ΩΡΑ...

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Η απίστευτη ιστορία του ήρωα Σοβιετικού κολυμβητή Σαβάρς Καραπετιάν


Ο απαράμιλλος ηρωισμός του, εξαιτίας του οποίου σώθηκαν δεκάδες ζωές, παραμένει μνημείο αλτρουισμού και σεμνότητας. Ο Καραπετιάν ήταν κάτοχος 11 παγκόσμιων ρεκόρ, είναι 17 φορές πρωταθλητής κόσμου, 13 φορές πρωταθλητής Ευρώπης και 7 φορές πρωταθλητής Σοβιετικής Ένωσης, στην κολύμβηση.
Το πρωινό της 16ης Σεπτεμβρίου του 1976, ο Καραπετιάν έκανε τη συνηθισμένη του προπόνηση κοντά στο φράγμα του Ερεβάν, στην Αρμενία, όταν ένα μεγάλο λεωφορείο με 92 επιβαίνοντες μετά από ολίσθηση έφυγε από το δρόμο και κατέληξε στα παγωμένα νερά του φράγματος.
Από τη σύγκρουση οι επιβάτες έχασαν τις αισθήσεις τους και το λεωφορείο βυθίστηκε σε βάθος 10 μέτρων. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο πρωταθλητής βούτηξε στο νερό.
 Χρησιμοποίησε τα πόδια του για να σπάει το πίσω παρμπρίζ του λεωφορείου και διέσωσε έναν προς έναν 20 ανθρώπους. Στην πραγματικότητα ανέσυρε περισσότερους από 20 αλλά δεν τα κατάφεραν όλοι.
Πέρασε περίπου 20 λεπτά στο παγωμένο νερό και πραγματοποίησε περισσότερες από 30 καταδύσεις στα συντρίμμια του λεωφορείου. Ο αδερφός του Κάμο επίσης κολυμβητής αναλάμβανε τα θύματα μόλις ο Σαβάρς τα έβγαζε στην επιφάνεια.
Περαστικοί ανέφεραν ότι η πλάτη του και τα πόδια του ήταν γεμάτα θραύσματα γυαλιών και πως αιμορραγούσε.


Ο ίδιος όταν το ρώτησαν για το πιο τρομακτικό μέρος αυτού του περιστατικού απάντησε:
«Ήξερα ότι δεν μπορούσαν να τους σώσω όλους. Φοβόμουν μήπως κάνω κάποιο λάθος. Ήταν τόσο σκοτεινά εκεί κάτω που δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα. Σε μία από τυς καταδύσεις μου κατά λάθος άρπαξα ένα κάθισμα. Θα μπορούσα αντ’αυτού να είχα σώσει μία ακόμη ζωή. Αυτό με στοιχειώνει ακόμα στα όνειρά μου.
Μετά την 30η κατάδυση ο Καραπετιάν έχασε τις αισθήσεις του. Ο ηρωισμός του είχε βαρύ κόστος. Υπέστη βαριά πνευμονία και μόλυνση στο αίμα από τα μολυσμένα νερά. Έμεινε σε κώμα 46 μέρες, μέχρι που συνήλθε αλλά δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά.


Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στις 19 Φεβρουαρίου του 1985, ο Καραπετιάν έτυχε να είναι κοντά σε ένα φλεγόμενο κτήριο με εγκλωβισμένους. Μπήκε μέσα και ξεκίνησε να βγάζει έναν - έναν τους ανθρώπους. Υπέστη βαριά εγκαύματα και χρειάστηκε πολύμηνη νοσηλεία.
Σήμερα ζει μια απλή ζωή, όντας ιδιοκτήτης ενός εμπορικού καταστήματος παπουτσιών στη Μόσχα το οποίο έχει ονομάσει «Δεύτερη Αναπνοή»

Πηγή: www.topontiki.gr

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στον σύγχρονο βίο - Ευάγγελος Λεμπέσης


H βλακεία, ως αντίθετο της ευφυΐας, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ορισμένους τύπους και ομάδες ανθρώπων που βλέπουν την εξουσία σαν πηγή εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων και πελατειακών διασυνδέσεων. Έτσι οι «βλάκες», εν αντιθέσει προς τους ευφυείς, επιδιώκουν, συνήθως με ανέντιμα, αθέμιτα ή και παράνομα μέσα, να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντα εις βάρος του κοινού αγαθού. Το πρόβλημα τους όμως είναι ότι δεν διαθέτουν την διανοητική ικανότητα να διακρίνουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ενεργειών τους στην κοινωνία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ο κύριος στόχος της μελέτης, η οποία διατρέχεται από ένα πολύ ιδιάζον χιούμορ, είναι να αναδείξει ουσιώδεις διαστάσεις και όψεις της παθογένειας της νεοελληνικής κοινωνίας, οι οποίες φαίνεται να είναι διαχρονικές και οπωσδήποτε σύγχρονες.
Ο κοινωνιολόγος Ευάγγελος Λεμπέσης διετέλεσε πολιτικός σχολιαστής, αρθρογράφος, καθηγητής Παντείου, αρχισυντάκτης πολλών εντύπων, διευθυντής ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών και πολλά άλλα, από το 1930 μέχρι το 1956 περίπου.  Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1906 και σπούδασε στη Γερμανία. Το δοκίμιο αυτό, που γράφτηκε στην αρχική του μορφή στην καθαρεύουσα το 1941, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941 στο νομικό περιοδικό «Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών» και αναδημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1976 στο νομικό περιοδικό «Διοικητική Δικαιοσύνη», αποτελεί μια κοινωνική κριτική εναντίον της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας, και σήμερα κυκλοφορεί τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. 

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ
Οι βλάκες ταξινομούνται σε δύο κύριες μεγάλες ομάδες, τελείως αντίθετες μεταξύ τους, και ακόμη άλλες τρείς παραλλαγές. Η πρώτη ομάδα βρίσκεται στις κατώτερες κοινωνικές βαθμίδες, κατέχει τις υποδεέστερες κοινωνικές θέσεις και αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στη δεύτερη ομάδα, οι βλάκες της οποίας  κατέχουν σπουδαίες θέσεις στην κοινωνία. Με βάση την αρχή της ελαχίστης προσπαθείας, συνασπίζονται για να αντιμετωπίσουν μια ισχυρότερη δύναμη στο πρόσωπο των ολίγων ή του ενός, και οργανώνονται σε ομάδες, οι οποίες στην κοινωνιολογία ονομάζονται «κλίκες».
Αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει μία μανία, να ανήκει σε οργανώσεις, πάσης φύσεως και όσο το δυνατό περισσότερες. Αυτό εξηγείται πρώτα πρώτα από την έλλειψη ατομικότητας, η οποία συνεπάγεται μία μεγάλη ευκολία αγελοποίησης. Εκτός τούτου, διακατέχεται συνεχώς από φόβο και πανικό μήπως περιέλθει σε οποιοδήποτε «περιθώριο». Αποτέλεσμα: Δημιουργείται αυτόματη συρροή βλακών σε πάσης φύσεως οργανώσεις. Και εάν μεν οι οργανώσεις αυτές είναι συμφεροντολογικές, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων τους. Εάν όμως είναι πνευματικές, συν τω χρόνω, περιέρχονται σε πλήρη βλακοκρατία.
Κατόπιν όλων τούτων επόμενο είναι ότι οι λεγεώνες των βλακών ωθούνται και υφίστανται ακατανίκητη έλξη από τις παντός είδους αγελαίες, αντιατομιστικές και ομαδιστικές οργανώσεις και θεωρίες, καθώς επίσης και από πάσης φύσεως παρεμβατισμό ή διευθυνομένη οικονομία. Έτσι εξηγείται και η ατελείωτη επιλογή βλακών στα ομαδικά συστήματα, η οποία με την βοήθεια μιας πολιτικής βίας κατοχυρώνεται και σαν πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς. Η ελευθερία της σκέψης (χρήσιμη μόνον σε εκείνους που διαθέτουν σκέψη) είναι για τους βλάκες ιδιαίτερα αντιπαθητική, διότι ασκούμενη από άλλους στρέφεται εναντίον τους, εναντίον των συμφερόντων τους και εναντίον των εξουσιαστικών θέσεων τις οποίες κατέχουν.
Με βάση τα παραπάνω είναι εύκολο να ερμηνευτεί και η ακατανίκητη τάση των βλακών προς πάσης φύσεως αγελαίες εμφανίσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις, προβολή από τα Μ.Μ.Ε, διακρίσεις, τίτλους, «διπλώματα» και κάθε είδους «παράσημα». Και εδώ προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα: Από πού κι’ ως πού είναι δεδομένη η δυνατότητα της βλακικής αγέλης να δράσει με τρόπο αποτελεσματικό; Αυτό συμβαίνει κατά πρώτον διότι ορισμένοι βλάκες κατέχουν θέσεις υποδεέστερες μεν, αλλά εντελώς «μοιραίες» στον κοινωνικό οργανισμό, ο οποίος στην πράξη βασίζεται στις κατώτερες του βαθμίδες. Στην πράξη, τα πρόσωπα των ανωτέρων βαθμίδων  εξαρτώνται από τα κατώτερα και μερικές φορές μάλιστα αυτή η εξάρτηση παίρνει μορφές καθαρά εκβιαστικές. Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος μπορεί να προωθήσει ή να ενταφιάσει μία υπόθεση σε μία υπηρεσία ή να καλύψει έναν εγγληματία σε μία αστυνομική αρχή, σε περίπτωση που τα κατώτερα πρόσωπα της ιεραρχίας είναι αλληλέγγυα προς αυτόν. Κατά δεύτερον οι «κλίκες» μπορούν να προωθήσουν τα μέλη τους σε ανώτερες βαθμίδες και να αναδείξουν τον εαυτόν τους, παρακωλύοντας αντίθετες ενέργειες υπερκειμένων παραγόντων για την προώθηση προσώπων αξίων και ικανών. Έτσι, τα δεδομένα της βλακοκρατείας κλιμακώνονται και η καταστάσεις διαιωνίζονται. Ενός βλακός ερχομένου, μύριοι έπονται. Διότι ένας βλάξ, εφόσον ανέλθει, θα προωθήσει πρόσωπα μόνον κατώτερα από τον εαυτόν του.
Οι βλάκες ταξινομούνται σε τρείς μεγάλες υποομάδες ή παραλλαγές. Η πρώτη παραλλαγή περιλαμβάνει βλάκες και ανίκανους οι οποίοι ανέρχονται και επικρατούν ατομικά και καταλαμβάνουν θέσεις στις οποίες η ανεπάρκεια τους είναι τουλάχιστον ανεκτή αν όχι και πλεονεκτική. Πολλές φορές οι άνθρωποι αυτοί καταλαμβάνουν αξιώματα με τα οποία ουδέποτε θα καταδεχόταν να ασχοληθεί ένας σοβαρά απασχολούμενος άνθρωπος. Άλλοτε όμως μπορεί να γίνουν ακόμη και σοβαροί παράγοντες μίας κυβέρνησης ή ακόμη και πρόεδροι μίας Δημοκρατίας. Και βέβαια όλα τα αξιώματα διανθίζονται με διακρίσεις, παράσημα, δεξιώσεις κ.ο.κ. Για μία τέτοιου είδους άνοδο απαιτούνται ειδικά προσόντα: Πρώτον παντελής έλλειψη προσωπικότητας. Αυτή εκδηλώνεται με μόνιμη απουσία γνώμης πάνω στο οποιοδήποτε ζήτημα, με το φόβο της σύγκρουσης και της διαφωνίας, καθώς επίσης και με μία ολιγόλογη ανιαρότητα, η οποία μπορεί να εκληφθεί και σαν βαθύνοια ή σοβαρότητα, στην πραγματικότητα όμως οφείλεται απλά και μόνον στην απόλυτη έλλειψη πνεύματος. Με λίγα λόγια αυτού του τύπου οι βλάκες είναι σοβαροφανείς και διακρίνονται σε δύο υποομάδες: Αυτούς που «ψωνίζουν», δηλαδή αγοράζουν αλλά δεν πουλάνε, και αυτούς που «σνομπάρουν».
Αυτοί που «ψωνίζουν» έχουν έκδηλη στο πρόσωπο την βλακώδη πονηρία. Η εξυπνάδα ενός τέτοιου βλάκα συνίσταται στην πεποίθηση της ικανότητας του να κρύβει με μεγάλη επιμέλεια την ίδια του την εξυπνάδα. Έτσι λοιπόν αποφεύγει να μιλάει και περιορίζεται να ακούει τα λεγόμενα των άλλων, τα οποία μάλιστα συνοδεύει και με ένα εξυπνώδες ηλίθιο μειδίαμα. Αποφεύγει να απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» για να εκτεθεί. Κατ’ αρχήν θεωρεί τον κάθε άνθρωπο εχθρό, ο οποίος καραδοκεί να του αρπάξει, με σκοπό να τον εκθέσει, όποια τυχόν εκδήλωση του ξεφύγει κατά λάθος. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος τύπος είναι όλη την ώρα ιδιαίτερα προσεκτικός. Τον καθένα που εκφράζεται με γνώμες και απόψεις τον θεωρεί αναμφισβήτητα βλάκα, ενώ ο ίδιος φροντίζει να κρύβει με επιμέλεια την ευφυΐα του πίσω από ένα συγκαταβατικό μειδίαμα. Για τους διανοούμενους, και ιδίως για αυτούς που αγωνίζονται, τρέφει απέραντη περιφρόνηση και τους αντιμετωπίζει με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση, συγκατάβαση και μετριόφρονα υπεροχή.
Αυτοί που «σνομπάρουν» αποτελούν μία πραγματική κοινωνική μάστιγα. Αυτοί, ως επί το πλείστον, μιλούν πολύ και περιπλέκουν με υπέρμετρο στόμφο πράγματα μικρά, προφανή και αυτονόητα που τα παρουσιάζουν για μεγάλα, δυσνόητα και σπουδαία. Διανθίζουν μάλιστα και το πομπώδες ύφος τους με μία στάση προστατευτική, η οποία ζητά να κατακτήσει την συμπάθεια του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα μοναδικό σκοπό έχει να υποτιμήσει τους άλλους.
Στη δεύτερη παραλλαγή εντάσσονται οι λεγόμενες χρυσές μετριότητες, οι οποίες μέσα σε μία στοιχειώδη εξυπνάδα αποφασίζουν να υποδυθούν ότι είναι βλάκες, να κάνουν δηλαδή την «πάπια», όπως λέει και ο λαός. Είναι δηλαδή κάποιοι στοιχειωδώς ευφυείς οι οποίοι υποκρίνονται, διότι, ζώντας ανάμεσα σε τελείως βλάκες, ξέρουν ότι, αν η στοιχειώδης ευφυΐα τους αποκαλυφθεί, η παρουσία τους κινδυνεύει να γίνει ασύμφορα προκλητική. Αυτός ο ρόλος βέβαια είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Πρώτα πρώτα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κρύψει κανείς την οποιανδήποτε πνευματική ή ψυχική ζωή του και τις αναπόφευκτες αντανακλάσεις της όποιας εσωτερικότητας στην εξωτερική του εμφάνιση. Έτσι η παρουσία ενός στοιχειωδώς ευφυούς, που δεν διαθέτει και ιδιαίτερο υποκριτικό ταλέντο και προσπαθεί να κάνει την «πάπια», εκπέμπει μία αύρα ανθρώπου σε κατάσταση άμυνας ή φυγής και στη χειρότερη περίπτωση ζώου σε κατάσταση πανικού. Τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα της απέχθειας και του φόβου για τους απέναντι, της αποφασιστικότητας να ξεπεράσει τον εαυτό του αλλά και της αυτοαπόρριψης για τον συμβιβασμό που κάνει, προδίδουν την επί της ουσίας αδυναμία του να συναγωνιστεί τους «άλλους». Άλλωστε, οι άλλοι, ως γνήσιοι βλάκες, δηλαδή φτωχοί στο πνεύμα και επίπεδοι στο συναίσθημα, διαθέτουν τέτοιο ένστικτο καχυποψίας, εξ αιτίας του οποίου η κάθε προσπάθεια του στοιχειωδώς ευφυούς για να υποκριθεί ματαιώνεται και η κάθε πραγματική του ειλικρίνεια εκλαμβάνεται σαν υποκρισία.
Ο βλάκας έχει την ένστικτη καχυποψία τόσο ανεπτυγμένη, ώστε αδυνατεί να αναγνωρίσει και να εννοήσει συλλογισμούς και ευφυείς υπολογισμούς  που βασίζονται στην διάνοια. Για τον βλάκα ο μηχανισμός της διάνοιας είναι ξένος και νοητικά απροσπέλαστος. Απέναντι στη σκέψη των άλλων αισθάνεται άοπλος και ανυπεράσπιστος. Έτσι, μία μόνον άμυνα διαθέτει, όπως ακριβώς ένα άγριο ζώο ή ένας πρωτόγονος άνθρωπος:  Την ένστικτη καχυποψία. Η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρία λειτουργούν τελικά αντίθετα από την διάνοια και κόντρα σε αυτήν, παρά το γεγονός ότι, εξελικτικά, η διάνοια δεν είναι κάτι το οποίο αναπτύσσεται αντίθετα ή ανεξάρτητα από το ένστικτο, αλλά αποτελεί εμπλουτισμό του ενστίκτου με λογικά μέσα. Πονηρία είναι η ενεργητική όψη και το δεύτερο στάδιο της καχυποψίας, η πονηρία δηλαδή συνεπάγεται δράση. Δράση όμως κατά κύριον λόγο αμυντική, η οποία προϋποθέτει ένα ζώο πνευματικά αμήχανο και ενστικτωδώς πανικόβλητο. Ως εκ τούτου δε, και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η βλακώδης ποιότητα συλλογισμών και συμπερασμάτων προάγει την παθητική άμυνα που λέγεται καχυποψία σε ενεργητική άμυνα και δράση εναντίον «υπόπτων»… Εκτός αυτού, βλακώδεις συλλογισμοί και συμπεράσματα έρχονται να τεθούν σε πρακτική εφαρμογή και να δραστηριοποιήσουν μεθόδους ανάλογης πνευματικής υποστάθμης, όπως κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, κλάψα και επαιτεία, προσφορά υπηρεσιών με ανήθικο περιεχόμενο, χαφιεδισμό, χειροφιλήματα, εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων και ό,τι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ανάλογα με την περίσταση. Αυτή η τελευταία θετική και προσοδοφόρα χρησιμοποίηση της πονηρίας ονομάζεται επιτηδειότης. Και εδώ συμβαίνει και πραγματοποιείται το εξής καταπληκτικό: Η ευτέλεια και η διανοητική κατωτερότητα των κολακευομένων προσδίδει μεγάλη δύναμη στα βλακώδη μέσα, τόσο μεγάλη ώστε οι βλάκες, με την λεγόμενη επιτηδειότητά τους, καταφέρνουν τελικά και πετυχαίνουν τον σκοπό τους, προωθούνται και επικρατούν.
Εδώ βεβαίως τίθεται ένα πάρα πολύ μεγάλο ερώτημα: Ποιά υποκατηγορία βλακών είναι η πλέον επικίνδυνη για την κοινωνία, αυτή που διαπράττει όλα όσα αναφέραμε παραπάνω ή εκείνη που θεωρεί ως ευφυείς όλους αυτούς τους επιτήδειους βλάκες; Με άλλα λόγια ποιός είναι περισσότερο βλάξ, ο κολακεύων ή ο κολακευόμενος; Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, βέβαιον είναι ότι όλα τα μέσα της λεγόμενης επιτηδειότητας είναι εντελώς άσχετα με την ευφυΐα και ότι κανένας πραγματικά ευφυής δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη να τα χρησιμοποιήσει από την στιγμή που η ευφυΐα αναμφισβήτητα δίνει στον κατέχοντα την δυνατότητα να πολεμήσει και να επικρατήσει με την αξία του. Ότι τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι είναι ευκολότερα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστέψει στην ειλικρίνεια του επιτηδείου είναι βλάξ, επίσης δεν αμφισβητείται. Είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι, εάν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ θα είναι και αναγκαστικά και αυτός ο οποίος τον πείθει; Αλλοίμονο… Κανένας ευφυής δεν έχει μέχρι τώρα κατορθώσει να πείσει έναν βλάκα και καμία συνεννόηση δεν έχει επιτευχθεί μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων. Δύο κεφαλές, για να συνεννοηθούν, πρέπει να είναι ή εξ ίσου κενές ή εξ ίσου πλήρεις. Κλασσική είναι η αποτυχία των ευφυών οι οποίοι κατά καιρούς αποπειράθηκαν να εισέλθουν στον ψυχοδιανοητικό κόσμο των βλακών. Και αλλοίμονο… Εάν οι βλάκες τυχαίνει κάποτε να είναι και ισχυροί εξουσιαστές των υψηλών αξιωμάτων, τραγική είναι η μοίρα των αποτυχόντων ευφυών. Τόσο τραγική μέχρι του σημείου να οδηγηθούν αυτοί οι άτυχοι στην απελπισία και καμιά φορά και στον τερματισμό της σταδιοδρομίας τους ή ακόμα και της ζωής τους. Αντιθέτως, ούτε ένα νέφος δεν διατάραξε ποτέ την σύμπνοια μεταξύ των ομοειδών εκείνων βλακών οι οποίοι θεωρούν τους ατυχήσαντες αυτούς ευφυείς αναμφισβητήτως βλάκες.
Η τρίτη παραλλαγή αποτελεί μία προχωρημένη μορφή της προηγουμένης. Εδώ εντάσσονται κάποιοι βλάκες-απατεώνες, συνοδευόμενοι μάλιστα από μία ακόμη βλακώδη υποομάδα, τους βλάκες-θαυμαστές των απατεώνων. Οι πρώτοι δεν διστάζουν να διακηρύττουν με κομψότητα, βάσει κάποιου λεγόμενου ωφελιμισμού, ότι η τιμιότητα είναι βλακεία. Όμως, αν ένας βλάκας καταφεύγει στην επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων, εξ αιτίας της ίδιας πενίας και έλλειψης θα καταφύγει και στην απάτη. Ως γνωστόν, απάτη είναι είτε η παρουσίαση ψευδών πραγμάτων ως αληθών, είτε και η απλή αποσιώπηση της αλήθειας. Από έναν τέτοιον ορισμό προκύπτει η επικρατέστερη άποψη των συνηθισμένων ανθρώπων ότι η απάτη επιτυγχάνει αφ ενός μεν λόγω της ευφυΐας του απατεώνα, αφ ετέρου δε λόγω της ευπιστίας του θύματος. Όμως, ο καθένας, ακόμη και ένας βλάκας, μπορεί να παρουσιάσει ψεύτικα πράγματα ως αληθινά. Η απάτη είναι ο διανοητικά ευκολώτερος δρόμος, γι’ αυτό και καταφεύγει σε αυτήν ο στερημένος από άποψη ευφυϊας. Αντιθέτως τα έντιμα μέσα είναι δυσκολότερα, διότι προϋποθέτουν διανοητική ενέργεια και πραγματική ατομική αξία. Παρόλα ταύτα, μεταξύ των θαυμαστών των απατεώνων είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι ένας απατεώνας όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάκας, αλλά οπωσδήποτε είναι ευφυής. Αυτή η αντίληψη προέρχεται από την «θεωρία» των βλακών περί της ευπιστίας. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι ο βλακωδέστερος των βλακών θα μπορούσε να εξαπατήσει έναν Καντ ή έναν Μπετόβεν. Κι’ αυτό διότι η ευπιστία, θεωρώντας εκ των προτέρων τα άλλα άτομα ως έντιμα και συνεπώς ευφυή, είναι το μεγαλύτερο τεκμήριο πνευματικής ανάπτυξης και πολιτισμού. Όμως οι βλάκες είναι εθισμένοι να «σκέπτονται» όχι με τον νοητικό μηχανισμό, τον οποίον άλλωστε δεν διαθέτουν, αλλά με χονδροειδείς και μόνον εξωτερικές εντυπώσεις. Δεν ερευνούν τις αιτιοκρατικές σχέσεις, αλλά εντυπωσιάζονται από το μεμονωμένο γεγονός μιας επιτυχημένης απάτης, και από ένα τέτοιο γεγονός συνάγεται με συνοπτικές διαδικασίες αφ ενός μεν η βλακεία του θύματος, αφ ετέρου δε η ευφυΐα του απατεώνος.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ
Εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι ταξική. Η φύση δεν έδωσε σε μία ορισμένη κοινωνική τάξη το επίζηλο αυτό προνόμιο. Καμία κοινωνική τάξη δεν στερήθηκε τους βλάκες και τον ιδιαίτερο κοινωνικό τους ρόλο. Η βλακεία δεν έχει ταξική πατρίδα. Ψυχολογικές είναι οι διαφορές που δημιουργούν τις ποικιλίες και τις παραλλαγές μεταξύ των βλακών που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και η εκάστοτε ανώτερη τάξη φαίνεται ότι έχει προικιστεί πλουσιοπάροχα με τους πλέον διασκεδαστικούς από τους τύπους αυτούς. Ο βλάκας της ανώτερης τάξης, με την φυσική ατροφία στον βουλητικό του κόσμο και χωρίς καμία δικιά του πνευματικότητα, λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του την ατελείωτη σειρά από τα «πρέπει» και τις απαγορεύσεις που του επιβάλλει η ευπρεπής του οικογένεια. Έτσι, μέσα στον ταξικό του κύκλο κερδίζει τον τίτλο του «καλού παιδιού», ενώ στην αντικειμενική διάλεκτο θα μπορούσε να αποκληθεί με επιείκεια «ευπρεπής» ή «καθώς πρέπει βλάξ». Αντίθετα, ένα παιδί του λαού ονομάζεται σε αντίστοιχη περίπτωση, κατά κυριολεξία και χωρίς επιείκεια, πολύ απλά και πολύ λαϊκά και εντελώς απερίφραστα «κόπανος». Και στα πλαίσια της κατώτερης κοινωνικής τάξης τα πράγματα είναι για τον βλάκα πάρα πολύ πιο δύσκολα. Ένας βλάκας ανώτερης κοινωνικής τάξης απολαμβάνει στην μαθητική του ηλικία όλη την μορφωτική αγωγή και περιποίηση, που τον κάνουν να παραμένει ψυχολογικά αμείωτος. Αυτό όμως σε πρεσβύτερη ηλικία επαυξάνει την γελοία του αυτοπεποίθηση, του δίνει την δυνατότητα να φτάσει ανενόχλητος σε υψηλά κοινωνικά αξιώματα και η ατομική του ύπαρξη, ως μη όφειλε, είναι γνωστή στην κοινωνία. Αντίθετα ένας βλάκας-παιδί του λαού χειραγωγείται πολύ σκληρά, τόσο από τους γονείς του, όσο και από τους δασκάλους του και τους συμμαθητές του στο σχολείο. Και αυτή η σκληρότητα μπορεί να τον φτάσει μέχρι την πλήρη ψυχολογική εξουθένωση με την υποτίμηση, τους προπηλακισμούς, τις φάρσες, τις ύβρεις και τις βιαιοπραγίες. Μετά από όλα αυτά βέβαια ο βλάξ των λαϊκών τάξεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανέλθει στην κοινωνική κλίμακα, γι’ αυτό και, σε σύγκριση με τον γεμάτο αυτοπεποίθηση και έπαρση βλάκα των ανωτέρων τάξεων, είναι πολύ λιγότερο γελοίος, συμπαθέστερος, σεμνότερος, εν πολλοίς άγνωστος και βεβαίως ακινδυνώτερος. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, το πνευματικό προλεταριάτο πάσης ταξικής καταγωγής είναι ένα και ενιαίο.

ΤΕΛΙΚΑ ΜΗΠΩΣ Η ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ;
Μετά από όλη αυτήν την θεώρηση των πραγμάτων, ένα μεγάλο ζήτημα που προκύπτει είναι η σχέση μεταξύ του βλάκα και του επιτήδειου ή και του απατεώνα. Με άλλα λόγια, η σχέση ανάμεσα στην τιμιότητα και την βλακεία ή ανάμεσα στην ανηθικότητα και την ευφυΐα. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι θεωρούν τον επιτήδειο και τον απατεώνα ενδεχομένως ανήθικους, τους κατατάσσουν όμως αναμφισβήτητα μεταξύ των ευφυϊών. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι διαχωρίζουν την ανηθικότητα από την βλακεία και το ήθος από την ευφυΐα. Όμως συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: Ο επιτήδειος και ο απατεών είναι απλά και μόνον υποδιαιρέσεις του βλακός. Και ιδού πώς: Κανένας άξιος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Κανένας άνθρωπος με πραγματική αξία δεν έχει ανάγκη να γίνει επιτήδειος ή απατεών. Η πονηρία αποτελεί φυσική ιδιότητα των βλακών και αναπτύσσεται σαν η μόνη εφικτή άμυνα, στην οποία η φυσική ατροφία του νοητικού μηχανισμού των βλακών επιτρέπει να αναπτυχθεί. Από αυτήν και μόνον την διαπίστωση προκύπτει ότι μόνον ένας άνθρωπος πνευματικά ανάπηρος έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Απόλυτη συνέπεια της πνευματικής αναπηρίας ενός βλάκα είναι άλλωστε όχι μόνον η αγελαία του τάση, όχι μόνον η προώθησή του, πλάτη με πλάτη, με την λεγεώνα των ομοίων του, αλλά και η έλλειψη αντίθετης γνώμης, η αποφυγή κάθε σύγκρουσης και κάθε μάχης, και η προσφυγή, αντί όλων αυτών, στα ευτελέστερα και ευκολότερα μέσα της κολακείας,   των  εκδουλεύσεων, της επιτηδειότητας και της απάτης. Εξ’ ου και έπεται το ακλόνητο τούτο δόγμα: Η ανηθικότητα αποτελεί αποκλειστικό προϊόν βλακείας.





Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Το αυγό


Ο μπαμπάς Τάκης προσπαθεί ταΐσει το μικρό Γιαννάκη...
«Έλα Γιαννάκη, φάε το αυγό σου να μεγαλώσουν τα ποδαράκια σου».
«Όχι ζε σέλω...»
«Φάε το αυγό σου να μεγαλώσουν τα χεράκια σου».
«Όχι ζε σέλω...»
«Φάτο βρε αγόρι μου, να μεγαλώσει το πουλάκι σου…»
Και η μαμά από την κουζίνα:
«Φάτο εσύ το αυγό Τάκη, θα φτιάξω κρέμα για το παιδί...»

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Άλλος πλήρωσε τη νύφη


Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: Η κόρη του Γιώργη Φλαμή θα παντρεύονταν τον γιο του Σωτήρη Ταλιάνη.
Ο γάμος είχε οριστεί να τελεστεί σε μια εκκλησία στο κέντρο της πόλης, τον ιερό ναό της Αγίας Ειρήνης στην Πλάκα. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε.
Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε τον νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν’ ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός έγινε κατακκόκινος απ’ τη ντροπή του και για να ξεπλύνει την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει. Γύρισε στο σπίτι του παρ’ ολίγο πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του.
Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ και μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης «δε θα ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες και τα τζόβαιρα όπου αντάλλαξαν οι αρρεβωνιασμένοι».
Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο-Φλαμής είχε κάποιες υποψίες από πριν, για το τι θα μπορούσε να συμβεί, γι’ αυτό και έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου. Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι «άλλος πλήρωσε τη νύφη» κι έμεινε η φράση έως και σήμερα.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Παροιμίες (Γοργός - Γρήγορος)


Γοργός - Γρήγορος
Άξιος στο φαγητό και γρήγορος στον ύπνο.
Αργός να είσαι στο φαΐ και γρήγορος στον ύπνο.
Βαδίζω αργά, να φτάσω γρήγορα.
Γοργά, γοργά ας τον θάψουνε να μη σηκωθεί η πούτσα του.
Γρήγορος σαν ελάφι.
Η ξαφνική δόξα, χάνεται γρήγορα.
Κάλλιο αγάλια και καλά, παρά γρήγορα κι άσχημα.
Κάλλιο αργά και καλά, παρά γρήγορα και τυφλά.
Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.
Ξένα ρούχα ντύνεσαι, γρήγορα γδύνεσαι.
Ξένο γάιδαρο καβαλικεύεις; Γρήγορα θα σε γκρεμίσει.
Ο άνεργος κι ο γρήγορος αντάμα γιοματούνε.
Ο θυμός φεύγει γρήγορα από τον καλό άνθρωπο.
Ό,τι δε  γνωρίζεις γρήγορα  παραλογίζεις.
Ό,τι κάνεις μόνος σου γρήγορα καμωμένο.
Όλα γίνονται γρήγορα σ’ ένα σπίτι που  ‘χει τάξη.
Όποιος αστράφτει γρήγορα, γρήγορα και σβήνει.
Όποιος αδειάζει χωρίς να γεμίζει, γρήγορα θα βρει τον πάτο.
Όποιος βγάνει  και δε βάνει, γρήγορα στον πάτο φτάνει.
Όποιος βιάζεται γρήγορα γερνάει.
Όποιος παντρεύεται στα γηρατειά, ρίχνει γρήγορα τ’ αυτιά.
Όποιος περηφανεύεται,  γρήγορα ταπεινώνεται.
Όποιος πολύ απλώνεται, γρήγορα μαζεύεται.
Όποιος τρέχει στην αρχή, γρήγορα κουράζεται.
Όποιος ψηλά κοιτά, γρήγορα χαμηλώνει.
Όταν ερωτούν γρήγορα, ν’ απαντάς αργά.
Όταν παίρνεις και δε βάνεις, γρήγορα στον πάτο φτάνεις.
Πάω σιγά για να φτάσω γρήγορα.
Πήγαινε αργά, για να φτάσεις γρήγορα.
Σε ξένο γάιδαρο καβάλα γρήγορα και κατέβα γρήγορα.
Τα παιδιά που αργούν να  ’ρθουν στον κόσμο, ορφανεύουν γρήγορα.
Της άξιας και της γρήγορης δάκρυα και μοιρολόγια.
Το γοργό και χάριν έχει.
Το γρήγορο αρνί τρώει της μάνας του το γάλα.
Το γρήγορο και το καλό δεν πάνε ποτέ απ’ τον ίδιο δρόμο.
Το γρήγορο και το καλό ποτέ δεν πάν’ μαζί τα δύο.
Το κακό γρήγορα έρχεται (γίνεται), μα αργεί να σιάξει.
Το ταχειό πολύ ταχειά και το βράδυ γρήγορα.
Του γρήγορου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ.
Χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Το καπηλειό (1991) - Χαΐνηδες


Το καπηλειό - 1991
Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης
Πρώτη εκτέλεση: Χαΐνηδες
Άλλες εκτελέσεις: Βασίλης Σκουλάς

Ήτανε όμορφο θαρρώ
εκείνο τον παλιό καιρό
το καπηλειό μου
γιαλός, καημός και τσικουδιά
βαρμένα μέσα στην καρδιά
με τ’ όνειρό μου.

Και κάθε μέρα από βραδύς
ντουγιουντισμένος ο Βαρδής
με το λαούτο
με το κρασί του στον οντά
στον αμανέ του να κεντά
τον κόσμο τούτο.

Κι ο Σταύρος πέρα στη γωνιά
που για δυο χείλια βυσσινιά
τα σιγοπίνει
παίρνει νερό σαν τραγουδεί
που το λαούτο του Βαρδή
τον πόνο σβήνει.

Κι ο Μύρος πιάνει το χορό
το χώμα μόνο έχει οχτρό
χρυσά παλάτια
σε κάποια θάλασσα πλατιά
θυμάται, κόκκινα φωτιά
τα δυο του μάτια.

Θυμούμαι κάθε χαραυγή
που ‘λεγα ο ήλιος να μη βγει
στην αγκαλιά σου
όνειρο βάρκα με πανιά
να σεργιανίζω το ντουνιά
με τα φιλιά σου.

Αργό το ζάλο μου, βαρύ
ήτανε ψεύτικος μπορεί
ο έρωτάς σου
ρωτώ διαβάτες στα στενά
αν είδαν μάτια καστανά
σαν τα δικά σου.

Πώς να δικάσω μια ζωή
κι ένα αστέρι το πρωί
που τρεμοσβήνει
στο ερειπωμένο καπηλειό
ένα μου όνειρο παλιό
έχει ‘πομείνει.


Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο «δολοφόνος»


Αυτό το παιχνίδι παίζεται με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά που κάθονται σ’ έναν κύκλο. Το πρώτο παιδί σηκώνεται και ψιθυρίζει σ’ ένα άλλο παιδί τη λέξη «δολοφόνος», σ’ ένα δεύτερο παιδί τη λέξη «αστυνόμος» και στα υπόλοιπα παιδιά τη λέξη «θύμα».
Μετά, το πρώτο παιδί φεύγει από το παιχνίδι και ο «δολοφόνος» κλείνει το μάτι σ’ όποιο παιδί επιλέξει. Αν το παιδί που δέχεται τη ματιά είναι ο «αστυνόμος» τότε ο «δολοφόνος» συλλαμβάνεται. Αν είναι «θύμα» τότε το παιδί αυτό «σκοτώνεται» απ’ τον «δολοφόνο».
Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι ο «δολοφόνος» καταφέρει να «σκοτώσει» όλα τα «θύματα» ή ως ότου ο «αστυνόμος» καταφέρει να τον συλλάβει.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Βαρυτικά κύματα: Τι είναι, πώς εξηγούνται. Ένα θαυμάσιο comic μας εξηγεί…

Μετά από δεκαεννιά χρόνια ερευνών, η επιστημονική κοινότητα ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα την ανακάλυψη των βαρυτικών κυμάτων. Τι ακριβώς είναι όμως αυτά; Η ιστοσελίδα phdcomics δημιούργησε ένα θαυμάσιο comic με την εκλαϊκευμένη επεξήγηση που χρειαζόμασταν εμείς οι μη ειδικοί. Αυτή είναι η απόδοσή του στα Ελληνικά:




Απόδοση στα ελληνικά: Θεοφάνης Παπαμιχαήλ/www. antikleidi.com

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Τα βρήκε μπαστούνια


Η προέλευση της φράσης αυτής ανάγεται σε ένα πραγματικό γεγονός, που συνέβη κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα.
Εκατό χρόνια μετά την άλωση του φρουρίου της Ακροκορίνθου από το Λέοντα το Σγουρό, οι Φράγκοι γιόρτασαν στην Κόρινθο με μεγάλη τελετή αυτή την επέτειο.
Οι ευγενείς έκαναν ιππικούς αγώνες κάτω από τα βλέμματα των ωραίων γυναικών. Ξεχώρισαν δύο νικητές: Ο Ελληνογάλλος δούκας των Αθηνών Γουίδος, ο οποίος ήταν μόλις είκοσι ετών κι ο Νορμανδός Μπουσάρ, φημισμένος καβαλάρης και οπλομάχος της εποχής.
Συνέβη εκείνη την ημέρα να καλέσει σε μονομαχία ο «Μπάιλος» του Μορέα, Νικόλαος Ντε Σαιντομέρ, τον παλατίνο της Κεφαλλονιάς, Ιωάννη, που επειδή φοβήθηκε τη δύναμη του αντιπάλου του αρνήθηκε να χτυπηθεί μαζί του. Ως πρόφαση, για να μην ντροπιαστεί, επικαλέστηκε το γεγονός ότι το άλογό του ήταν αγύμναστο.
Αλλά ο Μπουσάρ τον ντρόπιασε μπροστά σε όλους, όταν ανέβηκε πάνω σ’ αυτό το ίδιο άλογο κι έκανε τόσα γυμνάσματα, ώστε να κινήσει το θαυμασμό των θεατών. Ύστερα, καλπάζοντας γύρω από την κονίστρα, φώναξε δυνατά: «Να το άλογο που μας παρέστησαν αγύμναστο».
Αυτό βέβαια, ήταν αρκετό για να προκαλέσει το θανάσιμο μίσος του Ιωάννη, ο οποίος έστειλε κρυφά έναν υπηρέτη του για να αλλάξει τα δυο ξίφη του Μπουσάρ με δυο πανομοιότυπα, αλλά ξύλινα, αυτά δηλαδή που είχαν για να γυμνάζονται οι αρχάριοι. Τα ξύλινα αυτά ξίφη τα ονόμαζαν «μπαστέν» και οι Έλληνες τα έλεγαν «μπαστούνια».
Όταν ο υπηρέτης κατάφερε να τα αλλάξει, ο Ιωάννης κάλεσε τον Μπουσάρ αμέσως σε μονομαχία. Ανύποπτος εκείνος τράβηξε το πρώτο ξίφος του και το βρήκε ξύλινο. Τραβά και το δεύτερο, κι αυτό «μπαστούνι». Και τα δυο τα βρήκε «μπαστούνια». Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ο Ιωάννης κατάφερε τότε να τον τραυματίσει θανάσιμα στο στήθος. Από τότε έμεινε η φράση: «Τα βρήκε μπαστούνια» και φυσικά δεν έχει σχέση με τα τραπουλόχαρτα ή τα μπαστούνια που γνωρίζουμε.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Παροιμίες (Γονείς)

Γονείς
Αμαρτίαι γονέων παιδεύσουσι τέκνα. 
Αν τους γονείς σου δεν τιμάς, ποιος θα τιμήσει εσένα; 
Αντί να γενόμουν γονιός ας γινόμουνα γωνία. 
Ας μ’ αγαπούν οι γονέοι μου κι ας με μισούν οι άλλοι. 
Για να καταλάβεις την αγάπη των γονιών σου, κάνε δικά σου παιδιά. (Κινέζικη)  
Γονείς πατήσαν άγκανθα, τα τέκνα μαμουδιάζουν (μουδιάζουν)
Γονιοί τα τρώνε τα ξινά και τα παιδιά μουδιάζουν. 
Γονιός κακοπροαίρετος, νόμος δικαιοκρίτης. 
Δες ούγια και πάρε πανί, δες γονιό και πάρε παιδί. 
Είδες γιο και θυγατέρα; Λόγιασε και τους γονείς. 
Εκείνος που έχει ευχή γονιού, γεννούν και οι πετεινοί του.
Ευχή γονέων έπαρε και στο βουνό περπάτει. 
Ευχή γονιών αγόραζε και στο βουνό ανέβα. 
Ευχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα.
Ή από έρημα, ή από εύρημα, ή από γόνατα γονέων. 
Η ευχή γονέων χτίζει παλάτια. 
Θειος και θεια μ’ ανάθρεψαν, φωτιά και φλόγα μ’ άναψαν. 
Κακοί γονιοί κάνουν καλά παιδιά.
Κατά μάνα, κατά κύρη, είναι το παιδί που σπείρει. 
Κι η ανθρωπιά συνήθεια είναι κι η τάξη γονικιά είναι. 
Κουτσοί γονιοί κάνουν παιδιά με γερά πόδια.
Μην κλοτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ’ τα παιδιά σου. 
Ο γονιός δέκα παιδιά τα τρέφει. Δέκα παιδιά έναν γονιό δε μπορούν να τον θρέψουν. 
Ο γονιός δεν λυπήθηκε τ’ αμπέλι και το παιδί λυπήθηκε το σταφύλι. 
Ο γονιός φτιάχνει και τα τέκνα βρίσκουν. 
Ό,τι κάνεις στους γονείς σου, θα σου κάμει το παιδί σου. 
Ό,τι κάνεις των γονιών σου, είναι όφελος δικό σου. 
Οι γονείς δουλεύουν, τα παιδιά γλεντάνε τη ζωή τους, τα εγγόνια ζητιανεύουν. (Ιαπωνική)
Οι γονείς είναι βουνί.
Οι γονείς σου έδωσαν τη ζωή, τον χαρακτήρα τον ανατρέφεις μόνος σου.
(Κινέζικη)
Οι γονιοί σχολειό και διδασκάλοι.
Οι ευχές γονέων χτίζουν τα θεμέλια του οίκου.
Οι κατάρες των γονιών δεν βγαίνουν απ’ την καρδιά.
Οι ευχές γονέων χτίζουν τα θεμέλια του οίκου.
Όποιος βαρεί τα γονικά του θα το βρει απ’ τα παιδιά του. 
Όποιος γονιούς του δεν τιμά, τιμές να μην προσμένει. 
Όποιος δεν ακούει των γονέων του τα λόγια, σε κακή γωνιά καθίζει. 
Όποιος είναι καλός γιος για τους γονείς του, θα’ ναι και καλός σύζυγος για τη γυναίκα του. 
Όποιος πικραίνει τους γονείς, παραγωνιά καθίζει. 
Όπου δεν βρει απ’ το γονιό, παραγωνιά καθίζει. 
Ος ουκ ακούει των γονέων, ακούει των ορνέων. Όσα σκεπάζει ο γονιός δεν τα σκεπάζει ο Θεός.
Πάρ’ του γονιού σου την ευκή και στο βουνό περπάτει.
Που του γονιού δεν γροικά, κακώς κακού θα πάει.
Τα γονικά δεν χάνονται, μ’ αλήθεια δεν πληθαίνουν. 
Τα γονικά στα γονικά. 
Τα γονικά τρωγόντουσαν, τ’ αδέλφια εσκοτωθήκαν.
Τα παιδιά είναι η άγκυρα που κρατάει στη ζωή τους γονείς.
Τα παιδιά είναι ο καθρέφτης των γονιών. 
Χαράς τονε απού τονε θάβουνε τα παιδιά του.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

The Present

Μια οικογένεια, μια μητέρα, ένας έφηβος, ένα πρόβλημα… Ένα εθισμένο στα βιντεοπαιχνίδια αγόρι, δέχεται ένα ξεχωριστό δώρο που θα επιχειρήσει να τον επαναφέρει στον πραγματικό κόσμο, στην αληθινή ζωή.
Μια υπέροχη 3D animation ταινία μικρού μήκους για παιδιά, με μια ανατροπή που θ’ αγγίξει τις καρδιές και των μεγάλων.
Η ταινία «The Present» έχει συμμετάσχει σε πάνω από 180 διεθνή φεστιβάλ και έχει κερδίσει περισσότερα από 50 βραβεία.

Η ταινία βασίζεται σε ένα υπέροχο μικρό comic της πολύ ταλαντούχας- Fabio Coala απ’ τη Βραζιλία.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Θάλασσα πικροθάλασσα (1997) - Μιχάλης Σταυρακάκης (Χαΐνηδες)


Θάλασσα πικροθάλασσα - 1997
Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική: Μιχάλης Σταυρακάκης
Πρώτη εκτέλεση: Μιχάλης Σταυρακάκης (Χαΐνηδες)

Εγώ στα φύλλα της καρδιάς
κρύβω βαθιά τον πόνο
στρέφω το βλέμμα μη με δουν
και σαν παιδί βουρκώνω.

Θε μου, πόσο παράξενοι
είν’ οι δικοί μας τόποι
θλιμμένα τα τραγούδια μας
και γελαστοί οι ανθρώποι.

Κλείσε τα μάτια κι άσε με
θάλασσα να σε λέω
τούτο το βράδυ που μπορεί
να ‘ναι το τελευταίο.

Θάλασσα πικροθάλασσα
μια νύχτα θα γυρίσω
κι ένα κορμί και μια καρδιά
στο κύμα σου θ’ αφήσω.


Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Η ψίχα της μεταλαβιάς - Γιώργος Σκαμπαρδώνης


Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953 και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε σε εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και το σενάριο για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» σε συνεργασία με το σκηνοθέτη. Διεύθυνε την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και τα περιοδικά «Θ-97» (Βραβείο Ιπεκτσί), «Τάμαριξ» και «Χίλια Δέντρα». Διετέλεσε διευθυντής του καλλιτεχνικού περιοδικού «Πανσέληνος» της «Κυριακάτικης Μακεδονίας» που τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό βραβείο European Newspaperdesign Awards 2000. Η συλλογή διηγημάτων του «Η Στενωπός των υφασμάτων» τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος το 1993. Συνεργάστηκε επίσης επί δύο χρόνια με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση. Το 2012 έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών «Πέτρος Χάρης» για το βιβλίο του «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω».
Άλλα σημαντικά του έργα είναι τα «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό», «Η ψίχα της μεταλαβιάς», «Γερνάω επιτυχώς», «Επί ψύλλου κρεμάμενος», «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου», «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος». Πολλά απ’ τα έργα του έχουν μεταφραστεί στη γερμανική, αγγλική, γαλλική, ολλανδική, τσέχικη και  ιταλική γλώσσα.


Ο Γιώργος Κλήμεντος, δεκαετίες δύο αμφισβητίας, προδομένος ως είθισται, βγαίνει καλοντυμένος από την πολυκατοικία του, σήμερα πρωί Μεγάλης Πέμπτης, να πάει στην εκκλησία να κοινωνήσει.
Δεκαεφτά χρόνια έχει να πατήσει σ’ εκκλησία. Παρηγοριά όμως πουθενά δεν βρήκε - όλα του τα στηρίγματα κατέρρευσαν. Μόνος απόμεινε και πικραμένος. Κι είπε φέτος, έστω χωρίς νηστεία, να πάει στον Άγιο Θεράποντα να μεταλάβει.
Καθώς περνάει πεζοδρόμια και παρκαρισμένα αυτοκίνητα, σκίζεται, αίφνης, το εντός του καταπέτασμα και μέσα από ατμούς εποχών ξεδιακρίνει το Θεόδωρο Κλήμεντο, τον παππού του.
Σιγά σιγά τον βλέπει ολοκάθαρα. Δύο μέτρα άντρακλας ο παππούς και στέκεται, πριν από είκοσι τόσα χρόνια, έξω απ’ το χαγιάτι. Ήπιε τον καφέ του στο κουζινάκι και βγήκε με το χάραμα να πάει να δει τι γίνονται τα μελίσσια.
Στέκεται για λίγο στα πέτρινα σκαλιά, κοιτάζει τη σταχτιά καμπούρα του απέναντι βουνού, τραβάει δυο απανωτές, τελευταίες ρουφηξιές απ’ το σέρτικο «Μετσάγγος» του, ύστερα φτύνει τη γόπα. Τη σβήνει καλά και τη σφεντονίζει στ’ αγριόχορτα της αυλής.
Τα τελευταία πέντε χρόνια του ‘ρχονται όλα στραβά - ίσως γιατί στη μεταλαβιά της Μεγάλης Πέμπτης δεν του ‘πεφτε καθόλου ψίχα λειτουργίας. Κρασάκι μόνο και κάτι ψιχουλάκια που η γλώσσα δεν τα πιάνει. Το Αίμα μόνο, όχι το Σώμα. Γι’ αυτό του έρχονταν όλα ανάποδα: ο αδερφός του έπαθε φύσημα, το σκυλί του, τη Ρόζα, τη φαρμάκωσαν οι χωροφύλακες, τ’ αμπέλι παραδομένο στις αρρώστιες, τα μελίσσια ξερά. Μόνο τα καπνά έβγαζαν κάτι, ίσα ίσα για να θρέφει την οικογένεια.
Αλλά φέτος στη μετάληψη του ‘τυχε ένα μεγάλο κομμάτι ψίχας, σαν μικρή μπουκιά. Κατάπιες το κρασάκι και την ψίχα την κράτησε κάτω απ’ τη γλώσσα του, όπως κρατούσαν παλιότερα οι καταδιωγμένοι το τελευταίο τους φλουρί. Βγήκε από την εκκλησία και τράβηξε έξω από το χωριό, προς την Πάνω Βρύση, εκεί που είχε αραδιασμένα, φρεσκοβαμμένα γαλάζια, τα μελίσσια του.
Φτάνοντας διάλεξε την πιο καινούργια κυψέλη, άνοιξε το καπάκι της και κόλλησε στο απόμεσα μέρος την ψίχα της μεταλαβιάς με λίγο σάλιο, σαν μαστίχα. Ύστερα ξανάβαλε το καπάκι στη θέση του, κι έφυγε, κατηφόρισε προς το χωριό.
Τραβάει, λοιπόν, ανεβαίνει σήμερα πρωί πρωί κατά κει, μετά από δύο μήνες, να δει τι έγινε. Μέσα του νιώθει βέβαιος για την καλή σοδειά, αλλά και μια περίεργα ταραχή που δεν μπορεί να εξηγήσει.
Καθώς πλησιάζει, η αγωνία του μεγαλώνει. Ταχαίνει το βήμα του, σχεδόν τρέχει. Φτάνει λαχανιασμένος στα μελίσσια, στέκεται πάνω απ’ την κυψέλη όπου είχε βάλει την ψίχα, βαριανασαίνοντας. Οι μέλισσες τζιτζινίζουν γύρω του, αλλά δεν τον πειράζουν. Σκύβει, σηκώνει το καπάκι και χώνει τις χερούκλες του να τραβήξει την κερήθρα.
Αυτό όμως που πιάνει είναι περίεργο και βαρύ, με σχήμα παράξενο. Τα δάκτυλά του κολλούν στο μέλι, δεν βολεύονται. Βάζει τα χέρια του πιο βαθιά και αδράχνει αυτό το ανεξήγητο πράμα, το τραβάει μεμιάς προς τα έξω, το βγάζει, το απιθώνει στη διπλανή κυψέλη και τι να δει;
Μια κορόνα, μια βασιλική κορόνα από κερήθρα λαμποκοπάει μπροστά του στον πρωινό ήλιο. Μια αυτοκρατορική, βυζαντινή κορόνα από κερήθρα και μέλι αστραφτοκοπάει περήφανη, τρομερή, αλλόκοτη, πάνω στην κυψέλη.
Στέκεται άναυδος. Τα πόδια του, αυτά τα πόδια που δεν τρέμισαν μπροστά σε σφαγές και φονικά, αρχίζουν να τρέμουν, να λυγίζουν ασυναίσθητα.
Κάθεται αργά αργά χάμω, μέσα στα χώματα, ανίκανος να πει μια λέξη, κοιτάζοντας έκθαμβος την κορόνα, το αυτοκρατορικό στέμμα.
Μένει έτσι ώρα πολλή, κατάχαμα, αποσβολωμένος, θαυμάζοντας.
Ύστερα σηκώνεται ζαλισμένος, σταυροκοπιέται, πιάνει απαλά την κορόνα από τη βάση της και αρχίζει να προχωράει αργά, με προσοχή, μήπως σκοντάψει και πέσει.
Κατεβαίνει σιγά τη ρεματιά, ύστερα κόβει αριστερά, περνάει το γεφυράκι, γυρίζει πίσω απ’ το σχολείο - ο Γιώργος Κλήμεντος βλέπει τώρα τον παππού του να περπατάει προσεκτικά ανάμεσα στα δέντρα και να μικραίνει πλησιάζοντας προς την εκκλησία του χωριού, τον Άγιο Σωτήρα, για να δείξει την κορόνα στον παπα -Γεράσιμο.
Αλλά είναι ο ίδιος που πλησιάζει στο ναό του Αγίου Θεράποντα με άδεια χέρια, ενώ ο παππούς του χάνεται μες στους ατμούς της μνήμης, στα αλλόκοτα φυλλώματα των παραισθήσεων αυτής της Μεγάλης Πέμπτης που ο Γιώργος Κλήμεντος πάει, μετά από δεκαεφτά χρόνια, να μεταλάβει ζητώντας απεγνωσμένα την παρηγορία.
Μπαίνει στην εκκλησία, στέκεται στην ουρά, και βλέπει. Ηλεκτρικά καντήλια, μεγάφωνα στους τοίχους, βιομηχανικοί πολυέλαιοι. Οι αγιογραφίες, οι τοιχογραφίες με χρώματα χαρωπά - καθόλου ευσέβεια και δέος δεν του εμπνέουν. Περιμένει υπομονετικά και κάποτε έρχεται η σειρά του. Ο παπάς προτείνει το κουταλάκι με τη μεταλαβιά.

Ο Κλήμεντος ανοίγει το στόμα του, παίρνει την κοινωνία. Μια γουλιά στυφό κρασί χωρίς καθόλου ψίχα - μόνο κάτι ελάχιστα ψιχουλάκια που δεν τα πιάνει η γλώσσα του, που όσο κι αν πασκίζει, όσο κι αν αγωνίζεται, όσο κι αν στριφογυρίζει, δεν τα πιάνει. 

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Η δικαιοσύνη στον κόσμο μας

O γελοιογράφος Gündüz Ağayev από το Αζερμπαϊτζάν  μέσα από 13 σκίτσα στηλιτεύει την έλλειψη δικαιοσύνης σε αρκετές χώρες του κόσμου, παρουσιάζοντας τη θεά Θέμιδα, να απειλείται, να δολοφονείται, να φυλακίζεται ή στην περίπτωση της χώρας μας, να ζητιανεύει καθισμένη πάνω σε μία σημαία της Ε.Ε.
Για την ολοκλήρωση του έργου του, ο Ağayev χρειάστηκε περίπου 15 ημέρες όχι μόνο σχεδιασμού, αλλά και μελέτης της ιστορίας και της τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής κατάστασης της κάθε χώρας.
Όπως επισημαίνει, αυτές οι εικόνες απεικονίζουν τις πραγματικές συνθήκες των χωρών.

Κίνα



Αζερμπαϊτζάν





Γαλλία





Συρία




Μεγάλη Βρετανία





Βόρεια Κορέα





Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής






Γερμανία




Βραζιλία




Τουρκία




Ρωσία




Ιράν




Ελλάδα