ΩΡΑ...

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Eugen Berthold Friedrich Brecht - Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου


Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
θεωρούνε ταπεινό
να μιλάς για το φαΐ…
Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει.
Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
χωρίς να ‘χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής…

Πώς ν’ αναρωτηθούν πούθε έρχονται
και πού πηγαίνουν;
Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι.
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
δεν τα ‘χουν ακόμα δει
όταν σημαίνει η ώρα τους.

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
γι’ αυτό που είναι ταπεινό
ποτέ δεν θα υψωθούν.

Το ημερολόγιο
δεν δείχνει ακόμα την ημέρα.
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
είναι ανοιχτές.
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί
μ’ έναν σταυρό.

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί.
Οι έμποροι φωνάζουν για αγορές - φτιάχνουν οβίδες -
Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι έμποροι φωνάζουν για αγορές - φτιάχνουν οβίδες -
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται!
Τα χέρια που ήταν σταυρωμένα, σαλεύουν πάλι:
Φτιάχνουν οβίδες.

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
κηρύχνουν τη λιτότητα.
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
ζητάνε θυσίες.
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν.
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
λένε πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό
είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε:
Πόλεμος και ειρήνη
είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά.
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα.
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά.
Ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους.

Όταν αυτοί που είναι ψηλά
μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει
πως έρχεται ο πόλεμος.
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
καταριούνται τον πόλεμο
διαταγές για επιστράτευση
έχουν υπογραφεί.

Όταν αυτοί που είναι ψηλά
μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει
πως έρχεται ο πόλεμος.
Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο:
«Θέλουμε πόλεμο».
Αυτός που το ‘χε γράψει
έπεσε κι όλας.

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε:
«Να ο δρόμος για τη δόξα».
Αυτοί που είναι χαμηλά λένε:
«Να ο δρόμος για το μνήμα».

Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
δεν είναι ο πρώτος.
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι.
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
υπήρχαν νικητές και νικημένοι.
Στους νικημένους, ο φτωχός λαός,
πέθαινε απ’ την πείνα.
Στους νικητές, ο φτωχός λαός,
πέθαινε το ίδιο.

Σαν θα ‘ρθει η ώρα της πορείας,
πολλοί δεν ξέρουν,
πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους.
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
είναι του εχθρού τους η φωνή.
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
είναι ο ίδιος τους ο εχθρός.

Νύχτα…
Τ’ ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους.
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά!

Στρατηγέ!
Το τανκς σου είναι δυνατό μηχάνημα.
Θερίζει δάση ολόκληρα
κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται οδηγό!

Στρατηγέ!
Το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο.
Πετάει πιο γρήγορα κι απ’ τον άνεμο
κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται πιλότο!

Στρατηγέ!
Ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ!
Ξέρει και να πετάει
ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ.

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Ίδε ο δάσκαλος - Δημήτρης Λιαντίνης

«Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα;» 
Δημήτρης Λιαντίνης


Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θα ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.
Γιατί; Απλά, γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δάσκαλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας. Και στο τέλος-τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρησή μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας…
Χωρίς το δάσκαλο ο λόγος θα σάπιζε άχρηστος μέσα στο έλος του κρανίου μας. Όπως σαπίζει άχρηστο το τραίνο που ρεμίζαρε για πάντα στο σταθμό… Και όπως σκεβρώνει άφτουρη η νύφη που έμεινε αγεώργητη από τον άντρα. Ο ιερός τρόμος της παρθενίας της σιγά-σιγά κακοβολεί, ωσόπου στο τέλος γίνεται ένα τεφρό δίχτυ αράχνης.
Μ’ ένα λόγο, ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου… Αν έλειπαν οι δάσκαλοι, η γη μας θα ‘ταν τυφλή. Και το σύμπαν ανυπόστατο…
Και θυμηθείτε: Ο Νεύτων, ο Χάμπλ, ο Αϊνστάιν και οι άλλοι που μίλησαν στο τηλέφωνο με το θεό ήσαν όλοι τους δάσκαλοι.
Έτσι ορίζεται ο λόγος και η τιμή του δάσκαλου. Το τιμολόγιο όμως με το οποίο κοστολογούν το έργο του οι εξουσίες και οι αρχές πρώτα και ύστερα το άκριτο πλήθος είναι αλλιώτικο. Αλίμονο! Άχρηστο για τις εφορείες.
Περιγράφω το σημείο που κράτησε η ακηδία, η παραχάραξη, η στρέβλωση, η τυποποίηση, ο ευτελισμός. Και κάμανε το κακό. Έτσι, ενώ η δουλειά του δάσκαλου είναι να τεχνουργεί ανθρώπους· ενώ αναλώνεται τίμια να ετοιμάζει πλάσματα που θα ζήσουν όχι στη φύση αλλά στον πολιτισμό, όχι στη ζούγκλα αλλά στην πόλη· ενώ όλοι οι άνθρωποι που πλάθει ο δάσκαλος κάνουν ο καθείς το δικό του επάγγελμα, και είναι ο καθείς μία ψηφίδα στο ενιαίο ψηφιδωτό της οικονομίας της αγοράς της πολιτείας, εμείς με τον καιρό εχάσαμε τον ιδρυτικό χαρακτήρα της λειτουργίας του δάσκαλου. Και τη δουλειά του την επήραμε σα μία από τις πολλές δουλειές των ανθρώπων. Ένα επάγγελμα ρουτίνας. Μια μονάδα εργασίας όμοια με τις άλλες βλέπουμε και στο δάσκαλο. Εξεχάσαμε, δηλαδή, ότι στο ψηφιδωτό των επαγγελμάτων ο δάσκαλος δεν είναι η μια ψηφίδα ανάμεσα στις άλλες. Αλλά είναι ο καλλιτέχνης νους ο κοσμητικός και ο επόπτης που φιλοτεχνεί ολόκληρο το ψηφιδωτό. Δημιουργεί, δηλαδή, ανθρώπους κατά την έννοια ότι τους αποσπά από τη δικαιοδοσία του φυτού και του ζώου. Και τους υψώνει στην οντολογική μοναδικότητα του νοήμονος πλάσματος.
Γιατί αυτή είναι η δουλειά του δάσκαλου. Να δουλεύει το μυαλό, όπως ο καλαντζής δουλεύει το καλάι. Και να παράγει ανθρώπους όπως ο χαλκιάς κατασκευάζει χαλκώματα. Ενώ όλοι οι άλλοι χρησιμοποιούν το μυαλό τους σαν όργανο και παράγουν προϊόντα. Όλα δευτερογενή, και για του βίου τη μηχανή. Βιομηχανία, πες.


