ΩΡΑ...

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Πού βρίσκεται η «μέση του Ωκεανού;»




Το σημείο της Γης που απέχει περισσότερο από τη στεριά, βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό και είναι γνωστό ως «Point Nemo». Πήρε το όνομά του από το διάσημο καπετάνιο του υποβρυχίου «Ναυτίλος» στα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν «Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα» και «Η μυστηριώδης νήσος».
Μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε τρόπος προσδιορισμού της «μέσης του ωκεανού». Το 1992, ο Κροάτης μηχανικός έρευνας Hrvoje Lukatela που ζει και εργάζεται στον Καναδά, χρησιμοποίησε ένα γεωχωρικό πρόγραμμα δικού του σχεδίου που ονομάζεται «Ίππαρχος ο Ρόδιος», προς τιμήν του μεγαλύτερου αρχαίου Έλληνα αστρονόμου που ανακάλυψε τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη προκειμένου να υπολογίσει τις αποστάσεις στην επιφάνεια της Γης, για να εντοπίσει με τη σειρά του τη «μέση του ωκεανού». Ο Hrvoje Lukatela σκέφτηκε πως επειδή η επιφάνεια της Γης είναι τρισδιάστατη, θα πρέπει το πλέον απομακρυσμένο σημείο των ωκεανών της να καθορίζεται στην ίδια απόσταση από το πλησιέστερες τρεις ακτές. Το πρόγραμμα «Ίππαρχος ο Ρόδιος» εντόπισε το σημείο αυτό, το οποίο έλαβε την ονομασία «Point Nemo».


 

Το «Point Nemo» βρίσκεται στις γεωγραφικές συντεταγμένες 48° 52,6΄ νότια, 123° 23.6΄ δυτικά και απέχει 1.670 μίλια (2.688 χιλιόμετρα) από τρία σημεία ξηράς: Από το Ducie Island, μια ακατοίκητη ατόλη στο Pitcairn Island προς τα βόρεια, το Motu Nui στα βορειοανατολικά, το μεγαλύτερο από τα τρία νησιά στο νότιο άκρο της Νήσου του Πάσχα και του Maher Island ανοικτά των ακτών της Marie Byrd Land στην Ανταρκτική, νότια.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Σωτήρης Σκάντζικας: Ο Έλληνας της Μεγάλης ναζιστικής Απόδρασης



Το κλασικό πολεμικό «Η Μεγάλη Απόδραση» με τον Στιβ ΜακΚουίν γυρίστηκε το 1963 για να διηγηθεί μια πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα στα ναζιστικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου το σωτήριο έτος 1944.
Ήταν την προηγούμενη χρονιά που οι ναζί είχαν μεταφέρει τους πιο «ζωηρούς» αιχμαλώτους πολέμου σε μια εγκατάσταση υψίστης ασφαλείας στη Νότια Σιλεσία, στον χώρο δηλαδή που ο συνταγματάρχης φον Λούγκερ κόμπαζε πως «δεν θα υπάρξουν αποδράσεις από αυτό το στρατόπεδο». Οι Γερμανοί είχαν ταλαιπωρηθεί εξάλλου αρκετά από τις τόσες αποδράσεις των αιχμαλώτων Συμμάχων, γι’ αυτό και μετέφεραν τους πιο αποφασισμένους στο στρατόπεδο Στάλαγκ Λουφτ Γ’.
Κι όμως, παρά τις εμφατικές διακηρύξεις του Γ’ Ράιχ, εκεί θα λάμβανε χώρα η μαζικότερη και πιο πετυχημένη οργανωτικά και εκτελεστικά δραπέτευση του πολέμου, όταν 73 άνθρωποι το έσκασαν κάτω από τις μύτες των δεσμοφυλάκων! Τα πολλαπλά μέτρα ασφαλείας στάθηκαν ανίκανα να κρατήσουν εντός τούς μαέστρους της απόδρασης, μεταξύ των οποίων ήταν και ο έλληνας ανθυποσμηναγός Σωτήριος Σκάντζικας.
Ήταν την άνοιξη του 1943 όταν ο δαιμόνιος βρετανός αξιωματικός της Βασιλικής Αεροπορίας, Ρότζερ Μπούσελ, συνέλαβε το παράτολμο και πρωτόγνωρο λίγο-πολύ σχέδιο απόδρασης: να την κάνουν σκάβοντας όχι ένα, αλλά τρία τούνελ! Σε περίπτωση που οι Γερμανοί ανακάλυπταν το ένα, δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι υπήρχαν άλλες δυο σήραγγες που περίμεναν τους τροφίμους.
Ο Σκάντζικας συμμετείχε στη συστηματική δουλειά της διάνοιξης των τριών τούνελ και όταν όλα ετοιμάστηκαν, απέδρασε πλάι στους άλλους 75. Το μοναδικό της Μεγάλης Απόδρασης, όπως ονομάστηκε πριν καν βγει η ταινία, ήταν η μαζικότητα του σχεδίου, καθώς περισσότεροι από 600 αιχμάλωτοι γνώριζαν και βοήθησαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην πραγματοποίησή της.
Έναν σχεδόν χρόνο μετά, τα τρία τούνελ ήταν έτοιμα. Και μια αφέγγαρη νύχτα του Μαρτίου του 1944, παρά τις αναποδιές, 76 κρατούμενοι το σκάνε, αν και σύντομα θα έπεφταν στα χέρια της Γκεστάπο οι 73 από δαύτους. Ο έλληνας πιλότος ήταν ανάμεσα στους πενήντα που εκτελέστηκαν στο απόσπασμα, είχε όμως κι αυτός το χαμόγελο στα χείλη που την είχε φέρει στους ναζί και μάλιστα στο ίδιο τους το σπίτι.
Μέχρι τότε βέβαια ο γενναίος ανθυποσμηναγός της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας είχε πάρει μέρος σε πολλές αερομαχίες κατά του Άξονα μέσα στο κόκπιτ του θρυλικού μαχητικού του Hurricane. Κατάφερε να διαφύγει ακόμα και από την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου τον Απρίλιο του ’41 στην Κρήτη, περνώντας στη Μέση Ανατολή και παίρνοντας μέρος σε νέες αερομαχίες στη Βόρεια Αφρική.
Ο πιλότος της 336ης Βασιλικής Ελληνικής Μοίρας Διώξεως συμμετείχε στην εξίσου θρυλική επιχείρηση «Θέτις» που οργάνωσαν οι Σύμμαχοι τον Ιούλιο του 1943 για να πλήξουν τους ναζί στην Κρήτη, όταν το Hurricane καταρρίφτηκε και εκείνος έπεσε στα χέρια του εχθρού.
Τώρα ήταν ώρα για νέους άθλους, παρά το γεγονός ότι θα ήταν αιχμάλωτος πολέμου…

Πρώτα χρόνια



Ο Σωτήριος Σκάντζικας γεννιέται το 1921 στην Αθήνα. Για τα παιδικά του χρόνια και την οικογενειακή του κατάσταση δεν είναι τίποτα γνωστό, τον ξαναβρίσκουμε όμως τον Σεπτέμβριο του 1940 ως δόκιμο στη Σχολή Αεροπορίας.
Ξέρουμε επίσης ότι μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, μετακινήθηκε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχισε την εκπαίδευση του πιλότου. Τον Ιούλιο του 1942 πήρε τον βαθμό του αρχισμηνία και ως κυβερνήτης έλαβε μέρος στις συμμαχικές επιχειρήσεις του Αφρικανικού Μετώπου…

Επιχείρηση «Θέτις» - Στόχος: Κρήτη


Στις 23 Ιουλίου 1943, τόσο η 335 όσο και η 336 ΜΔ γνώρισαν σημαντικές απώλειες σε επίπεδο χειριστών, όταν συμμετείχαν από κοινού στην επιχείρηση «Θέτις», τη σημαντικότερη και μαζικότερη αποστολή των ελληνικών μοιρών δίωξης στη Μέση Ανατολή. Ο στόχος των Συμμάχων ήταν η προσβολή γερμανικών στόχων στην κατεχόμενη πια Κρήτη και για τους έλληνες πιλότους είχε ιδιαίτερη συμβολική, μιας και γινόταν ως αντίποινα για τη Σφαγή της Κανδάνου από το γερμανικά στρατεύματα.
Οκτώ αεροσκάφη της 335 ΜΔ απογειώθηκαν από το αεροδρόμιο της Μάρσα Ματρούχ και άλλα εννιά της 336 ΜΔ, μεταξύ των οποίων και το Hurricane του ανθυποσμηναγού Σκάντζικα. Έπειτα από τρεις ώρες πτήσης, τα ελληνικά μαχητικά πλήττουν τον σταθμό ραντάρ της Ιεράπετρας καθώς και στρατιωτικούς στόχους στην ευρύτερη περιοχή, παρά τον καταιγισμό των αντιαεροπορικών πυρών. Ο ανθυποσμηναγός Κόκκας παρατηρεί: «Χτυπάμε καταυλισμούς, αυτοκίνητα, πυροβολεία και κάθε στρατιωτικό στόχο που βρίσκεται μπροστά μας. Παντού όμως μας δίνουν και απάντηση τα εχθρικά αντιαεροπορικά».


Τα ελληνικά αεροπλάνα συνέχισαν την αποστολή τους στο Ηράκλειο, όπου και έπληξαν γερμανικό στρατόπεδο. Εκεί θα χτυπηθεί το μαχητικό του Σκάντζικα και θα καταπέσει. «Ακριβώς δεξιά μου πετάει ο συμμαθητής μου, ο Σκάντζικας, και μου κάνει νόημα με τον αντίχειρα ότι χτυπήθηκε. Το αεροπλάνο του είναι σκεπασμένο με λάδια που φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στον συνάδελφό μου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα», αναφέρει συνάδελφός του.
Ο πιλότος κατάφερε να απεγκλωβιστεί από το HW250 και να προσγειωθεί με το αλεξίπτωτό του, έπεσε όμως αμέσως στα χέρια του εχθρού. Με συνοπτικές διαδικασίες οδηγείται στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Κάτω Σιλεσίας, όπου θα φυλακιζόταν λίγο αργότερα και ο διοικητής του, σμηναγός Διαμαντόπουλος…

Η μεγαλοφυής Μεγάλη Απόδραση


Το Στάλαγκ Λουφτ Γ’ είχε χτιστεί κοντά στην πόλη Ζάγκαν της σημερινής Πολωνίας (Κάτω Σιλεσίας τότε), καθώς το ορεινό του τοπίου θα έκανε δύσκολη τη διάνοιξη τούνελ. Έτσι πίστευαν τουλάχιστον οι αρχιτέκτονες του στρατοπέδου αιχμαλώτων, καθώς το ήθελαν υψίστης ασφαλείας, προκειμένου να μεταφερθούν εκεί όλοι οι ύποπτοι για δραπέτευση αιχμάλωτοι πολέμου.
Η Ανατολική Πτέρυγα άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες της στις 21 Μαρτίου 1942, φιλοξενώντας βρετανούς αιχμαλώτους, τόσο αξιωματικούς της Βασιλικής Αεροπορίας όσο και της Ναυτικής Αεροπορίας. Στις 11 Απριλίου 1942 παραδόθηκε η Κεντρική Πτέρυγα, για να στεγάσει και πάλι Βρετανούς. Τρίτη κατά σειρά είναι η Βόρεια Πτέρυγα, η οποία δημιουργήθηκε στις 29 Μαρτίου 1943 ειδικά για τους βρετανούς αεροπόρους. Μια τέταρτη (Νότια Πτέρυγα) και μια πέμπτη (Δυτική Πτέρυγα) λειτούργησαν τον Σεπτέμβριο του 1943 και τον Ιούλιο του 1944, αντίστοιχα, για αξιωματικούς της Κοινοπολιτείας και Αμερικανούς αυτή τη φορά αιχμαλώτους.


Το Στάλαγκ διέθετε μάλιστα το καλύτερο πρόγραμμα ψυχαγωγίας από κάθε άλλο ναζιστικό στρατόπεδο αιχμαλώτων, διαθέτοντας γήπεδα ποδοσφαίρου, μπάσκετ και βόλεϊ. Οι κρατούμενοι συμμετείχαν στις αθλητικές δραστηριότητες και διοργανώνονταν ακόμα και εσωτερικά πρωταθλήματα. Μέχρι και η δεξαμενή νερού για την πυρόσβεση είχε μετατραπεί σε πισίνα για κολύμπι!
Οι 800 άντρες της δύναμης του στρατοπέδου ήταν παλαίμαχοι αεροπόροι ή τραυματίες που βρίσκονταν σε στάδιο ανάρρωσης. Όσο για τον ταγματάρχη υποδιοικητή, ήταν καθηγητής πανεπιστημίου πριν από τον πόλεμο, πολυμαθής και εξαιρετικά επιεικής στη διοίκηση του στρατοπέδου, ένας τύπος που εκτιμούσαν όλοι οι αιχμάλωτοι για τη χαλαρότητα και τα στραβά μάτια που έκανε στις τόσες απαγορεύσεις.


Εκεί θα οδηγηθεί ο Σκάντζικας, θα πάρει αριθμό κρατουμένου «Νο 1822», θα τοποθετηθεί στην πτέρυγα με τους βρετανούς αεροπόρους και θα λάβει από την αρχή μέρος στις προετοιμασίες για τη μεγάλη απόδραση, καθώς εκατοντάδες αιχμάλωτοι πήραν μέρος στο σκάψιμο και τις άλλες δουλειές, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο. «Εγκέφαλος» της όλης επιχείρησης ήταν ο βρετανός επισμηναγός Ρότζερ Μπούσελ, που οργάνωσε στη Βόρεια Πτέρυγα την περιβόητη σήμερα «Επιτροπή Αποδράσεων» και άφησε άπαντες με το στόμα ανοιχτό όταν τους διηγήθηκε το ανατρεπτικό του σχέδιο.
Ο πιλότος της RAF άνοιξε το στόμα του και είπε: «Όλοι εμείς που βρισκόμαστε σε αυτή εδώ την αίθουσα ζούμε με δανεικό χρόνο. Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε νεκροί. Ο μόνος λόγος που ο Θεός μάς επέτρεψε να ζούμε ακόμη είναι για να μπορέσουμε να κάνουμε κόλαση τη ζωή αυτών των Ούννων. Στη Βόρεια Πτέρυγα θα επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας για την ολοκλήρωση μιας κεντρικής σήραγγας διαφυγής. Δεν θα κατασκευάσει κανείς άλλος κανένα άλλο τούνελ. Θα σκάψουμε τρεις ποτισμένες στο αίμα σήραγγες. Τις Τομ, Ντικ και Χάρι. Μία απ’ όλες θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα».


Ο Μπούσελ τα είχε σκεφτεί όλα: το σχέδιό του περιλάμβανε τη μαζική απόδραση 200 και πλέον κρατουμένων, οι οποίοι ντυμένοι με πολιτικά ρούχα και με πλαστά χαρτιά στα χέρια τους θα περνούσαν απαρατήρητοι από τον εχθρό. Ήταν εξάλλου σε γερμανικό έδαφος και όλα τα προσχήματα έπρεπε να τηρηθούν. Ο Μπούσελ ήθελε να βγάλει και τους 600 αιχμαλώτους που πήραν τελικά μέρος στην αποστολή, επικράτησε ωστόσο η λογική: πρώτα θα έβγαιναν όσοι μιλούσαν γερμανικά και αυτοί που είχαν βοηθήσει φυσικά πολύ.
Η κατασκευή της σήραγγας «Τομ» ξεκίνησε σε μια σκοτεινή γωνιά ενός κτιρίου της Βόρειας Πτέρυγας. Η είσοδος του «Ντικ» ήταν προσεκτικά κρυμμένη σε ένα φρεάτιο αποστράγγισης στις τουαλέτες. Ο «Χάρι» κρυβόταν καλά κάτω από μια σόμπα. Περισσότεροι από 600 άνθρωποι πήραν με κάθε μέσο και τρόπο μέρος στην κατασκευή τους.


