλλος στρατηγός και γαμπρός του Ναπολέοντα, όταν ήταν ο βασιλιάς της Νάπολης. Και όμως δεν ήταν παρά μια συνηθισμένη και μεταχειρισμένη άμαξα. Η μεγαλομανία του δεν είχε όρια.
Μεγάλη του απόλαυση ήταν να παρακολουθεί, από το μπαλκόνι του σεραγιού του, τον πετροπόλεμο που έπαιζαν ομάδες αγοριών από διαφορετικές συνοικίες. Ήταν πραγματική μάχη στην οποία συμμετείχε με κραυγές υποστήριξης πλήθος Γιαννιωτών. Επειδή όμως «πολλαί κεφαλαί τεθλασμέναι, ενίοτε δε η απώλεια οφθαλμού ή και οδόντων ήταν τα αποτελέσματα του πρωτοτύπου αυτού πολέμου», κάποια στιγμή ο Αλής έβγαλε διαταγή και απαγόρευσε τους αγώνες αυτούς. Όμως δεν έκανε το ίδιο -γράφει ο Smart Hughes- με τις κονταρομαχίες των έφιππων αξιωματικών του, που γίνονταν στον περίβολο των παλατιών του. Τη νύφη επλήρωναν τα άλογα, αναφέρει και πάλι ο Hughes:
«Τα κακόμοιρα τα ζώα, απαγόμενα εκ του πεδίου της μάχης, μετά το πέρας του αγώνος, άφριζαν αίμα εκ της φοβεράς πιέσεως των χαλινών τους».
Στην αλληλογραφία του με τους Ευρωπαίους χρησιμοποιούσε τον τίτλο «Le capitain Général, di tutta La Rumelia». Σύμφωνα με τον Leake στις επιστολές προς τον Άγγλο βασιλιά υπέγραφε σαν «Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων και Τρικάλων». Κατά τον Κωλέττη στις συνομιλίες του χρησιμοποιούσε τα επίθετα «αγαπητέ... αδερφέ... τέκνον...». Ο αυλικός Αθανάσιος Λιδωρίκης περιγράφει στα απομνημονεύματά του την καθημερινή ζωή του Αλή:
«Ο Βεζίρης σηκωνόταν, κατά τον μεν χειμώνα νύχτα, το δε καλοκαίρι χαράματα. Έπινε δυο φλιτζάνια καφέ, χωρίς ζάχαρη, και κάπνιζε το ναργιλέ του μέχρι να ανατείλει ο ήλιος. Στην συνέχεια, ρύθμιζε τις κρατικές υποθέσεις, δεχόταν τους ξένους επισκέπτες και δίκαζε τους υπηκόους του. Το μεσημέρι έτρωγε, κατά κόρον, μόνος πάντα, καθισμένος σταυροπόδι, σε χαμηλό ασημένιο τραπέζι. Πρώτα του έφερναν τη σούπα από την οποία έπαιρνε δύο με τρεις κουταλιές. Έπειτα ερχόταν το ψητό, πάντοτε ένα ολόκληρο αρνί, το οποίο και τιμούσε με λαιμαργία. Ακολουθούσε ψητή όρνιθα. Τελευταίο πιάτο του ήταν το πιλάφι. Τα γλυκίσματα δεν τα αγαπούσε.
Σαν επιδόρπιο προτιμούσε κομπόστα από μήλα ή καρύδια, ενώ του άρεσαν οι πίτες και τα μπουρεκάκια, αποστρεφόμενος τους χαλβάδες και τους μπακλαβάδες. Το μεσημέρι πάντα ξάπλωνε για μια ώρα και το απόγευμα συνέχιζε να εργάζεται μέχρι τις επτά. Στη συνέχεια, χωρίς να φάει οτιδήποτε, αποσυρόταν. Στο χαρέμι του ουδέποτε έμπαινε τη νύχτα, γιατί κοιμόταν μόνος».
Το έτος 1812 για να γεμίσει το θησαυροφυλάκιό του επωφελήθηκε από την άσχημη σοδειά, και εγκατέστησε μονοπώλιο απαγορεύοντας την εισαγωγή σιτηρών από τους γειτονικούς κάμπους της Θεσσαλίας, ώστε να πουλήσει το δικό του σιτάρι που είχε στις αποθήκες. Ο πεινασμένος λαός αγρίεψε και ξεσηκώθηκε. Στις 23 Ιουλίου, αφού συγκεντρώθηκε μπροστά στο σεράι της Λιθαρίτσας, άρχισε να φωνάζει «ψωμί ή θάνατος». Ένας Αρβανίτης τράβηξε την πιστόλα του και έριξε επάνω στο πλήθος. Ολόκληρη η φρουρά ετοιμάστηκε για μακελειό. Εκείνη την στιγμή πρόβαλε ο Πασάς αναστατωμένος και φοβισμένος για τις συνέπειες αυτού του ξεσηκωμού, απαγόρευσε τη χρήση των όπλων και πρόσταξε να κρεμάσουν επί τόπου, μπροστά στο λαό, τον στρατιώτη που πυροβόλησε. Ύστερα, είπε στο πλήθος να διαλυθεί και υποσχέθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματά του. Πράγματι, σε λίγο, έβγαλε από τις αποθήκες και πούλησε σε πολύ χαμηλή τιμή δυο χιλιάδες φορτώματα στάρια.


Στη συνέχεια μείωσε την τιμή του δεσμευμένου σταριού και άφησε ελεύθερες τις εισαγωγές του από τη γειτονική Θεσσαλία. Η αντιφατικότητα και το αλλοπρόσαλλο του χαρακτήρα του παρουσιάζονται σε πολλά περιστατικά της ζωής του, όπως και το ακόλουθο: Κάποτε, προς το τέλος του βίου του, απήγαγε τη Δέσπω Λιακατά (κόρη του οπλαρχηγού του Ξηρόμερου), και την έκλεισε στο χαρέμι του, αυτή όμως πέθανε μετά από 15 μέρες, «από θλίψη και φιλοτιμία» - όπως τουλάχιστον λέγεται. Ο Αλής ένιωσε τύψεις και θέλησε να εξευμενίσει την οικογένειά της. Διχοτόμησε λοιπόν το αρματολίκι του Κλείνοβου στον Ασπροπόταμο (Αχελώο) και διόρισε διοικητή του μισού τον αδερφό της Δέσπως, Γρηγόρη Λιακατά (1799 - 1826). Συγχρόνως τον πάντρεψε με τη Βαγγελή, κόρη του μέχρι τότε αρματολού του ενιαίου Κλείνοβου, Νικόλαου Στουρνάρη -του γνωστού οπλαρχηγού του ‘21- που και αυτός ήταν στην υπηρεσία του Βεζίρη. Όλοι φυσικά δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα τις αποφάσεις του. Ο Γρηγόρης, μετά την άλωση των Ιωαννίνων από το Χουρσίτ, αναδείχτηκε σε σπουδαίο πολέμαρχο του Αγώνα και έπεσε ηρωικά στο Μεσολόγγι, λίγο πριν από την αιματηρή Έξοδο.
Γέμισε την επικράτειά του με χάνια και οδικούς σταθμούς και όμως ο ίδιος στα ταξίδια του απέφευγε κατά κανόνα την ανάπαυση και την διανυκτέρευσή του σε αυτά τα δημόσιας χρήσης κτίρια με τις στοιχειώδεις προσφερόμενες υπηρεσίες, γιατί δεν μπορούσαν να καλύψουν τις πολυτελείς ανάγκες του. Έτσι προτιμούσε να καταλύει στα ιδιόκτητα σεράγια που είχε οικοδομήσει στα διάφορα σημεία των κυριότερων δρόμων του κράτους του, σε μοναστήρια, ή, τέλος, σε σπίτια τοπικών αξιωματούχων, τα οποία μπορούσαν να του προσφέρουν μεγαλύτερη άνεση και ασφάλεια.
Αν και ο ίδιος έζησε μέσα στη λαγνεία και την ακολασία, προς τα έξω εμφανιζόταν σαν μέγας και αμείλικτος προστάτης των δημοσίων ηθών. Για τους Μουσουλμάνους η μοιχεία εθεωρείτο το φοβερότερο κακούργημα και ο σατράπης αξίωνε στις περιπτώσεις αυτές την σχολαστική εφαρμογή των Οθωμανικών νόμων, oι οποίοι προέβλεπαν τρομακτικές ποινές.
Ο φονιάς, ο κλέφτης, ο ληστής ίσως έβρισκαν κάποιους υπερασπιστές και προστάτες, ενώ η σοδομία ήταν ελεύθερη, τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Αρβανίτες, (ο ίδιος είχε και αντρικό χαρέμι) όμως ακόμη και υποψία κρυφού ερωτικού δεσμού μεταξύ ετερόφυλων προσώπων μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε φρικαλέο θάνατο. Αν οι ένοχοι ήταν ανύπαντροι έπρεπε να τιμωρηθούν με 90 ραβδισμούς (στις πατούσες για τον άντρα και στα οπίσθια για τη γυναίκα). Αν ο ένας ήταν παντρεμένος, τότε καταδικάζονταν και οι δυο τους σε λιθοβολισμό, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικότητας. Για την θανατική καταδίκη τους αρκούσε, η μαρτυρία δύο «διακεκριμένων πολιτών», που θα βεβαίωναν με όρκο ότι τους συνέλαβαν «επ’ αυτοφώρω».
Όμως ο οξυδερκής τύραννος διέβλεπε πολλές φορές και τη σκοπιμότητα των καταγγελιών και τιμωρούσε τους... μάρτυρες σκληρά. Ο Νικολός, ο γιος του μεγαλέμπορου Αργύρη Α. Βρεττού, φιλάνθρωπου και ευεργέτη, ντύθηκε γυναίκα και μπήκε στο χαρέμι για να γνωρίσει αυτόν τον άγνωστο κόσμο, όμως συνελήφθη από τους ευνούχους. Η ποινή, σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο, ήταν ο θάνατος. Όμως ο επιπόλαιος νεαρός διασώθηκε, γιατί η πλούσια οικογένειά του έστειλε στον Βεζίρη κοσμήματα, επάργυρα σκεύη και τιμαλφή μεγάλης αξίας και έτσι η υπόθεση «έκλεισε».
Την περίοδο του καρναβαλιού πήγαινε στο μέγαρο του Δημητρίου Μακρή (στη γωνία των οδών Παπάζογλου και Αραβαντινού, όπου σήμερα βρίσκεται το διατηρητέο «Αρχοντικό Βασίλειου Πυρσινέλλα»), για να το παρακολουθήσει. Το αρχοντόσπιτο πάνω από την εξώθυρά του είχε έναν μικρό κλειστό εξώστη, στον οποίον καθόταν προκειμένου να δει το «γαϊτανάκι», το οποίο χόρευαν οι μασκαρεμένοι, προς τους οποίους έριχνε, ως δώρα, μικρά φλουράκια, τα ονομαζόμενα «ρουπιέδες».