Ετούτη η υποβάθμιση της φύσης και της δουλειάς του δάσκαλου, η πτώση του από τη θεία λειτουργία της αρχικότητας στην ταπεινή χειρωναξία της επανάλημης, σημάδεψε το πρώτο μεγάλο λάθος στην παιδεία. Και μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό αντίστρεψε το νόημα των πραγμάτων. Εννοώ ότι καταργήθηκε η αυστηρότητα στην επιλογή του υλικού, και η αυστηρότητα στη μέθοδο και στις σπουδές που θα δώσουν τον άξιο δάσκαλο. Από τους παλιούς χρόνους κοιτίδα των παιδαγωγών ήταν η τάξη των απελεύθερων και των δούλων. Και μάλιστα των πονηρών δούλων και των κακών. Τους αγαθούς και τους άξιους δούλους, λέει ο Πλούταρχος, τα αφεντικά τους προόριζαν για τις σπουδαίες δουλειές. Καπετάνιοι, διαχειριστές, οικονόμοι, επιστάτες, σύμβουλοι.
Σήμερα φτάσαμε στην αμμοποίηση των βουνών. Δάσκαλος πια ημπορεί να γίνεται ο καθένας, όμοια όπως ο καθένας ημπορεί να γίνεται αρβυλοποιός, αιγογαλακτοπώλης, λεμβούχος, χατζής, μελισσοκόμος, μαγειροϋπάλληλος, αεριτζής, εντεροπώλης, λουλουδάς ή πετροκόπος. Ξεχάσαμε, δηλαδή, ότι ο δάσκαλος από την άποψη της σπουδαίοτητας και της ευθύνης είναι ένας εργάτης στο επίπεδο του νομοθέτη, του φύλακα στρατηγού, του κυβερνήτη, του γιατρού σωτήρα. Ακριβέστερα είναι ένα σκαλί πάνω από όλους αυτούς. Γιατί ο δάσκαλος είναι ο πυρφόρος της γνωστικής συνείδησης. Η λειτουργία που τελεί είναι θεία. Η μόνη θεία λειτουργία σε γη και ουρανό.
Έτσι πορεύτηκαν τα πράγματα με την κοινωνική υποβάθμιση του δάσκαλου. Με την οικονομική απροθυμία, την κατασκευαστική του προχειρότητα, την πλημμελή του συντήρηση. Και με τον τύφο και τον οίκτο, το χάζι και το μώμο, και την κυρίαρχη απρονοησία μας σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες. Η μόνη εξαίρεση είναι ο Λυκούργος που έχτισε τη νομοθεσία της Σπάρτης και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Γιατί ο Λυκούργος στην παιδεία είχε εναποθέσει το Α και το Ω της πολιτείας.
Ωσόπου πια σήμερα έχουμε πλάσει σταθερό το δείγμα του δάσκαλου. Μια αξιοδάκρυτη σώρεψη από μαζώματα, κι ένα ριντίκολο ηχηρό.
Είναι ο σχολαστικός, ο ταβλαδόρος και ο αργόσχολος, ο καματερός στην παραπαιδεία, ο οσφυοκάμπτης, ο ψοφοδεής και ο ληρολόγος, ο δευτεροτριτοβάθμιος και ψιλικανζτής δάσκαλος. Μίζερος και κακομοίρης, με την ομπρέλα και το γιλέκο, και με το ξεβλαστωμένο χαμόγελο. Είναι ο αεί πενόμενος και ο μύωψ, με τα ραιβά σκέλη και τα βρώμικα νύχια, που, όπως είπε κάποιος, ποτέ του δεν είχε ερωμένη ούτε ιδέα.
Οι περήφανοι δάσκαλοι εστάθηκαν πάντα η εξαίρεση. Μιλάμε για τους δυνατούς και τους πόριμους. Τους ικτίνους και τα γεράκια, τους καλουργούς και καλλιτέχνες και καλλικράτες δασκάλους, που κάτω από την ταπεινή καροσσερί της Φάου-Βε κρύβουνε προσεχτικά τη μηχανή της Πόρσε. Αυτός όμως ο εξαίρετος τύπος του δάσκαλου, που με τα πλούσια κοιτάσματα της φυσικής δωρεάς του πετυχαίνει να σβήνει το κατάδικο κοινωνικό στίγμα της συντεχνίας του, δεν είναι το θέμα μας εδώ. Γιατί ‘ναι η εξαίρεση. Και η εξαίρεση είναι δουλειά της ποίησης. Ενώ της επιστήμης η δουλειά είναι ο κανόνας…
Φροντίσαμε, να κατεβάσουμε το δάσκαλο από το φυσικό του πρωτάτο στα στερνά και στα έσχατα της υπόληψης και της ζωής.
Δεν ταξινομείται η παιδεία. Κι όσο τη λογαριάζουμε σαν επένδυση ανάμεσα στις άλλες, έστω και την πιο σημαντική, τόσο θα συνεχίζουμε να τελούμε σε σύγχυση φρενών. Έτσι, ώστε να μπερδεύουμε το ψάρι με τον ψαρά που το ψάρευε.
Αυτός είναι λοιπόν ο ρεκάζοντας δάσκαλος, ο τσαλαπατημένος από την κοινωνική του μειονεξία. Και από το καπέλωμα των συρμών της εποχής μας, που ορμούν και χύνουνται στην παιδεία όπως ο άνεμος στα σκισμένα πανιά. Και από τις ντιρεκτίβες των κέντρων απόφασης, που μετατρέπουν τα σχολειά σε εργοστάσια μαζικής κατασκευής ανθρωπάριων…
Σα μονάδα ατομική, μέσα στην τάξη που είναι ο διαπιστεμένος του χώρος, τίποτα δεν εμποδίζει το φωτισμένο δάσκαλο να σκορπίζει στους μαθητές του το φως.
Και θα φωτίζει με φως φυσικό, για να ιδρύει φυσικούς ανθρώπους, όταν με τη διδασκαλία του χτίζει το αληθινό μέσα στο παιδί, και γκρεμίζει το ψεύτικο. Αυτές είναι οι δύο εντολές που πάνω τους κρέμουνται οι νόμοι και οι προφήτες της παιδείας. Να χτίζεις στο μάρμαρο της γνώσης, και να γκρεμίζεις την αχεροπλιθιά της πρόληψης.
Σωστή παιδεία θα ειπεί να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή, και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες που από νήπια τους περνάει μια παράδοση άρρωστη μέσα από την οικογένεια, την κοινωνία, την πολιτεία, την εκκλησία, τα μέσα ενημέρωσης, και τους άλλους παράγοντες της αγωγής.
Το ένα λοιπόν είναι να ριζώσουμε τον νέο στη ζωή. Το άλλο να ξεριζώσουμε από μέσα του την ψευτιά.

