ΩΡΑ...

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Σωτήρης Πατατζής: Η ώρα της καταστροφής


Η ώρα της καταστροφής είναι κοινή μοίρα των ανθρώπων. Κάποτε θα βρεθείς πάνω από τον γκρεμό σου – είτε μικρόν είτε μεγάλον. Οι άνθρωποι που είναι γύρω σου θ’ απλώσουν τα χέρια τους. Μερικοί θα σου πουν «μη αδελφέ μας, θα πέσεις». Άλλοι δε θα σου πουν τίποτα. Κι άλλοι θα σε σπρώξουν.


Σωτήρης Πατατζής, «Μεθυσμένη πολιτεία», Εστία

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Erik Jan Hanussen: Ο μάντης του Adolf Hitler


Ο Erik Jan Hanussen ήταν ένας Αυστριακός, εβραϊκής καταγωγής δημοσιολόγος και μάντης. Γεννήθηκε στη Βιέννη στις 2 Ιουνίου 1889 και στη διάρκεια της ζωής του αναγνωρίστηκε ως υπνωτιστής, πνευματιστής, αποκρυφιστής και αστρολόγος. Υπήρξε ενεργό μέλος του ναζιστικού κόμματος Γερμανίας στα χρόνια της Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά και κατά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, αποκρύπτοντας την καταγωγή του και ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ήταν Δανός αριστοκράτης.  Στην πραγματικότητα ο Hanussen ήταν ένας Μοραβός Εβραίος, ο οποίος γεννήθηκε ως Hermann Steinschneider. Ο πατέρας του, Siegfried Steinschneider (1858 - 1910), ήταν ηθοποιός και επιστάτης της Συναγωγής  και η μητέρα του ήταν η Αυστριακή Antonie Julie Kohn.


Οι γονείς του Hanussen ταξίδευαν συνεχώς. Ο πατέρας του ήταν ηθοποιός και η μητέρα του τραγουδίστρια και διέτρεχαν τόσο την Αυστρία όσο και την Ιταλία με χαμηλού προϋπολογισμού θιάσους, ζώντας μια φτωχική ζωή γεμάτη ταλαιπωρία και έχοντας πάντα μαζί τους το μικρό Erik.
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Hanussen πραγματοποίησε επιδείξεις ανάγνωσης μυαλού, ανάγνωσης των μυών, ενώ τέλεσε και πράξη ύπνωσης στο Βερολίνο, κάτι που τον εκτόξευσε στο καλλιτεχνικό στερέωμα.
Το 1931 ο Hanussen αγόρασε μια εταιρεία εκτύπωσης και μέσω αυτής άρχισε να εκδίδει ένα περιοδικό μαντείας και αποκρυφισμού, το οποίο εμπεριείχε και αστρολογικές προβλέψεις. Το περιοδικό του γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Τα έσοδα τόσο από το περιοδικό όσο κι από άλλες παράπλευρες επιχειρήσεις εκτυπώσεων τα χρησιμοποίησε προκειμένου να αγοράσει ένα αρχοντικό που έγινε γνωστό ως «το Παλάτι των Απόκρυφων». Το αρχοντικό ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε ένα πολυτελές διαδραστικό θέατρο για παιχνίδια μαντείας. Οι επισκέπτες του καθόταν συνήθως γύρω από ένα μεγάλο κυκλικό τραπέζι και τοποθετούσαν τις παλάμες τους στο γυαλί με τα σύμβολα, ένα εκ των οποίων άναβε από κάτω. Τα φώτα του δωματίου ήταν χαμηλωμένα και ο Hanussen με διάφορα τεχνάσματα παρουσίαζε προφητείες που αφορούσαν στους πελάτες του. Προέβλεπε το παρόν και το μέλλον των ατόμων που βρισκότανε στο χώρο με τόση επιτυχία που χρειάστηκε να προσλάβει έναν παρκαδόρο για το πλήθος των οχημάτων που ερχόταν στο «Παλάτι» του καθημερινά.


Παρ’ όλα αυτά οι μαντικές του ικανότητες αμφισβητήθηκαν έντονα και κάποια στιγμή οδηγήθηκε στο δικαστήριο ως απατεώνας και κλέφτης. Κινδυνεύοντας να καταδικαστεί έκανε μια πολύ εντυπωσιακή πρόβλεψη στο δικαστήριο. Προέβλεψε πως τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ένας άντρας που μόλις είχε κλέψει την Εμπορική Τράπεζα θα μπορούσε να συλληφθεί στην πλατφόρμα 2 στο σιδηροδρομικό σταθμό του Leitmeritz. Ο Hanussen είπε στους δύσπιστους δικαστές ότι τα κλεμμένα χρήματα θα τα έβρισκαν οι αστυνομικοί στην τσάντα που κουβαλούσε ο άντρας μαζί του. Πράγματι οι αστυνομικοί έτρεξαν στο σταθμό του τρένου όπου βρήκαν τον κλέφτη μαζί με τα λεφτά, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Hanussen. Το δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον αθωώσει. Η πρόβλεψή του αυτή στάθηκε η αφετηρία για την εκτίναξή του σε άλλο επίπεδο απ’ ό,τι πριν.
Ακόμα μια σημαντική περίπτωση έκανε κατά το διάστημα στο οποίο έδινε παράσταση στο «La Scala» του Βερολίνου. Μεταξύ των θεατών βρισκόταν και ένας τραπεζίτης, τον οποίο ο Hanussen πληροφόρησε πως επρόκειτο να ξεσπάσει φωτιά στο ασφαλισμένο του χρηματοκιβώτιο, εξαιτίας ενός ελαττώματος των καλωδίων και ότι τα 360.000 μάρκα που ο τραπεζίτης φύλαγε μέσα σ’ αυτό κινδύνευαν να καούν. Συμβούλεψε τον τραπεζίτη να καλέσει την πυροσβεστική το συντομότερο δυνατό. Πράγματι τα πυροσβεστικά οχήματα έτρεξαν στην τράπεζα και οι πυροσβέστες βρήκαν το ελαττωματικό καλώδιο όπως ακριβώς το είχε προβλέψει ο Hanussen.


Τον Ιούλιο του 1932 δημοσίευσε μια προφητεία στην οποία αναφερόταν σε ένα ποτάμι αίματος που «έβλεπε» να ρέει δίπλα στο Αμβούργο. Μερικές μέρες αργότερα, τα στρατεύματα καταδρομέων των Ναζί πολέμησαν βίαια στην Altona, διπλανή πόλη του Αμβούργου, με στρατιώτες από το κομμουνιστικό «Κόκκινο Μέτωπο». Η τετράωρη αυτή σύγκρουση που έγινε γνωστή ως η «ματωμένη Κυριακή της Altona» είχε ως αποτέλεσμα τα πεζοδρόμια της πόλης να βαφτούν στην κυριολεξία κόκκινα από το αίμα.
Το ερώτημα ωστόσο παρέμενε: Μπορούσε πράγματι ο Hanussen να προβλέπει το μέλλον ή απλά είχε πληροφοριοδότες σε υψηλές θέσεις που τροφοδοτούσαν τις προβλέψεις του; Σε κάθε περίπτωση, ήταν πλέον περιζήτητος απ’ τους πλούσιους, τους επιχειρηματίες και τις διασημότητες για να τους προσφέρει ιδιωτικές συμβουλές.
Ο Alfred Neubauer, ο διάσημος διευθυντής της αγωνιστικής ομάδας της Mercedes-Benz Grand Prix, αναφέρεται στην αυτοβιογραφία του στον Hanussen, στο κεφάλαιο «Η προφητεία γίνεται πραγματικότητα». Εκεί περιγράφει μια πρόβλεψη που έγινε από τον Hanussen πριν από τον αγώνα στο AVUS (Automobil-Verkehrs-und Übungsstraße), την περίφημη πίστα αγώνων στο Βερολίνο, το Μάιο του 1932. Σε μπαρ που σύχναζαν οι οδηγοί των αγώνων ο Neubauer αμφισβήτησε την ικανότητα του Hanussen να προβλέψει το νικητή του αγώνα της επόμενης ημέρας. Μετά από κάποιους δισταγμούς ο Hanussen έγραψε δύο ονόματα σε ένα κομμάτι χαρτί, το οποίο δίπλωσε και έκλεισε σε ένα φάκελο. Ο φάκελος παραδόθηκε σε τρίτο άτομο το οποίο έλαβε αυστηρές οδηγίες προκειμένου να παραμείνει ο φάκελος κλειστός μέχρι μετά τον αγώνα.
Ο Hanussen ανακοίνωσε στην παρέα:
«Ένας από εμάς σε αυτό το τραπέζι θα κερδίσει αύριο, ενώ ένας άλλος θα πεθάνει. Τα δύο ονόματα βρίσκονται σ’ αυτόν το φάκελο».


Κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο Τσέχος οδηγός Prince George Christian of Lobkowicz σκοτώθηκε οδηγώντας τη Bugatti του, ενώ κέρδισε ο Γερμανός οδηγός Manfred Georg Rudolf von Brauchitsch Brauchitsch που οδηγούσε ένα από τα φημισμένα «Silver Arrows» της Mercedes-Benz. Μετά τον αγώνα, ο Neubauer δήλωσε ότι άνοιξε ο ίδιος το φάκελο και βρήκε μέσα αυτά τα ονόματα. Αρκετές ημέρες αργότερα, μια εφημερίδα του Βερολίνου ανέφερε ότι ο Hanussen είχε προτρέψει την Γερμανική Λέσχη Αυτοκινήτου (ADAC) να πείσει τον Prince Lobkowicz να μην λάβει μέρος στον αγώνα, αλλά οι αξιωματούχοι της ADAC δεν είχαν δώσει καμία συνέχεια στο ζήτημα.
Στην κορύφωση της καριέρας του απολάμβανε την παρέα της στρατιωτικής και επιχειρηματικής ελίτ της Γερμανίας, ενώ δάνειζε με μεγάλα χρηματικά ποσά τους Ναζί. Για το λόγο αυτό δεν εκδιώχθηκε απ’ αυτούς παρά το γεγονός ότι ήταν Εβραίος, κάτι που ήταν κοινό μυστικό. Παρά την εβραϊκή του καταγωγή, έγινε φίλος με τον Karl Ernst, διοικητή των καταδρομέων του Βερολίνου, με τον Edmund Heines και τον Friedrich Wilhelm Ohst, καθοδηγητές των ομάδων S.A. και με τον Wolf-Heinrich Graf von Helldorf, που ήταν επίσης αρχηγός των φαιοχιτώνων του Βερολίνου. Αναμφίβολα, οι συνδέσεις του με αυτούς τους άνδρες, όπως επίσης με άλλα μέλη της γερμανικής ελίτ και διακεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόταν συχνά, του παρείχαν πολλές εσωτερικές πληροφορίες για τις προβλέψεις του. Για το γενικό κοινό ωστόσο, τα προγνωστικά του συνέχιζαν να προάγουν τη φήμη του ως ενός αξιοσημείωτου πνευματιστή.
Κάποιες πηγές λένε ότι ο Hanussen ήταν αυτός που σύστησε στους Ναζί να υιοθετήσουν τη σβάστικα ως σύμβολό τους. Ήτανε ένα «ινδικό σύμβολο για καλή τύχη», τους είπε, και τους υποσχέθηκε ικανοποίηση των φιλοδοξιών τους, εάν το υιοθετούσαν. Από τις στήλες του περιοδικού του με τις αστρολογικές συμβουλές μάλιστα, «προέβλεπε» συνεχώς ότι ο Adolf Hitler θα ήταν ο νικητής στις ερχόμενες εκλογές, επειδή και οι πλανητικές συμπτώσεις ήταν με το μέρος του. «Ψηφίστε με τ’ αστέρια», παρότρυνε τους αναγνώστες του, ακολουθώντας μια τακτική αυτοεκπληρούμενης προφητείας.


Πιο σημαντική ήταν η απευθείας επίδραση του Hanussen στον ίδιο τον Adolf Hitler. Τον σύστησε στον Φύρερ ο προσωπικός του φωτογράφος, Heinrich Hoffmann. Αφθονούν οι ιστορίες των συναντήσεων μεταξύ του Hanussen και του Hitler, συμπεριλαμβανομένης μιας συνάντησης λίγο πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1932 κατά την οποία ο Hanussen δίδαξε το Hitler τεχνικές ελέγχου του πλήθους, χρησιμοποιώντας χειρονομίες και δραματικές παύσεις. Με το δεινό του υπόβαθρο στη σκηνική παρουσία είχε την ικανότητα να διδάξει στον Hitler πώς να χαιρετάει, πώς να δίνει έμφαση σε φράσεις και πώς να δραματοποιεί την ομιλία του. Αποδόθηκε στον Hanussen, το ότι βοήθησε τον Adolf Hitler να αναπτύξει την φαινομενικά μαγνητική του έλξη και το υπνωτιστικό ρητορικό του ταλέντο, τα οποία χρησιμοποίησε για να οδηγήσει τη χώρα του σε πόλεμο και σε απατηλά όνειρα για την κυριαρχία του κόσμου.
Ο ψυχαναλυτής Δρ Walter C. Langer,  ετοίμασε ένα ψυχολογικό προφίλ του Hitler για το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών το 1943, το οποίο περιλάμβανε αναφορά στον Hanussen. Ο Langer έγραψε χαρακτηριστικά:
«... κατά τη διάρκεια των αρχών του 1920 ο Hitler πήρε κανονικά μαθήματα αναφορικά με την ομιλία και τη μαζική ψυχολογία από έναν άνδρα που ονομάζεται Hanussen ο οποίος ήταν επίσης αστρολόγος και μάντης. Ήταν ένα εξαιρετικά έξυπνο άτομο που δίδαξε στο Hitler σε μεγάλο βαθμό τη σημασία των στάσεων (σ.σ. του σώματος) προκειμένου να έχουν τις μεγαλύτερες δραματικές επιπτώσεις».

Η πρόβλεψη της πυρκαγιάς στο γερμανικό κοινοβούλιο (Reichstag), ένα γεγονός αποφασιστικής σημασίας για την πολιτική ζωή της Γερμανίας, που επέτρεψε στον Adolf Hitler να καταλάβει την απόλυτη εξουσία το 1933, ήταν σίγουρα το πιο διάσημο κατόρθωμα του Hanussen. Έγινε κατά τη διάρκεια μιας απ’ τις πολλές κοινωνικές συναθροίσεις στη βίλα του στο Charlottenburg. Ο  Hanussen υποκρίθηκε ότι έπεσε σε έκσταση και ξεκίνησε να μιλάει λέγοντας χαρακτηριστικά:
«Βλέπω ένα κτίριο… στην πόλη μας... καίγεται... φλόγες σηκώνονται ψηλά... καπνοί ανεβαίνουν προς τα πάνω... αλλά μέσα από τις λάμψεις ξεπηδάει ένα πουλί... ένας μεγαλοπρεπής φοίνικας... που φέρνει νέο φως... νέα ελπίδα... από τις στάχτες!»
Η πρόβλεψή του βγήκε αληθινή. Στις 27 Φεβρουαρίου 1933, το Reichstag έπιασε φωτιά. Οι Ναζί κατηγόρησαν τους τρομοκράτες Κομμουνιστές και οι πολίτες είχαν υποστεί τόσο μεγάλο σοκ που επέτρεψαν στον Hitler να ψηφίσει νόμους έκτακτης ανάγκης που του έδωσαν στην ουσία παντοδυναμία. Σχεδόν σίγουρα ο Hanussen γνώριζε την εξέλιξη αυτή και έτσι εξηγείται η πρόβλεψή του. 
Το τεράστιο λάθος του Hanussen είναι ότι δεν κατάφερε να συλλάβει και να υπολογίσει σωστά τη διάσταση του ζητήματος και κάνοντας άκριτη χρήση των εμπιστευτικών πληροφοριών που γνώριζε, προετοίμασε στην ουσία το θάνατό του λίγο αργότερα.


Καθώς έφευγε από ένα εστιατόριο τη νύχτα της 24ης Μαρτίου του 1933, τον σταμάτησαν στην πόρτα δύο άγνωστοι άντρες και τον συνόδεψαν έξω στο δρόμο. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς ζωντανό. Το σώμα του ανακαλύφθηκε περίπου ένα μήνα αργότερα σε μια δασώδη περιοχή έξω από το Βερολίνο, κοντά στο Stahnsdorf. Τον είχαν πυροβολήσει στο κεφάλι. Οι δολοφόνοι του ήταν κατά πάσα πιθανότητα μια ομάδα ανδρών των Ταγμάτων Εφόδου.
Για το θάνατό του ακούστηκαν και ειπώθηκαν πολλά.  Έγιναν υποθέσεις για τους λόγους που οδήγησαν τον Hanussen στο θάνατό του, όπως ο ανταγωνισμός του με τους Hermann Göring και Joseph Goebbels για την προσοχή του Φύρερ. Υπάρχουν αβάσιμοι ισχυρισμοί ότι ο Hanussen μπορεί να είχε εμπλακεί στην πυρκαγιά στο Reichstag, υπνωτίζοντας τον Marinus van der Lubbe ώστε να διαπράξει την πράξη, ο οποίος κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε. Σήμερα φυσικά, είναι πλέον γνωστό πως ο Marinus van der Lubbe αν και επιχείρησε να κάψει το κτήριο δεν τα κατάφερε και αποτέλεσε μόνο τον αποδιοπομπαίο τράγο για να διασψθούν οι πραγματικοί ένοχοι, οι Ναζί και πιο συγκεκριμένα ο Hermann Göring. Άλλωστε όπως αναφέρει ο William Lawrence Shirer στο βιβλίο του «The Rise and Fall of the Third Reich», πιθανόν η αλήθεια για τον εμπρησμό του Reichstag δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί ποτέ, καθώς όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι πλέον νεκροί και το θέμα δεν στάθηκε δυνατό να αποσαφηνιστεί πλήρως ούτε στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Ωστόσο, αναφέρει ότι σε μια συζήτηση στην οποία παραβρέθηκε το 1942 με τον Hitler και τον Göring, όταν τέθηκε το θέμα σχετικά με την καλλιτεχνική αξία του κτηρίου και των περιεχομένων του, ο Göring αναφώνησε: «Εμένα να ρωτήσετε για το Reichstag, το ξέρω καλά γιατί εγώ το πυρπόλησα». Σύμφωνα με τον Shirer το Reichstag επικοινωνούσε με το ανάκτορο όπου διέμενε τότε ο Göring με έναν υπόγειο διάδρομο, απ’ όπου περνούσαν οι σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης. Από εκεί πέρασαν οι άνδρες των Ταγμάτων Εφόδου με βενζίνη και εύφλεκτα υλικά για να προβούν στον εμπρησμό.
Εκείνο όμως που δεν τόλμησε να πει κανείς τελικά στη Γερμανία του Hitler ήταν πως απλά ο Hanussen ήξερε πάρα πολλά και έπρεπε να πληρώσει το τίμημα.



Στην προσωπική του ζωή ο Hanussen παντρεύτηκε τη Theresia Luksch το 1920 και απέκτησαν μια κόρη, την Erika Fuchs Steinschneider. Ο γάμος τους δεν ευτύχησε και το ζευγάρι χώρισε. Μετά το χωρισμό η Theresia εγκαταστάθηκε με την κόρη της στο Meran της Ιταλίας, όπου η νεαρή Erika γνώρισε και παντρεύτηκε τον κληρονόμο μιας εταιρείας ζυθοποιίας.  Ο Hanussen πιθανότατα απόκτησε και ένα γιο που γεννήθηκε το 1922 από μια ερωμένη του. Ο γιος του Gerhard Belgardt μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και επέζησε του πολέμου. Ως ενήλικας κέρδισε μια σχετική φήμη ως μάντης, αποκαλώντας τον εαυτό του Hanussen II. 

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Η παλίρροια του πορθμού του Ευρίπου


Ο πορθμός του Ευρίπου έχει πλάτος 39 μέτρα, μήκος 40 μέτρα και βάθος 8,5 μέτρα. Σε αυτόν παρουσιάζεται το εξής περίεργο φαινόμενο: τα νερά του κινούνται συνεχώς, ενώ ταυτόχρονα αλλάζουν φορά κινήσεως. Άλλοτε κατευθύνονται προς τον Βόρειο και άλλοτε προς τον Νότιο Ευβοϊκό. Μετά από συστηματικές παρατηρήσεις διαπιστώθηκε ότι 22 - 23 ημέρες κάθε μήνα το ρεύμα παρουσιάζει μια κανονικότητα και αλλάζει φορά κάθε 6 ώρες περίπου, με αποτέλεσμα να συμπληρώνει τέσσερις εναλλαγές κάθε 24 ώρες και 50 λεπτά όπως ακριβώς η παλίρροια.

Από τις ημέρες του κανονικού ρεύματος 11-12 αντιστοιχούν στην περίοδο της Νέας Σελήνης και άλλες τόσες στην περίοδο της Πανσελήνου. Πολλές φορές παρουσιάζεται μια αρρυθμία, οπότε το φαινόμενο ολοκληρώνεται σε 22 ώρες και 22 λεπτά. Τις υπόλοιπες 6 ή 7 ημέρες, από τις οποίες 3 ημέρες αντιστοιχούν στην περίοδο του πρώτου και οι υπόλοιπες στην περίοδο του τελευταίου τετάρτου, το ρεύμα είναι ακανόνιστο.
Η ταχύτητα του ρεύματος ανέρχεται σε 5-6 μίλια την ώρα, ενώ μερικές φορές μπορεί να ανέρχεται και στα 9 μίλια την ώρα. Όταν δε το ρεύμα ενισχύεται από τους ισχυρούς βορείους ανέμους, που πνέουν κατά καιρούς στην περιοχή η ταχύτητά των ανωτέρων υδάτινων μαζών προς το Νότιο Ευβοϊκό γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Λέγεται, μάλλον υπερβολικά, ότι στην περίπτωση αυτή θα δυσκολευόταν και ένας καρχαρίας να κολυμπήσει κατά την αντίθετη φορά.
Γιατί Εύριπος;
Το τοπωνύμιο «Εύριπος» (εύ + ριπή) παραπέμπει στην ορμητική φορά την οποία εμφανίζει στο σημείο αυτό, όπως ήδη αναφέρθηκε, η παλίρροια. Συναντάται δε και στη διεθνή βιβλιογραφία με την ονομασία euripus για να περιγράψει κάθε φυσικό αλλά και τεχνητό πορθμό ή στένωμα στον οποίο παρουσιάζονται ισχυρά παλιρροϊκά ρεύματα.


Πού οφείλεται όμως το φαινόμενο αυτό;
Σήμερα δεχόμαστε την ακόλουθη εξήγηση: Το κύμα της παλίρροιας γεννιέται από την έλξη της Σελήνης στην Ανατολική Μεσόγειο και κατευθύνεται προς τα δυτικά. Όταν φθάνει στο νότιο Αιγαίο προχωρεί προς τα βόρεια και φθάνει στις ανατολικές ακτές της Εύβοιας τρεις ώρες περίπου μετά τη στιγμή που κατά την οποία η Σελήνη διέρχεται από το μεσημβρινό της Χαλκίδας.
Εντούτοις το κύμα που μπαίνει στο Νότιο Ευβοϊκό Κόλπο φθάνει στο στενό του Ευρίπου 1 ώρα και 15 λεπτά νωρίτερα από το κύμα που φθάνει από το βορρά γιατί η διαδρομή που ακολουθεί είναι μικρότερη. Αλλά και ο όγκος του θαλάσσιου ύδατος του νοτίου κύματος είναι μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο όγκο του βορείου κύματος, γιατί το βόρειο εμποδίζεται στη διαδρομή του από τη στενή βόρεια είσοδο του Βορείου Ευβοϊκού κόλπου στην περιοχή των Ωρεών. Έτσι, οι περισσότεροι υδάτινοι όγκοι φθάνουν από τα νότια νωρίτερα, με αποτέλεσμα να ανεβάζουν τη στάθμη στο μέρος εκείνο κατά 30 ως 40 εκατοστά, οπότε δημιουργείται το ρεύμα από τα νότια προς τα βόρεια.
Μετά 6 ώρες αντιστρέφονται οι συνθήκες γιατί εν τω μεταξύ φθάνει στο στενό το κύμα που μπήκε στο Βόρειο Ευβοϊκό Κόλπο και έτσι ανεβαίνει η στάθμη στο βόρειο μέρος του στενού με αποτέλεσμα να αντιστρέφεται το ρεύμα. Κατά την Πανσέληνο και τη Νέα Σελήνη, οπότε οι παλίρροιες είναι περισσότερο έντονες, έχουμε μεγαλύτερη διαφορά στάθμης μεταξύ Βορείου και Νοτίου Ευβοϊκού Κόλπου και, επομένως, ισχυρότερο ρεύμα. Η περίοδος των 22 ωρών και 22 λεπτών πρέπει να αποδοθεί στη διαμόρφωση των ακτών των δύο πλευρών του Ευβοϊκού κόλπου.
Κατά την εποχή του πρώτου και τελευταίου τετάρτου της Σελήνης οι παλίρροιες δεν είναι έντονες και επομένως και τα κύματα που εισέρχονται στους δύο κόλπους είναι εξασθενημένα. Όλα αυτά συν η μορφολογία των ακτών, του βυθού και η φορά των ανέμων συμβάλλουν ώστε η ροή των υδάτων να είναι εντελώς ακανόνιστη.
Ποιοι ασχολήθηκαν με το φαινόμενο
Το πρόβλημα της παλίρροιας του Ευρίπου ερεύνησαν πολλοί αρχαίοι και νέοι επιστήμονες, όπως ο Αριστοτέλης, ο Πλίνιος, ο Μάνσελ και ο Μιαούλης. Την τελική εξήγηση έδωσε ο καθηγητής Δ. Αιγινήτης, που στηρίχθηκε σε πλούσιο υλικό παρατηρήσεων.

Πηγή: Estiagnosis.gr

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η εποχή μας - Γιάννης Τσαρούχης


«Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν».


Γιάννης Τσαρούχης, «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ», Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Μια ημέρα από τη ζωή ενός αρχαίου Αθηναίου και μιας Αθηναίας (6) - Kolobova K. M. & Ozereckaja E. L. (1999)


Διαζύγια
Το διαζύγιο, το σχεδόν άγνωστο στην ομηρική εποχή, έγινε την κλασική εποχή τόσο συχνό, που οι Έλληνες ρήτορες θεωρούσαν την προίκα σαν απόλυτα αναγκαίο μέτρο για τη σταθερότητα της συζυγικής ζωής. Κι αυτό γιατί σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος όχι μονάχα να επιστρέψει στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της γυναίκας του την προίκα που είχε πάρει, αλλά να προσθέσει κι ένα συμπλήρωμα 18%, πράγμα που δεν ήταν εύκολο στον καθένα. Εκτός όμως απ’ αυτή την υλική ζημιά, η ελληνική νομοθεσία δεν έβαζε κανενός άλλου είδους εμπόδια για το διαζύγιο.
Υπήρχαν δύο ειδών διαζύγια, η αποπομπή, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση του συζύγου, και η απόλειψις, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση της συζύγου.
Η πρώτη περίπτωση δεν παρουσίαζε καμιά απολύτως δυσκολία! Αν ο σύζυγος ήθελε να χωρίσει τη σύζυγο, την έστελνε στους συγγενείς της, αφού κρατούσε τα παιδιά. Κανένας δεν ρωτούσε γιατί το έκανε! Οι αιτίες μπορεί να ήταν οι πιο διαφορετικές. Αλλά υπήρχε μια αιτία, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στο διαζύγιο: αν δεν είχε παιδιά, ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να χωρίσει τη γυναίκα. Στους Έλληνες ο γάμος θεωρούνταν ιερός θεσμός, καθιερωμένος από τους προγόνους. Τα παιδιά ήταν οι συνεχιστές των παραδόσεων του γένους και της οικογένειας. Όταν πέθαινε ο πατέρας, τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν τη λατρεία των προγόνων και να τιμούν τον τάφο του πατέρα τους. Οι Έλληνες θεωρούσαν τη συζυγική ζωή σαν μια ανάγκη, στην οποία οι αμοιβαίες προτιμήσεις των νέων δεν είχαν καμιά σημασία, πολύ περισσότερο που βλέπονταν, συνήθως, για πρώτη φορά την ώρα του γάμου. Γάμος σήμαινε θεμελίωση οικογένειας και γέννηση παιδιών, για να μπορεί ο πατέρας να τα παρουσιάσει στη φατρία και στο δήμο του. Παιδιά πολλά και ωραία, να το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Την τελευταία ημέρα των θεσμοφορίων γίνονταν διαγωνισμοί για την εκλογή των ωραιότερων παιδιών. Και οι μάνες των βλασταριών που αναγνωρίζονταν σαν τα πιο ωραία, γύριζαν τη μέρα αυτή στο σπίτι περήφανες κι ευτυχισμένες. Ένας άντρας άκληρος, συνεπώς ένας άντρας που είχε τη δυσμένεια των θεών, θεωρούνταν μισός πολίτης και πολυάριθμα αξιώματα, όπως π.χ. του άρχοντα και του στρατηγού, του ήταν απρόσιτα. Τις περισσότερες φορές οι άκληρες οικογένειες υιοθετούσαν τα παιδιά άλλων. Το υιοθετημένο παιδί δεχόταν τη λατρεία των προγόνων των καινούργιων του γονιών και ξέκοβε ολοκληρωτικά από την πραγματική του οικογένεια. Επίσης, υπήρχε η συνήθεια της αγοράς παιδιών.


