ΩΡΑ...

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Έχε γεια Παναγιά - Παραδοσιακό Κωνσταντινούπολης

29 Μαΐου 1453 - Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1/6

29 Μαΐου 1453 - Άλωση της Κωνσταντινούπολης 2/6

29 Μαΐου 1453 - Άλωση της Κωνσταντινούπολης 3/6

29 Μαΐου 1453 - Άλωση της Κωνσταντινούπολης 4/6

29 Μαΐου 1453 - Άλωση της Κωνσταντινούπολης 5/6

29 Μαΐου 1453 - Άλωση της Κωνσταντινούπολης 6/6

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Κολωνάκι... πλατεία!


«Είναι αποκλεισμένο περιμετρικά, μπράβοι σε σχήμα Π, περαστικοί κοιτάζουν περίεργοι το θέαμα. Στη μέση αυτός, μαύρο κοστούμι, μαύρο πουκάμισο, όρθιος μιλάει στο κινητό. Πίσω του άλλος μπράβος, κρατάει στα χέρια ευλαβικά το πούρο. Γυρνάει, τραβάει μια ρουφηξιά, συνεχίζει, ο κολαούζος το κρατάει, περιμένει την επόμενη ρουφηξιά. Μπράβος... πούρου, επαγγέλματα του μέλλοντος.
Φθινοπωρινό μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, η δημόσια επίδειξη της αήττητης ηλιθιότητας. Είναι πλούσιος. Έχει πολλά λεφτά, από πού, απροσδιόριστο. Οι πλούσιοι αυτής της χώρας δεν κάνουν, έχουν. Κάτι γενικώς, καράβια, προμήθειες, λαθρεμπόριο πετρελαίου, πλαστά τιμολόγια, ποδοσφαιρικές ομάδες - πλυντήρια, αγοραπωλησίες παικτών, εικονικά συμβόλαια, πουλάει φάρμακα στα νοσοκομεία στην τριπλάσια τιμή, εισαγωγή από την Κύπρο, εκμεταλλεύεται εμπορικά ακίνητα της εκκλησίας, καταπατάει δημόσιες εκτάσεις, χτίζει στη Μύκονο συγκρότημα κατοικιών με συνέταιρο γνωστό πολιτικό, αλλαγές συντελεστή δόμησης μόνο για την περίπτωσή του, έχει αναλάβει τη διαφημιστική καμπάνια υπουργείων, διαχειρίζεται τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων, πουλάει τηλεοπτικά κανάλια που του χαρίζει το κράτος, αύξηση κεφαλαίου, τραπεζική εγγύηση, δάνεια, offshore εταιρείες, κωδικοί, μπράβοι. Πούρα. Χοντρός σβέρκος.
Οι περαστικοί απολαμβάνουν το θέαμα. Κουνάνε το κεφάλι ειρωνικά. Το θέμα είναι τα λεφτά, αυτό μου είπε κι ο μπαμπάς. Μια χώρα που δεν παράγει τίποτα και έχει τόσους πολλούς πλούσιους. Δεν δημιουργούν αλλά έχουν διασυνδέσεις. Σωστοί άνθρωποι στις σωστές θέσεις. Βιτρίνες. Ταμίες. Μεταφορά χρήματος, όχι δημιουργία πλούτου. Δεν βγάζουν χρήματα, υπεξαιρούν. Οι πλούσιοι ξέρουν πολύ καλά από πού προέρχονται τα χρήματά τους. Τα αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι ως προϊόν εγκλήματος. Τα τρώνε γρήγορα και επιδεικτικά. Όπως οι γκάνγκστερ.
Σε ολόκληρο τον κόσμο μόνο δύο άρχουσες τάξεις έχουν υιοθετήσει ως τρόπο ζωής το lifestyle της κολομβιάνικης μαφίας. Οι Ρώσοι ολιγάρχες και οι Έλληνες πλούσιοι.
Θηριώδη τζιπ στα στενά δρομάκια, παρκαρισμένες πόρσε στα κλαμπ, αστυνομική προστασία, γουόκι τόκι, μπράβοι, ημίγυμνες ξανθιές, χοντροί σβέρκοι. ΚΔΟΑ. (Κτηνώδης δύναμη ογκώδης ανοησία).
Στον υπόλοιπο κόσμο οι πραγματικοί πλούσιοι μοιάζουν με φοιτητές στα Εξάρχεια. Σνίκερς, φούτερ και κουκούλες. Ανακάλυψαν ένα τσιπάκι, έστησαν τη Microsoft, την Apple, έφτιαξαν ένα πρόγραμμα, φαντάστηκαν μια κοινότητα, το Facebook, βάζουν την εταιρεία τους στο χρηματιστήριο έναντι 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων φορώντας τζιν, στο υπόγειο γκαράζ παίζουν ακόμα Nirvana με τις φοιτητικές τους κιθάρες.
Εδώ δεν υπάρχουν κιθάρες. Ούτε πανεπιστήμια. Ελληνικός ληστρικός μικροκαπιταλισμός, κλοπιμαία. Ξαπλώστρες 3.000 ευρώ στην παραλία, ο ένας δίπλα στον άλλον. Πάνω στον άλλον. Όλοι μαζί. Δεν θέλουν να κρυφτούν, θέλουν να φανούν. Ποιος έχει το πιο μεγάλο, σπίτι, το πιο μεγάλο, κότερο. Αγωνιούν για μια φωτογραφία τους σε φτηνές κίτρινες φυλλάδες που λερώνεσαι άμα τις ξεφυλλίσεις…
Αγοράζουν παρέα, δημοσιότητα, σεξ, σταρ, μις, θεές, απόλυτες, υπέρλαμπρες, δίμετρες. Ξανθιές με μαύρη ρίζα. Από τη μαζική παραγωγή των καλλιστείων. Μια δυο γυμνές φωτογραφίες και μετά στον αγώνα. Στο ανελέητο κυνήγι στη σκληρή ζούγκλα της ζωής. Η ανεργία στις νεαρές γυναίκες μέχρι τα 30 φτάνει στο 40%.
Πιράνχας, κόβουν βόλτες από φωτογράφιση σε κότερα, από πασαρέλα σε επισκέψεις κατ’ οίκον. Το ίδιο παμπάλαιο συγκινητικό όνειρο. Μια μέρα ο πελάτης θα ερωτευτεί και θα την κάνει κυρία. Ένας γάμος, τώρα πριν να ‘ναι αργά, τα χρόνια περνάνε γρήγορα, νέο εμπόρευμα βγαίνει στην αγορά κάθε σεζόν.
Τα πούρα διαλέγουν. Επιλέγουν την επόμενη trophy wife. Επιλέγουν και επιλέγονται. Ε9 κυκλοφορούν σε φωτοτυπίες, αγοραπωλησίες, ντιλ κλείνονται… Τα κοσμικά περιοδικά γράφουν για πανέμορφα μοντέλα που φωτογραφίζονται σε ακριβά μαγαζιά με νεαρούς ζεν πρεμιέ της αθηναϊκής νύχτας. Εννοούν escort συναντάνε γιους πλουσίων με την ελπίδα να «κατακτηθούν». Νέες ιδιότητες της κοσμικής ζωής. Κληρονόμοι. Γιοι εισηγμένων. Πολύφερνοι γαμπροί με πολλές κατακτήσεις. Οι βίζιτες της πρώτης σελίδας.
Ο πλανήτης μπαίνει στον τρίτο χρόνο της οικονομικής κρίσης. Ο δύσκολος χειμώνας. Οι ελληνικές πολιτικές εφημερίδες, αυτιστικές πάντα, στο πιο βαθύ τούνελ της κρίσης, εισάγουν στην ύλη τους κοσμικά ένθετα. Χρώματα πολύχρωμα, γυαλιστερές φωτογραφίες. Δες το 16χρονο ζάπλουτο ξέκωλο πώς διασκεδάζει στα μπουζούκια. Ζηλεύεις; Δες το νεαρό πάμπλουτο κληρονόμο αγκαλιά με τη θεά, την προκλητική miss young. Θα κάνουν προγαμιαίο συμβόλαιο;
Η Ελένη ρίχνει με νάζι το τιραντάκι να φανεί η ρόγα, πέφτει η τηλεθέαση. 5.000 άτομα στο γάμο, τραγούδησε ο Ρέμος, εσύ δεν ήσουν εκεί; Εσένα ο μπαμπάς σου δεν έκανε λαθρεμπόριο πετρελαίου; Η μαμά σου δεν ήταν συμβολαιογράφος στα μεγάλα ντιλ ακίνητης περιουσίας; Δεν ξέρεις ούτε ένα γενικό γραμματέα υπουργείου, έναν ταμία κόμματος έστω; Τι άτυχος που ήσουν.
Όλα διορθώνονται όμως, άρχισε τώρα, κάνε κοιλιακούς, κάνε προσθετικές στήθους, κάνε κάτι. Αν δεν είσαι αγοραστής, γίνε τουλάχιστον εμπόρευμα. Η Ελλάδα, αδιόριστη πτυχιούχος, κλείνει τα μάτια, πέφτει στο κρεβάτι για μια μονιμοποίηση στο δημόσιο, υπέρβαρη πηδάει απ’ το μπαλκόνι. Γυρνάει το ρολόι μια ώρα πίσω μεσάνυχτα Κυριακής, ετοιμάζεται για τον πιο βαρύ χειμώνα. Μπερδεμένη, πεινασμένη, εν πλήρει συγχύσει, δηλώνει αθώα.
Ήταν ωραίο το έργο, εύκολο, χωρίς κόπο, θεαματικό σαν μεταμεσονύχτια κολομβιάνικη σαπουνόπερα του Άλφα με βαρόνους κοκαΐνης, μπράβους και μικρά κοριτσάκια που πάνε στον πλαστικό χειρούργο με παιδιάστικη αφέλεια για να πιάσουν την καλή, να τις διαλέξει ο αρχηγός της συμμορίας. Κρατάει 45 λεπτά. Μετά ακολουθεί τελεμάρκετινγκ. Κατσαρόλες, στρώματα και όργανα γυμναστικής, 29,99 ευρώ σε 6 δόσεις.
Συμπληρώνω:
Πού είναι η άλλη Ελλάδα; Η Ελλάδα του 5%. Η Ελλάδα της γνώσης, της επιστήμης και της έρευνας. Η Ελλάδα της τέχνης, του πολιτισμού και του πνεύματος. Η Ελλάδα του αντοπάριστου (βλέπετε χρειαζόμαστε επεξηγήσεις γιατί κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε!!!) αθλητισμού, της ευγενούς αμίλλης και του θαυμασμού του καλού καγαθού. Η Ελλάδα της δουλειάς, της προκοπής και της εξέλιξης. Η Ελλάδα του μέτρου. της μετριοφροσύνης και της σύνεσης. Κι όμως υπάρχει η Ελλάδα αυτή, υπάρχει, αναπνέει και λειτουργεί.
Μόνο που είναι χαμένη στο υπόλοιπο 95% όπως περιγράφεται στο παραπάνω κείμενο. Αυτό το 95% χρεοκόπησε την Ελλάδα. Η διάσωσή της είναι το 5%.
Ανακαλύψτε το, αποκαλύψτε το, διαδώστε το, ενισχύστε το, συμπληρώστε το....
Ίσως τότε φανεί η αρχή της ελπίδας…»
                       Φώτης Γεωργελές (Εditorial στην Αthens Voice)

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Η τράπεζα της Ελλάδος Part 1 of 4 - Το κουτί της Πανδώρας

Η τράπεζα της Ελλάδος Part 2 of 4 - Το κουτί της Πανδώρας

Η τράπεζα της Ελλάδος Part 3 of 4 - Το κουτί της Πανδώρας

Η τράπεζα της Ελλάδος Part 4 of 4 - Το κουτί της Πανδώρας

Ανάμεσα απ' τον τοίχο


Στην παραπάνω φωτογραφία τι βλέπετε; Δύο χέρια; Μήπως δύο μητέρες με τα παιδιά τους; Ή μήπως βλέπετε πάνω ένα χέρι και κάτω μία γυναίκα;
Το σχέδιο είναι το ίδιο αλλά η προσθήκη κουρτίνας στο κάτω μέρος κάνει το χέρι να φαίνεται σαν γυναίκα…

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει


Ανάμεσα στα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ξεχώριζε ένας Τριπολιτσιώτης, ο Γιάννης Θυμιούλας, που είχε καταπληκτικές διαστάσεις: Ήταν δυο μέτρα ψηλός, παχύς και πολύ δυνατός (λέγεται ότι με το ένα του χέρι μπορούσε να σηκώσει και άλογο).
Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, τρόμαζε στη θέα του. Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον… δανείσει!
Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του, πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα. Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, προκλήθηκε πανικός και τελικά τρόμαξε και το ‘βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους.
 

Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ’ ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει.
- Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! απάντησε ο προεστός του χωριού. Όπως λένε, αυτή η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από αυτό το περιστατικό. Παραπλήσια είναι και η αρχαιότερη έκφραση: «Αυτός αυτόν αυλεί».

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Βυθός - Μαγεία (3)















Ψυχολογία της Μάζας - Δέκα στρατηγικές χειραγώγησης

 Οι 10 στρατηγικές χειραγώγησης που χρησιμοποιούν οι επικυρίαρχοι για να πετύχουν τον απόλυτο έλεγχό μας με την βοήθεια των Μ.Μ.Ε.


1. Η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής
Το θεμελιώδες στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου είναι η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής που έγκειται στην εκτροπή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και τις αποφασισμένες από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ αλλαγές μέσω της τεχνικής του κατακλυσμού συνεχόμενων αντιπερισπασμών και ασήμαντων πληροφοριών. 
Η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής είναι επίσης απαραίτητη για να μην επιτρέψει στο κοινό να ενδιαφερθεί για απαραίτητες γνώσεις στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της ψυχολογίας, της νευροβιολογίας και της κυβερνητικής.
«Διατηρήστε την προσοχή του κοινού αποσπασμένη, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμάλωτη θεμάτων που δεν έχουν καμία σημασία. Διατηρήστε το κοινό απασχολημένο, τόσο πολύ ώστε να μην έχει καθόλου χρόνο για να σκεφτεί - πίσω στο αγρόκτημα, όπως τα υπόλοιπα ζώα» (απόσπασμα από το κείμενο: Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).


2. Δημιουργία προβλημάτων και μετά προσφορά λύσεων
Αυτή η μέθοδος καλείται επίσης «πρόβλημα – αντίδραση - λύση». Δημιουργείται ένα πρόβλημα, μια προβλεφθείσα «κατάσταση» για να υπάρξει μια κάποια αντίδραση από τον κόσμο, με σκοπό αυτός ο ίδιος να ορίσει τα μέτρα που η εξουσία θέλει να τον κάνει να δεχτεί. Για παράδειγμα: Αφήνεται να ξεδιπλωθεί και να ενταθεί η αστική βία ή οργανώνονται αιματηρές επιθέσεις που αποσκοπούν στο να απαιτήσει ο κόσμος νόμους ασφαλείας και πολιτικές εις βάρος της ελευθερίας. Ή ακόμα: Δημιουργούν μία οικονομική κρίση ώστε να γίνει αποδεκτή ως αναγκαίο κακό η υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.


3. Η στρατηγική της σταδιακής εφαρμογής
Για να γίνουν αποδεκτά τα διάφορα απαράδεκτα μέτρα, αρκεί η σταδιακή εφαρμογή τους, λίγο λίγο, επί συναπτά έτη. Κατά αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν τις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 οι δραστικά νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός): ανύπαρκτο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ανασφάλεια, ελαστικότητα, μαζική ανεργία... μισθοί που δεν εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα, τόσες αλλαγές που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση αν είχαν εφαρμοστεί μονομιάς.


4. Η στρατηγική της αναβολής
Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσουν ως «επώδυνη κι αναγκαία», εξασφαλίζοντας τη συγκατάβαση του λαού τη δεδομένη χρονική στιγμή και εφαρμόζοντάς τη στο μέλλον. Είναι πιο εύκολο να γίνει αποδεκτή μια μελλοντική θυσία απ’ ό,τι μία άμεση. Κατά πρώτον επειδή η προσπάθεια δεν καταβάλλεται άμεσα και κατά δεύτερον επειδή το κοινό, η μάζα, πάντα έχει την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «τα πράγματα θα φτιάξουν στο μέλλον» και ότι οι απαιτούμενες θυσίες θα αποφευχθούν. Αυτό δίνει περισσότερο χρόνο στο κοινό να συνηθίσει στην ιδέα των αλλαγών και να τις αποδεχτεί με παραίτηση όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου.


5. Να απευθύνεσαι στο κοινό σαν αυτό να είναι στην παιδική ηλικία
Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν λόγο, επιχειρήματα, προσωπικότητες και τόνο της φωνής, όλα ιδιαίτερα παιδικά, πολλές φορές στα όρια της αδυναμίας, σαν ο θεατής να ήταν μικρό παιδάκι ή διανοητικά καθυστερημένος. Όσο περισσότερο θέλουν να εξαπατήσουν το θεατή τόσο πιο πολύ υιοθετούν έναν παιδικό τόνο. Γιατί; «Αν κάποιος απευθύνεται σε ένα άτομο σαν αυτό να ήταν 12 χρονών ή και μικρότερο, αυτό λόγω της υποβολής είναι πολύ πιθανό να τείνει σε μια απάντηση ή αντίδραση απογυμνωμένη από κάθε κριτική σκέψη, όπως αυτή ενός μικρού παιδιού» (βλ. Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).


6. Πολύ περισσότερη χρήση του συναισθήματος παρά της λογικής
Η χρήση του συναισθήματος είναι μια κλασική τεχνική προκειμένου να επιτευχθεί βραχυκύκλωμα στη λογική ανάλυση και στην κριτική σκέψη των ατόμων. Από την άλλη, η χρήση των συναισθημάτων ανοίγει την πόρτα για την πρόσβαση στο ασυνείδητο και την εμφύτευση ιδεών, επιθυμιών, φόβων, καταναγκασμών ή την προτροπή για ορισμένες συμπεριφορές.


7. Η διατήρηση του κοινού στην άγνοια και στη μετριότητα
Κάντε το κοινό να είναι ανήμπορο να κατανοήσει τις μεθόδους και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο και τη σκλαβιά του… «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που δίνεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι η φτωχότερη και μετριότερη δυνατή, έτσι ώστε το χάσμα της άγνοιας μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικών τάξεων να είναι και να παραμένει αδύνατον να γεφυρωθεί» (βλ. Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).


8. Ενθάρρυνση του κοινού να είναι ικανοποιημένο με τη μετριότητα
Προωθήστε στο κοινό την ιδέα ότι είναι της μόδας να είσαι ηλίθιος, χυδαίος και αμόρφωτος…
Μήπως σας θυμίζει κάτι αυτό; Μήπως στο σχολείο λέγαμε τους καλούς μαθητές «φυτά»;





9. Ενίσχυση της αυτοενοχής

Κάντε τα άτομα να πιστέψουν ότι αυτά και μόνον αυτά είναι ένοχα για την κακοτυχία τους, εξαιτίας της ανεπάρκειας της νοημοσύνης τους (σ.σ.: όλοι έχουμε ακούσει εκφωνητές να παπαγαλίζουν συνεχώς το επιχείρημα ότι δε φταίνε οι Παγκοσμιοποιητές για την κατάσταση στην Ελλάδα αλλά φταίμε εμείς. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν έχουν νοητική καθυστέρηση αλλά είναι σε διατεταγμένη σε ειδική αποστολή. Χιλιάδες άλλοι το παπαγαλίζουν κάθε μέρα), των ικανοτήτων ή των προσπαθειών τους. Έτσι, τα άτομα αντί να εξεγείρονται ενάντια στο οικονομικό σύστημα, υποτιμούν τους εαυτούς τους και νιώθουν ενοχές, κάτι που δημιουργεί μια γενικευμένη κατάσταση κατάθλιψης, της οποίας απόρροια είναι η αναστολή της δράσης… Και χωρίς δράση, δεν υπάρχει επανάσταση.


10. Το σύστημα γνωρίζει τα άτομα καλύτερα απ’ ό,τι αυτά γνωρίζουν τους εαυτούς τους
Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, η ταχεία πρόοδος της επιστήμης έχει δημιουργήσει ένα αυξανόμενο κενό μεταξύ των γνώσεων του κοινού και εκείνων που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι κυρίαρχες ελίτ. Χάρη στη βιολογία, στη νευροβιολογία και στην εφαρμοσμένη ψυχολογία, το σύστημα έχει επιτύχει μια εξελιγμένη κατανόηση των ανθρώπων, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Το σύστημα έχει καταφέρει να γνωρίζει καλύτερα τον «μέσο άνθρωπο» απ’ ό,τι αυτός γνωρίζει τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το σύστημα ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο και μεγάλη εξουσία πάνω στα άτομα, μεγαλύτερη από αυτήν που τα ίδια ασκούν στους εαυτούς τους!

Lindau Bodensee





















Giacomo Mantegazza (1853 – 1920) - The Entertainer (1884)

Το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου



 Μια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας απ’ τους δυο ήταν έξυπνος, ο άλλος ήταν κουτός. Μια μέρα λέει ο έξυπνος του κουτού:
– Αδερφέ, θέλω να μοιράσουμε το κτήμα.
– Να το μοιράσουμε, αδερφέ μου, λέει ο καημένος ο κουτός.
Πάει λοιπόν κάποια μέρα ο έξυπνος και μοιράζει το κτήμα και διαλέγει κιόλας. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό· το μισό ήταν πρώτης γραμμής γη και τ’ άλλο ήταν ένα παλιοχώραφο. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι άφησε τ’ αλλουνού το άχρηστο, το παλιοχώραφο.
Ο καημένος ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό κι αφού δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά. Κι ο βασιλιάς στέλνει ευθύς ένα στρατιώτη και καλεί τον άλλο αδερφό και κοίταξε να τους τα συμβιβάσει, μα αυτοί τίποτε! Ήθελαν και οι δυο το καλό. Τους λέει τότε να μοιράσουν το κτήμα αλλιώτικα, να πάρουν κι οι δυο κι από το καλό κι από τ’ αχαμνό. Μα αυτοί τίποτε! Ήθελαν και οι δύο το καλό. Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς σκέφτηκε να τους πει ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, να πάρει το καλό χωράφι. Τους λέει λοιπόν:
«Για να μη μαλώνετε, θα σας πω ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, θα πάρει το καλό χωράφι».
Είπαν κι οι δυο «ναι». Ο έξυπνος όλος χαρά σκέφτηκε: Ο αδερφός μου είναι κουτός· εγώ θα το εξηγήσω. Τους λέει λοιπόν ο βασιλιάς:
«Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου, και σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε».
Φεύγουν αυτοί, πάνε στα σπίτια τους. Αρχίζει ο έξυπνος να σκέπτεται. Λέει: «Αυτό είναι, εκείνο είναι, τ’ άλλο είναι… Ό,τι κι αν υπάρχει πια στον κόσμο πες πως είναι κείνο».
Ο καημένος ο κουτός δεν ήταν άξιος να σκεφθεί τίποτε. Στενοχωριόταν λοιπόν κι αναστέναζε όλη μέρα κι όλη νύχτα. Αυτός είχε μια θυγατέρα που η ομορφιά της δεν είχε ταίρι στον κόσμο και τον ρώτησε:
– Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;
Της λέει λοιπόν την ιστορία, πως τους είπε ο βασιλιάς να του εξηγήσουν ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, θα πάρει το καλό χωράφι.
– Και τι είν’ ο λόγος αυτός, πατέρα;
– Θέλει να του πούμε ποιο είναι το γρηγορότερο πράμα του κόσμου.
– Μη στενοχωριέσαι, πατέρα μου, του λέει, και την ημέρα που θα ‘ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.
Επήρε αέρα ο άνθρωπος.
Πέρασαν οι μέρες, ήρθε η ώρα που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε και ρωτάει τη θυγατέρα του, κι εκείνη του λέει: «Θα πεις, πατέρα, πως το πιο γρήγορο πράγμα του κόσμου είναι ο νους».
Πάνε λοιπόν στο παλάτι, τους ερωτά ο βασιλιάς. Λέει ο έξυπνος πως το γληγορότερο πράμα του κόσμου είναι το πουλί.
– Όχι, του λέει ο βασιλιάς.
– Είναι τ’ άλογο.
– Όχι, του ξαναλέει ο βασιλιάς. Λέγε συ, λέει του άλλου.
– Πολυχρονεμένε βασιλιά, λέει ο κουτός, το γληγορότερο πράμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, ο νους μας μπορεί να ’ναι στην Αμερική!
– Μάλιστα, λέει ο βασιλιάς, το βρήκες. Θα σας πω όμως άλλο ένα. Θα μου πείτε ποιο είναι το βαρύτερο πράμα του κόσμου.
Ο έξυπνος λέει πάλι μέσα του: «Όσο γι’ αυτό θα το βρω». Πάει λοιπόν πάλι σπίτι του κι αρχίζει να σκέπτεται. Ο καημένος ο κουτός ήταν σίγουρος. «Εγώ έχω τη θυγατέρα μου που θα μου πει», έλεγε από μέσα του. Της το λέει λοιπόν πως αυτό κι αυτό, ο βασιλιάς μας είπε να του πούμε ποιο είναι το βαρύτερο πράμα του κόσμου. Του λέει λοιπόν η θυγατέρα του πως την ημέρα που θα πρόκειται να πάνε, θα του πει. Η καημένη η κοπέλα τον φοβόταν· μπορεί, έλεγε, να το πει, να τ’ ακούσει ο θείος μου και θα το πει εκείνος στο βασιλιά να κερδίσει.
Πέρασαν πάλι οι οχτώ μέρες που τους είχε προθεσμία ο βασιλιάς και πάει και τη ρωτάει. Του λέει:
«Να πας και να του πεις πως το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι η φωτιά. Κι αν σ’ ερωτήσει γιατί, να του πεις: Γιατί δε μπορεί κανείς να σηκώσει πολλή».
Φεύγουν, πάνε στο παλάτι, τους ρωτάει ο βασιλιάς. Πρώτος λέει ο έξυπνος, πως το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι.
– Όχι, του λέει ο βασιλιάς.
– Το σίδερο.
– Μήτε αυτό.
Τότε λέει ο άλλος:
– Το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι η φωτιά.
– Μα γιατί; τον ρωτάει ο βασιλιάς.
– Γιατί δεν μπορούμε να τη σηκώνουμε.
– Ναι, αυτό είναι, λέει ο βασιλιάς. Θα σας πω όμως άλλο ένα και θα ’ρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θα μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου.
Φεύγουν πάλι, πάνε στα σπίτια τους. Πέφτει πάλι ο έξυπνος σε συλλογή. Λέει: «τι είναι; τι δεν είναι; τα λεφτά είναι!» Ο άλλος το λέει στη θυγατέρα του. «Θα σου πω, πατέρα», του λέει. Ήρθε πάλι η ώρα, πάει, τη ρωτάει· του λέει:
«Θα πεις πως είναι το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου η γη, κι εκείνος θα σ’ ερωτήσει “γιατί” κι εσύ θα πεις πως, αν δεν υπήρχε η γη, πού θα στεκόμασταν;»
Πάνε πάλι στο παλάτι. Λέει ο άλλος πως το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι τα λεφτά.
– Όχι, του λέει ο βασιλιάς.
– Το ψωμί.
– Όχι.
Λέει λοιπόν κι ο καημένος ο κουτός πως το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι η γη.
– Ναι, λέει ο βασιλιάς. Τώρα είναι δικό σου το καλό χωράφι.
Τότε πια δεν μπορούσε κι ο άλλος να μιλήσει. Πριν φύγουν από ‘κεί, παίρνει ο βασιλιάς τον κερδισμένο και πάνε σε μιαν άλλη κάμαρα του παλατιού και του λέει:
– Θέλω να μου πεις ποιος σου τα εξήγησε αυτά κι ήρθες και τα είπες;
– Μοναχός μου, του λέει.
– Δε λες αλήθεια, λέει ο βασιλιάς. Θέλω να μου πεις ποιος σου τα είπε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου.
Αρχίζει λοιπόν ο άνθρωπος και του λέει πως έχει μια θυγατέρα κι εκείνη του τα είπε.
– Να τη φέρεις αύριο στο παλάτι, του λέει, να την ιδώ.
Παίρνει ο καημένος ο γέρος τη θυγατέρα του και πάνε στο παλάτι.
Μόλις την είδε ο βασιλιάς, εθάμαξεν απ’ την ομορφιά της. Της κάνει αμέσως λόγο, αν θέλει να γίνει γυναίκα του.
– Αυτό δε γίνεται ποτέ, είπε η κοπέλα. Του λόγου σου ένας βασιλιάς κι εγώ μια φτωχοπούλα, λέει, όχι!
– Αφού σε θέλω εγώ, τι σε νοιάζει εσένα; Ένα πράμα μονάχα σου ζητώ. Θα κάνουμε ένα χαρτί, να υπογράψεις πως δεν θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου· κι αν ανακατευτείς καμιά φορά, θα διαλέξεις ό,τι θέλεις, να το πάρεις από μέσ’ από το παλάτι μου και να φεύγεις.
Συμφώνησαν λοιπόν, κάνουν το χαρτί και υπογράφει η κοπέλα. Γίνηκαν οι γάμοι και ζούσανε καλά. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν σε δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος. Αφού πέρασαν λίγα χρόνια, μια μέρα καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και βλέπει να έρχεται ένας με το γαϊδουράκι του φορτωμένο· μα έξαφνα του ψοφά ο γάιδαρος εκειδά που περπατούσε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά - αριστερά, για να του δώσει καμιά βοήθεια. Εκείνη δα την ώρα περνούσε άλλος με το γάιδαρό του και βλέπει που ο ψοφισμένος γάιδαρος είχε καινούργιο σαμάρι. Βγάζει λοιπόν το παλιό του δικού του και παίρνει το καινούργιο. Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του.
Η βασίλισσα από πάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:
«Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του».
Κι έτσι έγινε, αφού το διάταξε η βασίλισσα. Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκαμε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι ευθύς λέει της βασίλισσας:
«Ανακατεύτηκες σε δουλειά που δεν ήταν δικιά σου! Να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν κράτησες τη συμφωνία μας».
Μα η βασίλισσα έξυπνη του λέει:
«Θα φύγω ευθύς, μόνο το βράδυ να φάμε μαζί».
«Καλά», της είπε εκείνος.
Η βασίλισσα όμως, όταν έτρωγαν, έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και, μόλις το ήπιε, αμέσως κοιμήθηκε. Ευθύς εκείνη διάταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Αφού την ετοιμάσανε, διατάζει και πιάνουν το βασιλιά, όπως ήταν κοιμισμένος και τον βάζουν μέσα και μια και δυο στο σπίτι του πατέρα της. Ο πατέρας της άμα την είδε, τρόμαξε και τη ερώτησε: «Τι τρέχει παιδί μου;» Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να σωπάσει. Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους.
Το πρωί άμα ξύπνησε ο βασιλιάς, κοίταζε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του κι ευθύς πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:
– Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;
– Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι.
– Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.
– Και ποιος σου έδωκε την άδεια να με φέρεις εδώ;
Ευθύς εκείνη του δείχνει το χαρτί που είχαν καμωμένο, να διαλέξει ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει· και του λέει:
– Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα επήρα.
Γέλασε τότε ο βασιλιάς και της λέει:
– Μπράβο σου! Εσύ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες μου τις υποθέσεις.
Σηκώνονται λοιπόν και πάνε πίσω στο παλάτι τους κι εζήσαν κι επεθάνανε, παιδιά κι εγγόνια εκάμανε.


(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σια A.E., 1994)