Μαθαίνουμε για τη ζωή. «Discimus vitae», που έλεγε ο Σενέκας, θα ειπεί πως κάθε γνώση που περνάμε στο παιδί, και κάθε δεξιότητα που του αναπτύσσουμε είναι δεμένα με την πραγματικότητα όπως το νύχι με το κρέας. Όχι θεωρίες και λόγια. Όχι τα άψυχα και τα νοερά σκύβαλα των βιβλίων, που ούτε καταπίνουνται ούτε μασιούνται. Ξέρεις, έξω από τον Ρωμανό τον Μελωδό του συναξαριστή, άνθρωπο άλλο που να πήρε κομμάτι χαρτί και να το κατάπιε, για να φωτιστεί και να μάθει; Εγώ δεν ξέρω.
Μάθηση δίκαιη και σωστή, σημαίνει ζωντάνεια, αμεσότητα, σφυγμός μαστιγωμένος, κρούση κατά μέτωπο με τα πράγματα. Σημαίνει να πίνουμε στο ποτήρι το ίδιο μας το αίμα.
Μη λησμονούμε πως ο τελευταίος στόχος κάθε παιδείας είναι να διαπλάσει έτσι τον νέο, ώστε την ορισμένη στιγμή που θα αποδοθεί στο στίβο της ζωής να μπορεί να προσαρμόζεται στην άγρια ανάγκη των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ωσάν ξαφνικά να τον πετάξουμε, πες, Ρομβισόνα Κρούσο στο νησί. Και να του ειπούμε:
Τώρα ψάξε να βρεις τον τρόπο για να ζήσεις. Νίκα την πείνα και τη δίψα σου, το κρύο και τη μοναξιά. Νίκα την απειλή του ουρανού και της θάλασσας, και τον αρχέγονο τρόμο της ύπαρξης. Αυτό σημαίνει το «discimus vitae». Ο δάσκαλος να ‘ναι η δύναμη, πράξη ο μαθητής, και το σχολειό γιορτή.
Όμως αυτό ακριβώς το σημείο είναι ο κόμπος, και στο δρόμο του Ηρακλή ο σταυρός. Εδώ προβάλλει η ανάγκη θα διαλέξεις ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος. Γιατί το πλήθος οι δάσκαλοι δε μαθαίνουν τα παιδιά για τη ζωή και την πράξη, αλλά για το σχολειό και τα βιβλία. Εγώ σου τα λέω, για να τα ειπώ. Και συ μη σώσεις να τα μάθεις!…
Το αντίθετο στο «discimus vitae» είναι το «discimus scholae». Να μαθαίνουμε για το σχολειό. Τι σημαίνει τούτο το παλιό ευαγγέλιο; Τι σημαίνει ο τύπος χωρίς την ουσία;…
Η πρώτη εντολή είναι να χτίζουμε την ψυχή του παιδιού στην πέτρα της ζωής. Η δεύτερη να καθαρίζουμε από μέσα του τη σκουριά των προλήψεων.
Χωρίς να το ξέρουμε και χωρίς να το εννοούμε, από τα γεννοφάσκια του φιδοζώνουμε το παιδί με δεισιδαιμονίες προλήψεις και μαγικούς κατάδεσμους. Και με τα δηλητήρια αυτά πνίγουμε την ψυχή του. Όπως τα ζιζάνια και τα άλλα αγριόχορτα πνίγουν το στάρι.
Λερναία Ύδρα είναι οι προλήψεις. Και Λεβιάθαν που καταπίνει τις θάλασσες. Φορτώνουμε στη ράχη του νέου ανθρώπου την άρρωστη φαντασία μας, τις ψευτιές, την άγνοια, την ηθική μας απολίθωση, τις έντρομες παραστάσεις και όλο τον καταποντισμένο αταβισμό των προγόνων. Και το αναγκάζουμε να σηκώσει στον ώμο αυτό το γιουσουρούμ της αχρηστίας και της οξείδωσης, όπως εσήκωνε ο αρχαίος τιτάνας τον ουρανό.
Ο μύθος του Άτλαντα εδώ βρίσκει την πιο πιστή και την πιο μακάβρια απομυθοποίησή του. Τα καημένα τα παιδιά. Στο όνομα και στο άδικο της μωρίας μας, όλα τους με το φυσερό στο στήθος και τις κνήμες ετοιμόρροπες και πρησμένες, γίνουνται μικροί μάταιοι Άτλαντες.
Στα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου χάθηκε στα 1917 ένα παιδί στο δάσος. Και ο Χατζιδάκις, ο σοφός γλωσσολόγος, αγανάχτησε, γιατί ο συγγραφέας του Αναγνωστικού λησμόνησε να το βάλει να προσευχηθεί. Για να κατέβει ο θεός από τα ύψη, να το πιάσει από το χέρι, και να το ξαναφέρει στον καταυλισμό. Μα είναι συλλογισμοί και προτάσεις επιστήμονα αυτές; Ή κοάσματα βατράχου;
Στην Αλβανία του Ελληνικού ’40 η Παναγιά της Ελλάδας πολέμησε τη Μαντόνα των Ιταλών. Την πήρε του κυνηγού και της έδωκε έναν σκοτωμόν, όπως θα ‘γραφε ο Μακρυγιάννης, που ακόμη τρέχει και κλαίει. Ιδού ο τρόπος να ανταγωνιστούμε σήμερα και να συντρίψουμε τη FIAT με τις βιομηχανίες της κουβαρίστρας και της τσατσάρας.
Αυτά είναι δουλειές και καμώματα για τους Βουσμάνους, φίλε. Αυτά και τα άλλα συναφή τους. Βασκανίες ξεματιάσματα, αστρολογία, τσαρλατανιά και λωποδύτες. Ευχές και κατάρες, θεοί διάβολοι άγγελοι και φαντάσματα. Τελώνια τούλπες και δαιμονικά, το χερικό και το ποδαρικό, η μυρωδιά, το θυμίαμα και το λιβάνι. Λιτανείες για την ανεβροχιά, οταυροκοπήματα και μετάνοιες, φυλαχτά γκόλφια, κόκαλα χάντρες νυχτερίδες, και το τετράφυλλο τριφύλλι.
Στον Αη-Γιώργη της Φιλιππιάδας, πάνω ακριβώς από το υδραγωγείο της αρχαίας Νικόπολης υπάρχει ένας τρύπιος βράχος. Φαίνεται από τη δημοσιά που τραβάει για Γιάννενα. Ε, λοιπόν έκαμα έρευνα και βρήκα: Όλοι οι κάτοικοι του χωριού από εβδομήντα και πάνω και όλα τα παιδιά ως τα δώδεκα πιστεύουν ότι το βράχο τον ετρύπησε παλιά ο Αη-Γιώργης, όταν χυμώντας καβαλάρης κυνηγούσε κάποια παγανά. Η πίστη τους έχει την ίδια ασφάλεια με τη γνώση τους ότι η πόλη που βρίσκεται στα δεκαπέντε χιλιόμετρα είναι η Άρτα.
Τέτοιας λογής είναι ο φέροντας σκελετός της πνευματικής οργάνωσης των παιδιών μας. Τα πέλματα και τα πέδιλα, οι κολόνες τα συνάζια και οι δοκοί συνδέσεως της ζωής τους είναι οι δεισιδαιμονίες και οι πρoλήψεις.
Αγωνιζόμαστε να αφαιρέσουμε τη φύση μέσα από το παιδί, και την ανταλλάζουμε με την άρρωστη γνώμη μας.
Και δώστου οι παπάδες με τα θυμιατά στις γωνιές των κοιμητηρίων. Για να βουτάνε τα όβολα των πονεμένων. Σαν το φίδι κοιτάνε πώς να μαγνητίσουν το θύμα. Άσε πια όταν τύχει να τους ιδείς να πιάνουνται σε πρόστυχο καβγά για τον πελάτη. Χάρμα. Και βέβαια ημπορεί να εννοήσει κανείς τη λυσσαλέα τους αντίδραση, όταν χρόνια τώρα ζητούμε να καθιερωθεί και στην Ελλάδα το αποτεφρωτήριο και η προαιρετική καύση των νεκρών. Όπως είναι σε όλες τις φτασμένες χώρες.
Και δώστου οι αγύρτες με τα ωροσκόπια και τους ζωδιακούς σε εφημερίδες και περιοδικά και τελεβίζια. Βλέπεις κάτι χοντρές κυρίες, που σαν αρχίσουν να σου μιλούν για τον Στάχυ της Παρθένου και για τις επιρροές του Αιγόκερου με τα κέρατα στα ερωτικά σου, βουβαίνουν τον Πεντζίας και τον Ουίλσον…
Και δώστου οι προσευχές του Ρήγκαν (κάποιος πρόεδρος της Αμερικής ήταν αυτός) για να πάνε στον παράδεισο οι οχτώ άτυχοι αστροναύτες που χαθήκανε τη στιγμή της εκτόξευσης. Τον πόλεμο των άστρων ήθελε να φτιάξει ο άνθρωπος. Για να καταστραφούν στον Γ’ Παγκόσμιο του Αϊνστάιν όλοι οι λαοί, και να γλιτώσουν μόνο oι Ενωμένες Πολιτείες. Μόνες τους πια στο φρύδι της Γης να κορδεύουνται και να κοκορεύουν πάνω στις στάχτες της ιστορίας.
Και δώστου το τροπάρι για την καλή ψυχή και τα καλά στερνά. Να γίνεις δίκαιος και να γίνεις καλός για τους άλλους. Να πηγαίνεις το δείλι στο παρεθύρι, και να διαβάζεις τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά, που έλεγε της θυγατρός της η «Γυναίκα της Ζάκυθος». Εσύ ν’ αγιάσεις. Και μην προσέχεις που οι άλλοι είναι λύκοι έτοιμοι να σε φάνε. Και προπαντός αυτό: Τα μάτια σου τέσσερα για τον Ουρανό και τη Βασιλεία του.
Και δώστου τα σακιά το αλεύρι και οι ασπιρίνες. Να στέλνουμε οι πολιτισμένοι στους λιμοκτόνους της Αφρικής και της Ασίας κατά τις σιτοδείες και τις μεγάλες στέγνιες. Τους παίρνουμε το άλογο, κι απέ γενναιόδωρα τους χαρίζουμε το πέταλο. Έχεις ακουστά για το χαλκό της Χιλής, και για το ουράνιο στο πρώην γαλλικό Κογκό;
Και δώστου τα μεγάφωνα του κράτους να γεννάμε αβέρτα παιδιά, μην τύχει και χάσουμε το σόι. Όταν ο πληθυσμός της γης έχει ξεπεράσει πέντε φορές το μέτρο, που χωρίς κίνδυνο θα μπορούσε να σηκώσει ο πλανήτης. Και όταν κινδυνεύουμε να φάμε ο ένας τον άλλο.
Κόκκινο σαν παπαρούνα και κίτρινο σαν τη χολή είναι το αφιονοτόπι της ψευτιάς και των προλήψεων. Η στρατηγική να καταστρέφεται το φυσικό τοπίο του παιδιού με τις προλήψεις είναι σκόπιμη, κατευθυνόμενη, κακουργηματική τρις και τετράκις σε θάνατο, και απάνθρωπη.


Οι έξυπνοι, λίγοι, ασελγούν στο σώμα της συνείδησης των αφελών πολλών. Όπου η αφέλεια των τελευταίων παίζει το ρόλο του μαστρωπού και του ρουφιάνου.
Έτσι, όταν τα παιδιά μας φτάνουν στην ηλικία να δώσουν τον όρκο του άντρα, και όταν οι κοπέλες μας φτάνουν στην ώρα τους, γίνουνται ωραίες - δηλαδή, έχουνε χωριστεί σε δύο τάξεις.
Η μία, που είναι η μάζα σχεδόν του συνόλου, έχει αφομοιώσει το δηλητήριο της ψευτιάς. Και έχει ανοσοποιηθεί στα υδροκυάνια και στα κώνεια, κατά τον τρόπο του παλαιού εκείνου Μιθριδάτη. Είναι η πλαστική στόφα ανθρώπου, τα μηχανημένα νευρόσπαστα, που παραλαβαίνουν τη σκυτάλη των προλήψεων και αναπαράγουν το ίδιο στις νέες γενεές.
Η άλλη είναι η τάξη που καταλογογραφεί τους Ελάχιστους. Ετούτοι είναι οι χρηστηριασμένοι από κάποια βούληση, και οι φορτοβαστάκτες της προσωπικής τους ευθύνης. Λίγοι, αλλά όλοι τους, ξανασαρκώνουν τον Ορέστη, τον πρίγκιπα Μύσκιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον ποιητή Σέλλεϋ, τον Άμλετ τον Δανό. Καθώς τους μαστιγώνει η οργή της αλήθειας, ο τρόμος της εμορφιάς, και το μεγαλείο του ανθρώπου.
Περνούν και πηγαίνουν να απαντήσουν τη μοίρα τους… Και ζητούν να μάθουν την αλήθεια, έστω κι αν είναι να τους τυφλώσει. Όπως εζήτησε να μάθει την αλήθεια ο Οιδίποδας, και όταν την έμαθε έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του.
Κάτω από τυφλωτικές καταλαμπές και θερινές καταιγίδες όλοι αυτοί κρατούν μέσα τους τον άνθρωπο όρθιο και στο φυσικό του ανάστημα. Που πάει να πει: Λεύτερο από ψευτιές και δεισιδαιμονίες.
Είναι οι ανευνούχιστοι, που ο Δάσκαλος τους είπε άγριους των πόλεων. Και είναι οι τρομοκράτες, που ο Ποιητής τους είπε άξεστους των θαυμάτων.
Τόσοι και τέτοιοι είναι οι θρόνοι και οι δυναστείες των προλήψεων. Και γ’ αυτό ο άξιος δάσκαλος και ο δίκαιος που κάνει άξια και δίκαια τη δουλειά του τη μέρα χτίζει και τη νύχτα γκρεμίζει. Από δω, δηλαδή, ξεχερσώνει την ψευτιά και τις προλήψεις και από κει σπέρνει καθαρό το χωράφι του παιδιού με το φως των γνώσεων.
Δάσκαλος που αγνοεί το πρώτο μισό, το χρέος δηλαδή του χαλαστή, δε μορφώνει ανθρώπους. Απλά γιατροπορεύει άρρωστους…
Όμως το φως δεν το αντέχει ο μισότυφλος. Θυμηθείτε τους πεδουκλωμένους στην παραβολή της Σπηλιάς του Πλάτωνα. Όταν ο φωτισμένος οδηγητής τους βγάζει από τα σκότη και ζητεί να τους ξαναφέρει εμπροστά στον ήλιο, πονούν τα μάτια τους, φεύγουν το φως, και ξαναγυρίζουν στα σκοτάδια τους…
Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποια εικόνα και ποια ιδέα ανθρώπου είχε στο μυαλό του ο Βάρναλης, όταν σκάρωσε το Πρωτοχρονιάτικο. Ακούστε βροντές και αστροπελέκια που είναι δυνατότερα από τα κανόνια του Ναπολέοντα…
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ
«Σαράντα σβέρκοι βωδινοί με λαδωμένες μπούκλες,
σκεμπέδες σταυροδόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες,
ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι,
ντυμένοι στα μαλάματα κ’ επίσημοι κι ωραίοι.
Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαρά η καμοπάνα),
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.
Όξ’ ο κοσμάκης φώναζε:
- Πεινάμε τέτοιες μέρες, γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι,
ανοίξαν τα παράθυρα και κράξαν:
- Είστε αθέοι».
Άθεοι είναι οι γερόντοι και οι γερόντισσες που ζητούνε ψωμί. Αλλά και τον Δελμούζο τον άθεο, κοντά στα άλλα εκείνος ο μαύρος δεσπότης τον κατηγόρησε ότι ξεσήκωνε τους φτωχούς ενάντια στους πλούσιους. Εκεί ήταν ο κόμπος.