Μιλάμε εξάλλου για εννιά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης! Το πλάτος των τουνέλ ήταν αρκετά στενό, γύρω στους εξήντα πόντους. Για να στηριχθούν μάλιστα οι αμμώδεις τοίχοι των τούνελ χρησιμοποιήθηκαν ξύλινα υποστηρίγματα που προήλθαν από τις σανίδες των κρεβατιών των τροφίμων.
Ο σμηναγός Μπομπ Νέλσον κατασκεύασε τους αεραγωγούς των τούνελ, τα οποία χρειάστηκαν έναν περίπου χρόνο για να αποπερατωθούν, καθώς έπρεπε να προσέχουν πολύ. Η ευρηματικότητα των συμμετεχόντων να κρατήσουν μυστική την επιχείρηση αξίζει ιδιαίτερη μνεία, όπως εξίσου μεγαλοφυής ήταν και η εκτέλεση του σχεδίου, καθώς τα πάντα μετατρέπονταν σε σκαπτικά εργαλεία και άλλα εξαρτήματα της επιχείρησης.


Το λίπος από τις κρύες σούπες, για παράδειγμα, έγινε κεριά που φώτιζαν τα λαγούμια, την ίδια ώρα που το χώμα κρυβόταν μέσα σε ειδικές τσέπες που έραψαν οι τρόφιμοι στα παντελόνια τους. Με το χώμα το παντελόνι έπαιρνε ένα ιδιαίτερο σχήμα που θύμιζε πιγκουίνους, κι έτσι οι μεταφορείς του χώματος ονομάστηκαν «πιγκουίνοι» (και εξαιτίας του χαρακτηριστικού προσεκτικού τους βαδίσματος).
Ταυτοχρόνως, με δωροδοκίες και άλλες εκδουλεύσεις στους φρουρούς, οι αιχμάλωτοι κατάφεραν να προμηθευτούν πλαστά έγγραφα, πυξίδες, χάρτες, πολιτικά ρούχα, ακόμα και γερμανικές στολές. Όλα ήταν πια έτοιμα και μάλιστα κάτω από τις μύτες των Γερμανών, παρά το γιγαντιαίο της επιχείρησης και το μαζικό της οργάνωσής της.


Κάτι είχαν καταλάβει βέβαια ότι σκαρωνόταν στο στρατόπεδο, δεν μπορούσαν ωστόσο να εξακριβώσουν τι. Έβαλαν πάντως καλού κακού κάποιους φρουρούς να καραδοκούν στο δάσος έξω από το Στάλαγκ, όταν και ανακάλυψαν τον «Τομ».
Τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει λοιπόν και η μεγάλη απόφαση πάρθηκε γρήγορα γρήγορα. Διακόσιοι νοματαίοι θα το έσκαγαν το βράδυ και μάλιστα όσοι είχαν δουλέψει σκληρά. Όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, ο Σκάντζικας, που όλοι φώναζαν «Νικ», είχε εργαστεί σαν σκυλί, γι’ αυτό και ήταν ένας από τους πρώτους 100 που θα έβγαιναν.


Τη νύχτα της 25ης Μαρτίου 1944 το φεγγάρι δεν βγήκε. Η στιγμή ήταν ιδανική, αν και το πυκνό χιόνι που είχε πέσει έφραξε την είσοδο του κεντρικού τούνελ διαφυγής. Τα σχέδια άλλαξαν την τελευταία στιγμή, κι έτσι «μόνο» 76 κατάφεραν να διαφύγουν από τον «Χάρι». Ήταν 21 Βρετανοί, έξι Καναδοί, έξι Πολωνοί, πέντε Αυστραλοί, τρεις Νοτιοαφρικανοί, δύο Νεοζηλανδοί, δύο Nορβηγοί, ένας Βέλγος, ένας Τσεχοσλοβάκος, ένας Γάλλος, ένας Λιθουανός και ένας Έλληνας φυσικά, ο Σκάντζικας, που κατάφερε να αναπνεύσει για λίγο τον αέρα της ελευθερίας.
Ο Σκάντζικας είχε μάλιστα το νούμερο 49 μεταξύ των 100 της πρώτης απόπειρας, ενώ ο διοικητής του Σπυρίδων Διαμαντόπουλος έμεινε εκτός εκατοντάδας. Ο Σκάντζικας είχε εφοδιαστεί με πλαστή ταυτότητα και πολιτικά ρούχα, έχοντας τις πιθανότητες υπέρ του. Η απόδραση συγκλόνισε όμως το Γ’ Ράιχ και έπληξε το γόητρο του ίδιου του Φύρερ, ο οποίος διέταξε να συλληφθούν και να εκτελεστούν άμεσα όλοι οι δραπέτες. Έστησε μάλιστα ένα τεράστιο ανθρωποκυνηγητό με δεκάδες χιλιάδες αστυνομικούς, στρατιώτες, συνοριοφύλακες και άντρες της Γκεστάπο…
Το φριχτό τέλος


Η απόδραση, που ξεκίνησε στις 10:00 το βράδυ και διήρκεσε έως τις 5:00 τα ξημερώματα της 25ης Μαρτίου, έφερε τον Σκάντζικα και τους άλλους έντεκα της ομάδας του στο δάσος έξω από το στρατόπεδο. Ντυμένος με τροποποιημένη παλιά στολή και εργατικό καπέλο, απέδρασε πλάι στον Βρετανό σμηναγό Τζίμι Τζέιμς. Το σχέδιο τους προέβλεπε να κατευθυνθούν στα τσεχοσλοβακικά σύνορα, με προορισμό την Ελλάδα, και μέσω Τουρκίας να φτάσουν στη Μέση Ανατολή, για να ριχτούν και πάλι στον πόλεμο.
Η δωδεκαμελής ομάδα έφτασε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Τσίμπσντορφ και από κει με τα πόδια, διαβαίνοντας κορφοβούνια και χαράδρες, έφτασαν την επομένη στην πόλη Χίρσμπεργκ. Αποκαμωμένοι οι δυο άντρες, καθώς η ομάδα χωρίστηκε, είπαν να ξανανέβουν στο τρένο, κι αυτό ήταν το μοιραίο λάθος. Οι γερμανικές αρχές καραδοκούσαν για τους δραπέτες και στον έλεγχο που τους έγινε συνελήφθησαν αμέσως.
Την Τετάρτη, 28 Μαρτίου 1944, στις 2:00 μετά το μεσημέρι, ο Σκάντζικας οδηγήθηκε στο απόσπασμα. Σε μια από τις δίκες της Νυρεμβέργης αποκαλύφθηκε ότι εκτελέστηκε στις 29 Μαρτίου από στρατιώτη της Γκεστάπο, κάτω «από αδιευκρίνιστες συνθήκες». Στο πιστοποιητικό θανάτου του αναγραφόταν ψευδώς ότι «κατά τη μεταφορά του, εφονεύθη επιχειρώντας να δραπετεύσει», όπως έγραφαν εξάλλου όλα τα πιστοποιητικά των πενήντα εκτελεσθέντων.


Ο θάνατός του ανακοινώθηκε στην 336η ΒΕΜΔ με τηλεγράφημα τον Μάιο του 1944: «Μετά λύπης σας γνωρίζουμε ότι ο ανθυποσμηναγός Σωτήρης Σκάντζικας της Ε.Β.Α., ανήκων στη μονάδα σας, απολεσθείς την 23-7-1943 και αιχμαλωτισθείς, φέρεται νυν ως αποθανών, εν αιχμαλωσία. Όπως πληροφορήθηκε το υπουργείο Αεροπορίας, ο ανωτέρω αξιωματικός εφονεύθη βληθείς την 25η Μαρτίου 1944, καθ’ ον χρόνον προσεπάθη να δραπετεύσει εκ του στρατοπέδου αιχμαλώτων Stalag Luft ΙΙΙ».
Για να κρυφτεί μάλιστα το έγκλημα πολέμου, η σορός του αποτεφρώθηκε στο κρεματόριο της πόλης Χίρσμπεργκ και η τεφροδόχος του στάλθηκε χαιρέκακα πίσω στο στρατόπεδο απ’ όπου είχε δραπετεύσει. Από τους 76 της Μεγάλης Απόδρασης, μόλις τρεις, δύο Νορβηγοί και ένας Ολλανδός αξιωματικός, κατάφεραν να διαφύγουν από την κατεχόμενη Ευρώπη και να σωθούν.


Η λήκυθος του Σκάντζικα τοποθετήθηκε αργότερα στο μνημείο που στήθηκε από τους παλιούς συγκρατούμενούς του στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Πόζναν της Πολωνίας. Αργότερα έγινε γνωστό ότι το μαζικό έγκλημα της εκτέλεσης των δραπετών έλαβε χώρα στις 30 Μαρτίου και πως οι άντρες της Γκεστάπο τους πυροβόλησαν από πίσω, προφασιζόμενοι ότι οι συλληφθέντες προσπαθούσαν να αποδράσουν.
Όταν οι Γκεσταπίτες μπήκαν στο στρατόπεδο για έρευνα, έμειναν έκπληκτοι από το θέαμα που αντίκρισαν. Ο περισσότερος εξοπλισμός του στρατοπέδου είχε εξαφανιστεί! Καρέκλες, τραπέζια, καλώδια, κρεβάτια, μαχαιροπίρουνα και ένα σωρό ακόμα αντικείμενα είχαν χρησιμοποιηθεί για το μεγάλο σχέδιο.
Παραδόξως, η ελληνική συμμετοχή στη Μεγάλη Απόδραση σπανίως μνημονεύεται στα μνημόσυνα των θυμάτων και τα αφιερώματα του γεγονότος…


Πηγή: Newsbeast

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη

1956. Ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης έχοντας ήδη περάσει οχτώ χρόνια στην εξορία για τις αριστερές του ιδέες, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί - με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας -  για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό». Η δίκη είναι πολύ σημαντική καθώς εκείνο που προσπαθεί να χειραγωγηθεί στη συγκεκριμένη δίκη είναι το πνεύμα.


Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ο Λουντέμης ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απάντησε:
«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».

Στη συνέχεια κατέθεσαν πολλοί μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Αξίζει να σταθούμε σε δύο περιπτώσεις, έναν μάρτυρα κατηγορίας, τον αστυνόμο της γενικής ασφάλειας Καραχάλιο και έναν υπεράσπισης, τον ποιητή Κώστα Βάρναλη.
Στην εξέταση του μάρτυρα Καραχάλιου, ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) πήρε απ’ το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το άνοιξε και άρχισε να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:
«Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
Ο διαλεχτός της άρνησης
Κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα
Νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας,
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,
Εγώ κι ο ανοιχτομάτης
Του μακρεμένου αγναντευτής
Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
Και με το καριοφύλλι μου
Και με το απελατίκι
Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
Γη χέρσα το χωράφι».
Εδώ ο Θεοτοκάτος σταμάτησε, στράφηκε προς το μάρτυρα και είπε:
«Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς».
Ο Καραχάλιος όμως σιωπούσε. Ύστερα από λίγο είπε:
«Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα».
«Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω», είπε ο Θεοτοκάτος.
«Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
Και κάλλιο ανοίχτε , τάφοι,
Και , δυναμίτη, βρόντηξε
Και σιγοστάλαξε αίμα
Παρά σε πύργους άρχοντας
Και σε ναούς το ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών
Η πλάση με τα’ αγρίμια
Ξανάρχεται. Καλώς να’ ρθη.
Γκρεμίζω την ασχήμια…»
Σταμάτησε πάλι ο συνήγορος και ξαναρώτησε το μάρτυρα:
«Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;»
Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρώτησε:
«Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;»
«Γιατί, κύριε μάρτυς, σας ενδιαφέρει;»
«Ναι, με ενδιαφέρει».
«Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό».
«Μα ξέρετε, κύριε συνήγορε… Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου, σας παρακαλώ, τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη».
«Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του».
Εδώ επέμβηκε ο εισαγγελέας :
«Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;»
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που είχε χάσει φαίνεται την υπομονή του, γύρισε προς τον εισαγγελέα και του είπε:
«Αφήστε, κύριε εισαγγελέα. Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός».
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντας τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και είπε ουρλιάζοντας:
«Κύριε συνήγορε, δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ‘γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθίσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Έλλην , είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας…» είπε ο πρόεδρος και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.
«Κύριε πρόεδρε», είπε τότε ο Θεοτοκάτος, «ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα», συμπλήρωσε, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. «Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κλπ κλπ είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα ‘’Ο εκδικητής’’ που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που το ‘γραψε και που, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να δικαστεί για προδοσία, δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή, Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς, κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:  Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο ‘’Βουρκωμένες μέρες’’ και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται».
Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάστηκε, τα ‘χασε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτύπησε το κουδούνι αμήχανα και διέκοψε τη συνεδρίαση λέγοντας:
«Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα».


Ανάμεσα στους υπερασπιστές του Λουντέμη ήταν κι ο Βάρναλης, ο οποίος δεν είχε καν την υπομονή να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μόλις πληροφορήθηκε για τη δίκη απ’ τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του και πήγε μόνος του. Δε λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτοριανών (που χανε κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο) και μπήκε στην αίθουσα.
«Κωνσταντίνος Βάρναλης» φώναξε ο κλητήρας. Ο Βάρναλης τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
«Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του είπαν.
«Εμένα; Τότε τι ‘’Κωνσταντίνος’’ λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω».
«Περάστε κ. Βάρναλη», του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που ‘κανε τον διανοούμενο.
Ο Βάρναλης πλησίασε κάτω απ’ την έδρα με το χέρι στ’ αφτί. Ο Πρόεδρος ρώτησε:
«Πιο δυνατά!» φώναξε ο Βάρναλης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: (Με έμφαση): «Ένοχος; Όχι! Για να ‘ναι ένοχος ένας συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις:
Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους;
Δεύτερο: Αν ο λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;
Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;
Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος».
[…] ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον ‘’Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό’’»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ε;»
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Ο συγγραφεύς - δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της - την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών».
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Καλά κάνει».
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ποιονών. Των χωροφυλάκων;»
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Βεβαίως».
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο».
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Κύριε Βάρναλη…»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας».
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (διακόπτει): «Κύριε Βάρναλη, πιστεύετε πως ο κατηγορούμενος συμφωνεί με αυτό το είδος υπεράσπισης που του κάνετε;»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω».
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε».
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): «Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε ‘’λόγω αμφιβολιών’’! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!» 
Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τον τρόπο υπεράσπισής του, ο Λουντέμης φυσικά πήρε το μέρος του Βάρναλη. 


Τέλος ο Λουντέμης κλήθηκε να απολογηθεί και να κάνει μια αναδρομή στη ζωή του. Ο συγγραφέας περιέγραψε μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν έφτασε να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο, ο πρόεδρος παρατήρησε:
«Απορώ ... πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας...».
Και ο Λουντέμης απάντησε:
«Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια ο άνθρωπος για να χρόνια για να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν θα τον γυρίσω πάλι πίσω, στα τέσσερα, εγώ!» 


Για την ιστορία ο Λουντέμης καταδικάστηκε σε απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του. Μετά τη δίκη αυτοεξορίστηκε στο Βουκουρέστι, ενώ η στρατιωτική δικτατορία του αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1976 και πέθανε το 1977.