Το διαζύγιο με αίτηση της γυναίκας ήταν δύσκολο. Η γυναίκα έπρεπε να παρουσιαστεί προσωπικά στον άρχοντα και να του παρουσιάσει γραπτές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει το δίκαιο του αιτήματος της. Επειδή η Αθηναία θεωρούνταν υποδεέστερη και ήταν εξαρτημένη, κι αυτή η απλή τυπική πράξη συναντούσε μεγάλες δυσκολίες.
Η κατάσταση αυτή φαίνεται θαυμάσια από την περιγραφή της απόπειρας διαζυγίου της γυναίκας του Αλκιβιάδη, που μας άφησε ο Πλούταρχος.
Ο Πλούταρχος θεωρεί εξαντλημένο το πρόβλημα και ασχολείται με τα σκυλιά του Αλκιβιάδη. Αν πάρουμε υπόψη μας ότι η Ιππαρέτη έδωσε στον Αλκιβιάδη δέκα τάλαντα προίκα και ότι ο Αλκιβιάδης περίμενε άλλη τόση κληρονομιά μετά το θάνατο του πεθερού του, του Ιππόνικου, η ασυνήθιστη προσήλωσή του στους συζυγικούς δεσμούς γίνεται ευκολονόητη.
Ο άντρας όμως δεν ήταν δεμένος με τίποτα εκτός από την προίκα. Μπορούσε μάλιστα να παντρέψει τη γυναίκα του με άλλον, χωρίς καν να ζητήσει τη συμφωνία της, όπως έκανε κι ένας πολίτης τόσο ενάρετος όπως ο Περικλής, πράγμα που δεν έβλαψε στο ελάχιστο τη φήμη του.


Εταίρες
Εντελώς διαφορετικά ζούσαν οι εταίρες. Σε διάκριση από τις άλλες γυναίκες, αυτές είχαν γνώσεις της λογοτεχνίας και δεν τους ήταν ξένη η τέχνη. Όχι, βέβαια, όλες. Οι εταίρες που δεν ήξεραν να παίζουν μουσικά όργανα ή τουλάχιστον να τραγουδούν και δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους καλεσμένους με τις γνώσεις τους και με το λεπτό τους πνεύμα, είχαν ένα εύγλωττο παρατσούκλι: τις έλεγαν «πεζές δαμάλες», όπως λέγαν τους οπλίτες πεζούς, γιατί βάδιζαν βήμα χωρίς μουσική, και σε διάκριση από το ιππικό, που συνοδευόταν πάντα από μουσικούς. Αυτή η κατηγορία των εταίρων ήταν πολυάριθμη, μα η ανάμνηση τους δεν κράτησε πολύ καιρό.


Η θέση των καλλιεργημένων και μορφωμένων εταίρων ήταν τελείως διαφορετική. Στα σπίτια τους μαζεύονταν πλήθος οι νέοι. Τις θαύμαζαν, έστηναν γι’ αυτές χρυσά αγάλματα, οι ποιητές τις εγκωμίαζαν στα έργα τους. Πολλές έγιναν διάσημες για την εξυπνάδα και το πνεύμα τους, ενώ η αθηναϊκή λογοτεχνία γνωρίζει συλλογές επιγραμμάτων που γράφτηκαν από εταίρες. Σύζυγος, εταίρα ή δούλη, να οι τρεις δρόμοι που επεφύλασσε η τύχη σε μια γυναίκα στην Αθήνα.


Γηρατειά
Και σε όποιον απ’ αυτούς την οδηγούσε η μοίρα, γρηγορότερα ή αργότερα την έβρισκε η αρρώστια ή τα γηρατειά. Στη θύρα του σπιτιού συγγενείς ή φίλοι θα σκαλώσουν δυο κλάδους: έναν ελιάς για να φυλάει την άρρωστη απ’ τα κακά πνεύματα και έναν δάφνης για να της εξασφαλίζει την ευμένεια του Απόλλωνα.
Θα κληθεί κι ο γιατρός, αλλά όχι αμέσως. Πρώτα θα ζητηθεί η βοήθεια ενός από τους πολυάριθμους ονειροεξηγητές και θα του διηγηθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια τα όνειρα της άρρωστης. Αν ονειρεύτηκε πως τελείωσε την ύφανση ενός ιματίου για τον άντρα της κι όταν σηκώθηκε από τον αργαλειό τον έσπρωξε προς τον τοίχο, τα προμηνύματα είναι άσχημα. Μπορεί η αρρώστια να ‘χει μοιραίο τέλος, γιατί η ζωή της γυναίκας είναι αδιανόητη χωρίς αργαλειό» ακόμα και στον τάφο της βάζουν ένα αδράχτι. Με την επίδραση μεγάλης αμοιβής ο ερμηνευτής θα γλυκάνει ίσως την προφητεία, προλέγοντας μονάχα βαριά αρρώστια. Αν όμως η αμοιβή τού φανεί ανεπαρκής, θα δηλώσει ανοιχτά ότι το όνειρο αυτό σημαίνει θάνατο και ότι οι συγγενείς δεν πρέπει να λυπηθούν, γιατί την ίδια τύχη είχαν κι η Ανδρομάχη κι η Αντιγόνη και η Ηλέκτρα, αν και ήταν πιο ωραίες και πιο νέες από την άρρωστη.
Μπορεί να δοκιμάσει να εξουδετερώσει τις ολέθριες συνέπειες του ονείρου, διηγώντας το όταν φανούν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Τότε, όπως ισχυρίζονταν οι γέροι, και το πιο κακό όνειρο χάνει τη δύναμή του. Αλλά το καλύτερο απ’ όλα είναι να απευθυνθεί κανείς κατευθείαν στο θεό θεραπευτή, στον Ασκληπιό, και στις δυο θυγατέρες του, την υγεία και την πανάκεια, οι οποίες, αν θέλουν, μπορούν να γιατρέψουν κάθε αρρώστια. Οι ιερείς του ναού του Ασκληπιού της Επιδαύρου είχαν τοποθετήσει μπροστά στο ιερό μια μεγάλη επιγραφή, όπου απαριθμούνταν όλα τα θαύματα που είχε κάνει ο θεραπευτής θεός, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Έλληνες. Σύμφωνα με τη γνώμη των ιερέων, ακόμα και οι πιο φανατισμένοι σκεπτικιστές έπρεπε να πειστούν για τη θαυματουργή δύναμη του Ασκληπιού. Για παράδειγμα, μια Αθηναία που την έλεγαν Αμβροσία, τυφλώθηκε απ’ το ένα μάτι κι ήρθε στο ναό, ζητώντας θεραπεία, αλλά δεν έδειξε στο ιερό τον πρεπούμενο σεβασμό.


Οι άρρωστοι ξαπλώνονταν σ’ ένα ειδικό διαμέρισμα του ναού και η θεραπεία γινόταν πάντα στη διάρκεια του «ιερού ύπνου». Μα επειδή ύστερα από κάθε θαύμα έπρεπε να φέρουν στο θεό ένα μεγάλο ανάθημα, μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να θεραπευθούν στο ναό του Ασκληπιού.
Κι αν ακόμα οι ιερείς έκαναν ορισμένα «θαύματα» για να προσελκύσουν τους πιστούς, στις περισσότερες περιπτώσεις, πριν ξαπλωθούν οι άρρωστοι στο ναό, τους περιποιούνταν σύμφωνα μ’ όλους τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που την κατείχαν πολύ καλά. Χρησιμοποιούσαν τη δίαιτα κι ένα αυστηρό σύστημα ύπνου, περιπάτους και εντριβές, για να θεραπεύουν τα πρηξίματα, τα έλκη και τις ασθένειες του στομαχιού. Τα «θαύματα» χρησιμοποιούνταν λοιπόν σαν δολώματα, γιατί κάθε θεραπεία έπρεπε να πληρωθεί και αν κάποιος προσπαθούσε να γελάσει το θεό στο πρόσωπο του εκπροσώπου του, τιμωρούνταν χωρίς αργοπορία. Οι ιερείς φρόντιζαν αυτό να το ξέρει όλος ο κόσμος.
Αν τα οικονομικά δεν επέτρεπαν στην άρρωστη να θεραπευθεί από τον Ασκληπιό, την πήγαιναν να τη δουν οι γιατροί. Στην Ελλάδα υπήρχαν κάμποσες ιατρικές σχολές, απ’ τις οποίες η πιο γνωστή ήταν αυτή που άνοιξε στη νήσο Κω «ο πατέρας της ιατρικής», ο Ιπποκράτης. Αν οι μαθητές του επιθυμούσαν να αφιερώσουν τη ζωή τους στη θεραπεία των ασθενών, έπρεπε να δώσουν έναν ειδικό όρκο, που τον είχε συντάξει προσωπικά ο Ιπποκράτης.


Παρ’ όλα αυτά, κάθε άλλο παρά όλοι οι ιδιώτες γιατροί, που ήταν πολυάριθμοι στην Αθήνα, ακολουθούσαν τη συμβουλή του Ιπποκράτη, να θεραπεύουν τους ασθενείς χωρίς να απαιτούν μεγάλη αμοιβή. Η πλειοψηφία προτιμούσε να μετατρέψει την τέχνη σ’ ένα προσοδοφόρο επάγγελμα.
Υπήρχαν και πολλοί τσαρλατάνοι που παρίσταναν το γιατρό. Εναντίον τους πάλεψε επίμονα, αλλά σχεδόν μάταια, ο μεγάλος Ιπποκράτης, ο οποίος διακήρυττε ότι ο γιατρός πρέπει να απασχολείται με την υγεία του αρρώστου κι όχι με τα χρήματα. Οι τσαρλατάνοι αυτοί προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν τους ασθενείς φτιάχνοντας στις κατοικίες τους ειδικά «ιατρεία», προικισμένα με λουτήρες, με ασημένια εργαλεία, βεντούζες για να παίρνουν αίμα καθώς και διάφορες θεραπευτικές αλοιφές. Τα φάρμακα τα παρασκεύαζαν τότε οι ίδιοι οι γιατροί. Μερικοί απ’ αυτούς πουλούσαν στην αγορά φάρμακα για όλες τις αρρώστιες. Δεν υπήρχε κανένας υγειονομικός έλεγχος για να παρακολουθεί την εργασία των γιατρών. Υπήρχαν και γιατροί του κράτους, που η δράση τους εγκωμιαζόταν κάποτε με ειδικές αποφάσεις της βουλής και της εκκλησίας του δήμου. Αυτοί είχαν ιατρεία που δέχονταν τους αρρώστους και τους βοηθούσαν υγειονομικά. Το βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό αποτελούνταν εν μέρει από δούλους ειδικά εκπαιδευμένους. Κατά κανόνα οι βοηθοί αυτοί περιποιούνταν αποκλειστικά τους δούλους.


Ο γιατρός που κατάγεται από ελεύθερους ανθρώπους επισκέπτεται τους αρρώστους το πρωί και το βράδυ. Ο γιατρός αυτός παίρνει υπόψη του «τη γενική κατάσταση της ατμόσφαιρας και το ξεχωριστό κλίμα κάθε περιοχής, τις συνήθειες και τον τρόπο της ζωής της άρρωστης, το είδος των συνηθισμένων ασχολιών της, την ηλικία, την ομιλία, τις δεξιότητες, τις σκέψεις, τα όνειρα, την αϋπνία, το περιεχόμενο και το χρόνο που βλέπει τα όνειρα, τον τρόπο των χειρονομιών, τα δάκρυα, το τρεμούλιασμα», κι άλλα συμπτώματα της αρρώστιας. Αφού συγκεντρώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία, ο γιατρός της παραγγέλνει τι φάρμακο πρέπει να πάρει, το παρασκευάζει με το χέρι του και της το δίνει να το πιει.
Αν η άρρωστη γίνει καλά, τότε προσφέρει στο θεό γύψινο ομοίωμα των οργάνων, ή του μέλους του σώματος που είχε αρρωστήσει: ένα πόδι, ένα χέρι, ένα μάτι, ένα αυτί, μια μύτη κ.λπ.


Θάνατος
Αν η θεραπεία δεν βοήθησε και το μοιραίο τέλος έγινε αναπόφευκτο, τότε η μελλοθάνατη κόβει μερικούς βοστρύχους για να τους προσφέρει δώρο στον Απόλλωνα και την αδελφή του την Άρτεμη. Οι συγγενείς και φίλοι μαζεύονται λυπημένοι γύρω από το κρεβάτι για να ακούσουν και να φυλάξουν με φροντίδα τα τελευταία λόγια της. Την υποχρέωση αυτή αναλαμβάνει ο πιο στενός από αίμα συγγενής. Οι άλλοι θα χτυπήσουν δυνατά τα ορειχάλκινα αγγεία, που τα μετέτρεψαν για την ευκαιρία σε σήμαντρα, για να διώξουν τα κακά πνεύματα, που, όπως είναι γνωστό, δεν μπορούν να υποφέρουν τόσο βίαιους θορύβους. Πίστευαν πως χάρη στη φοβερή φασαρία η ψυχή θα καταφέρει να ξεφύγει από την ακούραστη επαγρύπνηση των ερινυών και να φτάσει ανεμπόδιστη στα Ηλύσια πεδία, όπου θα αναπαυτεί ήσυχα. Οι Έλληνες πίστευαν ότι ο κόσμος των νεκρών, ο Άδης, χωρίζεται σε δύο μέρη εντελώς διαφορετικά: το δεξιό μέρος, που προορίζεται για τους αγαθούς ανθρώπους, που οι ψυχές τους ζούσαν εδώ ήσυχα κι ευτυχισμένα, και το αριστερό μέρος, τον τρομερό Τάρταρο, όπου βασανίζονταν οι ψυχές των άτιμων και εγκληματιών. Η κύρια αποστολή των ερινυών ήταν ακριβώς να πετάξουν τις ψυχές στον Τάρταρο.
Της νεκρής της κλείνανε τα μάτια και το στόμα για να ‘χει όσο το δυνατό πιο κόσμια εμφάνιση και της κάλυπταν το πρόσωπο με ένα πανί. Αυτό το έκανε ο σύζυγος, ο αδελφός, η αδελφή ή ο γιος. Θλιβερή είναι η τύχη εκείνης που δεν έχει ένα φιλικό χέρι για να της προσφέρει την υπηρεσία αυτή.
Οι γυναίκες θα πλύνουν το πτώμα με ζεστό νερό, θα το αλείψουν με αρωματικά έλαια, θα το ντύσουν και θα το καλύψουν μ’ ένα σεντόνι λευκό. Στο μέτωπο θα βάλουν ένα στεφάνι από χρυσό ή από κερί.


Το κρεβάτι του πόνου της μακαρίτισσας θα στολιστεί με πράσινα κλαδιά και με στεφάνια λουλουδιών, έπειτα θα το τοποθετήσουν σε ένα δωμάτιο που να βλέπει στην αυλή, με τα πόδια προς τη θύρα, σημάδι πως δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πια. Εδώ η νεκρή θα μείνει ένα μερόνυχτο και θα τη φυλάνε οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Οι φίλοι του σπιτιού θα ‘ρθουν να δώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό κι όταν φύγουν δεν θα ξεχάσουν να πλύνουν τα χέρια με τρεχούμενο νερό, γιατί μπαίνοντας σε ένα σπίτι που το επισκέφτηκε ο θάνατος έχουν μολυνθεί.
Όλο τον καιρό που η νεκρή βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα πόδια προς τη θύρα, τα μαλλιά της θα είναι κρεμασμένα στην εξώθυρα σε ένδειξη πένθους.
Την άλλη μέρα πριν την ανατολή του ήλιου, που δεν πρέπει να δει αυτό το όχι καθαρό θέαμα, η νεκρική πομπή θα κατευθυνθεί προς το κοιμητήριο. Αν στο σπίτι επιτρεπόταν να μοιρολογήσεις και να κλάψεις, στο δρόμο, σύμφωνα με το νόμο που ψηφίστηκε τον καιρό του Σόλωνα, η τήρηση της ησυχίας ήταν υποχρεωτική. Πίσω από τη νεκρή, που είναι τοποθετημένη σε μια νεκροφόρα και σκεπασμένη με λευκά σεντόνια, βάδιζαν σιωπηλοί πρώτα οι άντρες, έπειτα οι γυναίκες, οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Μπορούσαν να πάρουν μέρος και άλλες ηλικιωμένες γυναίκες το λιγότερο 60 χρόνων. Όλοι οι συγγενείς σε ένδειξη πένθους φορούν ενδύματα κλειστού χρώματος και έχουν κοντά κομμένα τα μαλλιά τους.
Το πήλινο φέρετρο θα κατεβεί στο ξηρό χώμα, το φρυγμένο απ’ τον ήλιο της αττικής. Για να μην υποφέρει η νεκρή από δίψα, κοντά στο φέρετρο θα τοποθετήσουν έναν αμφορέα με νερό. Θα αφήσουν επίσης διάφορα αγγεία και στο στόμα της θα βάλουν έναν οβολό, για να πληρώσει τον χάροντα, το βαρκάρη που θα την περάσει από το ποτάμι της Στυγός στον κόσμο των νεκρών. Θα της δώσουν ίσως και μια πίτα με μέλι για να ημερέψει τον άγριο κέρβερο, το τρικέφαλο σκυλί που φυλάει την είσοδο του Άδη.

Το μνήμα σκεπάστηκε με χώμα και στο κεφάλι της νεκρής τοποθετήθηκε μια στήλη, στην οποία είναι γραμμένο το όνομα της νεκρής και μια μονάχα λέξη «χαίρε!». Προφέροντας για τελευταία φορά το «αναπαύου εν ειρήνη», αυτοί που πήραν μέρος στη νεκρική συνοδεία θα χαιρετίσουν τη μακαρίτισσα. Θα σπεύσουν έπειτα να εξαγνιστούν από το μίασμα, γιατί αλλιώς δεν μπορούν να ‘ρθουν σε επαφή μ’ άλλους ανθρώπους κι ούτε να πατήσουν σε ναό.
Η κατοικία της νεκρής θα πλυθεί επίσης με νερό και στην εστία θα ρίξουν κομματάκια θειάφι.
Οι μέρες του μήνα του πένθους περνούν γρήγορα. Ύστερα από πολλούς αιώνες, οι αρχαιολόγοι, καθαρίζοντας προσεχτικά την ανώμαλη επιφάνεια, τη φαγωμένη απ τις βροχές και τους ανέμους, της επιτύμβιας στήλης, θα διαβάσουν το όνομα αυτής που βρήκε τελευταίο καταφύγιο στον τάφο αυτό. Θα βρουν εκεί τον αμφορέα και τα άλλα αγγεία, ορισμένα ίσως ανέπαφα, καθώς και τον οβολό που τον περιμένει μάταια ο Χάροντας.


Πηγή: Kolobova K. M. & Ozereckaja E. L. (1999). Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα. (Γ. Ζωίδης, μετάφρ.). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα. 

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Μια ημέρα από τη ζωή ενός αρχαίου Αθηναίου και μιας Αθηναίας (5) - Kolobova K. M. & Ozereckaja E. L. (1999)


Στο σπίτι
Πέρα από το παράθυρο βρισκόταν ένας άλλος κόσμος, σχεδόν απρόσιτος στη γυναίκα. Το σύνορο αυτού του κόσμου το αποτελούσε η θύρα, που φυλαγόταν από ένα θυρωρό. Στα χτυπήματα του μικρού μεταλλικού ρόπτρου, που ήταν κρεμασμένο στην εξώθυρα, απαντούσε πρώτα με τα γαβγίσματά του το σκυλί από την αυλή. Έπειτα έβγαινε ο θυρωρός, ο οποίος άφηνε ή όχι τον επισκέπτη να μπει στην αυλή. Η αυλή αυτή, που στη μέση της υψωνόταν ο βωμός του Ερκείου Δία, προστάτη της εστίας, ήταν το κέντρο του σπιτιού. Εδώ έτρωγαν, εδώ περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους τα μέλη της οικογένειας και εδώ επίσης γίνονταν δεκτοί οι καλεσμένοι. Απ’ τις δυο πλευρές κάτω απ’ τις στοές, βρίσκονταν τα δωμάτια. Στο βάθος, στο απέναντι από την είσοδο μέρος, βρισκόταν η πύλη που οδηγούσε στο δωμάτιο του άνδρα, κύρια αίθουσα της κατοικίας. 


Στο γυναικωνίτη μπορείς να φτάσεις μόνο περνώντας απ’ αυτό το δωμάτιο. Ο γυναικωνίτης περιλάμβανε τον κοιτώνα των συζύγων, τα δωμάτια των κοριτσιών και τα διαμερίσματα όπου εργάζονταν οι δούλες. Εκτός από το σύζυγο, κανένας άλλος άντρας δεν επιτρεπόταν να μπει εκεί. Ο γυναικωνίτης ήταν τόσο απρόσιτος που κάποτε συνέβαιναν κωμικοτραγικά περιστατικά, σαν αυτό που διηγείται ο Δημοσθένης. Μια φορά στο σπίτι ενός αθηναίου, που είχε φύγει σε ταξίδι, τρύπωσαν ληστές. Οι γείτονες άκουσαν τα ξεφωνητά των γυναικών και είδαν πως γινόταν αρπαγή. Άρχισαν να φωνάζουν βοήθεια, αλλά κανένας δεν τόλμησε να μπει στο γυναικωνίτη, αν και έβλεπαν πως οι ληστές έβγαζαν τα πράγματα από το σπίτι.


Οικιακός εξοπλισμός
Όταν έκανε κρύο, στο σπίτι δεν ήταν πολύ ευχάριστα, γιατί, εκτός από ένα μαγκάλι με κάρβουνα, τα δωμάτια δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης. Μονάχα στο μαγειρείο υπήρχε εστία. Από τα κάρβουνα που σιγόκαιγαν μέσα στη στάχτη της εστίας έπαιρναν φωτιά όταν νύχτωνε και έπρεπε να ανάψει το λυχνάρι. Κάποτε, αντί λυχνάρι χρησιμοποιούσαν μια χούφτα δαδιά. Άλλοτε για λυχνάρι μεταχειρίζονταν ένα μετάλλινο κουτί ή ένα πήλινο αγγείο, γεμάτο από στουπί αλειμμένο με μια ρητινώδη ουσία. Αυτό το τοποθετούσαν στο μέσο ενός πιο μεγάλου αγγείου από πηλό, όπου έπεφτε το αναμμένο φιτίλι και κυλούσε το λιωμένο ρετσίνι. Το λυχνάρι κάπνιζε και πριτσάλιζε, γεμίζοντας καπνιά τους τοίχους και την οροφή. Η αλήθεια είναι πως η ζημιά δεν ήταν μεγάλη. Για πολύ καιρό στην Αθήνα οι τοίχοι ασπρίζονταν μόνο με ασβέστη. Ο Αλκιβιάδης υπήρξε ο πρώτος Αθηναίος που στόλισε τους τοίχους με ζωγραφιές. Γι’ αυτό το σκοπό έκλεισε στο σπίτι το ζωγράφο Αγάθαρχο και δεν τον άφησε να βγει πριν τελειώσει τη δουλειά του. Γενικά, όμως, για τα δωμάτια προτιμούσαν λυχνάρια με λάδι. Αυτά τα έφτιαχναν με μέταλλο ή με πηλό και είχαν δυο τρύπες. Η μια για να βάζουν το λάδι, η άλλη για να βγαίνει το φιτίλι. Πρέπει να πούμε πως σ’ αυτά τα λυχνάρια έδιναν τις πιο ποικίλες μορφές.


Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν δυο πατώματα. Κάποτε το δεύτερο πάτωμα νοικιαζόταν και τότε στα πάνω δωμάτια ανέβαινες απευθείας από το δρόμο με μια εξωτερική κλίμακα. Στα πιο μέτρια σπίτια η σκάλα ήταν εσωτερική και στο ισόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες και συχνά και ο γυναικωνίτης.
Η πλειοψηφία των ιδιωτικών σπιτιών της Αθήνας ανήκε, βέβαια, στην κατηγορία των μέτριων σπιτιών, ή καλύτερα ήταν ένα είδος καλύβας αποτελούμενης από δυο μικροσκοπικά καλυβάκια το ένα επάνω στο άλλο, που έβλεπαν απευθείας στο δρόμο. Οι στέγες τις περισσότερες φορές ήταν ίσιες, τα δωμάτια του ισογείου δεν είχαν παράθυρα, το φως της αυλής έμπαινε από τη θύρα. Τα δωμάτια του επάνω πατώματος όμως είχαν παράθυρα, κι από εδώ άρεσε στις γυναίκες να παρακολουθούν την κίνηση του δρόμου.
Τα σπίτια δεν είχαν ξύλινες θύρες, εκτός από εκείνη που έβγαζε στο δρόμο και τη θύρα του δωματίου όπου φύλαγαν τα πολύτιμα αντικείμενα. Στα άλλα δωμάτια μπροστά στις θύρες υπήρχαν κρεμασμένα παραπετάσματα.
Τα σπίτια των ευκατάστατων ανθρώπων ήταν επιπλωμένα αρκετά πλούσια. Ας αρχίσουμε από τα καθίσματα. Υπήρχαν καθίσματα με ερεισίνωτο (πλάτη δηλ.) Ή χωρίς ερεισίνωτο, καθώς και ο θρόνος, δηλαδή ένα κάθισμα με υψηλό ερεισίνωτο.


Στο θρόνο καθόταν ο οικοδεσπότης. Ήταν τόσο ψηλός, που για να μπορέσεις να καθίσεις σ’ αυτόν έπρεπε να πατήσεις σ’ ένα ειδικό καθισματάκι. Πάνω στα καθίσματα ήταν στρωμένα μαξιλάρια σκεπασμένα χαλάκια και στις πλάτες ήταν ριγμένα καινούργια καλύμματα. Τα κομψά κρεβάτια - κλίνες είχαν πόδια σταυρωτά, όπως και τα καθίσματα. Υπήρχαν κι άλλα είδη, με ίσια πόδια και με μικρό ερεισίνωτο στην άκρη και στη μια πλευρά, όπως στα μοντέρνα ντιβάνια. Τα απλά κρεβάτια, που λέγονταν κράββατοι, αποτελούνταν από ένα ξύλινο πλαίσιο με κοντά πόδια, από τα οποία δένονταν σταυρωτά μερικές ταινίες δερμάτινες. Σ’ αυτό το δίχτυ των ταινιών τοποθετούσαν ένα σελτέ γεμάτο μαλλί, ένα σεντόνι και ένα μαξιλάρι. Για σκεπάσματα χρησιμοποιούσαν κουβέρτες, δέρματα προβάτων και γούνες, ανάλογα με τον καιρό. Το κρεβάτι ήταν το κύριο έπιπλο των αρχαίων Ελλήνων, γιατί διάβαζαν, έγραφαν και σκέφτονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους. Τα τραπέζια τα χρησιμοποιούσαν μόνο για φαγητό. Ήταν πολύ χαμηλά, για την ακρίβεια δεν ξεπερνούσαν το ύψος των κρεβατιών, γιατί, όπως είπαμε, οι Έλληνες έτρωγαν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.
Πολύ πιο γερές ήταν οι καλάθες, που δεν έλειπαν από τα σπίτια των Αθηναίων, οι οποίες αντικαθιστούσαν τις ντουλάπες. Οι καλάθες ήταν τόσο μεγάλες, που καθεμιά τους μπορούσε να χωρέσει δύο ανθρώπους. Οι καλάθες έκλειναν με κάτι βαριές κλειδαριές και συχνά ήταν στολισμένες με κεντίδια, εγκόλλητα, γεωμετρικά σχήματα κ.ά. Στο σπίτι βρίσκονταν πολυάριθμα πήλινα αγγεία. Αυτά είχαν διάφορες μορφές και διαστάσεις και πολλές φορές ήταν ωραία.
Το πιο μεγάλο αγγείο - ο πίθος - ήταν μια μεγάλη στάμνα, στρογγυλή, με πάτο σουβλερό ή ίσιο. Στους πίθους φύλαγαν κρασί, λάδι, σύκα, τρόφιμα αλατισμένα.
Για μακρόχρονη διατήρηση το κρασί και το λάδι το έβαζαν σε αμφορείς, κάτι αγγεία με δύο χερούλια και μακρύ λαιμό. Τα στόμια των αμφορέων τα βούλωναν με ρετσίνι. Το αγγείο στο οποίο αναμίγνυαν στο τραπέζι το κρασί με νερό ονομαζόταν κρατήρας. Ο κρατήρας είχε σχήμα δοχείου με πολύ πλατύ στόμιο, με δυο χερούλια. Το σερβίτσιο του κρασιού συμπληρωνόταν με τις οινοχόες, αγγεία με ένα χερούλι κι ένα στόμιο απ’ όπου χυνόταν το ποτό, και τον σκύφο, ένα είδος κυπέλλου ή κανάτας με ψηλό χερούλι. Εξαιρετική ποικιλία παρουσίαζαν τα ποτήρια, δηλαδή τα δοχεία που χρησιμοποιούνταν για το ποτό: φιάλες, σκύφοι, κύλικες, κάνθαροι και τέλος τα ρυτά. Το ρυτό ήταν ένα κέρατο πελεκημένο και γλυμμένο στη μυτερή του άκρη, που είχε μορφή κεφαλής ζώου, συνήθως κριαριού. Εδώ, στο κεφάλι, υπήρχε μια τρύπα για να χύνεται το υγρό, που έκλεινε με ένα μικρό καπάκι.


Τα δοχεία του φαγητού των Ελλήνων μάς είναι λιγότερο γνωστά. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν η χύτρα, ένα δοχείο με πόδια ή χωρίς πόδια, αλλά με κυκλικό πυθμένα, για να μπορεί να κάθεται σε τρίποδα. Στη χύτρα έβραζαν κρέας και λαχανικά. Για τα ψάρια υπήρχαν κάτι μεγάλα δοχεία. Το ψωμί και τις πίτες τις φύλαγαν σε πλεχτά κάνιστρα. Μια σκάρα, μαχαίρια και πιρούνια συμπλήρωναν τα εξαρτήματα του μαγειρείου.
Όλα τα δοχεία των αρχαίων Αθηναίων ήταν φτιαγμένα από πηλό κόκκινο ή κιτρινωπό, που τον προμηθεύονταν από τα κεραμουργεία των προαστίων της πόλης. Στο κόκκινο βάθος του αγγείου ζωγράφιζαν ωραία μελανά σχέδια. Τα γυάλινα δοχεία αναφέρονται για πρώτη φορά στον Αριστοφάνη. Προηγουμένως από γυαλί κατασκεύαζαν μόνο κοσμήματα: χάντρες, σκουλαρίκια, περιδέραια, βραχιόλια. Ο χρόνος μετριόταν με το ρολόι: το γνώμονα, ένα ηλιακό ρολόι, εγκατεστημένο στον κήπο του σπιτιού, και την κλεψύδρα, ένα ρολόι με νερό, με το οποίο μετριόταν ο χρόνος ανάλογα με την ποσότητα του νερού που έτρεχε ομοιόμορφα σ’ ένα δοχείο. Ορισμένα σχέδια σε αρχαία ελληνικά αγγεία παριστάνουν σκηνές από τη ζωή και τις ασχολίες των γυναικών. Τα σχέδια αυτά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες σύμφωνα με το θέμα τους: οικιακές ασχολίες, καλλωπισμός των γυναικών και διασκεδάσεις τους στην αποτραβηγμένη ζωή του γυναικωνίτη.


Ενδυμασία
Η γυναικεία ενδυμασία εκείνης της εποχής δεν έθετε ζητήματα κοπτικής αλλά απαιτούσε μεγάλη ευχέρεια στην τέχνη του στολισμού. Τα γυναικεία ενδύματα, όπως και τα αντρικά, χωρίζονταν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στην ελαφρή εσωτερική ενδυμασία και σ’ ένα φόρεμα πιο χοντρό, τον πέπλο, που φοριόταν από πάνω. Ο χιτώνας των γυναικών ήταν συνήθως πιο μακρύς από τον αντρικό, ήταν απλό, μακρύ πουκάμισο, που έπεφτε ελεύθερα κατά μήκος του σώματος και πιανόταν μόνο με ένα κορδόνι. Οι παντρεμένες γυναίκες έδεναν το κορδόνι κόμπο, κάτω από το στήθος τους, ενώ τα νεαρά κορίτσια στο θώρακα ή στους γοφούς. Κάποτε ο χιτώνας είχε σχιστά μανίκια. Οι άκρες του πιάνονταν με μια πόρπη από το δεξιό ώμο ή τις έδεναν φιόγκο πάνω στο στήθος. Στις παρυφές ο χιτώνας ήταν στολισμένος με μια ταινία άλλου χρώματος, συνήθως χρώματος κρόκου.
Στο σπίτι οι γυναίκες φορούσαν μόνο χιτώνα αλλά όταν έβγαιναν στο δρόμο φορούσαν από πάνω έναν πέπλο, δηλαδή ένα κομμάτι ύφασμα πλατύ περίπου 1,5 μέτρο και μακρύ 3-4 μέτρα, με το οποίο οι Ελληνίδες καλύπτονταν επιδέξια, αφήνοντάς το να πέφτει σε πτυχές. Κάποτε, όταν δεν φορούσαν βέλο, άφηναν ελεύθερη μιαν άκρη του πέπλου και κάλυπταν μ’ αυτήν το κεφάλι.
Την ενδυμασία των γυναικών την έφτιαχναν από μάλλινο ύφασμα, πανί και λινάρι και ένα ύφασμα από άγνωστο υλικό, πολύ λεπτό και διάφανο, όπως η μουσελίνα. Τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν: κίτρινο, κόκκινο, ερυθρό, πράσινο ανοιχτό, πράσινο λαδί, γκριζογάλανο, καφετί ανοιχτό και λευκό. Τους άρεσαν υφάσματα με σχέδια, ταινίες με ζωηρά χρώματα και κεντήματα. Μπορούμε να σχηματίσουμε μια ιδέα για τα κεντητά πέπλα αν κοιτάξουμε τα σχέδια των αγγείων ή αν διαβάσουμε στον Αισχύλο την περιγραφή της ενδυμασίας του Ορέστη.

Στο δρόμο οι γυναίκες σπάνια φορούσαν στο κεφάλι τους καλύμματα, αλλά όταν έβγαιναν έξω από την πόλη κάλυπταν το κεφάλι τους με κάτι στρογγυλά καλύμματα με μυτερή κορυφή. Στα πόδια φορούσαν σανδάλια, υποδήματα λευκά ή κίτρινα και ένα είδος ψηλά άρβυλα. Όταν έβγαιναν στο δρόμο έπαιρναν μια ομπρέλα και ένα ριπίδι από φτερά παγονιού ή ένα πιο ελαφρύ από ξύλο, με μορφή λωτού. Η ενδυμασία συμπληρωνόταν με κοσμήματα: χρυσά σπειροειδή ή μακριά σκουλαρίκια, χρυσά περιδέραια, διαδήματα, βραχιόλια (αυτά τα φορούσαν στο πάνω μέρος του βραχίονα), δαχτυλίδια και κάτι μικρούς χρυσούς δακτύλιους στην κλείδωση του χεριού.
Ο καθρέφτης ήταν ένα αντικείμενο που δεν έλειπε από τη ζωή της γυναίκας. Οι καθρέφτες γίνονταν από καλοδουλεμένο μέταλλο κι είχαν ένα χερούλι λιγότερο ή περισσότερο στολισμένο. Όταν οι εταίρες γίνονταν γριές χάριζαν τους καθρέφτες τους στην Αφροδίτη για την προστασία και τη μέριμνα που τους είχε η θεά.


Καλλωπισμός
Οι Ελληνίδες είχαν μακριά και πυκνά μαλλιά. Τα έπλεκαν και τα έκαναν βοστρύχους και πλεξούδες, τα έπιαναν με ταινίες και καρφίδες (τσιμπιδάκια) και τους έκαναν διάφορα χτενίσματα. Στις ελεύθερες γυναίκες το κοντό μαλλί ήταν σημάδι πένθους ή αναγνώριση γηρατειών. Οι δούλες είχαν πάντοτε τα μαλλιά τους κομμένα κοντά. Οι Ελληνίδες χρησιμοποιούσαν κρέμα για να ασπρίζουν τα μάγουλα, ψιμύθια, βαφές για τα φρύδια και τις βλεφαρίδες. Πολλές γυναίκες είχαν ολόκληρο εργαστήρι με καθρέφτες, τσιμπιδάκια, καρφίτσες, μπουκαλάκια με αρώματα και αρωματικές ουσίες, δοχεία με κρέμες. Για το βάψιμο του προσώπου και των χειλιών χρησιμοποιούσαν μολύβια ή ρίζα του φυτού αλκέα (είδος μολόχας). Τα φρύδια τα μαύριζαν με καπνιά ή με ψιλοτριμμένο αντιμόνιο. Τα βλέφαρα τα σκίαζαν ελαφρά με κάρβουνο. Τις βλεφαρίδες τις έβαφαν πρώτα μαύρες, έπειτα με ένα μείγμα από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι. Οι γυναίκες έβαζαν πολλά μυρωδικά, όπως άλλωστε και οι άντρες, πράγμα που φαίνεται από τις πικρές μομφές του Σωκράτη.


Διασκεδάσεις
Η μουσική κατείχε σημαντική θέση στη ζωή της γυναίκας. Οι θωπευτικοί τόνοι της λύρας και τα βαριά τρέμουλα του δίαυλου αντηχούσαν συχνά στα διαμερίσματα του γυναικωνίτη. Γενικά οι Έλληνες ήταν μεγάλοι φίλοι της μουσικής και απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην ηθική της επίδραση.
Οι Έλληνες προτιμούσαν τις χαμηλές συγχορδίες. Για τις διάφορες κλίμακες υπήρχαν ειδικές ονομασίες. Οι νότες της φωνητικής μουσικής και της ενόργανης μουσικής ήταν επίσης διαφορετικές.
Η αρμονία ήταν ξένη προς την ελληνική μουσική. Παρ’ όλο που οι Έλληνες γνώριζαν τις συγχορδίες, χρησιμοποιούσαν μονάχα την κλίμακα που την ονόμαζαν αντιφώνηση. Συνήθως τραγουδούσαν σε μια φωνή.
Μια άλλη διασκέδαση των γυναικών ήταν τα οικιακά ζώα και τα πουλερικά. Είχαν σκυλιά και γάτες παιχνιδιάρικες, που τους άρεσε να παίζουν με τις κλωστές από ένα ατέλειωτο κέντημα, κοκόρια και κότες, χήνες, κάργες αυθάδικες, που ήξεραν να σκαλώνουν σε κάτι μικρές βαθμίδες και να κρατούν μια μικροσκοπική ασπίδα, γερανούς, πέρδικες και άλλα εξημερωμένα πουλιά, που τις εικόνες τους μπορεί να τις δει κανείς στα σχέδια των αγγείων.
Μια εποχή έγιναν της μόδας οι πίθηκοι της Αιγύπτου, αλλά πιθήκους μπορούσε να δει κανείς πιο σπάνια και δεν ήταν εύκολο να τους προμηθευτεί.
Μα θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι όλες οι αθηναίες περνούσαν τον καιρό τους μπροστά στον καθρέφτη ή χαϊδεύοντας τις χορδές της λύρας. Η τέχνη του 5ου - 4ου αιώνα παρουσίασε ιδιαίτερα τη ζωή της εύπορης γυναίκας. Υπήρχε όμως και μια άλλη ζωή γυναίκας, που συνήθως οι καλλιτέχνες αγνοούσαν. Η σκληρή, η πολύμοχθη ζωή πολυάριθμων άπορων οικογενειών δεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους και τους ποιητές του ισχυρού ναυτικού κράτους. Η αθηναϊκή τέχνη εμπνέεται από τις πτυχώσεις των κομψών ενδυμάτων κι όχι από τους χοντροκομμένους και μπαλωμένους χιτώνες που αποτελούσαν την αμοιβή του καθημερινού μόχθου. Η ζήτηση γεννάει την προσφορά. Εκείνοι που πλήρωναν τα αγάλματα και τα αγγεία δεν θα έδιναν χρήματα για τόσο αποκρουστικές εικόνες, ενώ οι λίγοι οβολοί των φτωχών δεν προορίζονταν για την αγορά αντικειμένων πολυτελείας. Συχνά δεν έφταναν ούτε για το καθημερινό ψωμί.


Οι φτωχές
Παρ’ όλα αυτά στις εμπνευσμένες ομιλίες των θεών και των ηρώων αντηχούσε και η γεμάτη φροντίδες ζωή του αθηναϊκού δήμου. Η γυναίκα του λαού, η γυναίκα του μόχθου, η κουρασμένη, η πρόωρα μαραμένη, διακόπτει τους χορούς των τραγουδιών, ενώ στις κωμωδίες του Αριστοφάνη κλαίει μπροστά σ’ όλους τη μαύρη της τύχη.
Στις φτωχές οικογένειες η γυναίκα δουλεύει δίπλα στον άντρα. Σε μια επιγραφή γίνεται λόγος για τη γυναίκα ενός χρυσοχόου που βοηθάει τον άντρα της να φτιάχνει περικεφαλαίες για τις παρελάσεις και να τις επιχρυσώσει. Η ανάγκη υποχρεώνει την Αθηναία να κάνει ακόμα και δουλειές δούλας, να εργαστεί σαν τροφός.
Με τον τελευταίο οβολό η φτωχή γυναίκα αγοράζει λίγο αλεύρι ή δανείζεται από το γείτονα για να ‘χει με τι να κάνει χυλό σε μια πήλινη γαβάθα, να ψήσει κουλούρια και να τα πάει στην αγορά να τα πουλήσει. Τα μέλη της οικογένειάς της τα τρέφει με «ξηρά φύλλα ραδικιού», με «ρίζες ραδικιού» και άλλα φαγώσιμα φυτά. Από τότε που θα φέξει η μέρα κι ως τη δύση του ήλιου θα την δεις να γυρνάει εδώ και ‘κεί σαν τη σαΐτα στον αργαλειό.
Δεν έχει καιρό να τεμπελιάζει στο γυναικωνίτη, άλλωστε για ποιο γυναικωνίτη μπορεί να γίνεται λόγος στο άθλιο καλύβι της, το κολλημένο στο Βράχο ή το σκαμμένο σ’ αυτόν σαν φωλιά θηρίου.
Δεν έχει δούλες για να κάνουν όλες τις δουλειές του νοικοκυριού. Κι αν ακόμα έχει (οι δούλοι είναι τόσο φτηνοί!), αυτοί πεινούν μαζί μ’ ολόκληρη την οικογένεια ή βγάζουν το ψωμί τους όπως μπορούν. Τα παιδιά της δεν πηγαίνουν περίπατο με τα μάτια χαμηλωμένα σεμνά στη γη, συνοδευόμενα από έναν παιδαγωγό. Παίζουν κι ανακατεύουν τη σκόνη των δρομίσκων της Αθήνας. Μόλις μάθουν να διαβάζουν, πιάνουν δουλειά.
Αν είναι χωριάτισσα κουράζεται ακόμα πιο πολύ. Πολύ πριν ξημερώσει ετοιμάζει φαγητό για τον άντρα και τα παιδιά, έπειτα Βγάζει τα βόδια από το στάβλο και τα ποτίζει. Μαζεύει χόρτο για τα πρόβατα, τα κουρεύει, γνέθει και υφαίνει, ράβει τα ρούχα όλης της οικογένειας, περιποιείται το λαχανόκηπο, φέρνει νερό, αρμέγει τις γίδες, πλένει τα ρούχα στο ρέμα, φορτώνεται συχνά και κουβαλάει μακριά τα βαριά δέματα με τα άπλυτα ρούχα.
Κάθε χρόνο βοηθάει τον άντρα να πετάει τις πέτρες από το μικρό της κλήρο. Και κάθε χρόνο, όταν λιώνουν τα χιόνια, οι χείμαρροι κατεβάζουν απ’ τα βουνά άλλες πέτρες.
Αυτών των γυναικών, είτε ζουν στην πόλη είτε στο χωριό, η μέρα δεν τους φαίνεται ποτέ μεγάλη. Αντίθετα, δεν τα καταφέρνουν να τελειώσουν, πριν νυχτώσει, όλες τις δουλειές τους.

Μονότονα κυλούσε η ζωή μονάχα της εύπορης γυναίκας. Η υποδεέστερη όμως θέση της και η υπακοή που όφειλε στο σύζυγο δεν την εμπόδιζαν να του βάζει συχνά τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Είναι γνωστή η διαβεβαίωση του Θεμιστοκλή ότι ο μικρότερος γιος του είχε τη μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους Έλληνες, γιατί «επικεφαλής των Ελλήνων βρίσκονται οι Αθηναίοι, επικεφαλής των Αθηναίων είναι αυτός, αυτόν τον διευθύνει η γυναίκα του και τη γυναίκα του ο γιος του!».