Ο καλόγερος μαμελούκος, όσο αμβλύνους και να ‘τανε, την αλήθεια την οσμιζότανε κάπου στον αέρα. Ότι, δηλαδή, το να ξεριζώνεις τις προλήψεις από τα παιδιά είναι όμοιο με το να φέρνεις στις κοινωνίες τη δικαιοσύνη και την τάξη…
Η ιστορία του Έλληνα δάσκαλου έχει τη δική της Ιερή Εξέταση, και τις Επιτροπείες της. Είναι αυτές που έκαιγαν βιβλία και ανθρώπους. Η φάρα του Εξαρχόπουλου, του Σκιά, του Μεγαρέα, του Οικονόμου, του Κουκουλέ, του Καλλιάφα. Και των άλλων με τη μίζερη βολή και την τετραπέρατη μυωπία. Ο Αμίλκας Αλιβιζάτος μίλησε για δυσώδη εγωισμό και ταπεινά νιτερέσα.
Αντικρύ στους αετούς και τα ύψη χαμοπετάνε και πηδοκοπούν ετούτοι οι κόρακες και οι γύπες. Τη θανάσιμη αλλά και ηρωϊκή αντιπαράθεση την έχει παραστήσει ο Πίνδαρος από τον παλαιό καιρό:
«Κόρακες, με ακράτητη γλώσσα ανόητα γαυριούν,
παραβγαίνοντας τον αετό, το θεϊκό όρνιο του Δία».

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη  «Τα Ελληνικά»

Πηγή:  pekp

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Η σφαγή του Κομμένου Άρτας από τους Ναζί (16 Αυγούστου 1943)

Στις 6 Απριλίου 1941 οι Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα και μετά από σκληρό αγώνα την κυρίευσε. Η κατοχή άρχισε. Από τον Σεπτέμβριο του 1941 όμως άρχισαν να ιδρύονται οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις, που σταδιακά αυξήθηκαν πολύ που το 1942 και το 1943 ο απελευθερωτικός - αντιστασιακός αγώνας κορυφώθηκε με συνεχή διενέργεια σαμποτάζ, ένοπλες συγκρούσεις, θανάτους Γερμανών και γενικότερα ενέργειες που έκαναν δύσκολη τη ζωή των κατακτητών.
Για να αντιμετωπίσουν το κύμα αντίστασης, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή το μέτρο της «αλληλέγγυας ευθύνης», σύμφωνα με το οποίο για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιώτη εκτελούσαν εκατό αμάχους. Το μένος τους στράφηκε εναντίον πόλεων και χωριών και διαπράχτηκαν ανομολόγητα εγκλήματα, επιδιώκοντας να κάμψουν το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα των Ελλήνων.
Το Κομμένο, ένα μικρό χωριό του νομού Άρτας, στην άκρη του Αμβρακικού κόλπου, στις εκβολές του ποταμού Αράχθου, δεν ανέπτυξε κάποια αντιστασιακή δράση. Ωστόσο συμμετείχε με την εξασφάλιση τροφίμων για τους αντάρτες στην αντίσταση. Τον Αύγουστο του 1943 ένα τμήμα του Ε.Λ.Α.Σ. πήγε στο Κομμένο και ζήτησε απ’ τις αρχές του τόπου μεγάλες ποσότητες τροφών, αίτημα που συνάντησε την άρνηση των κατοίκων, μιας και τα τρόφιμα δεν επαρκούσαν. Αυτό προκάλεσε αναστάτωση, διενέξεις και συνεχή παρουσία ανταρτών στο χωριό, καθώς πήρε μέρος στην διεκδίκηση τροφίμων και η άλλη μεγάλη ομάδα της αντίστασης, ο Ε.Δ.Ε.Σ.
Στις 12 Αυγούστου, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο έφτασε στο Κομμένο, για να ερευνήσει αν υπήρχαν στο χωριό αντάρτες, όπως ανέφεραν οι πληροφορίες που είχαν φτάσει στη γερμανική διοίκηση. Υπάρχει δε η πεποίθηση πως οι Γερμανοί γνώριζαν ότι στην περιοχή διεξάγονταν ένα ιδιότυπο λαθρεμπόριο στο οποίο συμμετείχαν έμποροι απ’ τη Λευκάδα που μετέφεραν με τις βάρκες τους αγροτικά προϊόντα και τα προωθούσαν στους πληθυσμούς των χωριών που γειτόνευαν με τον ποταμό Άραχθο, στις όχθες του οποίου αγκυροβολούσαν και διανυκτέρευαν. Ένα μέρος από τα προϊόντα αυτά κατέληγε στους αντάρτες, είτε με αμοιβή είτε με εξαναγκασμό.
Την ημέρα λοιπόν που το γερμανικό αυτοκίνητο έφτασε στο Κομμένο πλήθος ανταρτών υπήρχαν στην πλατεία και ήρθαν αντικριστά με τους Γερμανούς. Επειδή όμως οι τελευταίοι ήταν λίγοι έκαναν αμέσως στροφή και έφυγαν από το χωριό, έχοντας επιβεβαιώσει πια τις υποψίες τους. Παράλληλα μερικές γυναίκες, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς, ενώ κάποιος απ’ τους σκοπούς ετοιμάστηκε να πυροβολήσει εναντίον τους, αλλά εμποδίστηκε από κάποιον ανώτερό του, για να μην εκληφθεί η ενέργεια αυτή ως εχθρική πράξη και γίνουν αντίποινα σε βάρος του χωριού.
Ο αυτόπτης μάρτυρας Στέφανος Παππάς, κάτοικος του χωριού, μετέπειτα Γυμνασιάρχης και μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αφηγείται πως ένα γερμανικό τζιπ με δύο στρατιώτες διενεργούσε περιπολία στα χωριά του Αμβρακικού κόλπου. Κάποια στιγμή το τζιπ ανατράπηκε από λακκούβα στο χωματόδρομο. Για βοήθειά του προσέτρεξαν κάτοικοι του Κομμένου. Οι Γερμανοί ισχυρίστηκαν ότι «μέσα σε χωράφι είδαν ένα ένοπλο αντάρτη και τρόμαξαν, με αποτέλεσμα να χάσουν τον έλεγχο του οχήματος». Το τζιπ με την βοήθεια των χωρικών επανήλθε στη θέση του και οι στρατιώτες ελαφρά τραυματισμένοι επέστρεψαν στη Φιλιππιάδα όπου έδωσαν αναφορά.
Όπως και να συνέβη, το κακό είχε γίνει πλέον! Καταλαβαίνοντας τι θα επακολουθήσει οι έντρομοι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα έκρυψαν στα χωράφια τους, έξω απ’ το χωριό. Στα χωράφια διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ ο πρόεδρος της κοινότητας Λάμπρος Ζορμπάς ζήτησε την άλλη κιόλας από τις Ιταλικές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές αρχές της Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές τον διαβεβαίωσαν πως το χωριό του δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Οι κάτοικοι ησύχασαν και ένα μεγάλο μέρος τους επέστρεψε στο χωριό.
Στις 15 Αυγούστου, το χωριό πανηγύριζε ανακουφισμένο. Η Παναγία, την Κοίμηση της οποίας τιμούσαν, φαινόταν να είχε βάλει το χέρι της.
Τα χαράματα, όμως, της 16ης Αυγούστου εκατό στρατιώτες, κατά τον Άγγλο ιστορικό  Mark Mazower, 400 κατά τον Στέφανο Παππά, περικύκλωσαν το Κομμένο. Ήταν άντρες του 12ου λόχου του 98ου γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας.
Αποστολή του λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών. Διοικητής του 98ου Συντάγματος ήταν ο αντισυνταγματάρχης Josef Salminger, παλιός αγωνιστής του Γ΄ Ράιχ και συνοδοιπόρος του Αδόλφου Χίτλερ, που παινευόταν πως μετέτρεψε το 98ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών σε σύνταγμα για τον Χίτλερ. Ο Salminger την προηγούμενη μέρα συγκέντρωσε τους Γερμανούς στρατιώτες και τους ανακοίνωσε πως συστρατιώτες τους σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν επομένως να λάβουν σκληρά μέτρα εναντίον των ανταρτών, καταστρέφοντας ολοκληρωτικά το χωριό στο οποίο κρυβόταν.
Διοικητής του λόχου ήταν ο υπολοχαγός Willibald ‘’Willy’’ Roser, πρώην στέλεχος της Χιτλερικής νεολαίας, ενώ οι στρατιώτες ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.
Με την ανατολή του ήλιου, αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους, οι μονάδες εφόδου είδαν το σύνθημα που δόθηκε με δύο φωτοβολίδες κι άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Δεν άφηναν τίποτε όρθιο. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και μωρά. Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι είκοσι οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός.
Γέροι άνθρωποι, ανάπηροι, ακόμη και τυφλοί, σκοτωθήκανε επιτόπου. Κορίτσια με την απειλή των όπλων σύρθηκαν στον έσχατο εξευτελισμό της προσωπικότητάς τους και βιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση από τους νεαρούς οπαδούς της χιτλερικής ιδεολογίας, οι οποίοι, αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη ένστικτά τους, έκοβαν τους μαστούς και τις έσφαζαν σαν ζώα!
Τα ανθρωπόμορφα κτήνη εφάρμοζαν μια σατανική τακτική εξοντώσεως των μικρών παιδιών. Αφού έβρεχαν βαμβάκι με βενζίνη, το τοποθετούσαν στα στόματα των βρεφών που κοιμόντουσαν ακόμη στην κούνια τους και αφού το άναβαν, απολάμβαναν σαδιστικά γελώντας με το “πυροτέχνημα” τους.
Μια γυναίκα έγκυος, αφού της ανοίξανε την κοιλιά, βγάλανε από εκεί το έμβρυο που σε λίγες μέρες θα έφερνε στον κόσμο και το εναποθέσανε στα χέρια της. Έτσι βρέθηκε η γυναίκα. Νεκρή με ανοιγμένα σπλάχνα και το αγέννητο παραμορφωμένο νεκρό, στα χέρια της.
Άλλα από τα παιδιά τα εκτελούσαν στον κρόταφο με μια σφαίρα περιστρόφου, ενώ άλλα τα κάρφωναν με τις ξιφολόγχες τους παρ’ όλη την αθωότητα και τα κλάματα τους.
Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα κόπηκαν στα δυο ή διαλύθηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Φαίνεται πως η διαταγή ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Ούτε και την εκκλησία της Παναγίας δεν σεβάστηκαν, αφού αφόδευσαν στην πύλη του Ιερού βήματος και πέταξαν στο πάτωμα του ναού τις εικόνες του τέμπλου και τα ιερά σκεύη.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Δρόμοι, αυλές, καμένα σπίτια, κήποι, χαντάκια, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να τους θάψει. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Όσοι σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.