ΤΑ ΧΑΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗ
Ο Αλής διατηρούσε τέσσερα, τουλάχιστον, χαρέμια στα Γιάννενα με 300 γυναίκες (τον αριθμό δίνει ο Hobhouse), στο Τεπελένι με 60, και δύο μικρότερα, στην Πρέβεζα και στην Κόνιτσα. Τα αποτελούσαν οδαλίσκες κάθε προέλευσης, Ελληνίδες, Τουρκάλες, Ρωσίδες, Τσιγγάνες, Γεωργιανές (ήταν οι πιο περιζήτητες), Αρβανιτοπούλες, ακόμη και Ευρωπαίες. Ο Τεπελενλής είχε προσωπική σχέση με τις χανούμισσές του. Γνώριζε τα ονόματα όλων, συζητούσε μαζί τους ελεύθερα και ουδέποτε τους ζητούσε να αλλαξοπιστήσουν. Φορούσαν φερετζέ μόνον αν ήθελαν και μπορούσαν να βγαίνουν στην πόλη.
Η χλιδή κυριαρχούσε στα δωμάτιά τους, ενώ έπαιρναν και χρηματική αμοιβή, σχεδόν όσο ο μισθός ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου. Τις αποκαλούσε με καμάρι «οι τσούπρες μου», ή «οι βαγιοπούλες μου». Οι κοπέλες των χαρεμιών της Ανατολής ήταν συνήθως λεία επιδρομών, οι οποίες στη συνέχεια πουλιόνταν στα σκλαβοπάζαρα. Έπρεπε να είναι κάτω από 10 ετών, και κόστιζαν λιγότερο από ένα άλογο. Οι πιο ακριβές ήταν οι γυναίκες από τον Καύκασο, την Κιρκασία και την Αμπχαζία, επειδή θεωρούνταν οι πιο όμορφες. Ο Τεπελενλής σπανιότατα ξόδευε χρήματα για τον σκοπό αυτό. Οι πανταχού παρόντες πράκτορές του όταν εντόπιζαν ένα όμορφο κοριτσόπουλο ή αγόρι τον ενημέρωναν και αυτός πάντοτε εύρισκε τον τρόπο να το αποκτήσει. Τα όργανά του πλησίαζαν τον πατέρα ή τον αδερφό, οι οποίοι είτε από ιδιοτέλεια, είτε από φόβο, οδηγούσαν τα νέα παιδιά στο χαρέμι. Ορισμένοι μάλιστα γονείς, κυρίως λόγω της φτώχειας τους, πήγαιναν μόνοι τους και παρακαλούσαν τους ευνούχους να τα πάρουν. Αλλά όπου η πειθώ αποτύγχανε έμπαιναν σε ενέργεια η βία και ο δόλος. Η συνήθης μέθοδος ήταν η αρπαγή. Οι μόνες που δεν κινδύνευαν ήταν οι εβραιοπούλες, γιατί ο Πασάς, όπως έλεγε, «απεχθανόταν το γένος αυτό».
Ουδέποτε απήγαγε παιδιά πλούσιων και επιφανών οικογενειών. Ο Leake παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό: «Ένοπλοι πράκτορές του άρπαξαν την παραμονή του γάμου της μια όμορφη κοπέλα από τους Καλαρρύτες. Το χωριό ξεσηκώθηκε και ακολούθησε συμπλοκή. Όταν ο Αλής πληροφορήθηκε ότι οι μελλόνυμφοι ήταν γόνοι των αρχοντικών οικογενειών Τουρτούρη και Πρινάρη, χαρακτήρισε ληστές τους μπράβους του και τους εκτέλεσε, ενώ ο ίδιος παρέστη στο γάμο και ευχήθηκε θερμά στο ζευγάρι».


ΤΑ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗ
Η παιδεραστία στον Μωαμεθανικό κόσμο ήταν κάτι το συνηθισμένο. Δίπλα από κάθε γυναικείο χαρέμι υπήρχε και ένα αντρικό. Τα τραγικά αγόρια λέγονταν «γιουσουφάκια», ενώ οι μορφωμένοι Έλληνες τα αποκαλούσαν «γανυμήδες» (ο Γανυμήδης ήταν ένας θεοποιημένος μυθικός νέος, περίφημος για την ομορφιά του, τον οποίο ο Δίας βίασε -μεταμορφωμένος σε πουλί- και τον πήρε μαζί τους στον Όλυμπο, όπου και τον έκανε αθάνατο). Τα γιουσουφάκια λοιπόν, εκτός από την ικανοποίηση των ορέξεων των αφεντάδων τους, έκαναν και πολλά άλλα πράγματα.
Χόρευαν τα βράδια στους οντάδες παθητικούς χορούς, μόνα τους ή με τις οδαλίσκες, προς τέρψη των Πασάδων, έφτιαχναν και σέρβιραν τους καφέδες και τα σερμπέτια, έκαναν αέρα με μεγάλα φτερά το καλοκαίρι κ.λπ. Ο Αλής στον εμπλουτισμό του αντρικού χαρεμιού του έβρισκε πολλές δυσκολίες. Δεν ήταν όπως με τις γυναίκες. Οι περισσότεροι γονείς, κυρίως φυσικά οι εύποροι, φυγάδευαν τα αγόρια τους στο εξωτερικό, για να αποφύγουν την αρπαγή τους, από τους πράκτορες του τυράννου. Το ίδιο έκανε και ο πρόκριτος των Ιωαννίνων Δημήτριος Αθανασίου (1780 - 1829) ο οποίος αγνόησε τις απειλές του Πασά και έστειλε το γιο του κρυφά στην Ιταλία. Όταν μάλιστα τον ζήτησε ο Αλής του είπε: «Μπορείς να πάρεις ό,τι έχω και τη ζωή μου ακόμη, το γιο μου να σου δώσω με τα ίδια μου τα χέρια, ποτέ». Ο Αθανασίου πλήρωσε ακριβά την στάση του αυτή. Ο Βεζίρης τον κατέστρεψε οικονομικά και τον καταδίκασε σε πολυετή εξορία στη Βιέννη. Ένας άλλος πατέρας, από την Πρέβεζα, μόλις πληροφορήθηκε τις προθέσεις του Τεπελενλή, παραμόρφωσε ο ίδιος -με ξυράφι- το όμορφο πρόσωπο του μικρού γιου του, ώστε να πάψει να προξενεί το ενδιαφέρον των υποτακτικών του Αλή. Το 1817 ο Κερκυραίος Κακούρης, ένας από τους πράκτορές του, απήγαγε το δεκατετράχρονο «ευειδή» Νικόλαο, γιο του Πατρινού βετεράνου αξιωματικού του Ρωσικού στρατού Σάββα Ποντίκη και τον έφερε στην Πρέβεζα.
Η αρπαγή έγινε με πειρατικό τρόπο από το πλοίο που μετέφερε το νεαρό στην Οδησσό, όπου θα σπούδαζε με υποτροφία του τσάρου Αλέξανδρου Α΄. Ο Πασάς στην αρχή ενθουσιάστηκε, όταν όμως έφτασε στην Πρέβεζα ο υποπρόξενος της Ρωσίας, φιλικός και προσωπικός του φίλος Ι. Παπαρρηγόπουλος και τον προειδοποίησε για τα επακόλουθα, αυτός όχι μόνον απελευθέρωσε το νεανία, αλλά κρέμασε τον Κακούρη και τους συνεργούς του «προς ικανοποίησιν της μεγάλης φίλης Ρωσίας».

ΨΩΝΙΖΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΕΝΝΗ
Η ροπή του Αλή Πασά προς την πολυτέλεια και τη χλιδή έχουν αναφερθεί και σε άλλα σημεία του παρόντος. Ρώμη, Τεργέστη, Βενετία, Παρίσι και Λιβόρνο, ήταν μερικά από τα Ευρωπαϊκά κέντρα, από τα οποία ο Τεπελενλής προμηθευόταν πανάκριβα υφάσματα, περίτεχνους καθρέπτες, πορσελάνινα οικιακά σκεύη, πολύτιμους λίθους και κάθε είδους κοσμήματα. Ένας από τους σημαντικότερους τόπους αγορών του ήταν η Βιέννη. Αυτό οφείλεται κυρίως, στο γεγονός ότι οικονομικός διαχειριστής του (υπουργός οικονομικών), ήταν ο Σταύρος Ιωάννου.
Ο προεστός (περίπου δήμαρχος) των Ιωαννίνων, στην πρωτεύουσα της Αυστροoυγγαρίας διατηρούσε τραπεζικό κατάστημα, του οποίου διευθυντής ήταν ο γιος του, ο μετέπειτα εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Σταύρου, ο οποίος φρόντιζε για την εκτέλεση όλων των παραγγελιών που έστελνε ο πατέρας του. Έτσι τον Απρίλιο του 1814 αγόρασε από τον κοσμηματοπώλη της Βιέννης Νάιλιγκ «μίαν πέτραν δακτυλίδι μπριλάντι καράτια 17», το μισό της αγοράς του οποίου κατέβαλε ο Αλής σε μετρητά και το άλλο μισό από το φόρο τομαριών. Από τον αυτό Βιεννέζο έμπορο προμηθεύεται ο Σταύρος και άλλους πολύτιμους λίθους, πολυτελή υφάσματα και υαλικά προοριζόμενα για τον Αλή, καθώς και ένα χαλί από το οποίο ζημιώθηκε, όπως γράφει, 60 γρόσια.
Τον Αύγουστο του 1817 του αγοράζει ιατρικά και μουσική. Τον επόμενο χρόνο αναθέτει στον γιατρό Λουκά Βάγια να φέρει από τη Βιέννη γκιούλεσι (ροδέλαιο), μολύβι, κεντητό χρυσό και διάφορες άλλες πραμάτειες, που εξοφλήθηκαν με το γεωργικό φόρο (ελτιζάμι) της Ζίτσας. Οι παραγγελίες και αγορές δεν αφορούσαν μόνο τον Αλή, αλλά και τους γιους του. Για λογαριασμό του Μουχτάρ παράγγειλε στις 27 Αυγούστου 1803 «μια δαμπακέρα με κολλημένον καπάκι μαλαματένιο, με σμάλτον και επάνω διαμάντια, να κοστάρη έως γρόσια δύο χιλιάδες», και για λογαριασμό του Αλή «μίαν χασάν (κάλυμμα ράχης αλόγου) ωσάν του κατή (δικαστή), να είναι πλουσιωτέρα κατά πάντα και να έχει κλόσια».
«Να φροντίσω να του εύρω και ένα τηλέγραφον», γράφει ο Σταύρος Ιωάννου στα κατάστιχα του εμπορικού του οίκου.

ΟΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
MIA ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΙΜΑ
Ο Τεπελενλής, βαρύνεται ασφαλώς με μια ατελείωτη σειρά από αποτρόπαιες και φρικτές πράξεις, όπως δολοφονίες, γενοκτονίες, εξανδραποδισμούς, βασανιστήρια, λεηλασίες και καταστροφές. Ο Γαλλικής καταγωγής δημοσιογράφος Georges Hoffman έγραψε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα στη γαλλική εφημερίδα «Le Journal des Dépats»: «Ο Αλής είναι το ρομαντικότερο τέρας που γνώρισε η Ιστορία και μια από τις ωραιότερες φρικαλεότητες που γέννησε η φύση». Όμως η επίσημη Ιστορία γράφεται με σκοπιμότητες και -κυρίως- από τους νικητές, αλλά ο Αλής δεν ήταν ένας από αυτούς.
Αν όμως ανατρέξει κάποιος στην «άλλη Ιστορία την ανεπίσημη» τότε θα διαπιστώσει ότι ο ηγεμόνας των Ιωαννίνων δεν έκανε τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από ότι έκαναν εκείνοι στους οποίους έχει αποδοθεί ο τίτλος «Μέγας». Για τις βαρβαρότητες και τις αγριότητες του Αλή, ο συνοδοιπόρος του Μπάιρον, Hobhouse γράφει: «Είμαι βέβαιος ότι, μονάχα ένας σκληρόψυχος αιμοπότης θα μπορούσε να δαμάσει το λαό που βρισκόταν υπό την εξουσία του. Οι αποκεφαλισμοί, τα παλουκώματα, και το ψήσιμο στη φωτιά είναι απαραίτητα για να εμπνεύσει τον τρόμο και να αποκαταστήσει την ησυχία και την ευνομία στην απέραντη επικράτειά του».
Λεηλάτησε λοιπόν ο Τεπελενλής και κατέκαψε την Πρέβεζα, το 1798, σφαγιάζοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Εξόντωσε, πράγματι, ο Τεπελενλής με δολοφονίες και δολοπλοκίες, δηλητηριάσεις και αποκεφαλισμούς όλους τους συγγενείς, φίλους και συμμάχους του, από τον φόβο της απώλειας της εξουσίας του: τους δυο ετεροθαλείς αδερφούς του, τον πεθερό και ευεργέτη του Καπλάν Πασά, την θεία του Κιάρκα και το γιο της, τον ανεψιό του Ελμάζ Πασά, τον Πασά του Δέλβινου Μουσταφά, το φίλο του Σελήμ Πασά, το γαμπρό του, τον αδερφό του γαμπρού του, αλλά και τον αδερφικό του φίλο Γιουσούφ Μπέη, στέλνοντάς του μια παγιδευμένη βόμβα μέσα σε τηλεσκόπιο.


Βαρύνεται ασφαλώς ο Πασάς με το τεράστιο ομαδικό έγκλημα της φοβερής γενοκτονίας του Γαρδικιού στην Αλβανία (το έτος 1812), για εκδίκηση της ατίμωσης της μάνας του Χάμκως και της αδερφής του Χαϊνίτσας, πριν 40 χρόνια. Είναι αλήθεια ότι ο Αλής έριχνε μέσα στο κλουβί της περίφημης λεοπάρδαλης που διατηρούσε στα Γιάννενα εκείνους που δίκαζε και τους καταδίκαζε, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε το φριχτό θέαμα. Θανάτωσε σίγουρα με τα πιο φριχτά βασανιστήρια τους αρματολούς Ευθύμιο Βλαχάβα και Κατσαντώνη, τον αλχημιστή Σέργιο, τον ιερομόναχο Δημήτριο και τόσους άλλους.
Βαρύνεται, επίσης, ο Αλή Πασάς με την άνανδρη σφαγή των κατοίκων της ηρωικής Χειμάρρας και μάλιστα ανήμερα του Πάσχα του 1805, μέσα στις εκκλησίες. Είναι πράγματι οι φρικαλεότητες του Αλή αμέτρητες, πραγματικές ή φανταστικές. Έλεγαν ότι είχε ένα κομπολόι από αποξηραμένες θηλές μαστών που τις είχε αποκόψει από τις γυναίκες της επικράτειάς του, οι οποίες αρνούνταν να του στείλουν τα κορίτσια τους για το χαρέμι. Ο περιηγητής Thomas Smart Hughes γράφει ότι άκουσε στη Λευκάδα να παρομοιάζoυν τον Αλή με τον μυθικό τύραννο της Ηπείρου, τoν Έχετο, ο οποίος συνήθιζε να κόβει την μύτη και τα αυτιά των αντιπάλων του, και να τα ρίχνει τροφή στους σκύλους του.
Άλλοι πάλι τον συνέκριναν με τον Φάλαρι, τον λαομίσητο «τύραννο» του Ακράγαντα, που ήταν διαβόητος για τις επινοήσεις φρικαλέων βασανισμών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους σουλιώτες, γράφει ο J. C. Hobhouse, 20 έως 30 άτομα, αποκεφαλίζονταν κάθε τόσο, στους δρόμους των Ιωαννίνων. «Μερικές αγριότητες προσβάλλουν τα ανθρώπινα αισθήματά μας», συνεχίζει ο Άγγλος περιηγητής, «δεν πιστεύω όμως ότι όλες οι φοβερές ιστορίες που διηγούνται οι Έλληνες για τον Αλή και οι ισχυρισμοί τους πως πρόκειται για το πιο βάρβαρο θηρίο που ατίμασε ποτέ την ανθρωπότητα δεν είναι αλήθεια».
Ο Hughes γράφει στο οδοιπορικό του ότι ανάμεσα στο παζάρι των Ιωαννίνων και το Kάστρο υπήρχε ένας δρομάκος όπου γίνονταν οι πιο θηριώδεις εκτελέσεις προς παραδειγματισμό: «Έκαιγαν ανθρώπους σε σιγανή φωτιά, τους παλούκωναν ή τους έγδερναν ζωντανούς. Έκοβαν χέρια και πόδια και άφηναν το θύμα σε αυτή την κατάσταση μέχρι να ξεψυχήσει». Ο Πρόξενος της Αγγλίας στα Γιάννενα, George Foresti (Γεώργιος Φορέστης), γυρίζοντας κάποια μέρα από το σεράι της Λιθαρίτσας είδε έναν Έλληνα παπά, «αρχηγό ληστοσυμμορίας», καρφωμένο ζωντανό στον εξωτερικό τοίχο του παλατιού, «μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου» (πιθανόν να ήταν ο Δημήτριος ο Μοναχός).
Το 1814 δυο Ευρωπαίοι έμποροι διαμαντιών ήρθανε στα Γιάννενα, για να του πουλήσουν την πραμάτεια τους, γνωρίζοντας ήδη την λατρεία του Αλή για τα ακριβά χρυσαφικά. Νύχτα τους έφεραν δέσμιους στο σεράι του, τους σκότωσαν και τους εξαφάνισαν, ενώ τα πολύτιμα εμπορεύματά τους κατέληξαν στο θησαυροφυλάκιο του Τεπελενλή. Τον πρόκριτο της Πωγωνιανής Νούλη Πολυζώη δολοφόνησε βάζοντας τον κουρέα του, να τον ξυρίσει με λεπίδι εμποτισμένο με δηλητήριο. Δολοφόνησε τον οπλαρχηγό Αθανάσιο Τσανάκα από την Γότιστα, γιατί είχε υποστηρίξει τους Σουλιώτες. Τον κάλεσε στα Γιάννενα για να του αναθέσει -δήθεν- μια εμπιστευτική αποστολή και τον δέχτηκε στον μεγάλο οντά. Εκεί πάτησε ένα μοχλό και άνοιξε μια καταπακτή στο δάπεδο κάτω από τα πόδια του προσκεκλημένου του. Ο δυστυχής ηπειρώτης έπεσε μέσα σε ένα μπουντρούμι, όπου περίμεναν οι κρυμμένοι δολοφόνοι του Πασά να τον αποτελειώσουν. Ο Ibrahim Manzour, ο οποίος βρισκόταν στη υπηρεσία του Αλή, γράφει ότι παρακολούθησε τον λιθοβολισμό μιας Μουσουλμάνας στα Γιάννενα που είχε σχέσεις με έναν Ιταλό, ενώ είδε επάνω από σαράντα περιπτώσεις αντρών που κρεμάστηκαν, αποκεφαλίστηκαν, ενώ ακόμη και παλουκώθηκαν, γιατί είχαν καταδικαστεί από τον Αλή για μοιχεία. Μια Γιαννιώτισσα - Μωαμεθανή κατηγορήθηκε ότι είχε συνάψει παράνομο ερωτικό δεσμό με έναν ξένο. Σύμφωνα με μαρτυρία περιηγητή, ο Πασάς πρόσταξε να την θάψουν ζωντανή ως τον λαιμό. Έπειτα, άλειψαν το κεφάλι της με μέλι και την άφησαν εκεί, στο έλεος των εντόμων. Ύστερα από 48 ώρες κάλεσε τις Γιαννιώτισσες να την αποτελειώσουν με ανελέητο λιθοβολισμό.
Πληροφορίες για αγριότητες του Αλή έχουμε από το χρονικό ενός Γάλλου αξιωματικού, του Barthélemy Bacheville, όπου παραθέτει ορισμένα περιστατικά που αναφέρουν και άλλοι περιηγητές. «Μια ημέρα», όπως γράφει, «έφεραν στον Αλή δυο κλέφτες. Αυτός έβαλε το «μπόγια» να τους κόψει, με μεγάλα ψαλίδια, την άκρη της μύτης τους, τα αυτιά και τα δάχτυλά τους. Έριξαν τα ματωμένα ξεφτίδια σε ένα δοχείο, πρόσθεσαν αλάτι και ξύδι και ανάγκασαν τους μελλοθάνατους να τα φάνε.
Άλλη φορά, έβαλε δυο κατάδικους σε καζάνι με βραστό λάδι. Το λάδι και τα ξύλα έφεραν οι συγγενείς των θυμάτων». Ο κατάλογος των αγριοτήτων και δολοφονιών του Αλή, δεν έχει ούτε αρχή αλλά ούτε και τέλος. Κατέσφαξε θηριωδώς τους πρόκριτους του Χόρμοβου και κατέστρεψε εντελώς το χωριό τους. Θανάτωσε με ασιτία το Μουσταφά Πασά του Δέλβινου, παρά την ένορκη συμφωνία τους. Δολοφόνησε το φίλο του Γιουσούφ Μπέη και τον Αργυροκαστρίτη Μαλίκοβο, ο οποίος είχε σώσει τη μητέρα του και την αδερφή του από τα χέρια των Γαρδικιωτών. Κατέστρεψε τα χωριά Νίβιτσα και Άγιο Βασίλειο στη Χειμάρρα και κατέσφαξε τους περισσότερους από τους κατοίκους τους.
Αποπειράθηκε αμέτρητες φορές να δολοφονήσει τον, άλλοτε, φίλο του Ισμαήλ - Πασόμπεη. Στα 1792, έστησε ενέδρα στην Αμφιλοχία και σκότωσε τον γιο του προκατόχου του διοικητή των Ιωαννίνων, Αληζότ Πασά, το Χουσεΐν Μπέη, γιατί τον θεωρούσε επικίνδυνο εχθρό. Προσπάθησε να δολοφονήσει, δύο φορές, τον, άλλοτε, συνεργάτη του μητροπολίτη Άρτας, Ιγνάτιο. Το 1816 κάλεσε στο σεράι τους ισχυρούς μπέηδες της Κλεισούρας Βελή και Χουσεΐν, τους αφόπλισε και τους αποκεφάλισε. Γράφει ο Αθανάσιος Ψαλίδας στο χειρόγραφό του «Η πολιορκία των Ιωαννίνων»: «εφόνευσεν τον Ισούφμπεη Διμπράλη, ως εχθρόν του με ένα γράμμα γεμάτο σκόνην χημικήν, το οποίον ανοίγοντάς το εβρόντησε και τον εσκότωσε, από το οποίον επήραν οι εχθροί του τόσον φόβον, οπού όχι γράμματα του Αλή Πασά δεν έπιαναν, αλλ’ ουδέ και από τους ξένους έπιαναν».


ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΜΕΣΑ ΤΟΥ
Ο ακριβολόγος Sir Henry Holland, που έμεινε πολύ δίπλα στον Αλή, γράφει στο έργο του «Travels in Ionian Islands, Epirus and Albania, 1812 - 1813»: «Είναι ένα μεγάλο παθητικό στη ζωή αυτού του άνδρα η σκληρότητά του, και οι αποδείξεις του θηριώδους και εκδικητικού χαρακτήρα του απλώνονται σε κάθε σελίδα της ιστορίας του. Η εκδίκησή του δεν είναι στιγμιαίο αίσθημα, που χορταίνει με την καταστροφή του εχθρού του, αλλά διαρκεί και μετά την πάροδο ετών και απαιτεί για την ικανοποίησή του ακόμη και τη θυσία των παιδιών και όλης της γενιάς του αντιπάλου.
Θα έχω στη συνέχεια την ευκαιρία να αναφέρω το τρομερό θέαμα, που είδα κοντά στο Αργυρόκαστρο, τα πτώματα περισσότερων από 600 ανθρώπων, που σφαγιάστηκαν μπροστά του (εννοεί το Γαρδίκι) για μια προσβολή που έγινε στην οικογένειά του πριν από 40 χρόνια. Κατά την, πρώτη μου, επίσκεψη στα Ιωάννινα συνέβη ένα γεγονός του ίδιου γενικώς χαρακτήρα. Κάποιος αλβανός πριν χρόνια είχε σφάξει ένα ξάδερφο του Βεζίρη και είχε διαπράξει πολλά εγκλήματα εναντίον του. Τον συνέλαβαν πολύ αργότερα και κυριολεκτικά τον έκαψαν ζωντανό και σκότωσαν τα παιδιά του.
Ένας αδερφός αυτού του ανθρώπου, που είχε προς στιγμή διαφύγει, έπεσε στα χέρια του στο διάστημα που ήμασταν στα Γιάννενα, δελεασμένος καθώς λέγανε, από υποσχέσεις λήθης του εγκλήματος της οικογένειας. Τον έκοψαν σε κομματάκια και τα πέταξαν στον δημόσιο δρόμο στην περιοχή του σεραγιού. Δεν έμαθα -τότε- την αιτία αυτής της φρικτής εκτέλεσης, αλλά αργότερα άκουσα τον λόγο από έναν από τους αλβανούς φρουρούς μου, ο οποίος έτυχε να παρευρίσκεται στη θανάτωση του άλλου αδερφού και των παιδιών του».

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
Δίπλα και κάτω από το Ασλάν - Τζαμί (Δημοτικό Μουσείο) στη βόρεια ακρόπολη του κάστρου των Ιωαννίνων, διασώζεται υπόγειο συγκρότημα, η χρήση του οποίου δεν έχει ταυτοποιηθεί. Έτσι είναι γνωστό σαν «η φυλακή του Αλή Πασά», «το θησαυροφυλάκειο», «οι κατακόμβες», και «οι αποθήκες των πυρομαχικών του Αλή Πασά». Πρόκειται για ένα φυσικό σπήλαιο -με σταλακτίτες και μικρή λίμνη- που διαμορφώθηκε από τον Τεπελενλή σε χρηστικό χώρο, ο οποίος σήμερα είναι επισκέψιμος. Αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με απότομες κλίμακες, σκαλισμένες πάνω στο ασβεστολιθικό πέτρωμα.
Η επικρατούσα άποψη είναι ότι εκεί φυλακίστηκαν ο Κατσαντώνης, ο Βλαχάβας και οι άλλοι «αντίπαλοι» του Αλή. Το συγκρότημα περιλαμβάνει μια μεγάλη αίθουσα διαμονής των στρατιωτών, στον τοίχο της οποίας διασώζονται ίχνη τζακιών. Οι υπόλοιποι χώροι είναι μικρότεροι και χωρίς θέρμανση. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στις υπόγειες στοές φυλάσσονταν οι περιβόητοι θησαυροί του Αλή, ενώ άλλοι ότι εκεί ήταν η αποθήκη των πυρομαχικών του Τεπελενλή. Ίσως να συνυπήρχαν όλα αυτά μαζί.

Ο ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΤΣΙΓΚΕΛΙΑ
Έτσι θανατώθηκε -από τον Αλή Πασά- το 1808 ο Παπαθύμιος - Βλαχάβας, αρχηγός του προεπαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία. Το σώμα του μελλοθάνατου, υψωνόταν με μια τροχαλία και αφηνόταν να πέσει πάνω σε τσιγκέλια (cengel), δηλ. γάντζους, που ήταν στερεωμένα σε μόνιμο ικρίωμα, σε τοίχο ή σε ειδική βάση. Σε περίπτωση που τα τραύματα δεν ήταν καίρια έμενε καρφωμένος για πολλές ημέρες και πέθαινε - από την αγωνία και την κακοπάθεια. Τον 16ο αιώνα αναφέρεται περίπτωση Έλληνα που είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με σύζυγο Μουσουλμάνου έμπορου, ο οποίος και ρίχτηκε στους γάντζους όπου επέζησε τρεις μέρες, οπότε κάποιος περαστικός τον λυπήθηκε, και τον πυροβόλησε στο κεφάλι για να τον λυτρώσει. Ένας από τους λόγους που η μορφή του Αλή Πασά απέκτησε διαστάσεις θρύλου, ήταν και η ταύτιση του με κάθε είδους βασανιστήρια. Όμως ήταν επόμενο σε ένα δεσποτικό κράτος, όπως το Οθωμανικό, οι βασανισμοί να καταλαμβάνουν πολύ σημαντική θέση στο σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών, που διέθετε η οθωμανική εξουσία. Αλλά, παρεμφερείς βασανιστικές εκτελέσεις, και η παρουσίαση των ανθρώπινων σπαραγμάτων σε δημόσιο χώρο για παραδειγματισμό εχθρών και αντιπάλων, απαντάται πολύ συχνότερα στη Μεσαιωνική Δύση, από ό,τι στους Οθωμανούς.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι εκτελέσεις γίνονταν με την παρουσία πλήθους ντόπιων κατοίκων και είχαν χαρακτήρα επίσημης και πανηγυρικής τελετής. Τα κεφάλια των ληστών, στασιαστών, γενικότερα των εχθρών του κράτους, αλλά και επαρχιακών παραγόντων, όπως π.χ. τοπαρχών και άλλων αξιωματούχων, που θανατώνονταν με σουλτανική εντολή, αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εκτίθενταν στο χώρο μπροστά από την κύρια είσοδο των ανακτόρων. Συχνά τα κεφάλια αυτά συγκροτούσαν μια μακάβρια πυραμίδα από την οποία και αναδυόταν απαίσια οσμή. Αναφέρεται πως καθημερινά υπήρχαν εκτεθειμένα 10 - 15 κομμένα κεφάλια.
Περί τα μέσα του 17ου αιώνα υπήρξε περίοδος που ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε 500 κεφάλια καρφωμένα στην άκρη λόγχης, ή στοιβαγμένα με τρόπο ώστε να σχηματίζουν ένα μικρό λοφίσκο. Τα κομμένα στην επαρχία κεφάλια αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη για έκθεση μέσα σε τρίχινο τορβά (torba), δηλαδή ταγάρι, γεμάτο μέλι για να αποφευχθεί η σήψη, συνήθεια από την οποία προέρχεται και η έκφραση στη Νεοελληνική «έβαλε το κεφάλι του στον τουρβά». Στα Γιάννενα του Αλή υπήρχε και «συνοικία των τσιγκελιών» (στη συμβολή των σημερινών οδών Ι. Βηλαρά - Κομνηνών), όπου ζούσαν «οι Τουρκοαθίγγανοι», που είχαν ειδικότητα στο φρικώδες αυτό βασανιστήριο.
Σύμφωνα με τους βιογράφους του Τεπελενλή, «εκεί ερρίπτοντο ζώντες επί σιδηρών αιχμηροτάτων αρπαγών (τζεγκελίων), εφ’ ων, εμπηγνομένων επί του σώματος των, έμενον αιωρούμενοι και αφήνονταν επί ημέρας εκεί, μέχρις ου εξέπνεον, ασπαίροντες υπό φρικώδεις πόνους και άσβεστον δίψαν».

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΤΕΝΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 
Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Το τι έχει γραφτεί για την τραγική Γιαννιώτισσα και το άτυχο τέλος της δεν περιγράφεται. Από όπερες μέχρι θεατρικά έργα, από ιστορικά μυθιστορήματα μέχρι λαϊκά αναγνώσματα, από ποιήματα μέχρι δημοτικά άσματα, από κινηματογραφικές ταινίες μέχρι και τηλεοπτικές σειρές. Και σήμερα ακόμη η σκιά της πλανάται επάνω από την Παμβώτιδα. Αν και οι πληροφορίες για το πασίγνωστο γεγονός είναι πλούσιες, εν τούτοις σε πολλά σημεία αντιφάσκουν μεταξύ τους, ακόμη και εκείνες των ξένων περιηγητών οι οποίοι την περίοδο εκείνη ήταν παρόντες στα Γιάννενα. Πατέρας της Φροσύνης ήταν ο εύπορος Γιαννιώτης έμπορος Χατζή - Αργύρης και μητέρα της η αδερφή του μητροπολίτη Γρεβενών και -μετέπειτα- Λάρισας και Ιωαννίνων - Άρτας, Γαβριήλ Γκάγκα.


Γεννήθηκε το 1773 και μικρή παντρεύτηκε -με απόφαση των γονιών της- τον Γιαννιώτη πλούσιο μεγαλέμπορο Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος, τον περισσότερο καιρό έλειπε στις επιχειρήσεις του στην Βενετία. Μαζί του απέκτησε δυο παιδιά, ενώ -κατά τον Αραβαντινό- είχε και έναν αδερφό τον Αλέξιο, «που υπήρξε λίαν πεπαιδευμένος, ως ιατρός και φιλόλογος και φιλόσοφος, αλλά μεμολυσμένος από το της αθρησκείας μόλυσμα». Μόνη, λοιπόν, στην ευημερούσα -τότε- πολιτεία, έκανε μια εντελώς ελεύθερη ζωή που σκανδάλιζε. Άλλωστε τα Γιάννενα εκείνη την εποχή είχαν κοσμοπολίτικο Ευρωπαϊκό άρωμα.
Το διώροφο σπίτι της βρισκόταν στην πιο αριστοκρατική συνοικία των Ιωαννίνων, στο Σεράι Μαχαλά (μεταξύ των ιδιοκτησιών Καλαμανάκη, Μηνά και Κουτσαλέξη). Είχε μια πόρτα που έβγαινε στην αγορά, και μια δεύτερη, σε έναν στενό δρόμο στο πίσω μέρος, από την οποία έβαζε τους εραστές της, που δεν ήταν και ολίγοι. Η αρχοντική καταγωγή της, οι ισχυροί προστάτες της και ο πλούτος του συζύγου της, της επέτρεπαν να ζει όπως της άρεσε. Οι βεγγέρες ήταν συχνές στο μέγαρό της, ενώ και οι ξένοι επισκέπτες, οι οποίοι έρχονταν στα Γιάννενα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να την επισκεφτούν. Ολόκληρη η Γιαννιώτικη «χρυσή νεολαία» της εποχής εκείνης ήταν πραγματικά ξετρελαμένη με την πανέμορφη Φροσύνη.
Ένας από τους εραστές της Φροσύνης υπήρξε και ο γιατρός Κυρίτσης Καραγιάννης, (ή Νικόλαος Χατζη - Πολύζος), ένας νέος, όμορφος και κοσμοπολίτης, σπουδαγμένος στην Ευρώπη και πολύ πλούσιος, αφού ήταν γόνος της ιστορικής οικογένειας των Καραγιάννηδων, οι οποίοι είχαν τεράστιες εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις σε Βενετία, σε Λιβόρνο, σε Τεργέστη και σε Βιέννη. Οι κατακτήσεις του ήταν αρκετές, και είχε την συνήθεια να κρατάει τα ραβασάκια και τα γράμματα που του έστελναν οι φιλενάδες του, σε ένα κομοδίνο. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιο γράμμα της Φροσύνης, που στη συνέχεια αποδείχτηκε μοιραίο.
Ο Καραγιάννης ήταν φίλος και γιατρός του Αλή -έμπαινε όποτε ήθελε στο σεράι- ντυνόταν ευρωπαϊκά και οι αθεϊστικές ιδέες του τον έφερναν συχνά σε διένεξη με τον θείο και νονό της Ευφροσύνης, τον δεσπότη Ιωαννίνων και Γρεβενών Γαβριήλ. Ο Κυρίτσης Καραγιάννης, ο Αλή Πασάς και ο δεσπότης Γαβριήλ είχαν βγει για τη συνηθισμένη τους ιππασία στην εξοχή. Ξαφνικά μια κουρούνα πετάχτηκε μπροστά τους, το άλογο του γιατρού τρόμαξε και έριξε τον αναβάτη του σε ένα γκρεμό. Ο Καραγιάννης χτύπησε στο κεφάλι, και μέχρι να τον πάνε στην οικία του ξεψύχησε. Οι αστυνομικοί του Αλή έκαναν το αρχοντικό του φύλλο και φτερό ψάχνοντας για πολύτιμα αντικείμενα. Στο κομοδίνο του βρήκαν τα ερωτικά γράμματα της Φροσύνης προς τον γιατρό, τα οποία παρέδωσαν στο Βεζίρη. Αυτός έβαλε τον έμπιστό του Σταύρο Τσαπαλάμο (πατέρα του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Σταύρου) να του τα διαβάσει. Περιείχαν φράσεις γεμάτες μίσος και κοροϊδίες όπως «βδελυρός, τύραννος, ακόλαστος». Διέταξε τότε τον αρχιαστυνόμο του, Ταχήρ Αμπάζη, να μαζέψει όλες τις γυναίκες, επιστολές των οποίων ευρέθησαν στο σπίτι του Καραγιάννη, ενώ ο ίδιος πήγε βράδυ στο σπίτι της Φροσύνης και την συνέλαβε. Αφού τις φυλάκισε, για δεκαπέντε μέρες, στην συνέχεια τις έπνιξε.
Τα ανωτέρω καταθέτει ο γείτονας της Φροσύνης Αλέξιος Κουτσαλέξης, όπως του τα διηγήθηκε η μητέρα του (ο Κουτσαλέξης γεννήθηκε 8 χρόνια μετά τον πνιγμό). Η εκδοχή όμως αυτή δεν φαίνεται πιθανή, αφού ο αφηγητής δεν αναφέρει καν το δεσμό της Φροσύνης με τον Μουχτάρ. Ο Κουτσαλέξης τα έγραψε όλα αυτά στα απομνημονευματά του μετά από 80 χρόνια και πιθανόν να μην θυμόταν καλά. Ο γιος του Αλή, ο Μουχτάρ, μπήκε στη ζωή της Φροσύνης στα τέλη του 1798. Λέγεται ότι τον προκάλεσε η ίδια όταν αυτός περνώντας έφιππος κάτω από το μπαλκόνι της του πέταξε ένα λουλούδι και το μαντήλι της.
Κατά την δεύτερη εκδοχή αυτός ήταν που της πρόσφερε ένα λουλούδι, ενώ υπάρχει και τρίτη, που υποστηρίζει ότι σε μια γιορτή, η Ευφροσύνη προφασίστηκε λιποθυμία και έπεσε στην αγκαλιά του Μουχτάρ. Ο δεσμός που ακολούθησε ήταν θυελλώδης. Ο νεαρός Πασσάς, ήταν τότε 30 χρόνων και η Φροσύνη 24, λάτρευε τέσσερα πράγματα, τα χρήματα, τον πόλεμο, το κρασί και τις γυναίκες. Από μόρφωση ελάχιστη είχε και αυτή Ελληνική. Η Ευφροσύνη τον ερωτεύτηκε παράφορα. Για πρώτη φορά ήθελε να μάθουν τα Γιάννενα ποιος ερχόταν τα βράδια στο κρεβάτι της. Πέραν των άλλων ήταν πολύ φιλόδοξη και απέραντα ματαιόδοξη. Βρήκε λοιπόν τον τρόπο να το κάνει, ένα τρόπο όμως που της στοίχισε, στο τέλος, τη ζωή.
Ανάμεσα στα δώρα που της έκανε ο Μουχτάρ Πασάς ήταν και ένα δαχτυλίδι, με ένα μεγάλο ρουμπίνι, με μαργαριτάρια γύρω-γύρω, γαμήλιο δώρο της επίσημης γυναίκας του Πάσως, κόρης του Ιμπραήμ, του πανίσχυρου Πασά του Βερατίου. Ο πρωτότοκος γιος του Τεπελενλή το φορούσε στο μικρό του δάχτυλο. Η Φροσύνη λοιπόν το έδειχνε με καμάρι και έλεγε επιδεικτικά στις άσπονδες φιλενάδες της που τη ζήλευαν και τη μισούσαν: «Μου το χάρισε ο αγαπημένος μου Μουχτάρ». Αυτές, φρόντισαν να φτάσουν τα «νέα» στα αυτιά της απατημένης συζύγου, η οποία του έκανε παράπονα, αλλά αυτός της ορκιζόταν ότι το έχασε.
Σε λίγο καιρό ο Αλής έστειλε τον Μουχτάρ για να πολεμήσει στην Αδριανούπολη, θέλοντας συγχρόνως να τον ξεκόψει από την γυναίκα που τον εξουσίαζε. Ο εραστής της Φροσύνης αρχικά αρνήθηκε, τελικά όμως πειθάρχησε και έφυγε για τους μακρινούς κάμπους της Θράκης. Ίσως τα πράγματα να σταματούσαν ως εδώ, αν δεν γινόταν κάτι που άλλαξε την τύχη της Ευφροσύνης και των λοιπών 17 γυναικών, που την ακολούθησαν στον περιβόητο πνιγμό της. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την αναχώρηση του Μουχτάρ και στο σεράι γιόρταζαν κάποιο γάμο, με όλη τη βεζυρική επισημότητα.
Κατά τη συνήθειά του ο Πασάς είχε προσκαλέσει όλους τους προύχοντες των Ιωαννίνων, άντρες και γυναίκες, Έλληνες και Τούρκους. Ανάμεσά τους και την Φροσύνη. Αυτή είχε την απερισκεψία να φορά το δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει ο Μουχτάρ. Μια υπηρέτρια, που σερβίριζε γλυκά και ποτά, το γνώρισε και έτρεξε αμέσως στην γυναίκα του Μουχτάρ, την Πάσω, για να το μαρτυρήσει. Αυτή ζύγωσε τη Φροσύνη, κοίταξε το δαχτυλίδι, έριξε μια άγρια ματιά στην αντίζηλό της και παίρνοντας από το χέρι την αδερφή της Ζεϊμπεντέ, βγήκε ξαφνικά από την αίθουσα της γιορτής. Το σούσουρο που ακολούθησε ήταν μεγάλο. Αυτές τα είπαν όλα στον πεθερό τους με αποτέλεσμα, τα τραγικά επακόλουθα.


Αυτή την ιστορία υιοθετεί ο Αραβαντινός. Άλλη όμως εκδοχή λέει ότι η Φροσύνη πούλησε το δαχτυλίδι σε ένα γιαννιώτη χρυσοχόο. Αυτός λόγω της μεγάλης αξίας του πανάκριβου κοσμήματος, ήξερε οτι μόνο στο παλάτι θα μπορούσε να πουληθεί και έτσι επισκέφτηκε το χαρέμι όπου το έδειξε στην γυναίκα του Μουχτάρ, με την προσδοκία ότι θα το αγοράσει. Αυτή το αναγνώρισε. Μετά από πολλές πιέσεις ο αργυροχόος αναγκάστηκε να της αποκαλύψει την προέλευσή του. Την άλλη μέρα οι δυο αδερφές Πάσω και Ζεϊμπεντέ (η δεύτερη ήταν ερωμένη του Αλή, αλλά και γυναίκα του γιου του Βελή), παρουσιάστηκαν έξαλλες στον πεθερό τους και ζητούσαν την τιμωρία της Φροσύνης, διαφορετικά τον απείλησαν ότι θα γυρίσουν στο Βεράτι, στον πανίσχυρο πατέρα τους.
Αυτό περισσότερο από όλα βάρυνε στην κρίση του Αλή, γιατί δεν ήθελε να χάσει τη συμμαχία του, τώρα μάλιστα που είχε ανοίξει νέο μέτωπο με τους Σουλιώτες. Έτσι, λοιπόν, διέταξε τον αρχιαστυνόμο του Ταχήρ Αμπάζη να τη συλλάβει, μαζί με άλλες 16 Γιαννιώτισσες, Χριστιανές και Μουσουλμάνες, που είχαν παράνομους ερωτικούς δεσμούς, θέλοντας έτσι να στείλει μήνυμα ηθικής στην κοινωνία των Ιωαννίνων. Ο αρχιαστυνόμος εκτέλεσε τη διαταγή, όχι όμως για τη Φροσύνη, φοβούμενος την οργή του Μουχτάρ. Έτσι αναγκάστηκε να την συλλάβει ο ίδιος ο Αλής, πηγαίνοντας μεσάνυχτα στο σπίτι της.
Η Μουσουλμανική ποινή για τις μοιχαλίδες ήταν ο πνιγμός. Συνήθως τις τοποθετούσαν σε σάκους με μια πέτρα, και έβαζαν μέσα και μια γάτα ώστε να μεγιστοποιηθεί το μαρτύριό τους. Μετέφεραν τις 18 μοιχαλίδες -μαζί τους ήταν και η Χρυσή, η πιστή παραμάνα της Φροσύνης που δεν θέλησε να την αποχωριστεί- στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, που ήταν κοντά στη λίμνη. Αφού αυτές μετάλαβαν των αχράντων μυστηρίων, τις έβαλαν στις βάρκες. Ο Ταχήρ είπε στην Χρυσή να φύγει, αλλά αυτή δεν δέχτηκε. Ήθελε να ακολουθήσει τη Φροσύνη στον υγρό τάφο της. Τους έδεσαν πέτρες στο λαιμό και τις πέταξαν στα παγωμένα νερά. Λέγεται ότι η Φροσύνη και η βάγια της έπεσαν αγκαλιασμένες.
Όταν, μετά από τρεις μέρες, η λίμνη ξέβρασε τα 18 πτώματά τους κανείς δεν πλησίαζε για να τα περιμαζέψει. Έτσι ο Αλής αναγκάστηκε να βγάλει μια διαταγή (μπουγιουρντί) που επέτρεπε την ταφή τους. Η κηδεία ήταν «παλλαϊκή» και η Φροσύνη τάφηκε στο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, στους πρόποδες του Μιτσικελιού. Ο Βεζίρης, όπως γράφει ο Βρετανός περιηγητής William M. Leake, κλείστηκε για πολλές μέρες στο σεράι. Ήταν τόσο αγριεμένος, που κανένας, ακόμη και οι στενοί του φίλοι, δεν τολμούσαν να τον πλησιάσουν.

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΝΤΑΞΗ
Ο Αλής είχε αμέτρητες παλακίδες, πλήθος από ευνοούμενες ή οδαλίσκες και δύο επίσημες συζύγους. Όποια επιθυμούσε από την απέραντη επικράτειά του μπορούσε και να την έχει, είτε με την βία, είτε με τη θέλησή της. Εκατοντάδες γυναίκες είχε στον κύριο γυναικωνίτη του μεγάλου σεραγιού στα Γιάννενα, και στα άλλα παλάτια του. Από όλες όμως αυτές καμιά δεν είχε πλησιάσει το σκοτεινό, φοβερό και άπαρτο κάστρο της καρδιάς του. Από τις επίσημες γυναίκες του για μια μονάχα είχε δείξει κάποιον σεβασμό -όχι όμως και αγάπη- για την καλοκάγαθη Εμινέ, επειδή -ίσως- του είχε δώσει δυο γιους. Από τις σκλάβες του τιμούσε κάπως, για τον ίδιο λόγο, μια όμορφη γεωργιανή, που είχε εγκαταστήσει στο σεράι του Τεπελενίου.
Τη δεύτερη γυναίκα του, την αρχόντισσα των Ιωαννίνων Ζουλέιχα, την είχε παντρευτεί για πολιτικούς λόγους, κάνοντας μαζί της ένα «λευκό γάμο». Από τις συζύγους του, τις ερωμένες του και τις «τσιούπρες» του, καμιά δεν τον είχε ποτέ εξουσιάσει. Και αυτή ακόμη η άνομη και κολασμένη σχέση του με τη νύφη του Ζεϊμπεντέ δεν είχε κάποια ξεχωριστή σημασία για αυτόν. Ποτέ δεν την ένιωσε δική του αληθινά, παρά ήταν γι’ αυτόν απλώς ένα όργανο ηδονής. Ούτε μια λοιπόν από όλες αυτές δεν αξιώθηκε να τον έχει πλάι της για μια ολόκληρη νύχτα. Ολομόναχος, με τις απέραντες ουτοπικές φιλοδοξίες του και τις νοσηρές του σκέψεις, αυστηρά κλεισμένος στον εαυτό του, σκληρός, απόμακρος, έχοντας σύντροφο μόνον τα αχόρταγα όνειρά του για στυγνή και απόλυτη εξουσία και δύναμη περνούσε τα βράδια του.
Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που γνώρισε μια κοπελίτσα από την Θεσπρωτία, τη Βασιλική Κίτσου (ή Κίτζου) Κονταξή, την περιώνυμη Κυρά-Βασιλική. H γνωριμία δεν έχει οτιδήποτε το ρομαντικό. Ο Βεζίρης των Ιωαννίνων είναι πια 65 χρόνων. Τίποτε δεν θυμίζει το λιοντάρι των βουνών της Αλβανίας. Τα μαλλιά και τα γένια του κάτασπρα, το κορμί του παραμορφωμένο και υπέρβαρο, η άλλοτε σπινθηροβόλα λάμψη των ματιών του θολή και ξεθυμασμένη. Από το παλαιό του αντρίκειο μεγαλείο δεν απομένει παρά μόνον το αργό, στέρεο και επιβλητικό περπάτημα, που είναι -για την ηλικία του- «πραγματικά ηγεμονικό», καθώς το χαρακτηρίζει ο Άγγλος γιατρός και περιηγητής Ηenry Holland, που τον γνώρισε από κοντά.
Ο κουρασμένος Βεζίρης σε αυτή την δύσκολη περίοδο της ζωής του αναζητά αναζωογόνηση και δύναμη στις τρυφερές ηλικίες. Οι «προξενητάδες του» είχαν βαλθεί να τρυγάνε άγουρα βλαστάρια. Έτσι βρέθηκε στο χαρέμι του και η Βασιλική. Ήταν δεν ήταν 15 χρονών. Για το πώς, οι πληροφορίες είναι αντιφατικές, όπως άλλωστε για ολόκληρη τη ζωή της, αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η σχέση του μαζί της δεν είχε κανενός είδους πρωτοτυπία. Πρόκειται για μια ιστορία ρουτίνας, κοινή και βρώμικη. Ήταν η μικρότερη οδαλίσκη που υπήρχε στο χαρέμι του. Λίγο-λίγο του έγινε απαραίτητη. Δεν είχε μαζί του, όπως οι άλλες παλακίδες του, ούτε υποκρισίες, ούτε τεμενάδες, ούτε ραδιουργίες, ούτε αγώνες για την εύνοιά του.
Με την σχεδόν παιδική της διαίσθησή κατάλαβε γρήγορα ότι αυτός ο παντοδύναμος άρχοντας, που έπαιρνε το κεφάλι οιουδήποτε με ένα μόνο νεύμα του, ήταν απελπιστικά μοναχικός, θλιμμένος και δυστυχής. Λένε ότι ο Αλής την έκρυβε, ως «κόρη οφθαλμού», από τα μάτια τρίτων, ενώ άλλοι ότι την είχε πάντοτε δίπλα του όχι μόνον στις επίσημες εμφανίσεις του, αλλά ακόμη και στις εκστρατείες του. Ο σφραγιδοφύλακάς του Αλή, Αθανάσιος Λιδωρίκης, έλεγε ότι ουδέποτε την είδε, αν και έζησε πολλά χρόνια δίπλα στο Βεζίρη. Το ίδιο και ο περιηγητής Holland, ο οποίος έφυγε από τα Γιάννενα με το παράπονο ότι δεν αντίκρισε «την πανέμορφη εκείνη ευνοούμενη του Αλή, για την οποία τόσα λέγονται».


Αντίθετα ο βιογράφος της Βασιλικής, Μιχαήλ Χανούσης αναφέρει ότι ακόμη και στην «ιστορική συνάντηση» του Μπάιρον με τον Πασά στο Τεπελένι, η Βασιλική ήταν παρούσα. Αλλά και οι Γάλλοι, de Moligneu και de la Lance, γράφουν στα χρονικά τους ότι την είδαν δίπλα στον Πασά, ξεσκέπαστη και μαυροφορούσα, κατά την διάρκεια της ανακομιδής των λειψάνων του Πατροκοσμά του Αιτωλού στα Γιάννενα. Όταν ο Sir Herny Holland βρέθηκε στα Γιάννενα, το 1812, η Βασιλική βρισκόταν ήδη στο χαρέμι, όμως δεν είχε γίνει ακόμη η επίσημη Πασίνα. Γράφει λοιπόν ο Άγγλος γιατρός στο οδοιπορικό του:
«Η «ευνοούμενη» του Αλή Πασά, το διάστημα που ήμουν στα Ιωάνιννα ήταν κάποια Αλβανίδα, νεαρή και πολύ όμορφη. Η υπεροχή της στο χαρέμι διακρινόταν από ένα πολυτελές φόρεμα, αλλά έπρεπε πάντοτε να προσκυνά τις γυναίκες του Μουχτάρ και του Βελή, όταν αυτές οι δύο Πασίνες επισκέπτονταν το χαρέμι του πεθερού τους».
Η αδυναμία που της έδειξε ήταν εντελώς πρωτόγνωρη για τον τραχύ σατράπη. Της προσέφερε τα πάντα. Ακριβά κοσμήματα, μεταξωτά ρούχα, πολυτελέστατα διαμερίσματα, σκλάβες άπειρες και θρησκευτική ελευθερία απόλυτη. Δεν κοιμότανε τα βράδια, χωρίς να έχει αυτήν δίπλα του. Δεν της χαλούσε ποτέ και το πιο παράξενο χατίρι. Η επιθυμία της ήταν γι΄ αυτόν μια «διαταγή». Αλλά και η ίδια του στάθηκε πέρα για πέρα, ως το τέλος, μέχρι τον αποκεφαλισμό του, 6 χρόνια μετά το γάμο τους. Του επέδειξε τρυφερότητα, στοργή και αγάπη. Έγραψαν ορισμένοι ότι η σχέση τους ήταν «Πλατωνική». Ανοησίες. Ο Αλής ποθούσε να κάνει ένα γιο μαζί της, όμως η Βασιλική ήταν στείρα, πράγμα που άργησε να μάθει. Άλλωστε ο Βεζίρης είναι γνωστό ότι ήταν ιδιαίτερα επιρεπής στη λαγνεία και την ακολασία. Μετά τα γεγονότα των ετών 1820 - 1822 και την καρατόμηση του τυράννου από τους σουλτανικούς, η Κυρά-Βασιλική οδηγήθηκε, αιχμάλωτη, στην Κωνσταντινούπολη.
Εκεί διέμενε δυο χρόνια με έξοδα του Πατριαρχείου, τα οποία και επέστρεψε, όταν πήρε πίσω μέρος της τεράστιας περιουσίας της. Το 1827 εξορίζεται στην Προύσα όπου μένει 18 μήνες. Με ενέργειες του Πατριάρχη ελευθερώνεται και έρχεται στα Τρίκαλα, στο τσιφλίκι που της είχε δωρίσει ο Πασάς. Στην συνέχεια μεταβαίνει στο Ναύπλιο όπου συναντά τον Καποδίστρια και καταλήγει στο χωριό Κατοχή της Αιτωλίας, κοντά στον αδερφό της Γιώργη, που ήταν τώρα αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Η βασίλισσα των Ιωαννίνων πέθανε στο Αιτωλικό, στα 1834, σε ηλικία 45 ετών. Τάφηκε δίπλα από το ναό των Αγίων Ταξιαρχών. Η ζωή της έγινε παραμύθι και θρύλος.
Η λαϊκή μούσα την ύμνησε, οι ποιητές την δόξασαν, οι ζωγράφοι την αποθέωσαν. Η Βασιλική Κίτσου Κονταξή πέρασε στην Ιστορία. Όμως η Ελληνική Ιστορία, σε πολλές περιπτώσεις, ταυτίζεται με την «εθνική μυθοπλασία». Παρουσιάζει τα γεγονότα όχι όπως πραγματικά έγιναν, αλλά όπως συμφέρει, παραποιώντας ή υπερβάλλοντας τα αληθινά στοιχεία. Έτσι συμβαίνει και με τη Βασιλική, την οποία οι μεταγενέστεροι αναγόρευσαν περίπου σε εθνομάρτυρα. Είναι όμως έτσι; Όχι. Η κοπελίτσα από την Πλεσιβίτσα είχε ασφαλώς άπειρα προσόντα. Ήταν και πανέμορφη και πανέξυπνη. Αξιοποίησε αυτά τα χαρίσματά της με τον καλύτερο τρόπο, για το δικό της όμως και μόνον συμφέρον.
Ήταν επί πλέον και απέραντα φιλόδοξη. Είναι αλήθεια ότι κατάφερε να εξουσιάσει απόλυτα το φοβερό σατράπη των Ιωαννίνων και να τον κάνει όργανό της. Όνειρο και επιδίωξή της ήταν να γίνει από ευνοούμενη παλακίδα του, η μοναδική επίσημη σύζυγός του και αυτό το κατάφερε. Ο επόμενος στόχος της ήταν να γίνει σουλτάνα στην Κωνσταντινούπολη στο πλευρό του Αλή, αυτό όμως δεν το πέτυχε. Ήταν και άπληστη και ματαιόδοξη. Εκμεταλλευόμενη την αδυναμία που της είχε ο γηραιός ηγεμόνας, έγινε μια από τις πλουσιότερες γυναίκες της εποχής της, και ίσως η πλουσιότερη της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Είχε στην κατοχή της τον μισό Θεσσαλικό κάμπο, αμύθητα πλούτη, χρήματα, πολύτιμους λίθους, πάμπολλα διαμερίσματα, δεκάδες σκλάβες και υπηρέτριες. Ακόμη και την τελευταία στιγμή διαπραγματεύτηκε την σωτηρία της, προδίνοντας στους Τούρκους το «μυστικό» του Βεζίρη για την ανατίναξη των Ιωαννίνων, στην περίπτωση που ο σουλτάνος δεν θα του χορηγούσε αμνηστία. Αυτή ήταν που υπέκλεψε το περίφημο «κομπολόι» του και το έδωσε στο Χουρσίτ, ώστε ο τελευταίος να καταλάβει αναίμακτα την πυριτιδαποθήκη του Βεζίρη. Οι υμνητές της υποστηρίζουν ότι, το έκανε για να διασώσει από την καταστροφή την αγαπημένη της πόλη, τα Γιάννενα. Όχι βέβαια. Τον εαυτό της ήθελε να σώσει, και κανέναν άλλο, και το πέτυχε.
Ο έγκυρος -υποτίθεται- βιογράφος του Αλή, Σπύρος Αραβαντινός γράφει στο κλασικό του έργο ότι «εγίγνωσκε να ποιήται και σκόπιμον της ισχύος αυτής χρήσιν, δεξιώτατα δε εκματαλλευόμενη δια της συνέσεως αυτής τας αδυναμίας του Αλή, κατόρθωσε πολλούς να διασώζη εκ της σπάθης, ή εκ του βρόγχου του δημίου». Επιπλέον η περιώνυμη Βασιλική ήταν ηθικώς ανάλγητη. Εγκατέλειψε τον τραγικό πατέρα της στο χωριό της, δημιούργησε ερωτικό δεσμό κάτω από την μύτη του Αλή, και -το απίστευτο -ήρθε πρόθυμα σε πολλές «σαρκικές συνάφειες» με τον εγγονό του, τον Μεχμέτ, επιδιώκοντας να αποκτήσει τέκνο, κάτι που τόσο επιθυμούσε ο Λέοντας των Ιωαννίνων.
Η μεγαλύτερη όμως υπερβολή είναι η αποδιδόμενη στη Βασιλική -από όλους τους υμνητές της- συνεισφορά στην εθνική υπόθεση. Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της παντοδυναμίας της είχε δημιουργηθεί στα Γιάννενα ο σκληρός πυρήνας της «Φιλικής Εταιρείας», από τους Τουρτούρη, Ψαλίδα, Οικονόμου, Κωλέττη, Κολοβό, Ανδρούτσο, Δούκα, αδερφούς Μαρίνογλου, Καραϊσκάκη, Νούτσο κ.ά. Είναι επίσης γεγονός ότι η Βασιλική ερχόταν σε καθημερινή επαφή μαζί τους, γιατί είχε απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Γράφτηκε λοιπόν ότι, σε συνεννόηση με αυτούς, υπέθαλψε την αντιπαλότητα του Αλή με το σουλτάνο, προκειμένου να βοηθηθεί θετικά η εξέλιξη της Ελληνικής επανάστασης.
Και επίσης, ότι και η ίδια ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ συγχρόνως πίεζε το σατράπη να προσχωρήσει και αυτός. Όλα αυτά είναι μάλλον υπερβολές και ανακρίβειες. Πράγματι ειπώθηκαν, αλλά έγκυρες γραπτές μαρτυρίες δεν εμφανίστηκαν. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη Βασιλική Κίτσου Κονταξή στη σφαίρα του μύθου της και της λαϊκής παράδοσης και ας μην της αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που σίγουρα δεν την εκφράζουν. Πάντως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στην κόρη από την Πλεσιβίτσα (σημερινό Πλαίσιο των Φιλιατών) και μια αναμφισβήτητη αρετή, την ευσπλαχνία. Όταν γύρισε πίσω στην Ελλάδα από την εξορία της στην Τουρκία, έφερε μαζί της τέσσερα ορφανά κοριτσάκια από την Προύσα.


Τα φρόντισε σαν μάνα, μέχρι το τέλος της πολυτάραχης ζωής της. Μιας μάλιστα διασώθηκε και το όνομά της, Χαρίκλεια την έλεγαν και ήταν από το Δεμίρ - Ισάρ. Η Βασιλική την πάντρεψε, αυτή έζησε 93 χρόνια και πέθανε το έτος 1909.

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
Μουχτάρ ο Πρωτότοκος 
Ο Μουχτάρ γεννήθηκε το έτος 1768 και μητέρα του ήταν η Εμινέ. Ήταν γενναίος στη μάχη, αλλά δεν είχε τις στρατηγικές ικανότητες του πατέρα του. Ήταν θρασύς, φιλοχρήματος, ωμός και θηριώδης. Ο σύγχρονός του Γιαννιώτης Γεώργιος Οικονόμου τον σκιαγραφεί με τα χειρότερα λόγια: «Για το Μουχτάρ Πασά μόνον αηδία μπορεί να νιώσει κανείς, γιατί η φύση τον δημιούργησε μόνο για να θησαυρίζει, να ασελγεί και να ζει εις άκρα χαμέρπεια, αξύριστος ολόκληρους μήνες, με μυριάδες Αλβανικές ψείρες στα γένια του».
Ο Holland, που τον γνώρισε από κοντά, γράφει: «Ο Μουχτάρ Πασάς δε μοιάζει στα χαρακτηριστικά με τον πατέρα του ή τον αδερφό του και η όψη του είναι λιγότερο εντυπωσιακή από των δυο. Η έκφρασή του είναι γενικά χονδροειδής με κάποια ίχνη καλού χιούμορ, οι τρόποι του εντελώς χωρίς λεπτότητα, αλλά και χωρίς τραχύτητα. Ο ίδιος είναι ψηλός, αρρενωπός και δυνατός. Είναι λιγότερο πολιτικός από το Βελή Πασά, όμως πιο άφοβος πολεμιστής και είναι ίσως ο πιο δημοφιλής στους Αλβανούς, που αποτελούν το βασικό στήριγμα της δύναμης της οικογένειας. Η βασική του διασκέδαση είναι το κυνήγι, στο οποίο συνήθως συνοδεύεται από μια υπέροχη ακολουθία έφιππων αντρών. Μου έκανε αρκετές ερωτήσεις περί αστρονομίας, που έδειχναν περισσότερο περιέργεια παρά γνώσεις. Ρόλο διερμηνέα στη συζήτησή μας είχε ο γιατρός του Κωλέττης». 
Με θαυμασμό σχολιάζει το Μουχτάρ ο Αμερικανός πολιτικός Theodore Lyman, που τον επισκέφτηκε στο ανάκτορό του στα Γιάννενα, το έτος 1819: «Με ευχαριστεί αληθινά να ομιλώ για την εξυπνάδα, την αξιοπρέπεια καθώς και την κομψότητα των τρόπων αυτού του πρίγκιπα. Σπάνια βλέπει κανείς έκφραση και παράστημα γεμάτα με τόση ευγένεια και χάρη, που ούτε στις αυλές της Ευρώπης δεν συναντάς. Θα θυμάμαι πάντοτε με ευγνωμοσύνη την προστασία και την υπέροχη φιλοξενία που ο πρίγκιπας μας πρόσφερε». 

Βελής ο Δευτερότοκος 
Ο Βελής ήταν πέντε χρόνια μικρότερος του Μουχτάρ. Πάλι ο Γ. Οικονόμου, τον περιγράφει: «Η ασέλγεια του υπερέβαινε εκατό φορές εκείνη του πατέρα του. Ήταν άπιστος, ψεύτης, κόλακας, δόλιος και ύπουλος, δειλός, φιλήδονος, φθονερός, πλεονέκτης και μνησίκακος». Και ο Pouqueville: «Του άρεσε να αναμιγνύει την αγριότητα με την ηδονή, δαγκώνοντας τα χείλη των καλλονών τις οποίες μαγάριζεν, (πρόκειται για την Αικατερίνη Ανέστη) και έβαζεν να του μεταφράζουν τα αισχρότερα των ξένων πορνογραφικών βιβλίων». Υπάρχει όμως και μια άλλη άποψη, αυτή του κοτζαμπάση του Μοριά, Αθανασίου Γρηγοριάδη: «Ήταν 30 χρονών, ωραιότατος, υψηλός το ανάστημα, είχεν οφθαλμούς γλαυκούς και γλυκείς. Κόμην και μύστακαν και γεννειάδαν ξανθόχρουν, βάδισμα δε ηγεμονικόν. Πάντοτε εφόρει ενδυμασίαν ερυθροειδήν, βελούδινον και κατάχρυσον. Ήταν οξύνους, χαρίεις, φιλόφρων και φιλόδοξος, ηγάπα υπερβολικώς τας γυναίκας, την θήραν και τας διασκεδάσεις».
Αλλά και ο γνωστός Βρετανός μυθιστοριογράφος John Galt (1779 - 1839), που συνάντησε το Βελή το 1809 - 1810, στη Σόφια και την Τριπολιτσά γράφει: «Είναι θαυμαστής των Ευρωπαϊκών συνηθειών και μιλάει πολλές γλώσσες. Έδωσε εντολή να μεταφραστεί ο Παυσανίας στα νέα ελληνικά. Πήγε στην Αθήνα για να δει, όπως είπε, τα μνημεία που προσελκύουν τόσους ξένους. Είναι φιλελεύθερος και μετριοπαθής».
Ο Βελής έφερε το πρώτο πιάνο στην Ελλάδα. Στις 6 Ιουνίου 1809 έγραφε στον Hunter, εμπορικό πράκτορά του στη Μάλτα: «σας μένω πολύ ευχάριστος δια την επιμέλειαν όπου έλαβε δια να μου στείλει το πγιάν-φορτ το οποίον πολλά γουστάρω διότι μου άρεσεν, την αγοράν του λοιπόν ας την περάσης εις την παρτίδα». Για να αξιοποιήσει το όργανο είχε φέρει μια Ιταλίδα τραγουδίστρια. Πριν αρχίσει το ρεπερτόριό της «η σινιόρα» φιλούσε το χέρι του, αν και συχνά του έκανε παράπονα γιατί της ξεκούρδιζαν το πιάνο. 

Σαλήχ ο Τριτότοκος 
Τρίτος γιος του Αλή ήταν ο Σαλήχ, που είχε από τον Βελή διαφορά πάνω από 20 χρόνια. Το νεαρό πασά συνάντησε ο Holland στο Τεπελένι και είχε μακρά συνομιλία μαζί του. Τον βρήκε ώριμο για την ηλικία του. Ο περιηγητής διαπίστωσε ότι ο Σαλήχ, εκτός του ότι εκπαιδευόταν στις σκληρές αντρικές ασκήσεις, διδασκόταν τα Ρωμέικα, Τούρκικα και Αρβανίτικα, τις τρεις γλώσσες που μιλούσαν οι υπήκοοι του πατέρα του. Ο Αλής του είχε αδυναμία και είπε στο Holland ότι ήθελε να τον στείλει για 4 ή 5 χρόνια, πρώτα στο Μαρόκο, μετά στην Αγγλία και από κει στη Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία και τέλος στην Κωνσταντινούπολη.
O διπλωμάτης J.S. Bartholdy περιγράφει το πώς γεννήθηκε ο Σαλήχ, όπως του διηγήθηκε το 1803 στα Γιάννενα ο τότε μητροπολίτης Ιγνάτιος: «Η σύζυγος του Αλή Πασά, η μητέρα του Μουχτάρ και του Βελή, πικαρισμένη, που έβλεπε να την παραμελεί ο άντρας της, έφτιαξε έναν κόμπο ο οποίος, χρόνια ολόκληρα, τον έκανε ανίκανο να γευθεί τις απολαύσεις του έρωτα. Τα γιατροσόφια δεν μπόρεσαν τίποτα να επιτύχουν, μια και κανείς δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει την αιτία του κακού. Τελικά, όταν πέθανε εκείνη η γυναίκα βρήκαν μέσα σε ένα ντουλάπι το κουβάρι και το πέταξαν στην λίμνη Αχερουσία (ο Bartholdy την συγχέει με την Παμβώτιδα).
Ένας από τους δερβίσηδες υποψιάστηκε ότι υπήρχε εδώ κάποιο μυστήριο και δόθηκε αμέσως διαταγή σε όλους τους ψαράδες των Ιωαννίνων να αρχίσουν έρευνες στο μέρος της λίμνης που βρίσκεται κάτω από τα παράθυρα της Εμινέ. Μετά από πολλές προσπάθειες βρήκαν το κουβάρι. Ο δερβίσης το έλυσε και συμβούλευσε τον Αλή να πλαγιάσει με την πρώτη χανούμισσα που θα συναντούσε. Η μοίρα οδήγησε στο δρόμο του μια σκλάβα, προς την οποία ποτέ δεν είχε διανοηθεί να σηκώσει τα μάτια του. Ύστερα από εννιά μήνες εκείνη του χάρισε ένα γιο που του μοιάζει σε όλα. Πρόκειται για το Σαλήχ. Τη μητέρα του εγκατέστησε ως επικαφαλής στο χαρέμι του Τεπελενίου». (Συνεχίζεται)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου