ΩΡΑ...

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

White & Blue

Το μέλλον της Ελλάδας είναι τα παιδιά. Ταινία μικρού μήκους που δημιουργήθηκε για το 48HOURS PROJECT του Greek America Foundation.


Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Οι πολιτικοί και οι πάνες



Οι πολιτικοί, όπως και οι πάνες των μωρών, πρέπει να αλλάζουν συχνά, και για τον ίδιο ακριβώς λόγο!
Ανώνυμος

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Είμαι Ελληνίδα


Ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο στέλνει με το βίντεο - διαμαρτυρία που ετοίμασε η Κατερίνα Μουτσάτσου, η οποία εδώ και τέσσερα χρόνια ζει στο Los Angeles. Η νεαρή ηθοποιός που σκηνοθετεί πλέον και ταινίες μικρού μήκους, έγινε έξαλλη με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι ξένοι την Ελλάδα και τους Έλληνες. Στο βίντεο λέει:
«Δεν ξέρω τον Γιώργο, το Γιάννη ή το Νίκο από την Ελλάδα αν και είμαι σίγουρη πως είναι πολύ καλοί.
Η χώρα μου είναι δημοκρατική, εξάλλου αυτή εμπνεύστηκε τη δημοκρατία. Μιλάω ελληνικά και άλλες πέντε γλώσσες. Οι περισσότεροι στη χώρα μου μιλούν πολλές ξένες γλώσσες. Θα μπορούσα να «ράψω» τη σημαία της χώρας μου στην τσάντα μου αλλά η κληρονομιά της χώρας μου δεν έχει γεωγραφικά όρια. Δημιούργησε τη Δύση.
Πιστεύω στον ελληνισμό… Όλος ο κόσμος εμπνεύστηκε από τα ιδανικά του. Και αν οφείλω σε κάποιους χρήματα σήμερα – και δεν είμαι η μόνη που οφείλει – είναι επειδή εγώ εμπνεύστηκα την ιδέα της ελεύθερης αγοράς. Και αν με κρίνεις σήμερα είναι επειδή εγώ εμπνεύστηκα την ιδέα της κριτικής.
Πιστεύω στην ελευθερία και αν χρειαστεί θα διαδηλώσω. Πιστεύω στην απόλαυση της ζωής. Έχω το δικαίωμα να το κάνω. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό.
Μπορώ να κολυμπήσω στις θάλασσες περισσότερων από 6.000 νησιών. Η χώρα μου έχει εξαιρετική ομορφιά και παράδοση. Και η οικογένεια μου είναι ένας ιερός θεσμός.
Με λέτε Greek αλλά είμαι Ελληνίδα. Όχι Greek, ΕΛΛΗΝΙΔΑ.»



Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Σάτιρα της πολιτικής επικαιρότητας μέσα από ένα πρωτότυπο κουίζ




Πολιτική ανακοίνωση
Στο κόμμα μας πραγματοποιούμε αυτό που υποσχόμαστε.
Μόνο οι ανόητοι θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι
δεν αγωνιζόμαστε κατά της διαφθοράς.
Διότι ένα είναι βέβαιο για μας:
η τιμιότητα και η διαφάνεια είναι προϋπόθεση για να πετύχουμε.
Αποδεικνύουμε ότι πλανάται όποιος πιστεύει πως
οι μαφιόζοι θα συνεχίσουν να μετέχουν στην κυβέρνηση όπως παλιά.
Διασφαλίζουμε, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι
η κοινωνική δικαιοσύνη θα είναι ο κύριος σκοπός μας.
Παρά ταύτα, υπάρχουν ακόμα ανόητοι που πιστεύουν πως
θα είναι δυνατόν να εξακολουθεί κανείς να κυβερνά
με παλαιοπολιτικά τερτίπια.
Όταν αναλάβουμε την εξουσία, θα κάνουμε το παν ώστε
να τεθεί τέρμα στις προνομιακές καταστάσεις και στην ευνοιοκρατία
δεν θα επιτρέψουμε σε καμία περίπτωση
να πεθάνουν της πείνας τα παιδιά μας.
Θα πραγματοποιήσουμε τα σχέδια μας ακόμα και
να στερέψουν πλήρως οι οικονομικοί πόροι
θα ασκήσουμε την εξουσία ώσπου
θα έχετε καταλάβει ότι από δω και πέρα
είμαστε οι «ΝΕΠΟ», η« Νέα Πολιτική».

Διαβάστε τώρα κάθε σειρά από κάτω προς τα πάνω!

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η συντριβή του συστήματος και το τέλος του διεστραμμένου «εγώ»



Χειρότερο απ’ το βλέμμα ενός δαρμένου σκύλου είναι το βλέμμα ενός ανθρώπου σαν δαρμένου σκύλου. Το βλέμμα του φόβου που δεν τον φιλτράρει η λογική, που δεν τον αναιρεί καμιά ελπίδα. Δεν υπάρχει χειρότερος φόβος απ’ τον αόριστο φόβο. Δεν ξέρεις τι πρέπει να φοβάσαι και καταλήγεις να φοβάσαι τα πάντα. Λίγο πριν απ’ το τέλος, φοβάσαι τον φόβο σου και καταλήγεις να φοβάσαι τον εαυτό σου.
Γέμισαν οι δρόμοι τέτοια βλέμματα. Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι πρέπει να φοβούνται, σαν τα σκυλιά που περιμένουν το χτύπημα. Πού πάμε; Τι θα μας συμβεί; Κανένας δεν μπορεί ν’ απαντήσει αλλά και κανένας δεν θέλει. Τι κακό θα συμβεί; Θα χάσουμε τη δουλειά μας, το σπίτι; Θ’ αναγκαστούμε να ζήσουμε με λιγότερα; Η τηλεόραση 52 ιντσών δεν θα προσφέρει καμιά απόλαυση; Θ’ αναγκαστούμε να ψάχνουμε στα σκουπίδια;
Θα είμαστε υποχρεωμένοι να πίνουμε ρετσίνα με τον γείτονα που δεν γνωρίζουμε καν, όπως σ’ εκείνες τις ταινίες με τον Ρίζο και τη Βλαχοπούλου; Υπάρχει περίπτωση να χτυπήσει η πόρτα και να είναι ο διπλανός που ζητάει ένα λεμόνι; Ποιο απ’ όλα είναι το δικό μας σενάριο;
Δεν είμαι σίγουρος πως η πτώχευση είναι η καταστροφή της Ελλάδας. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θα πτωχεύσει. Η Παιδεία των προσωπικών Πανεπιστημίων και της κομματικής συναλλαγής; Οι εφορίες της διαφθοράς; Τα νοσοκομεία με το φακελάκι; Μήπως θα συντριβεί το πολιτικό μας σύστημα, αυτή η μεγάλη αποθήκη με ψεύτες, φαφλατάδες και ανεπάγγελτους; Θ’ αναγκαστεί ο Δημήτρης Ρέππας να γίνει οδοντογιατρός, ο Καραμανλής δικηγόρος και ο Βενιζέλος αδύνατος; Ποια, αλήθεια, είναι η μεγάλη καταστροφή που φοβόμαστε;
Υπάρχουν πολλά που θα χάσουμε, αλλά δεν ξέρω αν είναι αυτά που δικαιούμαστε και πολύ περισσότερο αυτά που χρειαζόμαστε. Στη γειτονιά μου θα κλείσουν τα 7 καταστήματα μανικιούρ - πεντικιούρ και τα 6 κομμωτήρια και θα μείνει μόνο ο ένας φούρνος που θα πουλάει είδος ανάγκης: ψωμί. Οι κυρίες θα πάψουν να ισορροπούν επικίνδυνα πάνω σε αφόρετες γόβες και τεχνητές επιθυμίες. Οι τράπεζες δεν θα έχουν διακοποδάνεια. Ο Ρέμος δεν θα βρίσκει κανέναν να του ρίξει δυο γαρύφαλλα. Η Φιλιππινέζα δεν θ’ αναθρέφει πια τα παιδιά. Οι σύγχρονες μανάδες ίσως δεν θ’ αναφωνούν «δεν αντέχω», γιατί θ’ ανακαλύψουν τη σημασία και της λέξης και της αντοχής. Τα παιδιά μας, όταν βγάζουν με 10 το λύκειο, θα πηγαίνουν σε κάποια τεχνική σχολή και όχι στο ιδιωτικό Πανεπιστήμιο του Λονδίνου που αναλαμβάνει να βαφτίσει τους κατιμάδες επιστήμονες με το αζημίωτο.
Ίσως χρησιμοποιούμε το κινητό τηλέφωνο όπως σε όλη την Ευρώπη, για να επικοινωνούμε και όχι για να εξευτελιζόμαστε. Το «ουάου» θα πάψει να είναι το υποκατάστατο του οργασμού στις κουβέντες που ψάχνουν την επιβεβαίωση της ανοησίας. Μπορεί να ψάξουμε περισσότερο τον πραγματικό οργασμό, μαζί με τους κανονικούς ανθρώπους που θα μας κάνουν να τους εκτιμάμε. Θ' αρχίσουμε να αξιολογούμε ποιος είναι ικανός και χρήσιμος και όχι αναγνωρίσιμος. Οι μανάδες δεν θα ζητάνε αυτόγραφο από την Τζούλια για τις κόρες τους.
Πιο πολύ, νομίζω, θα καταστρέψουμε με τα χέρια μας εκείνο το διεστραμμένο «εγώ» που επιμένει να μας αξιολογεί και να μας συγκρίνει με βάση τις πισίνες, τη μάρκα του αυτοκινήτου και τις κακόγουστες καρό ταπετσαρίες που φοράμε επειδή γράφουν Burberry. Μπορεί να μη θέλουμε πια να γίνουμε πλούσιοι, αλλά ουσιαστικοί. Μπορεί ίσως και ν’ αγαπηθούμε περισσότερο, ανακαλύπτοντας τη συλλογικότητα και το ενδιαφέρον για μια ζωή που είναι κοινή.
Οι επιπόλαιοι θα ξαναγίνουν επιπόλαιοι και δεν θα είναι πια τρέντι. Οι αγρότες θα επιστρέψουν στα χωράφια. Και οι Ουκρανές, που έτρωγαν τις ψεύτικες επιδοτήσεις, στα σπίτια τους. Στα καφενεία των χωριών θα συζητάνε ξανά ποιο παιδί πρόκοψε και όχι ποιο πήγε σε ριάλιτι. Οι DJs, οι image makers, οι κουρείς σκύλων, ίσως χρειαστεί να βρουν μια άλλη δουλειά.
Το σύστημα της αξιολόγησής μας θ’ αλλάξει και ίσως απαιτήσουμε πραγματικά να τιμωρηθούν αυτοί που τα έφαγαν. Παρουσία μας, πάντα. Ίσως δεν ξαναψηφίσουμε εκείνους που μας έφεραν σε αυτήν τη θέση. Και ίσως καταλάβουμε πως τα κοράκια του εξτρεμιστικού καπιταλισμού, που φαίνονταν καναρίνια μέσα από τα κουστούμια και τις τηλεοράσεις, ήταν αυτοί που μας εξαπάτησαν την ώρα που ζαλιζόμασταν με Johnnie Black. Ίσως ψάξουμε για μια πιο δίκαια ζωή, χωρίς να μετράμε την απόδοση δίκιου με τη σύγκριση τραπεζικών λογαριασμών.
Μπορεί ξαφνικά οι καλλιτέχνες ν’ αρχίσουν να παράγουν κι αυτοί, πατώντας σε αυτό που είναι ζωή και όχι στις κρατικές επιδοτήσεις, σαν να πουλάνε βαμβάκι, και στις δημόσιες σχέσεις.
 Δεν είμαι σίγουρος πως όλα αυτά είναι κακά. Ναι, θα υπάρξουν χιλιάδες άνεργοι. Θα χτυπηθεί το Δημόσιο. Αυτό που βρίζουμε όλοι πως είναι αντιπαραγωγικό, μας ταλαιπωρεί και δεν μας εξυπηρετεί. Θ’ απολυθούν κάποιοι απ’ αυτούς που μπήκαν με ρουσφέτι, γλείψιμο, αναξιοπρέπεια. Τα επαρχιακά μουσεία της χώρας δεν θα έχουν δέκα κηπουρούς, θα καταργηθούν οι «Οργανισμοί Αναξιοπαθούντων Κορασίδων» και οι «Πολιτιστικοί σύλλογοι για τη σουρεαλιστική προσέγγιση της ζωής του Λάμπρου Κατσώνη». Οι ανύπαντρες κόρες αξιωματικών δεν θα παίρνουν επίδομα. Και όσες απ’ αυτές είναι επώνυμες δεν θα είναι «κατά του γάμου από άποψη», για να παίρνουν το επίδομα.
Φοβάμαι, όπως όλοι. Αλλά θέλω και να συντριβεί ένα σύστημα που αναπαράγει τη σαπίλα. Που βαφτίζει Δημοκρατία τον διεφθαρμένο του εαυτό, Δικαιοσύνη την ατιμωρησία του κι ευτυχία την κενότητα και τον ευδαιμονισμό. Φοβάμαι.
Γι’ αυτό θέλω να τελειώνουμε.
                                                                   Κώστας Βαξεβάνης

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Μια βόμβα στη Βουλή των Ελλήνων - Αθήνα 1907


Αθήνα 1907. Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα βρίσκει τη χώρα μας να έχει 2.631.952 κατοίκους και η έκτασή της να φτάνει μόλις τα 63.211 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πολλές περιοχές της πατρίδας μας ακόμη στενάζουν από το βάρος της τουρκικής σκλαβιάς. Οι λιγοστές ελεύθερες περιοχές ανακάμπτουν σταδιακά από την πτώχευση του 1893 και προσπαθούν να ξαναβρούν τη χαμένη υπερηφάνεια τους που γνώρισε βαρύ πλήγμα από την οδυνηρή ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου από τους Γάλλους και τους Βρετανούς τραπεζίτες το 1898. Οι Έλληνες, εργαζόμενοι σκληρά, καταφέρνουν να έχουν πλεονασματικό προϋπολογισμό το 1907 (παρά τις τεκμηριωμένες προβλέψεις ξένων χρηματιστηριακών κύκλων περί του αντιθέτου). Αυτό ανάγκασε τον τότε πρόξενο των Η.Π.Α. George Horton, να ομολογήσει σε επίσημη ομιλία του ότι:
«Η φυλή είναι μικρή, αλλά τα επιτεύγματά της πολύ μεγάλα και οι Έλληνες είναι μετρημένοι, εργατικοί και οικονόμοι».


Και ενώ όλη η Ελλάδα έγλυφε τις πληγές της ο θάνατος του παλικαριού, του μακεδονομάχου Σαραντέλου ή Σαράντου Αγαπηνού (Τέλλος Άγρας) από το Βούλγαρο Βοεβόδα Ζλατάν στις 05.06.1907, γεννά κύμα οργής και αγανάκτησης για το δόλιο εχθρό, και συνάμα πεποίθησης πως δεν είναι μακριά η ώρα που πρέπει το έθνος σύσσωμο να αντιμετωπίσει τους φονιάδες.  Σ’ αυτό το πνεύμα η Πηνελόπη Δέλτα γράφει το γνωστό μυθιστόρημά της «Στα μυστικά του βάλτου» που αποτυπώνει λογοτεχνικά τα έργα και τις ημέρες των μακεδονομάχων και του τιτάνιου αγώνα τους.
Μέσα στο κλίμα αυτό, της εθνικής ανάτασης, την οργή του κόσμου επιτείνει το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αθήνα των επτά συνολικά οχημάτων που κυκλοφορούν στους δρόμους της Αθήνας. Θύμα είναι η Ευφροσύνη Βαμβακά, ετών 25, μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών και δράστης ο πρίγκιπας Ανδρέας. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν χαρακτηριστικά:


«Με επτά αυτοκίνητα θρηνούμε θύματα, φανταστείτε να γίνουν 70…», αλλά δεν παραλείπουν και να βεβαιώσουν το αναγνωστικό τους κοινό, ότι «η ευθύνη ήταν της άτυχης Ευφροσύνης, που δεν σταμάτησε, αλλά άρχισε να τρέχει πανικόβλητη». Επιπροσθέτως, σημείωναν πως «ίσως ο πρίγκιπας και η σύζυγός του να ταράχθηκαν από την απαιδευσία του φτωχού λαού»!
Τον ίδιο καιρό οι «πατέρες του έθνους» στη Βουλή των Ελλήνων, συνεδρίαζαν διαρκώς με αντικείμενο εργασίας την εξεύρεση τρόπων αφαίμαξης χρημάτων απ’ το λαό ώστε να πληρωθούν οι ξένοι δανειστές.
Οι εκπρόσωποι του ελληνικού λαού, συνεδρίαζαν στο κτήριο της παλαιάς Βουλής και παρακολουθούσαν την εισήγηση του «Υπουργού περί των οικονομικών» Ανάργυρου Σιμόπουλου, ο οποίος, και παρά τον πλεονασματικό αποτέλεσμα του προηγουμένου κρατικού προϋπολογισμού, απαριθμούσε με βαριεστημένο ύφος νέες περικοπές και επώδυνα νέα μέτρα φορολόγησης του λαού. Κατά την προσφιλή τους συνήθεια, οι περισσότεροι βουλευτές έπιναν καφέ στο καφενείο της Βουλής, κάποιοι κοιμούνταν και οι υπόλοιποι χασμουριόταν.


Ξαφνικά, τη γαλήνια αυτή εικόνα διέκοψε ο ήχος της πτήσης φυσιγγίου δυναμίτιδας τυλιγμένου με χαρτί εφημερίδας και ο γδούπος της προσγείωσής του στο πάτωμα της Βουλής, ανάμεσα στις θέσεις των βουλευτών του Εθνικού Κόμματος. Συνάμα, η αίθουσα γέμισε καπνό και τη χαρακτηριστική έντονη μυρουδιά από την καύση της θρυαλλίδας της αυτοσχέδιας χειροβομβίδας. Οι περισσότεροι από τους εθνοπατέρες, δεν αντιλήφθηκαν - άμεσα - το τι είχε συμβεί, διότι τελούσαν σε κατάσταση ύπνωσης στα έδρανα της Βουλής. Κάποια στιγμή, ένας απ’ αυτούς, ο Λεόπουλος, ξύπνησε από τον ύπνο του δικαίου και, έντρομος, φώναξε: «Μπόμπα! Προς Θεού! Μπόμπα!».
Το τι έγινε τότε, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι βουλευτές, μισοκοιμισμένοι, μισοξύπνιοι, προσπάθησαν να βγουν από την αίθουσα ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να φρακάρουν οι πόρτες της εξόδου απ’ τους όγκους των καλοθρεμμένων ηγητόρων. Ο πρόεδρος της Βουλής, σε έξαλλη κατάσταση, φώναζε:
«Ο φρούραρχος να κλείσει τις πόρτες εξόδου των λαϊκών θεωρείων. Να συλληφθεί αμέσως ο δράστης!».
Όμως, ο φρούραρχος, λοχαγός του πυροβολικού Ταρσούλης απουσίαζε και έτσι τα θεωρεία «εν ριπή οφθαλμού» εκκενώθηκαν, από τους έτσι κι αλλιώς, ελάχιστους θαμώνες, οι οποίοι δεν ήταν άλλο από μισθοδοτούμενους χειροκροτητές. Μέσα στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε, μόνο ένας η δύο, από τους βουλευτές αντιλήφθηκαν, καθυστερημένα έστω, ότι το φιτίλι είχε αποκοπεί από το φυσίγγιο της δυναμίτιδας από την πρόσκρουσή της στο έδαφος και έτσι δεν υπήρχε, κανένας απολύτως κίνδυνος έκρηξης. Εάν η συνδεσμολογία της αυτοσχέδιας χειροβομβίδας ήταν προσεκτικότερη, πιθανά οι παραβρισκόμενοι εθνοσωτήρες δε θα είχαν διασωθεί.
Εν τω μεταξύ, ένας από τους βουλευτές, ο Καβαλλιεράτος, μετέφερε τα κομμάτια του εκρηκτικού μηχανισμού στο γραφείο του διευθυντή της Βουλής, Κουντάκου, και συνεπικουρούμενος από τον βουλευτή Στάη, εξαναγκάζει έναν δυστυχή αστυνόμο Α΄ να δοκιμάσει «διά της γεύσεως» τη σύσταση της περιεχόμενης εκρηκτικής ύλης. Αυτός, αφού υπακούει, φεύγει ταπεινωμένος και έντρομος, αφήνοντας χώρο για την είσοδο του ασθμαίνοντος γενικού εισαγγελέα Λυκουρέζου, ο οποίος είχε δώσει εντολή στους εξωτερικούς φύλακες της Βουλής, να απαγορεύσουν την έξοδο απ’ αυτήν σε οποιονδήποτε.
Εν τω μεταξύ, απόντος του φρουράρχου, αλλά και της φρουράς, με νέο θάρρος που τους προσέδωσε η διαπίστωση ότι δεν κινδύνευε η σωματική τους ακεραιότητα από μια πιθανή έκρηξη, οι Λαζάνης και Στάης εφόρμησαν προς τα λαϊκά θεωρεία του 3ου ορόφου, όπου πιθανολογούσαν ότι από εκεί ρίχτηκε η δυναμίτιδα. Όταν κατάφεραν να υπερσκελίσουν το εμπόδιο της ανηφορικής διαδρομής το οποίο είχε σύμμαχο το μεγάλο τους σωματικό βάρος και έφθασαν εκεί, τα βρήκαν άδεια, εκτός από ένα φτωχικά ντυμένο άτομο, το οποίο στεκόταν πίσω από ένα παράθυρο του θεωρείου, με μια διπλωμένη εφημερίδα στα πόδια του. Αμέσως τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο γραφείο του διευθυντή της Βουλής, όπου ξεδιπλώνοντας την εφημερίδα, ανακάλυψαν 4 - 5 ακόμη φιτίλια κατάλληλα για την ανάφλεξη μασουριών δυναμίτιδας και ένα ακόμη μασούρι.


Τότε, ο υπουργός των Εσωτερικών, Καλογερόπουλος, συνεπικουρούμενος από τον γενικό εισαγγελέα Λυκουρέζο, άρχισαν να τον ανακρίνουν και ανακάλυψαν την ταυτότητά του. Ονομαζόταν Ανδρέας Παπαμικρόπουλος, με καταγωγή από την Πάτρα, και ήταν δάσκαλος του πτωχοκομείου. Ήταν στην ηλικία των σαράντα ετών και ήταν άγαμος. Στις επίμονες όμως ερωτήσεις των ανακριτών, αυτός δεν παραδέχονταν την ενοχή του, παρά την κατ’ αντιπαράσταση εξέταση των υπαρχόντων μαρτύρων, οι οποίοι βεβαίωναν ότι μόνο αυτός στεκόταν στο σημείο από το οποίο εκτοξεύτηκε η εκρηκτική ύλη.
Μέσα στην απελπισία του για την άκαρπη τροπή της ανάκρισης, ο γενικός εισαγγελέας, του οποίου η εντολή της κυβέρνησης ήταν να αποσπάσει γρήγορη και σαφή ομολογία απ’ τον ύποπτο για τη βομβιστική ενέργεια, χρησιμοποίησε τα μεγάλα μέσα. Είχε προηγουμένως μάθει ότι, ο Παπαμικρόπουλος λόγω της οικτρής του οικονομικής του κατάστασης, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το μικρό δωμάτιο, το οποίο μοιραζόταν με τρεις ακόμη συγκατοίκους, στο ξενοδοχείο 5ης κατηγορίας «Ακρόπολις» και να ικετεύσει, πρώτα την οικογένεια Διαμαντοπούλου και κατόπιν την οικογένεια Αντωνοπούλου, στις κυρίες των οποίων είχε διδάξει γράμματα στο παρελθόν, για τροφή και στέγη, με αντάλλαγμα τη διδασκαλία των παιδιών τους, τη συνοδεία τους σε περιπάτους και την συμμετοχή του σε όποια, οικοκυρικής φύσης, εργασία προέκυπτε στην καθημερινότητά τους.
Έτσι, ο πονηρός εισαγγελέας, διέταξε να προσαγάγει η αστυνομία τους παραπάνω και να τους οδηγήσει σ’ αυτόν για ανάκριση με βίαιο τρόπο, παρουσία του Παπαμικρόπουλου. Την ίδια χρονική στιγμή κατά την οποία τον ανέκρινε, οι αστυνομικοί προσήγαγαν τους Αντωνόπουλους με σκαιό τρόπο. Ο Παπαμικρόπουλος, βλέποντας τα υποφέρουν οι ευεργέτες του από τη βιαιότητα των οργάνων, αλλά και φοβούμενος ότι θα τους χαρακτήριζαν συνεργούς του, είπε:
«Αφήστε τους ανθρώπους αυτούς. Θα σας ομολογήσω τα πάντα».
Και ομολόγησε:
«Εγώ αγόρασα τα δύο μασούρια δυναμίτιδας και τα απαραίτητα φιτίλια, προ δεκαπενθημέρου. Το ένα το εκτόξευσα στους βουλευτές και το δεύτερο το ετοίμαζα για να αυτοκτονήσω αμέσως μετά την πράξη μου. Έγραψα δε, και σχετική του τέλους μου επιστολή, προς την μητέρα μου. Επίσης, πολλές ημέρες πριν την πράξη μου, απέστειλα προειδοποιητική επιστολή προς την Βουλή, στην οποία τους ανακοίνωνα την πρόθεσή μου αυτή. Δεν ήθελα να τους σκοτώσω όλους, αλλιώς, θα χρησιμοποιούσα περισσότερα φυσίγγια. Να τους φοβίσω και να τους αφυπνίσω ήθελα, διότι εκτός της προσωπικής μου οικτρής οικονομικής καταστάσεως, στην οποία με έχουν οδηγήσει οι πράξεις και οι παραλήψεις τους· δεύτερο πουκάμισο δεν έχω να βάλω και ικετεύω καθημερινά τους ανθρώπους για τα απολύτως απαραίτητα. Η δική μου όμως δυστυχία ήταν η μικροτέρα, έναντι των δεινών της πολιτείας μας, για τα οποία σας θεωρώ απολύτως υπευθύνους. Η εκμηδένιση της αξιοπρέπειας της χώρας, η υπερχρέωσή της, η κατάπτωση του ηθικού της γοήτρου, ο συνεχής και παράνομος πλουτισμός των ηγητόρων της, η πλήρης αναισθησία των υπουργών και των βουλευτών στις συνεχείς εκκλήσεις των πολιτών για διαφάνεια στην διαχείριση των οικονομικών της, η κακοδιαχείριση των πόρων της και άλλα τινά, οδήγησαν την ψυχική μου εξέγερση. Και όχι. Συνεργούς, δεν έχω. Μόνος μου εσκέφθην, εζύγισα τα πράγματα και απεφάσισα τον εξαναγκασμό σε μεταμέλεια όλων αυτών, με την χρήση βίας».
Ο εισαγγελέας, οι γραφιάδες και οι παρατρεχάμενοι, έμειναν άφωνοι. Ο κοντός μυστακοφόρος, βρόμικος και πάμπτωχος δάσκαλος, έμοιαζε γίγαντας μπροστά τους. Αμέσως ο Λυκουρέζος, ο οποίος δεν ήθελε να ακούσει και άλλα, διέταξε να μεταφερθεί στα κρατητήρια ο δράστης και πολύ προβληματισμένος κίνησε για το γραφείο του πρωθυπουργού Θεοτόκη. Στην συνάντηση η οποία αμέσως πραγματοποιήθηκε, συμμετείχαν οι Θεοτόκης, Λυκουρέζος, Καλογερόπουλος και Καπερδάνος και αναλύθηκαν οι εξελίξεις της υπόθεσης και αναζητήθηκε η κατάλληλη λύση.

Πάνω στο τραπέζι συσκέψεων, δέσποζαν οι εφημερίδες της εποχής, με πρώτον πρώτον τον «Ρωμιό» του Σουρή, οποίος διασκέδαζε την κατάσταση γράφοντας :
«Αυτά του κόντε λέγονταν εν λιγυρά φωνή,
στο παρλαμέντο βρόντισε μια μπόμπα αληθινή.
Κι αμέσως τα ‘χασαν αυτοί και τα ‘χασαν κι εκείνοι,
κι ακαματόπους έτρεχε καθένας αστυνόμος,
και της Βουλής τας πτέρυγας συνείχε κρύος τρόμος.
Νίπτω κι εγώ τας χείρας μου και δεν ανακατεύομαι,
και αφού οι μπόμπες άρχισαν, παύω να πολιτεύομαι!».
«Ιδού! Διαβάστε πράγματα! Αυτός είναι επικίνδυνος και θα βρει μιμιτάς», είπε θυμωμένα ο Θεοτόκης.
«Θα τον κάνουμε ήρωα;», αναρωτήθηκε εξοργισμένος ο Καπερδάνος.
«Του χρόνου θα τον έχουμε ανάμεσά μας στην Βουλή», ψιθύρισε έντρομος ο Καλογερόπουλος.
«Να αποδείξουμε ότι είναι βλαμμένος», έκραξε πνιχτά ο Λυκουρέζος.
«Αυτό είναι!», αναφώνησαν εν χορώ άπαντες. «Βλαμμένος! Είναι η σοφότερη λύση. Να κανονιστεί πάραυτα επίσημη γνωμάτευση από τον γιατρό Μιταυτσή. Είναι της απολύτου εμπιστοσύνης μου και γαμπρός της αδελφής μου», διέταξε ο οιονεί άναξ.
Ο γραμματέας άρχισε την ανάγνωση των γραπτών απαντήσεων του ειδικού εντεταλμένου ιατρού φρενολόγου, Μιταυτσή, μετά την εξέταση της διανοητικής κατάστασης του δράστη της βομβιστικής κατά του Κοινοβουλίου ενέργειας, κατ΄ εντολήν του γενικού εισαγγελέα.
«Διάβαζε πιο δυνατά», του είπε ο Λυκουρέζος, ο οποίος δεν μπορούσε να κρύψει το σαρδόνιο χαμόγελό του κάτω από την επαγγελματική του σοβαροφάνεια.
«Κατόπιν εντολής του γενικού εισαγγελέως κυρίου Λυκουρέζου και αδείας του Διευθυντού της αστυνομίας υποστρατήγου Δαμηλάτη, μου επετράπη η άνοδος εις το δωμάτιον ένθα κρατείται ο βομβιστής. Ευθύς μόλις τον είδα, τον αναγνώρισα. Αυτός είναι. Ω, ναι. Αυτός είναι τελείως ανισόρροπος. Τον ενθυμούμαι καλώς ότε ήλθε προ ολίγων ετών και υπεβλήθη εις θεραπείαν».


Ερώτηση εισαγγελέα: «Από τι έπασχε τότε;».
Απάντηση ιατρού: «Φρενοβλάβειαν εκφύλου με ιδέας πολυμόρφους, ιδέας δηλαδή καταδιώξεως, μεγαλείου, αδικιών, ενοχής και ερωτικών επεισοδίων, ιδέας αίτινες δύνανται το άτομον όπερ κατέχεται υπ΄ αυτών, να το ωθήσουν εις τας πλέον επικινδύνους πράξεις».
Ερώτηση εισαγγελέα: «Εθεραπεύθη τότε;».
Απάντηση ιατρού: «Είναι ανίατος η νόσος αυτή. Ο πλήρης μάλιστα ορισμός της είναι ο εξής: Ανισορροπία διανοητική θεωρουμένη πολλάκις εκ των ανιάτων. Βεβαιώ, ότι τούτος έπασχεν εκ τοιούτου νοσήματος. Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι οι κατά πλήθους αποπειρώμενοι, εμπνέονται υπό της ιδέας, ότι τους προξενεί τούτο, κακόν τι ή υπό της ρεκλάμας».
Ερώτηση εισαγγελέα: «Τον θεωρείτε επικίνδυνο προς τον εαυτό του και προς το κοινωνικόν σύνολον;».
Απάντηση ιατρού: «Προς τον εαυτόν του, όχι. Προς το κοινωνικό σύνολον, ναι αναμφαδόν».


«Τελειώσαμε. Θα το υπογράψετε;», ρώτησε ο γραφιάς τον εισαγγελέα.
«Αν θα το υπογράψω; Ανόητε…», τον μάλωσε άγρια ο Λυκουρέζος. Και έβαλε την υπογραφή του.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Δημήτρης Μητροπάνος (02.04.1948 - 17.04. 2012) - Αντίο...

Ένας ένας φεύγουν αυτοί που αγαπήσαμε. Σέρνουν τα κουρασμένα βήματά τους στο δρόμο της λησμονιάς και μας αποχαιρετούν. Μοναδική στιγμή, το στερνό τους βλέμμα, το στερνό τους χαμόγελο, το στερνό τους τσιγάρο... Αντίο...


Ένα τραγούδι για την Ελλάδα


Το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου  
Στίχοι:
Φίλιππος Γράψας
Μουσική: Μάριος Τόκας
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος

Του βάζεις δύσκολα του κόσμου αυτού του άμυαλου
και ξενυχτάς με το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου
γελάς με γέλιο δυνατό κι όποιος αντέξει
μετά ζητάς σιωπή που δε σηκώνει λέξη.

Μοναχική και σπάνια
γυρνάς μες στα Βαλκάνια
ανέμους να θερίσεις.
Σαν Παναγιά σ’ έναν τεκέ
ψάχνεις του κόσμου το λεκέ
για να τον καθαρίσεις.

Μελαχρινούς Θεούς τις νύχτες ονειρεύεσαι
και μ’ όποιον ήλιο σεργιανάς τον ερωτεύεσαι
οχτώ μποφόρ κι οι δράκοι βγήκανε στο κύμα
παίρνεις μελάνι και φτερό και γράφεις ποίημα.

Μοναχική και σπάνια
γυρνάς μες στα Βαλκάνια
ανέμους να θερίσεις.
Σαν Παναγιά σ’ έναν τεκέ
ψάχνεις του κόσμου το λεκέ
για να τον καθαρίσεις.


Μοναχική και σπάνια
γυρνάς μες στα Βαλκάνια
ανέμους να θερίσεις.
Σαν Παναγιά σ’ έναν τεκέ
ψάχνεις του κόσμου το λεκέ
για να τον καθαρίσεις.