Η οικογένεια Μάλλιου. Η Αλεξάνδρα εικονίζεται στην πάνω σειρά της φωτογραφίας στο κέντρο. Τα αδέλφια της που επέζησαν είναι τα δύο παιδιά που κρατάει από τους ώμους ο πατέρας.
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα έως τριάντα πέντε άτομα. Από τα δώδεκα μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν τα ζώα στο χωράφι τους. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη, την Αλεξάνδρα και το γαμπρό, τον Θεοχάρη.
Ο διασωθείς μικρός γιος, ο Αλέξανδρος Μάλλιος, που έχασε όλη την οικογένεια του, θυμάται:
«Σαν φτάσαμε κοντά στο σπίτι, ακόμα κάπνιζε. Απ’ έξω δεν μπορούσαμε να περάσουμε απ’ τους σκοτωμένους. Δεν είχες πού να πατήσεις. Δρασκελίσαμε πάνω απ’ τα πτώματα κι αντίκρισα τον πατέρα μου μ’ ένα μικρό παιδί μέσα στα αίματα. Οι άλλοι μέσα ήταν όλοι καμένοι. Έσκυψα, τον αγκάλιασα και λιποθύμησα. Τα είχαμε χαμένα και ζούσαμε σ’ ένα εφιαλτικό όνειρο, έτσι που δεν είχαμε τη δύναμη να κλάψουμε».
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεξαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεξε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι  και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν  είκοσι άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε επτά πτώματα. Ο Στέφανος Παππάς, νεαρός τότε, επέζησε της σφαγής και θυμάται:
«Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Άλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…».
Γύρω στο απόγευμα της 16ης Αυγούστου ο Δημήτρης Αποστόλου, ένας νεαρός άντρας από το Κομμένο, επέστρεψε στο χωριό του. Οι Γερμανοί είχαν φύγει μόλις πριν λίγη ώρα, μετά την καταστροφική επιδρομή τους. Στα απανθρακωμένα απομεινάρια των σπιτιών, δοκάρια καίγονταν ακόμη. Η κοιλιά μιας γυναίκας είχε σχισθεί και ένα κοτόπουλο είχε αρχίσει να σέρνει τα εντόσθια της κατά μήκος του δρόμου. Στο θέαμα αυτό ο νεαρός άντρας δεν άντεξε και λιποθύμησε.
Μετά από χρόνια ένας  Γερμανός ερευνητής ο Hermann Frank Meyer (1940 - 2009), γιος αξιωματικού της επιμελητείας της Wehrmacht που αιχμαλωτίσθηκε από τους αντάρτες και εκτελέσθηκε, ψάχνοντας τα ίχνη του πατέρα του, βρέθηκε μπροστά σε συγκλονιστικά στοιχεία για τη δολοφονική δράση των επίλεκτων μονάδων των ναζί στην Ελλάδα. Μετά από έρευνα δεκαετιών στα γερμανικά αρχεία έγραψε δύο  βιβλία. Το πρώτο, με τίτλο «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα»,  αναφέρεται στη σφαγή στα Καλάβρυτα. Στο δεύτερο,  με  τίτλο «Αιματοβαμμένο εντελβάις - 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Ορεινό Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα 1943 - 1944» (σ.σ. το αλπικό λουλούδι ήταν το διακριτικό σήμα των ανδρών της Μεραρχίας στους σκούφους και τα μανίκια της στολής τους), ο συγγραφέας μίλησε με επιζώντες της Μεραρχίας οι οποίοι παρά τις προσπάθειές τους να συσκοτίσουν τα γεγονότα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί για την αγριότητα των δυνάμεων κατοχής και το βάρος του εγκλήματος στο Κομμένο.
Να τι είπαν στον Meyer οι βετεράνοι της Μεραρχίας:

«Ήδη από την έναρξη της επιχείρησης συζητούνταν σε ολόκληρο το στρατόπεδο ότι κάποιος αξιωματικός της μονάδας είχε δεχτεί πυρά στο χωριό, αλλά είχε καταφέρει να διαφύγει. Αμέσως αφότου κατεβήκαμε από το φορτηγό συγκεντρωθήκαμε και κάποιος αξιωματικός της μονάδας μας έδωσε τη διαταγή  πως σ αυτή την επιχείρηση αντιποίνων δεν έπρεπε κανένας Έλληνας να εγκαταλείψει το χωριό ζωντανός. Ο αξιωματικός μας είπε χαρακτηριστικά: “να θερίσουμε τους πάντες’’».
(Στρατιώτης Όττο Γκόλντμαν 18 χρονών τότε, από τη Βιέννη)

«Από την πλευρά των κατοίκων δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Ούτε ένας πυροβολισμός δεν έπεσε προς το μέρος μας και δεν είχαμε τραυματίες (…) Θυμάμαι ακόμη ακριβώς ότι προσπάθησα να σώσω τέσσερα παιδάκια περίπου 3 έως 5 ετών. Τα έκρυψα κάτω από μια κουβέρτα. Δεν ξέρω αν τελικά ανακαλύφθηκαν αργότερα και εκτελέστηκαν».
(Δεκανέας Καρλ Ντεφρέγκερ)

«Οι κάτοικοι του χωριού που προσπαθούσαν να διαφύγουν εκτελούνταν. Το ίδιο ίσχυε και για όσους κρύβονταν μέσα στα σπίτια. Ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και αυτόματα όπλα μέσα από κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Η επίθεση κράτησε αρκετές ώρες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η δυσοσμία ήταν αφόρητη».
(Στρατιώτης Γιόζεφ Ρήντλ)

«Στην πλατειούλα ο ανθυπολοχαγός διέταξε να εκτελεστεί αυτή η ομάδα ανθρώπων (σ.σ. μέλη, συγγενείς και φίλοι της οικογένειας Μάλλιου που βρέθηκαν στο χωριό για το γάμο, την προηγούμενη,  της κόρης της οικογένειας). Ο Τσίγκλερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση  10 - 15 μέτρων. Στο πολυβόλο υπήρχαν ήδη σφαίρες, έτσι ο Τσίγκλερ άνοιξε αμέσως πυρ, έριξε μια σειρά ριπών και θέρισε τον κόσμο. Κανένας δεν έμεινε ζωντανός. Τα πτώματα αφέθηκαν εκεί όπου έτυχε να πέσουν».
(Ότο Γκόλνμαν)

«Είναι σαν να κόβεις χόρτα. Γίνεται πολύ γρήγορα. Μετά ησυχία. Καμία κραυγή, καμία αναστάτωση. Μετά ησυχάζεις (…) Βλέπω ακόμη και σήμερα τις γυναίκες και τα παιδιά που στήθηκαν μπροστά στον τοίχο πως άρχισαν να ουρλιάζουν προσπαθώντας να κρυφτούν πίσω από τα τελάρα. Ήμουν τόσο ταραγμένος που θα αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα».
(Υποδεκανέας Άντον Τσίγκλερ απαντώντας σε ερώτηση πως αισθανόταν μετά τη σφαγή)

«Είδα τα πτώματα των πυροβολημένων να κείτονται στο χώμα. Ήταν όλοι νεκροί δεν χωράει καμία αμφιβολία. Κάτι που μ’ έκανε πραγματικά να αηδιάσω ήταν πως ορισμένοι ασελγούσαν πάνω στα πτώματα. Είδα ο ίδιος στρατιώτες να χώνουν μπουκάλια μπύρας στα αιδοία των νεκρών γυναικών. Νομίζω πως είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια».
(Άουγκουστ  Ζάιτνερ)

Ο ίδιος απαντώντας στην ερώτηση αν οι συνάδελφοί του τοποθετούσαν  στο στόμα βρεφών βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη και τα έκαιγαν είπε:
«Είδα πράγματι παιδιά νεκρά τα οποία έφεραν στο πρόσωπο γύρω από την περιοχή του στόματος φρικτά εγκαύματα. Δεν γνωρίζω όμως εάν αυτό συνέβη ενόσω τα παιδιά ζούσαν ακόμη  ή εάν κακοποιήθηκαν τα πτώματά τους».

«Είδα νεκρά μωρά καρφωμένα στις πόρτες αχυρώνων».
(Ούγκο Τούρρι, Ιταλός, τότε επιλοχίας στην ιταλική Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών της μεραρχίας «Μοδένα»,  που έδρευε στην Άρτα. Βρέθηκε στο Κομμένο μία μέρα μετά τη σφαγή).

«Μετά μας είπαν πως μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας λάφυρα. Οι στρατιώτες όμως ήταν τόσο εξαντλημένοι που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτα από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά λαφυραγωγημένα χαλιά και άλλα αντικείμενα αξίας».  
(Φραντς Τόμασιτς, Αυστριακός , 19 ετών τότε)

Μετά τη σφαγή ήρθε η ώρα  και του γλεντιού. Ο Άουγκουστ Ζάιτνερ κατέθεσε στις ανακρίσεις που έγιναν μεταπολεμικά:

«Θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι ακόμα που ρίχνει ένα χαρακτηριστικό φως στην όλη υπόθεση. Μετά το τέλος της επιχείρησης έγινε μεθοκόπι στο στρατόπεδο. Στο χωριό είχαν λαφυραγωγηθεί τρόφιμα και κρασί. Αυτό το κρασί το ήπιανε μέχρι τον πάτο, και μερικοί συνάδελφοι ήρθαν στο κέφι».

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση, σε επίσημα έγγραφά της, έκανε λόγο για ληστές και αντάρτες που δρούσαν στο Κομμένο και έδινε σαφείς οδηγίες προετοιμασίας για μια μεγάλη στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ των Γερμανών και των ανταρτών. Κι όμως, οι φονιάδες δεν βρήκαν την παραμικρή αντίσταση στο αποτρόπαιο έργο τους. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 119 γυναίκες.
Η τραγική σελίδα της ιστορίας και η μνήμη των γεγονότων αυτών στοιχειώνουν ακόμη και σήμερα τους περίπου εκατό επιζώντες της σφαγής. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας, ισοδύναμη μ’ αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου, αποτελεί μια διαρκή καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας, έναν ασίγαστο πόνο και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού.