ΩΡΑ...

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

«Η τρόικα στην ταβέρνα»: Ένα εκπληκτικό σκετς για την Ελλάδα στη γερμανική τηλεόραση

Διαθέστε 15 λεπτά από τον χρόνο σας για το βίντεο που ακολουθεί. Ένα βίντεο που ξεκινά ανάλαφρα, με σαφή χιουμοριστική διάθεση, στην οποία όμως υποκρύπτονται μεγάλες αλήθειες για το ελληνικό χρέος και τον τρόπο χειρισμού του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα διαπιστώσετε με ένα απλό παράδειγμα τι έχει συμβεί στην ελληνική οικονομία από τους ίδιους τους δανειστές της.
Το δεύτερο μέρος ωστόσο, παρότι πάλι έχει χιουμοριστική διάθεση, έστω και με πικρό χιούμορ, βαραίνει ιδιαίτερα συναισθηματικά, όταν θίγεται ενώπιον του γερμανικού κοινού μεταξύ πολλών και το ζήτημα της σφαγής του Διστόμου από τον ίδιο τον Αργύρη Σφουντούρη, διασωθέντα του εγκλήματος, παιδί τεσσάρων ετών τότε, που έχασε 30 συγγενείς…
Ένα βίντεο, ένα σκετσάκι κόλαφος για τις γερμανικές πονηριές. Αξίζουν συγχαρητήρια σε αυτούς τους Γερμανούς που το οραματίστηκαν, το οργάνωσαν και το παρουσίασαν.
Αξίζει να προσέξει κανείς τη διάθεση του γερμανικού κοινού στα δύο μέρη του σκετς. Η ειρωνική προδιάθεση αλλά και η καλοδεχούμενη σάτιρα μεταβάλλονται σε μια μόλις στιγμή.
Η εκπομπή προβλήθηκε στο γερμανικό κανάλι ZDF.

 

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Παπαφλέσσας (1971)


Έτος: 1971 (297.817 εισιτήρια)

Πρεμιέρα: 25 Οκτωβρίου 1971

Διάρκεια: 122'

Είδος: Ιστορική

Εταιρία παραγωγής: Γενική Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων Α.Ε., Φίνος Φιλμ, Καραγιάννης-Καρατζόπουλος
Σκηνοθεσία: Ερρίκος Ανδρέου

Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Κουτελιδάκης, Μάριος Ρετσίλας

Σενάριο: Πάνος Κοντέλλης

Μουσική: Κώστας Καπνίσης

Παραγωγός: Τζέιμς Πάρις

Φωτογραφία: Δημήτρης Παπακωνσταντής

Διευθυντής Ήχου: Τάκης Παλατσιώλης, Μίμης Κασιμάτης

Σκηνογραφία: Διονύσης Φωτόπουλος

Ενδυματολογία: Διονύσης Φωτόπουλος

Κοστούμια: Άνκα Λαμπροπούλου

Καλλιτεχνική διεύθυνση / επιμέλεια: Διονύσης Φωτόπουλος

Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης-Fuchs

Ειδικά εφέ: Μιχάλης Λαμπρινός

Μακιγιάζ: Σούλης Αθανασίου, Μιχάλης Γαλάνης

Διεύθυνση παραγωγής: Μιχάλης Λαμπρινός

Στρατιωτικός σύμβουλος: Στρατηγός Σπύρος Πορφύρης

Διεύθυνση κατασκευής όπλων & πυρομαχικών: 301 Ε.Β. (Στρατηγός Λ. Ποδαρόπουλος), 303 Ε.Β. (Συνταγματράρχης Μπριλάκης)

Κόστος: 12.000.000 δραχμές

 

Πρωταγωνιστούν:

Δημήτρης Παπαμιχαήλ: Γρηγόριος Δικαίος, «Παπαφλέσσας»

Δημήτρης Ιωακειμίδης: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αλέκος Αλεξανδράκης: Κανέλλος Δεληγιάννης

Άγγελος Αντωνόπουλος: Νικόλαος Σκουφάς

Κάτια Δανδουλάκη: Κατερίνα

Λαυρέντης Διανέλλος: παπα-Γιώργης

Θόδωρος Μορίδης: Παλαιών Πατρών Γερμανός

Στέφανος Στρατηγός: Ιμπραήμ πασάς

Fernando Sancho: Δράμαλης πασάς

Χρήστος Πολίτης: Δημήτριος Υψηλάντης

Χρήστος Καλαβρούζος: Νικήτας Σταματελόπουλος, «Νικηταράς, ο Τουρκοφάγος»

Έλενα Τσαλδάρη: Μαρία-Ζαϊρέ

Γιάννης Κατράνης: Δημητρός

Ηλίας Λογοθέτης: Κληρικός

Σταύρος Ξενίδης: Χριστόφορος Περραιβός

Δημήτρης Μπισλάνης: Χουσεΐν αγάς

Γιώργος Μοσχίδης: Ανδρέας Ζαΐμης

Γρηγόρης Βαφιάς: Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Βασίλης Μητσάκης: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Μάκης Ρευματάς: Αλέξανδρος Υψηλάντης

Λάκης Γκέκας: Χουρσίτ πασάς

Γιάννης Κοντούλης: Κοσμάς

Λάζος Τερζάς: Γιουσούφ πασάς

Γιώργος Οικονόμου: Αγάς της Τρίπολης

Χρήστος Νάτσιος: Στρατιώτης του Χουσεΐν αγά

 

Άλλοι ηθοποιοί: Σταύρος Φαρμάκης, Δημήτρης Τσούτσης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Γιάννης Λιακάκος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Χάρης Κεδίκος, Γιάννης Ξανθογιώργης, Γιώργος Κυριακίδης, Γιάννης Χειμωνίδης, Αντώνης Λιώτσης, Γιώργος Κυρίτσης, Κώστας Πολιτίδης, Νατάσα Αποστόλου, Γιώργος Σαχτούρης, Θ.Τριβέλας, Μάνος Κατράκης

 

Βραβεία (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1971)

Ÿ  Καλύτερης Σκηνοθεσίας

Ÿ  Αρτιότερης Παραγωγής

Ÿ  Τιμητική διάκριση στον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Διονύση Φωτόπουλο

 

Πλοκή: Η ζωή, ο αγώνας και το ηρωικό τέλος του Γρηγορίου Δικαίου Φλέσσα «Παπαφλέσσα», μιας από τις επιφανέστερες προσωπικότητες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στο Μανιάκι, το 1825, στη μάχη με τον στρατό του Αιγύπτιου Ιμπραήμ πασά.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Ο διωγμός των Εβραίων των Ιωαννίνων (25 Μαρτίου 1944)


 
«Ω λίμνη, στα γλαυκά σου τα νερά
Πόσα όνειρα παιδιάτικα λουσμένα
Αχ, πώς ροδογελούν τα Περασμένα
Στης μνήμης τα γιγάντια τα φτερά.
Μα όταν γροικώ νεκρά τα περασμένα
Πώς νοιώθω να δακρύζη ω Λίμνη, ωιμένα,
Της φαντασίας το βλέμμα εκστατικό»

(Από το βιβλίο της Ευτυχίας Νάχμαν, Γιάννενα: Ταξίδι στο παρελθόν, εκδόσεις Τάλος)

 
Η παρουσία των Εβραίων στα Ιωάννινα συμπίπτει χρονολογικά με τη δημιουργία της πόλης. Εγκατάσταση εβραϊκών πληθυσμών τοποθετείται στον 8ο - 9ο αιώνα μ.Χ., η πρώτη γραπτή πηγή που μνημονεύει «ισραηλίτες» στα Ιωάννινα είναι επί Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου (1314).
Στη διάρκεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γιαννιώτες Εβραίοι ζούσαν υπό ιταλική κατοχή και δεν υπέστησαν καμία δίωξη. Ωστόσο, τα Ιωάννινα βρέθηκαν κάτω από τη γερμανική μπότα νωρίτερα από τις άλλες περιοχές της  ιταλικής ζώνης κατοχής. Τον Απρίλιο του 1943 εγκαταστάθηκε στην πόλη η 1η Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών «Edelweiss» της Βέρμαχτ με σκοπό να εκκαθαρίσει τα ορεινά της Ηπείρου από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Αυτή η μονάδα, ειδική στον ανταρτοπόλεμο, έδωσε σύντομα αποτρόπαια δείγματα γραφής στην εφαρμογή σκληρών αντιποίνων δολοφονώντας με κτηνώδη τρόπο αμάχους και γυναικόπαιδα στα χωριά Μουσιωτίτσα Ιωαννίνων (24 Ιουλίου 1943), Κομμένο Άρτας (16 Αυγούστου 1943) και Λιγκιάδες Ιωαννίνων (3 Οκτωβρίου 1943). Τα Ιωάννινα βυθίστηκαν σε ένα κλίμα άγριας τρομοκρατίας, στο οποίο εγκλωβίστηκε αβοήθητη και η εβραϊκή κοινότητα.
Τα προμηνύματα της καταστροφής ερχόταν από παντού. Όλοι είχαν πληροφορηθεί τη μοίρα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ένα χρόνο πριν, το Σάββατο 14 Μαρτίου 1943, συνελήφθησαν από τους Γερμανούς και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε στρατόπεδα θανάτου. Λίγοι, ωστόσο, πίστευαν τις διαδόσεις που μιλούσαν για εξόντωση. Ελάχιστοι Γιαννιώτες Εβραίοι, κυρίως νεαροί, επιχείρησαν να διαφύγουν στο βουνό, αλλά η αυστηρή αδράνεια που κήρυττε η κοινότητα - και κυρίως ο Σαμπεθάι Καμπιλής - λειτουργούσε αποτρεπτικά και απαγόρευε κάθε διαφυγή από την πόλη, απόφαση που και σήμερα βασανίζει τους ελάχιστους επιζώντες. Στα μέσα Μαρτίου οι Γερμανοί πέτυχαν να εντοπίσουν και να καταγράψουν όλους τους Εβραίους της πόλης και τα σπίτια τους, μετά από έναν απλό έλεγχο ταυτοτήτων. Το σκηνικό της καταστροφής είχε στηθεί. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι Γιαννιώτες θα βάδιζαν σχεδόν εν σώματι προς τον θάνατο.
Το πρωί της 24ης Μαρτίου 1944 οι κάτοικοι των Ιωαννίνων αναστατώθηκαν απ’ τον εκκωφαντικό θόρυβο ενός υδροπλάνου του γερμανικού στρατού που κατέβηκε στη λίμνη. Οι θορυβημένοι Γιαννιώτες θα καταλάβαιναν την επομένη κιόλας ημέρα πως το υδροπλάνο απλά μετέφερε την εντολή του θανάτου.
Ξημέρωμα Σαββάτου, 25ης Μαρτίου 1944. Στις 3 η ώρα το πρωί οι έξι εβραϊκές συνοικίες των Ιωαννίνων (Κάστρου, Λειβαδιώτη, Τσουκαλά, Σιαράβα, Μικρή και Μεγάλη Ρούγα), αποκλείστηκαν από τις δυνάμεις της ομάδας καταδρομών της 1ης μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών «Edelweiss», της 621ης Ομάδας της Μυστικής Στρατονομίας (GFP) της Στρατοχωροφυλακής (Feldgendarmerie), μαζί με διερμηνείς και Έλληνες Χωροφύλακες.
Η μεραρχία «Edelweiss» ήταν μια ομάδα δολοφόνων. Έμπαιναν σε χωριά και τα εξαφάνιζαν από τον χάρτη. Στάλθηκαν στην Κεφαλονιά και σφάγιασαν την ιταλική μεραρχία «Acqui». Προκάλεσαν πλήθος συμφορών, όλες τους γραμμένες με το αίμα αθώων. Η συμμορία αυτή είχε αναλάβει εκείνο το πρωί να ξεκληρίσει και τους Εβραίους των Ιωαννίνων. Στις 5 η ώρα, οι Γερμανοί ξύπνησαν και ενημέρωσαν τον πρόεδρο της εβραϊκής κοινότητας ότι όλοι οι Εβραίοι μέσα σε τρεις ώρες, με το σύνολο των μελών των οικογενειών τους, έπρεπε να παρουσιαστούν σε δύο προκαθορισμένα σημεία συγκέντρωσης. Οι Εβραίοι που ζούσαν έξω από τα τείχη του Κάστρου θα συγκεντρωνόταν στην πλατεία Μαβίλη, στο «Μώλο», ενώ αυτοί που διέμεναν μέσα στο Κάστρο θα συγκεντρωνόταν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Οι αποσκευές που θα μπορούσαν να κουβαλάνε ορίστηκαν στις 50 οκάδες ανά οικογένεια.
Εκείνο το πρωί, η ελληνική αστυνομία και η κρατική αστυνομική ασφάλεια έλαβαν την διαταγή να πυροβολούν όποιον Εβραίο θα έβλεπαν στην πόλη μετά τις 8 η ώρα, οπότε και έληγε η τρίωρη διορία. Η ίδια απόφαση γνωστοποιήθηκε και στα μέλη του Εβραϊκού Συμβουλίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνολική παρουσία των Εβραίων των Ιωαννίνων στο ραντεβού του θανάτου.
Μέχρι τις 7.45 το πρωί όλοι οι Εβραίοι είχαν εμφανιστεί στα σημεία συνάθροισης που είχαν ορίσει οι Γερμανοί. Παράλληλα ισχυρή δύναμη της γερμανικής αστυνομίας παρακολουθούσε την εκκένωση της εβραϊκής συνοικίας.
Όσοι Γιαννιώτες ξύπνησαν το επόμενο πρωί για να πάνε στην εκκλησία, προκειμένου να γιορτάσουν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, βρέθηκαν μπροστά σε ένα πρωτόγνωρο θέαμα. Στην πλατεία Μαβίλη είχαν παραταχτεί περισσότερα από 80 οχήματα του γερμανικού στρατού και όλη η εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Η επιχείρηση με το κωδικό όνομα «Τελική Λύσις» μόλις ξεκινούσε.
Η φόρτωση των Εβραίων στα φορτηγά έγινε υπό την επίβλεψη της στρατιωτικής αστυνομίας. Στις 10 η ώρα όλα είχαν τελειώσει. Ο Λόχος Προπαγάνδας της 621ης Ομάδας Στρατονομίας απαθανάτισε την συγκέντρωση και την επιβίβαση στα φορτηγά σε μια σειρά φωτογραφιών που φυλάσσονται σήμερα στα γερμανικά αρχεία και έχουν δημοσιευτεί επανειλημμένα ως μοναδικά ντοκουμέντα του Ολοκαυτώματος.
Το παγωμένο πρωινό του Μάρτη συντρόφεψε τις 1.850 ψυχές, που, αφού πέρασαν μέσα από τους δρόμους της πόλης, σαν για αποχαιρετισμό, πήραν τον δρόμο του ορεινού περάσματος της Κατάρας, κι έφτασαν πρώτα στα Τρίκαλα και μετά στη Λάρισα, όπου παρέμειναν για μια περίπου εβδομάδα. Εκεί αναγκάστηκαν να αφήσουν όλα τα τιμαλφή και τα χρυσαφικά που μετέφεραν στους Γερμανούς φρουρούς, προτού επιβιβαστούν στο τρένο του θανάτου που ερχόταν από το σιδηροδρομικό σταθμό του Ρουφ, από την Αθήνα.
Μετά από δεκαήμερο ταξίδι η αμαξοστοιχία του θανάτου πέρασε την πύλη του Auschwitz - Birkenau στις 11 Απριλίου 1944. Στη ράμπα διαλογής του στρατοπέδου, το ανθρώπινο φορτίο βρέθηκε σε μια κατάσταση σύγχυσης, με κραυγές, ουρλιαχτά και γαβγίσματα σκύλων μεγαλύτερων κι από ανθρώπους (μαρτυρία Νίνα Αλβέρτου Νεγρίν). Η νεαρή τότε Στέλλα Αβραάμ κατέγραψε στη μνήμη της την αγωνιώδη κραυγή μερικών Θεσσαλονικιών, εκτοπισμένων από ήδη ένα χρόνο, που φώναζαν με αγωνία στους νεοαφιχθέντες συμπατριώτες τους «Μην παίρνετε μαζί τα παιδιά σας! Αφήστε τους γέρους!». Σύντομα όλοι θα αντιλαμβάνονταν το νόημα αυτών των λέξεων... Ήταν η πρώτη γεύση της κόλασης. Μετά από ένα χρόνο, τον Ιούλιο του 1945, μόλις 116 Γιαννιώτες βρισκόταν ακόμα στη ζωή και επέστρεψαν στα Γιάννινα.
Πίσω στα Γιάννινα, οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους άνοιγαν τα εβραίικα μαγαζιά και σπίτια και έκλεβαν ό,τι πολύτιμο έβρισκαν μέσα. Η περιουσία της εβραϊκής κοινότητας, την οποία υπολόγισε ο μεταπολεμικός πρόεδρος της αποδεκατισμένης κοινότητας, Ιωσήφ Μάτσας, σε 2.000.000 χρυσές λίρες, εξανεμίστηκε. Αποδείχτηκε με την ενέργεια αυτή πως η λεηλασία της εβραϊκής ζωής δεν ήταν αρκετή για τους «υπερανθρώπους» του Χίτλερ.
Από το βουνό κατέβαινε ψυχρός ο αέρας. Χιόνιζε.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


 


Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Σουλιώτες (1972)


Έτος παραγωγής:1972 (117.124 εισιτήρια)
Είδος ταινίας: Ιστορική πολεμική ταινία
Διάρκεια: 88 λεπτά
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παπακωνσταντής

Σενάριο: Πάνος Κοντέλλης (Το σενάριο βασίστηκε στο βιβλίο «Σουλιώτες» του Μιχάλη Περάνθη)
Μουσική: Κώστας Καπνίσης
Φωτογραφία: Δημήτρης Παπακωνσταντής
Μοντάζ: Τάκης Γιαννόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάριος Ρετσίλας, Νίκος Κουτελιδάκης
Ειδικά εφέ: Μιχάλης Λαμπρινός
Διεύθυνση παραγωγής: Μιχάλης Λαμπρινός
Γενική διεύθυνση: Μαίρη Πάρις
Παραγωγή: Αρτ φιλμ - Τζαίημς Πάρης, Καραγιάννης-Καρατζόπουλος Α.Ε.


Πρωταγωνιστούν:
Αφηγητής:
Ανδρέας Φιλιππίδης

Χρήστος Πολίτης: Βασίλης
Γιάννης Κατράνης: Κόγκας Δράκος
Στέφανος Στρατηγός: Μουσλίμ Γκιολέκας
Κάτια Δανδουλάκη: Βαγγελή
Αλέκα Κατσέλλη: Μόσχω Τζαβέλλα
Λαυρέντης Διανέλλος: Σαμουήλ
Fernando Sancho: Αλή πασάς
Χρήστος Καλαβρούζος: Φώτος Τζαβέλλας

Άλλοι ηθοποιοί: Βασίλης Μητσάκης, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Πέτρος Χοϊδάς, Γιώργος Κυρίτσης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Χάρης Κεδίκος, Δημήτρης Τσούτσης, Νίκος Περελής, Μαλαίνα Ανουσάκη, Ελένη Ανουσάκη

Πλοκή: Η ταινία αναπαριστά τα χρόνια της τρίτης εκστρατείας του Αλή Πασά εναντίον του Σουλίου, από το 1803 έως το 1804, μιας και οι δυο πρώτες εκστρατείες του (1789, 1792) κατέληξαν σε συντριβή του.  Οι Σουλιώτες μαθαίνουν ότι ο Αλή Πασάς ετοιμάζει και πάλι ασκέρι για να κυριέψει τον τόπο τους.  Έχοντας επικεφαλής τον καπετάν Φώτο Τζαβέλλα, αποκρούουν την επίθεση και αντιμετωπίζουν σθεναρά την πολιορκία του Αλή. Μαζί τους πολεμά και η Βαγγελή, που ερωτεύεται τον καπετάν Κόγκα Δράκο, αλλά όλα χάνονται όταν καταλαμβάνεται το Σούλι, μετά την προδοσία του Πήλιου Γούση.
Το δράμα κορυφώνεται στο Ζάλογγο, όπου οι Σουλιώτισσες θυσιάζονται χορεύοντας, πέφτοντας στον γκρεμό μαζί με τα μωρά τους στην αγκαλιά. Την ίδια ώρα ο καλόγερος Σαμουήλ με τους ανήμπορους άνδρες του Σουλίου αποφασίζουν να πεθάνουν ανατινάζοντας το μοναστήρι στο Κούγκι.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Λευκό όραμα - Δημήτρης Ψαθάς


 
Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979), ήταν δημοσιογράφος, χρονογράφος, ευθυμογράφος και θεατρικός συγγραφέας.
Η καταγωγή του ήταν από την Τένεδο αλλά γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου το 1907. Το 1923 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία και στο θέατρο. Εργάστηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερο Βήμα», «Αθηναϊκά Νέα», «Τα Νέα» και «Ελευθεροτυπία». Γνωστά είναι τα χιουμοριστικά του βιβλία «Η Θέμις έχει κέφια», «Η Θέμις έχει νεύρα», «Μαντάμ Σουσού», τα βιβλία με θέμα τους την κατοχή και αντίσταση του λαού μας «Χειμώνας του 41» και «Αντίσταση», τα ταξιδιωτικά του «Κάτω από τους Ουρανοξύστες», «Στη Χώρα των μυλόρδων» ενώ συνέγραψε και το περίφημο «Γη του Πόντου», χρονικό της εξέγερσης και της γενοκτονίας των Ποντίων.
Θεατρικά του έργα, κυρίως κωμωδίες, παίχτηκαν από τους μεγαλύτερους Έλληνες ηθοποιούς.
Ο Δημήτρης Ψαθάς πέθανε στις 13 Νοεμβρίου του 1979.
 
Χιονίζει. Ωραία που είναι όλα! Κάτασπρα. Χοντρές κατεβαίνουν οι νιφάδες από το μολυβένιο ουρανό στις στέγες, στους δρόμους, στα γυμνά κλαδιά των δέντρων.
«Πεινάω! Πεινάω!»
Άσπρες πεταλούδες στριφογυρίζουν έξω από το παράθυρό σου σ’ ένα θεότρελο χορό και γεμίζουν πέρα για πέρα τον αέρα. Αχ, τι γοητεία! Άσπρα είναι όλα τα πάντα, κι οι στέγες, τα μπαλκόνια, οι δρόμοι κι οι πλατείες, κι ο τρούλος της εκκλησίας που φαίνεται μακριά αχνός μέσα στο μολυβένιο φόντο. Γαλήνια είναι όλα και ποιητικά κι ειρηνικά και σου ’ρχεται να κυλιστείς μέσα στο άχραντο αυτό χιόνι, που τα σκεπάζει όλα και τα πνίγει μεσ’ στη λευκή του γοητεία.
«Πεινάω! Πεινάω!»
Καθώς ξύπνησες, σήμερα το πρωί, μαγευτικό αντίκρισες το κάτασπρο πανόραμα πίσω απ’ τα τζάμια των παραθυριών σου. Είσαι ευχαριστημένος; Έβρισες και ξανάβρισες τον μαύρο αυτόν χειμώνα, και κείνος το ‘βαλε πείσμα να σου δείξει πως δεν είν’ έτσι που τα λες, παρά έχει ταλέντο καλλιτέχνη και να, που δούλεψε ολόκληρη τη νύχτα κι άφησε να ξεχειλίσει η ποίησή του σ’ ό,τι άγγιξε. Εικόνες σου ‘φτιαξε τρελές και σκίτσα και καρικατούρες. Άσπρο σκούφο εφόρεσε στ’ ανέκφραστο τηλεγραφόξυλο και του ’δωσε προσωπικότητα. Μ’ άσπρους κρυστάλλινους αφρούς στεφάνωσε την καμινάδα. Άσπρη γιρλάντα φόρεσε ακόμα και στον τενεκέ των σκουπιδιών.
«Πεινάω! Πεινάω!»
Κι όλα είναι κάτασπρα. Και άχραντα. Κι άγια και καλά. Κι εσύ ουρανέ, που έκατσες και μας έφτιαξες αυτούς τους πίνακες, άκου δυο λόγια απ’ τη καρδιά μας: Σπάνιο ήταν το χιόνι στην Αθήνα. Κι όταν στα πέντε χρόνια μια φορά το βλέπαμε, βγάζαμε αλαλαγμούς χαράς και τρέχαμε να το χαρούμε. Σπάνια μας έδινες ωστόσο αυτήν την ευχαρίστηση. Σε ευχαριστούμε για την αφθονία. Τέσσερις φορές εχιόνισες και το ‘στρωσες εφέτος, κι έχεις διάθεση να μας χιονίσεις άλλες δεκατέσσερις. Ω, ναι. Ωστόσο, η γραφικότητα του χιονιού δεν ήταν το μόνο που μας έλειπε. Σ’ ευγνωμονούμε, ουρανέ. Όμως, αμάν! Νισάφι!
Ποίηση. Παγωνιά. Και πείνα. Σόμπα δεν έχεις. Κάρβουνα δεν έχεις. Μαγκάλι δεν έχεις. Ξύλα δεν έχεις. Τσάι δεν έχεις. Ζάχαρη δεν έχεις. Να μείνεις σπίτι; Κρυώνεις. Να βγεις στο δρόμο; Τουρτουρίζεις. Να πας στο γραφείο; Κρουσταλλιάζεις. Στις Τράπεζες, στα Υπουργεία, σ’ όλα τα γραφεία είναι στερεότυπο το θέαμα: όλοι οι υπάλληλοι με τα παλτά και καπέλα και τα γάντια τους:
«Πώς τα περνάς;»
«Κρυώνω. Εσύ;»
«Παγώνω».
Παγώνεις. Κι αν είναι δύσκολο το γούστο σου, και δεν σου φτάνει μοναχά αυτή η ποίηση του άσπρου να συγκινηθείς, φέρνεις μια βόλτα στην Αθήνα, βλέπεις γυμνούς τους σκελετούς να μελανιάζουν, κι ακούς θρήνους, που βγαίνουν απ’ τους δρόμους, αλήτες, ανθρωπάκους, γυναικούλες, πιτσιρίκια:
«Πεινάω! Πεινάω!»
Μονότονη, σβησμένη, επίμονη, η φωνή αυτή σε παρακολουθεί παντού. Κάτω από τα παράθυρα σου την άκουσες πρωί πρωί και την ακούς ολούθε όπου πας. Κι είναι σαν χιλιάδες, αμέτρητες φωνές, που ανεβαίνουν απ’ τη χιονισμένη πόλη προς τα ύψη, ρεφραίν τραγουδιού θανάσιμου, που έγραψε ο ανελέητος χειμώνας και το τραγουδά ολόκληρος ο πεινασμένος λαός.
Εχιόνιζε. Για τέταρτη φορά, κι ήταν χαμένα απ’ το πρόσωπο της γης τα κάρβουνα. Κι έπειτα, ένα μήνυμα πήρε τους δρόμους μες στην παγωνιά.
«Στη μάντρα!»
«Τι;»
«Φέρανε κάρβουνα!»
«Αλήθεια;»
Άκουγε ο ένας και πηδούσε. Και το ‘λεγε στον άλλο:
«Κάρβουνα!»
«Πού;»
«Στη μάντρα».
Κι έτρεχαν. Ξεσηκωμένη, η γειτονιά άρπαζε δίχτυα, ντενεκέδες, σακιά, καλάθια και τσουβάλια και τραβούσε σαν τρελή στη μάντρα για να πάρει. Κι ήταν το μήνυμα σωστό. Τσουβάλια κάρβουνα. Πενήντα; Εκατό; Σωρός. Επέτρεψαν οι αρχές στον έμπορο να τα φέρει και να τα πουλήσει επίσημα, σε μια τιμή που να μπορεί να πάρει ο κοσμάκης. Γιατί και πριν κατάφερνες να βρεις κάρβουνα όταν τα πλήρωνες χρυσάφι. Αλλά εδώ ήταν με διατίμηση, κι έτσι μπορούσες κι εσύ να πάρεις μια οκά ν’ ανάψεις το μαγκάλι σου. Είχε, λοιπόν, γίνει η ουρά κι ήταν κοσμάκης που περίμενε μέσα στο χιόνι κι ήταν το θέαμα από τα πιο ποιητικά. Γιατί εξακολουθούσαν να πέφτουν οι άσπρες πεταλούδες απ’ τον ουρανό πυκνές, χοντρές και να στροβιλίζονται σ’ ένα μανιακό χορό μέσα στον παγωμένο αέρα. Κι ήταν οι μύτες κόκκινες, τα χέρια μελανά, τα πόδια ξυλιασμένα, τα μάτια δακρυσμένα από το κρύο. Κι απλωνόταν πέρα ως πέρα η ουρά στο δρόμο κι έτρεμε και χουχούλιαζε και βροντούσε τα πόδια της στη γη να ζεσταθεί. Κι ήταν ακόμα ιδιόρρυθμο το θέαμα και το άκουσμα, γιατί ήταν περίεργες οι κουβέντες της ουράς, καθώς ο σεισμός των σαγονιών έδινε στις φωνές των ανθρώπων ένα τρέμολο, που άλλη φορά έτσι ομαδικά, δεν το ‘χες ακούσει:
«Πο-πότε θα μοιράσουν;»
«Τω-τώρα θα μοιράσουν!»
«Τρρρρρρρ».
«Για-τι-τι-τί αργούν;»
«Δε-δε-δεν ξέρω».
«Κύ-κύριε καρβουνιάρη».
«Τ’ είναι πάλι;»
«Πο-πο-πότε θα μοιράσεις;»
«Τώρα! Υπομονή».
«Τρρρρρ».
Έκαναν υπομονή. Τι άλλο να κάνουν; Ευτυχώς τα κάρβουνα ήταν πολλά και φτάνανε για όλους. Τυλιγόταν στο σάλι τους οι γυναικούλες, όσες είχαν. Κι όσες δεν είχαν τρίβαν με τα χέρια το κορμί τους και ζαρώναν. Σήκωναν τους γιακάδες, όσοι φορούσανε παλτά. Κι όσοι δεν φορούσαν χοροπηδούσανε να ζεσταθούν. Άξιζε να κάνει κανείς υπομονή. Επί τέλους, μπορεί το πρωινό να πέρναγε εκεί στο κρύο, στην ουρά, αλλά τ’ απόγεμα θ’ άναβε το μαγκάλι. Έξω απ’ την ουρά ήταν και κάτι σκελετωμένες γυναικούλες. Κοιτούσαν. Δεν μιλούσαν. Και μια που θα μου μείνει αξέχαστη: Το πρόσωπό της ξερό, στεγνό σαν αγιασμένο. Μια φούχτα κόκκαλα. Το στήθος ανοιχτό. Κρεμότανε μια πέτσα. Ο μαστός. Κι εκεί είχε το στόμα ένα μωρό, ένα μωρό από αέρα νόμιζες, τόσο μικρό και τόσο λιγνό, που ανατρίχιαζες. Κι από την πέτσα εκείνη βύζαινε. Φαινόταν ναρκωμένο. Κι η μάνα― όρθια νεκρή― με χείλια και χέρια και στήθια μελανά. Πότε στεκότανε βουβή, ακίνητη, με τα μάτια σβησμένα και τα μαλλιά να τ’ ανεμίζει ο παγωμένος αέρας, σαν ο Πόνος να πήρε σάρκα και οστά το πρόσωπό της. Πότε πλησίαζε λιγάκι την ουρά και πότε μια αδύνατη φωνή προσπαθούσε να αποσπάσει απ’ τους πιο πονετικούς μια υπόσχεση ότι θα της έδιναν ένα κάρβουνο, ένα μονάχα κάρβουνο για να τ’ ανάψει και να ζεστάνει τ’ άλλα τα παιδιά της, που πεθαίνουν απ’ το κρύο και την πείνα εκεί στο σπίτι.
«Κύ-κυ-κύριε καρβουνιάρη».
«Σώπα, ντε».
«Πα-πα-παγώσαμε».
«Τώρα, αρχίζω».
«Τρρρρρ».
Σώπα, αδερφέ. Δεν κάνει να ’σαι και τόσο ανυπόμονος. Άλλωστε ώσπου ν’ αρχίσει η διανομή, μπορούσες να μετράς τα φορτάκια που περνούσαν κι είχαν το καθένα δεμένο πίσω ένα φέρετρο με τον νεκρό, μπροστά έναν παπά με τον σταυρό και μέσα δυο ή τρεις τους πιο στενούς δικούς του με τα μάτια κόκκινα. Ύστερα μπορούσες να δεις κι άλλα αυτοκίνητα, κούρσες γυαλιστερές, με τη σκεπή γεμάτη χιόνι, εύθυμες γελαστές παρέες μέσα, κυρίες καθώς πρέπει με κυρίους διπλοτυλιγμένους στα παλτά τους, άλλες με Γερμανούς, άλλες με Ιταλούς, που τραβούσαν για Κηφισιά να χαρούν το χιόνι σ’ όλη την άσπρη απεραντοσύνη του. Κι από το ύφος και το κοίταγμά τους μάντευες τις κουβέντες:
«Κοίτα μια ουγά!»
«Τι περιμένουν;»
«Κάγβουνα!»
«Και δεν κγυώνουν;»
«Μπα. Συνηθισμένοι».
Κι άλλωστε, να! Τελείωσε. Αρχίζει η διανομή. Δόξα σοι ο Θεός. Λάμψαν τα μάτια της ουράς. Ο καθένας με ευλάβεια πήρε τη σειρά του και περίμενε. Ούτε κουβέντες πια. Μονάχα ο βήχας αντηχούσε. Μπήκε στην μάντρα ο πρώτος. Πέρασε το κατώφλι της. Ανασκουμπώθηκε ο καρβουνιάρης κι ετοιμαζότανε να ζυγίσει. Συγκίνηση. Μιλιά. Ιεροτελεστία. Τα μάτια καρφωμένα εκεί κι απ’ όλες τις μύτες και τα στόματα έβγαινε ζεστός αχνός. Τι ανυπόφορος που ήσουνα και λιπόψυχος που φώναζες. Νάτος ο καρβουνιάρης που βγάζει τα κάρβουνα από το πρώτο σακί.
Κι έξαφνα ένας κρότος. Τι συμβαίνει; Μουγκρίζει και φτάνει ένα φορτηγό γερμανικό. Και μέσα πεντέξι Γερμανοί στρατιώτες. Σταματά μπροστά στη μάντρα και φρενάρει. Πηδούν οι Γερμανοί. Πηδά μαζί κι ένας Ρωμιός. Καλοθρεμμένος. Κόκκινος.
«Ποιος είναι ο ιδιοχτήτης;»
«Εγώ».
«Δικά σου είν’ τα κάρβουνα;»
«Δικά μου».
«Τα ‘φερες χτες το βράδυ;»
«Ναι…»
Κι απότομα:
«Μπρος! Βοήθα κι εσύ να τ’ ανεβάσουμε στο αυτοκίνητο. Επιτάσσονται απ’ τη γερμανική υπηρεσία, για τη γερμανική παροικία της Αθήνας».
Χωρίς χρονοτριβή. Βουτούνε τα σακιά οι Γερμανοί και τα φορτώνουν. Πηγαίνουν. Έρχονται. Αρπάζουν. Φορτώνουν και ξαναφορτώνουν. Βοηθά και ο καρβουνιάρης. Λος! Μαχτ. Σνέλλ! Γκρήγκορος! Τ’ αρπάζουνε σαν πούπουλα και τα πετάνε. Το ένα απάνω στ’ άλλο μες στο φορτηγό. Και κοιτάζει η ουρά. Και φορτώνουν. Και τρέχουν. Και βιάζονται. Και κατεβαίνει ο σωρός από την μάντρα κι υψώνεται βουνό στο αυτοκίνητο. Και χιονίζει. Και φυσάει. Και το τρέμουλο των σαγονιών γίνεται βροντερό. Και υψώνεται τώρα ολόκληρο βουνό στο φορτηγό. Πηδάνε επάνω οι Γερμανοί. Μουγκρίζει τ’ αυτοκίνητο. Ευγενικός, γυρνά ο αξιωματικός στον καρβουνιάρη:
«Αουφφίντερζέεν».
«Αουφφίντερζέεν».
Αντίο. Βρυχάται και φεύγει το αυτοκίνητο. Δίχτυα, καλάθια, τσουβαλάκια, σάκοι, κρέμονται στα χέρια της ουράς άδεια σαν σαρκασμός. Πρόσωπα απολιθωμένα. Και τα μάτια καρφωμένα στο αυτοκίνητο που φεύγει. Εκεί. Κοιτάνε σα χαμένα.
Χιονίζει. Κοιτώ τη μάσκα που κρατάει το σκελετάκι στην παγωμένη αγκαλιά. Καρφωμένη έμεινε εκεί. Κοιτά κι αυτή. Τι ήθελε η καημένη; Ένα καρβουνάκι. Μόνο ένα. Χοντρά κυλούν τα δάκρυα απ’ τα μάτια της.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Παροιμίες (Γιος)


Γιος
Άκουε τον πατέρα σου κι ορμήνευε το γιο σου.
Για το γαμπρό γεννάει κι ο κόκορας, για το γιο η κότα.
Γιο πουτάνας να πάρεις, κόρη πουτάνας να μην πάρεις.
Γιος ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα.
Γιος του πατέρα του.
Δώσε εμένα και στο γιο μου, να κι ο άντρας μου στην πόρτα.
Έβγα, μάνα κατρουλού, να δεις τον γιο του χέσια.
Είδες γιο και θυγατέρα, λόγιασε και τους γονείς.
Είναι μάνας γιος.
Έχει κι άλλη μάνα γιο γη η Μαριά το Θόδωρο.
Έχω γιο κι έχω χαρά που θα γίνω πεθερά έχω κόρη κι έχω πίκρα που θα γνέθω μέρα νύχτα.
Κάλλιο του γιού αποκρέβατο παρά γαμπρού κρεβάτι.
Κατά μάνα κατά κύρη κάνανε και γιο ζαφείρι.
Κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιος και θυγατέρα.
Κάτσε κόρη μ’ ανύπαντρη να κάμεις γιο να παντρευτείς.
Μάνα με τους πολλούς σου γιους, μην πολυκαμαρώνεις.
Ο γιος είναι γιος μέχρι να βρει γυναίκα. Η κόρη είναι κόρη σε όλη της τη ζωή.
Ο γιος έφαγε τα μήλα, του γέρου μούδιασαν τα δόντια.
Ο γιος μου είναι ζάχαρη κι η θυγατέρα μέλι είναι ο γαμπρός μ’ ξινόροϊδο,
μπάλωμα ξένο η νύφη μ’.
Ο γιος του σιδερά, αργά ή γρήγορα θα καεί.
Ο κεραστής απέθανε κι ο γιος του πάει στην Άνδρο.
Ο πατέρας έκανε την αμαρτία και ο γιος του θα πρέπει να κάμει τη μετάνοια.
Όποια γιους και θυγατέρες τα φαρμάκια δεν της λείπουν.
Όποια μάνα έχει γιο έχει κρασί κι όποια έχει κόρη λάδι.
Όπως ο πατέρας έτσι και ο γιος.
Όταν ο πατέρας κάνει καρναβάλι, ο γιος κάνει σαρακοστή.
Ο χαριστής απέθανε κι ο γιος τον πάει στην Πόλη.
Πάντρεψε το γιο σου όταν θέλεις και την κόρη σου όταν βρεις.
Πολλοί γιοι πολλοί καημοί.
Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα.
Τάχα να ‘χει κι άλλη γιο; Η μπακάλαινα κι εγώ.
Του ντροπαλού ο γιος δίχως γυναίκα έμεινε.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι - Άγγελος Σικελιανός



Παιδί μου, ώρα σου καλή!

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι όσες,
μοιρολογήτρες, ως µε του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
                                                   

Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο επιτάφιος θρήνος,
κι οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως µε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ό Βαγγέλης!»

 

Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασµα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, µε ποδάρι ξύλινο,
και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
µε τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, µια στην όψη, µια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε, - μάρτυράς µου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος, -
απ’ το στασίδι που ‘μουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως το είδα ο στίχος µου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια µου, Βαγγέλη!»

 

Κι ακόμα, - μάρτυράς µου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος,-
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαµπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένο Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή, - που, ως στο στασίδι µου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα µάτια!...

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Του τα έψαλε από την καλή και από την ανάποδη


Στα μέσα του 12ου αιώνα, την εποχή που στο Βυζάντιο βασίλευε ο Μανουήλ Α’ ο Κομνηνός, αποκαλύφθηκε ένα τεράστιο σκάνδαλο σε μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης.
Ο αυτοκράτορας ήταν απασχολημένος με την εκστρατεία του στην Ιταλία, όπου προσπαθούσε να ανακτήσει τις δυτικές επαρχίες για να αυξήσει τη δύναμη της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Όμως, το ιερατικό σκάνδαλο προκάλεσε τόσο μεγάλη αναστάτωση στην πόλη που δεν μπορούσε να αγνοηθεί.
Έξαλλος ο αυτοκράτορας, ηγήθηκε ο ίδιος της τιμωρίας των εμπλεκομένων.
Διέταξε να βασανιστούν οι ένοχοι με το χειρότερο τρόπο και ύστερα τους φυλάκισε.
Στο τέλος, απαίτησε όλοι οι ιερείς να προσεύχονται εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο για βδομάδες. Πίστευε ότι ήταν ο μοναδικός τρόπος να εξαγνιστούν.
Όταν κάποιος κατέρρεε από την εξάντληση, οι φύλακες τον ανάγκαζαν να συνεχίσει.
Και για να δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο την αποστολή τους τούς έβαζαν ακόμα και να διαβάσουν τις προσευχές ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή.
Έτσι βγήκε η φράση που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα: «του τα έψαλε από την καλή και από την ανάποδη».
 

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Μέρες γερμανικής κατοχής. Η καθημερινότητα των Ελλήνων


Κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα (1941-44), ένας πρώην αξιωματικός τού Πολεμικού Ναυτικού και μετέπειτα επιχειρηματίας, ο Άγγελος Παπαναστασίου, αποτύπωσε σπάνιες εικόνες της περιόδου με την κινηματογραφική του μηχανή.
Εγχείρημα ιδιαιτέρως δύσκολο και επικίνδυνο, δεδομένου ότι η φωτογράφιση, η κινηματογράφηση άνευ άδειας από τον εχθρό, τιμωρούνταν με θανατική ποινή. Ο Παπαναστασίου, με κίνδυνο της ζωής του, έκρυβε την μηχανή του σε μια καραβάνα συσσιτίου για να μην κινήσει υποψίες και κατέγραφε κρυφά εικόνες, τόσο από την καθημερινότητα, αλλά και – κυρίως - σκληρές εικόνες από τα δεινά που επέφερε η Κατοχή.
Ο Άγγελος Παπαναστασίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής περπατούσε στους δρόμους της Αθήνας με ένα τσίγκινο τενεκεδάκι. Εκεί έκρυβε το μεγάλο του μυστικό: μια κινηματογραφική μηχανή με την οποία κατέγραφε συνεχώς τους στρατιώτες, τη ζωή και την πείνα στην κατακτημένη πρωτεύουσα. Κρυφά από την οικογένεια, τους φίλους και τους οικείους του φύλαγε την «αποστολή του» - παρακαταθήκη για την ιστορία και τους Έλληνες.
Πρόκειται για το μοναδικό υπάρχον βιντεοσκοπημένο υλικό στην Ευρώπη που περιέχει σκηνές καθημερινής ζωής κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Σε φιλμ 16 χιλιοστών και σε 31 ενότητες προβάλλονται η θηριωδία των ναζί και οι Έλληνες συνεργάτες τους.
Το κινηματογραφικό υλικό τού Παπαναστασίου, χρησιμοποιήθηκε στην Δίκη της Νυρεμβέργης, ως αποδεικτικό στοιχείο των εγκλημάτων που διέπραξαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα.
Το 1978, οι υπεύθυνοι τού Πολεμικού Μουσείου, δανείστηκαν την ταινία από την κόρη τού Παπαναστασίου, Λουκία, για μία και μόνη προβολή. Πριν την επιστρέψουν όμως, αφαίρεσαν σημαντικό τμήμα τού υλικού (18′ από τα περίπου 45′), χωρίς να δώσουν πειστική εξήγηση. Όπως λέγεται, ο κύριος λόγος που «εξαφανίστηκαν» σκηνές από το υλικό, οφείλεται στο ότι σε κάποιες απ’ αυτές εμφανίζονται δοσίλογοι εν ώρα δράσης.
Στην ταινία προβάλλονται σκηνές της καθημερινής ζωής κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι συγκοινωνίες με τα τραμ και τα γκαζοκίνητα λεωφορεία, το συσσίτιο και ο λιμός που εξολόθρευσε τον άμαχο πληθυσμό της πόλης με πλάνα από την περισυλλογή νεκρών από τους δρόμους, την περίθαλψη παιδιών και ενηλίκων εξασθενημένων από την ασιτία.
Περιλαμβάνονται πλάνα από το ανατιναγμένο κτίριο της Οργάνωσης (ΕΣΠΟ) από την ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων) και από τις απεργίες και διαδηλώσεις που οργανώθηκαν στην Αθήνα.
Τέλος προβάλλονται πλάνα από τις εκτελέσεις Ελλήνων αγωνιστών δι' απαγχονισμού, αλλά και από παρελάσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας μπροστά από το Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο και το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.
«Επήρα μια απόφαση να κινηματογραφήσω την άφιξη του γερμανικού στρατού στην Αθήνα και εν συνεχεία ότι μπορούσα περισσότερα κατά την περίοδο της κατοχής των. Υπελόγιζα ότι η εις την Ελλάδα παραμονή τους θα ήτο μόνον μια Εθνική Περιπέτεια, αλλά όχι και Εθνική Συμφορά όπως απεδείχθη κατά την περίοδο της κατοχής.
Η θηριωδία τους, αι καταστροφαί που έκαμαν στα χρόνια της Κατοχής, τα μαρτύρια που υπεβλήθη ο ελληνικός λαός είναι άνευ προηγουμένου», σημείωσε ο Α. Παπαναστασίου στην επιστολή που άφησε στην κόρη του.

Πηγή: Newsbeast.gr
(Η επισήμανση με κόκκινο χρώμα δική μου)

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Το γνωρίζετε; (Αεροπλάνα)


Οι επιβάτες τις πρώτης θέσης σε ένας αεροπλάνο λαμβάνουν τρεις φορές περισσότερο οξυγόνο απ’ τους επιβάτες της οικονομικής θέσης. Ο πιλότος του αεροπλάνου λαμβάνει 10 φορές περισσότερο οξυγόνο απ’ όλους τους επιβαίνοντες.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Σπάρτακος, ένα παράδειγμα για τις μέρες μας


O Σπάρτακος, το αιώνιο σύμβολο του επαναστατημένου σκλάβου, ήταν ένας μονομάχος θρακικής καταγωγής, ο οποίος υπήρξε ο ηγέτης της μεγαλύτερης επανάστασης δούλων και άλλων κοινωνικώς καταπιεσμένων ατόμων εναντίον των Ρωμαίων. Ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν περιορίζεται στα γεγονότα της επανάστασης της οποίας ο ίδιος ηγήθηκε (73 π.Χ. - 71 π.Χ.), η οποία έγινε γνωστή και ως «Επανάσταση του Σπάρτακου» ή «Επανάσταση των Μονομάχων». Για δύο χρόνια ο ηγέτης των επαναστατημένων μονομάχων οδήγησε έναν στρατό δούλων σε αλλεπάλληλες νίκες κατά των ρωμαϊκών λεγεώνων, απειλώντας το κύρος και την υπόσταση της ίδιας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας!
Η επανάσταση του Σπάρτακου είναι μία από τις μεγαλύτερες και μαζικότερες της αρχαιότητας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την τραγική της κατάληξη, ενέπνευσε πολλά κινήματα αλλά και διανοούμενους και καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια των αιώνων.
Ο Σπάρτακος δεν γεννήθηκε δούλος. Ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος απ’ τη Θράκη, πιθανότατα λιποτάκτης του ρωμαϊκού στρατού, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε ως σκλάβος για να πεθάνει στην αρένα. Ο Σπάρτακος, όχι όμως δεν πέθανε, αλλά με την επανάστασή του απείλησε ευθέως την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η επανάσταση των σκλάβων βεβαίως, παγιδευμένη στο μέσον της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δεν τελεσφόρησε, αλλά το όνομα του Σπάρτακου επιβίωσε στους αιώνες ως το διαχρονικό σύμβολο του ανθρώπου που δεν σκύβει το κεφάλι σε κανένα ζυγό, όσο τρομακτικός κι αν είναι...
Πηγές για τη ζωή του στα χρόνια της επανάστασής του αποτελούν ο Πλούταρχος στο έργο του «Βίοι Παράλληλοι - Μάρκος Κράσσος», ο Gaius Sallustius Crispus στα περισωθέντα τμήματα του έργου του ‘’Historia’’, ο Lucius Annaeus Florus στο έργο του ‘’Rerum Romanorum libri IV’’ (ή αλλιώς ‘’Epitome de Gestis Romanorum’’) και ο Αππιανός ο Αλεξανδρεύς στο έργο του «Εμφυλίων Α΄-Ε΄».
Για την προηγούμενη ζωή του Σπάρτακου γνωρίζουμε ελάχιστα και συχνά αντιφατικά. Ο Σπάρτακος καταγόταν από τη θρακική φυλή των Μαιδών, που διαβιούσαν στις όχθες του Στρυμόνα. Γεννήθηκε περίπου το 109 π.Χ. στη Θράκη και εκτιμάται ότι ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, διότι  αρκετοί Θράκες βασιλείς έφεραν το όνομα «Σπάρτακος» ή «Σπάρτοκος». Πιθανότατα αιχμαλωτίστηκε σε μάχη με τους Ρωμαίους και αρχικά κατέληξε δούλος σε ορυχείο. Αργότερα πουλήθηκε σε ιδιοκτήτη σχολής μονομάχων, απ’ όπου λιποτάκτησε, αλλά τελικά συνελήφθη και κατέληξε στην περίφημη σχολή μονομάχων που διατηρούσε ο Gnaeus Lentulus Batiatus στην Capua της Campania.
 

Οι εκπαιδευόμενοι μονομάχοι της σχολής αυτής σχημάτιζαν ομάδες (familia gladiatorium), κάτω από τον απόλυτο έλεγχο ενός διοικητή (lanista), ο οποίος είχε και την ευθύνη για τη στρατολόγηση, την εκπαίδευση και τις ίδιες τις μονομαχίες. Οι σχολές μονομάχων ήταν ταυτόχρονα και στρατώνες (μερικές φορές και φυλακές), με τους ετοιμοπόλεμους και καλά εκπαιδευμένους μονομάχους να κρατούνται τιθασευμένοι από το άγρυπνο μάτι του ρωμαϊκού νόμου.
Παρά το ιδιαίτερα αυστηρό καθεστώς της σχολής, ο Σπάρτακος κατάφερε να συνωμοτήσει με άλλους 200 σκλάβους, προκειμένου να δραπετεύσουν. Το σχέδιο απόδρασης όμως προδόθηκε και το μεγαλύτερο μέρος των δούλων συνελήφθη. Ο ίδιος ο Σπάρτακος μαζί με άλλους, 30 - 78 (ανάλογα με τον συγγραφέα) δούλους, κατάφεραν να δραπετεύσουν το 73 π.Χ., έπειτα από μικρής έκτασης μάχης με τους φρουρούς της σχολής, χρησιμοποιώντας ως όπλα τους τα κουζινομάχαιρα της σχολής.
Γρήγορα βρήκαν όπλα ληστεύοντας μια εφοδιοπομπή που μετέφερε οπλισμό μονομάχων σε κάποια άλλη πόλη. Έπειτα κατέφυγαν στις πλαγιές του Βεζούβιου (κοντά στη Napoli), απ’ όπου διενεργούσαν επιδρομές λεηλατώντας τα γειτονικά κτήματα. Ο Σπάρτακος αναδείχθηκε σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη τους, ενώ από τους υπόλοιπους σκλάβους ξεχώριζαν οι Γαλάτες Crixus και Oenomaus, ενώ αργότερα στη διοικητική ομάδα προστέθηκαν και οι μονομάχοι Castus and Gannicus.

Ο αριθμός των επαναστατών άρχισε να μεγαλώνει καθώς στις τάξεις τους προσχωρούσαν δούλοι, άποροι και κατατρεγμένοι, φέρνοντας ακόμα και τα γυναικόπαιδά τους. Οι μονομάχοι τους εκπαίδευαν και εξαπολύοντας αλλεπάλληλες επιθέσεις σε ρωμαϊκά χωριά απ’ όπου έπαιρναν οπλισμό, κατάφεραν πολύ σύντομα να δημιουργήσουν ένα μικρό στρατό.
Οι Ρωμαίοι αρχικά αντέδρασαν με νωθρότητα, επειδή θεώρησαν πως ήταν μια ακόμα μικροεξέγερση δούλων, αλλά και επειδή ο κύριος όγκος του ρωμαϊκού στρατού βρισκόταν σε εκστρατείες στον Πόντο, την Ισπανία και τη Μικρά Ασία. Γι’ αυτό έστειλαν εναντίον τους έναν στρατό 3.000 αντρών, οι οποίοι στρατολογήθηκαν βιαστικά και δεν είχαν επαρκή στρατιωτική εκπαίδευση. Επικεφαλής τους ορίστηκε ο πραίτορας Gaius Claudius Glaber.  Οι Ρωμαίοι γρήγορα εγκλώβισαν τους επαναστάτες σε μια απότομη πλαγιά του Βεζούβιου. Αυτοί όμως με μια παράτολμη ενέργεια κατέβηκαν απ’ την απόκρημνη και αφύλαχτη πλευρά του βουνού με τη βοήθεια αυτοσχέδιων σχοινιών από κληματσίδες και αιφνιδίασαν το ρωμαϊκό στρατό. Αποτέλεσμα ήταν η εξολόθρευση του συνόλου σχεδόν των Ρωμαίων και του διοικητή τους.
Η ήττα αφύπνισε κάπως τη Ρώμη που έστειλε εναντίον των επαναστατών νέα, μεγαλύτερη δύναμη. Ο πραίτορας Publius Varinius όμως είδε τους επαναστάτες να νικάνε και πάλι το ρωμαϊκό στρατό, τους υποδιοικητές του να πέφτουν νεκροί, ενώ κι ο ίδιος μόλις που κατάφερε να διασωθεί.
Οι δυο αυτές νίκες τόνωσαν το ηθικό των εξεγερμένων που αποκόμισε μεγάλο στρατιωτικό οπλισμό. Μέχρι την άνοιξη του επόμενου χρόνου (72 π.Χ.) οι σκλάβοι ήταν κύριοι όλης της Campania. Ανέρχονταν πια στους 70.000 ανθρώπους και είχαν πλήθος πολεμικού υλικού. Συγκρότησαν μάλιστα και πολυάριθμο ιππικό που το αποτελούσαν βοσκοί και ζωοκλέφτες από την περιοχή Lucania της νότιας Ιταλίας.
Με αρχηγούς τους υπάτους Lucius Gellius Publicola και Gnaeus Cornelius Lentulus Clodianus οι Ρωμαίοι επιχείρησαν εκ νέου να καταπνίξουν την επανάσταση των σκλάβων τους. Κάθε ύπατος είχε υπό τη διοίκησή του δύο λεγεώνες, ενώ υπήρχε και ένα ισχυρό επικουρικό σώμα υπό τον Quintus Arrius.
 

Στο στρατόπεδο των σκλάβων ο αριθμός τους μεγάλωνε καθημερινά. Ο Σπάρτακος επιζητούσε να αποφύγει μια ανοιχτή σύγκρουση με τα πολύ πιο οργανωμένα και πειθαρχημένα ρωμαϊκά στρατεύματα, αλλά και να οδηγήσει τους οπαδούς του προς τον Βορρά, απ’ όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν με ασφάλεια στις πατρίδες τους. Βιαζόταν λοιπόν να βγει από τη ρωμαϊκή επικράτεια, πριν οι Ρωμαίοι ανασυγκροτηθούν και επιτεθούν εκ νέου. Όμως δεν συμμερίζονταν και όλοι οι υπόλοιποι σκλάβοι τις ανησυχίες του Σπάρτακου. Ένα μεγάλο τμήμα τους, 30.000 άνδρες, κυρίως κέλτικης και γερμανικής καταγωγής, ακολούθησε εντελώς δική του πορεία υπό τον Crixus. Με την καταστροφή και τη λεηλασία μικρών πόλεων και αγροκτημάτων της περιοχής Puglia έδειχναν ξεκάθαρα ότι δεν είχαν καμιά διάθεση να απομακρυνθούν, όπως επιθυμούσε ο Σπάρτακος. Εναντίον τους στράφηκε ο Lucius Gellius Publicola με τις δύο λεγεώνες του. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στη σημερινή Foggia και αρχικά νίκησαν οι επαναστάτες, κυριεύοντας μάλιστα το στρατόπεδο των Ρωμαίων. Θεωρώντας τον εαυτό τους ανίκητο οι πρώην σκλάβοι επιδόθηκαν σε ένα όργιο κάθε είδους απολαύσεων και καταχρήσεων με αποτέλεσμα σύντομα να καταστούν ανίκανοι να πολεμήσουν. Όταν λοιπόν ο Lucius Gellius Publicola αντεπιτέθηκε, η μάχη μετατράπηκε σύντομα σε σφαγή στην οποία εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των σκλάβων, μεταξύ των οποίων και ο Crixus.
Αμέσως μετά οι δυο Ρωμαίοι ύπατοι χωριστά άρχισαν την καταδίωξη του Σπάρτακου. Οι σκλάβοι συναντήθηκαν με τους αφέντες τους δυο φορές στο πεδίο της μάχης και ισάριθμες φορές νίκησαν. Οι μανιασμένοι επαναστάτες καταδίωξαν ανηλεώς τους ηττημένους Ρωμαίους σκοτώνοντας πολλούς, εκδικούμενοι τον θάνατο των συντρόφων τους υπό τον Crixus. Ίδια τύχη είχαν και οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι που εκτελέστηκαν αμέσως μετά τη μάχη.
 

Η νικηφόρα πορεία του Σπάρτακου συνεχίστηκε στην περιοχή των Άλπεων. Ο πραίτορας Mantius και ακολούθως ο Gaius Cassius Longinus, διοικητής της περιοχής με τακτικό στρατό 10.000 ανδρών γνώρισαν τη συντριβή κοντά στη Mutina (σημερινή Modena). Ο Gaius Cassius Longinus κατάφερε την τελευταία στιγμή να διαφύγει. Ο Σπάρτακος είχε φτάσει πια στον ποταμό Πάδο και σε λίγο θα άφηνε πίσω του τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Τότε όμως, αντί οι επαναστάτες να περάσουν από τις Άλπεις στη σωτηρία και την ελευθερία, όπως επιθυμούσε ο Σπάρτακος, ο στρατός του στράφηκε προς τα πίσω και επέστρεψε στην Ιταλία, εκτός από κάποια μικρά τμήματα αμάχων. Ο λόγος ήταν η δίψα των οπαδών του για λεηλασία που τους τύφλωνε, έχοντας υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις τους. Ο Σπάρτακος αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει στη νέα περιπέτεια. Ταυτόχρονα εκπόνησε ένα νέο σχέδιο σωτηρίας που σκοπό είχε το πέρασμα στην πλούσια Σικελία, η οποία είχε τεράστιο αριθμό σκλάβων και μετρούσε δύο μεγάλες επαναστάσεις σκλάβων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Για το σκοπό αυτό ήρθε σε συνεννόηση με Κίλικες πειρατές, προκειμένου να αναλάβουν τη μεταφορά των επαναστατών στη Σικελία.
Καθώς ο επαναστατικός όγκος κατέβαινε προς τον νότο προσέγγισε τη Ρώμη. Μάλιστα μετά τη συντριβή του στρατού υπό τον Quintus Arrius που έσπευσε να τους ανακόψει, ο Σπάρτακος απείχε ελάχιστα απ’ τη Ρώμη. Η απροστάτευτη πόλη όμως δεν ήταν στα σχέδια των επαναστατών, οι οποίοι φοβήθηκαν μάλλον το όνομά της, παρά τη δύναμή της και την προσπέρασαν συνεχίζοντας την πορεία τους προς τον νότο. Θορυβημένη η Σύγκλητος απ’ τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεξε ανακάλεσε άμεσα τον ρωμαϊκό στρατό από τον Πόντο, την Ισπανία και την Μικρά Ασία και του ανέθεσε την πάταξη της εξέγερσης. Επικεφαλής ορίστηκε ο πραίτορας και έμπειρος στρατηγός Marcus Licinius Crassus, ο οποίος απέκτησε αυξημένες εξουσίες. Παράλληλα ανακλήθηκαν εσπευσμένα οι πραίτορες Cnaeus Pompeius Magnus και Marcus Terentius Varro Lucullus.
Ο Marcus Licinius Crassus με δύναμη 40.000 ανδρών έσπευσε στην Campania, επειδή εκεί υπολόγιζε ότι θα κατευθυνόταν ο Σπάρτακος προκειμένου να περάσει στη Σικελία. Έστειλε μήνυμα στον Lucius Mummius Achaicus, διοικητή των υπολειμμάτων του υπατικού στρατού που βρισκόταν κοντά στην Ancona, να κινηθεί νότια και όταν οι δύο στρατοί ενώθηκαν ανέθεσε στον υπαρχηγό του πλέον Lucius Mummius Achaicus να επιτηρεί τις κινήσεις των αντιπάλων, απαγορεύοντάς του όμως να δώσει μάχη. Ήθελε να παγιδεύσει τους επαναστάτες και να τους αναγκάσει να πολεμήσουν όταν θα βρίσκονταν σε δυσχερή θέση. Ο Lucius Mummius Achaicus όμως, παράκουσε τις εντολές του αρχηγού του με αποτέλεσμα να δεχτεί ταπεινωτική ήττα. Ο Marcus Licinius Crassus αποκατέστησε την πειθαρχεία επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους επιζώντες λεγεωνάριους του Lucius Mummius Achaicus και επέμεινε στην καταδίωξη του Σπάρτακου, που βρέθηκε εγκλωβισμένος κοντά στο Reggio di Calabria (αρχές του 71 π.Χ.), καθώς οι πειρατές με τους οποίους είχε συμφωνήσει τον εξαπάτησαν, εισέπραξαν τα ναύλα και εξαφανίστηκαν.
 

Ο Crassus έβαλε τους στρατιώτες του να σκάψουν μία τάφρο και να κατασκευάσουν ένα τείχος μήκους 53 χιλιομέτρων, προκειμένου να εγκλωβίσει τους επαναστάτες. Αυτοί όμως, υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου, κατάφεραν και ξέφυγαν από την παγίδα, γεμίζοντας μέσα σε μια νύχτα με χώμα και ξύλα ένα σημείο της τάφρου, απ’ το οποίο διέφυγαν προς το Βρινδήσιο (σημερινό Brindisi).
Τότε όμως οι επαναστάτες διασπάστηκαν για μια ακόμη φορά. Ένα τμήμα περίπου 12.000 ανδρών με αρχηγούς τους Γαλάτες Castus και Gannicus, αποκόπηκε από το κυρίως σώμα προκειμένου να επιδοθούν σε λεηλασίες. Ο Marcus Licinius Crassus εξαπέλυσε αμέσως επίθεση εναντίον τους και μολονότι οι επαναστάτες πολέμησαν γενναία επιφέροντας μεγάλες απώλειες στους διώκτες τους, εξοντώθηκαν σχεδόν μέχρι ενός. Χαρακτηριστικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης είναι η μαρτυρία ότι μόνον δύο από τους νεκρούς σκλάβους έφεραν θανατηφόρα τραύματα στην πλάτη.
Ακολούθως ο Marcus Licinius Crassus θέλησε να επιτεθεί στον κύριο όγκο των επαναστατών, οι οποίοι όμως, υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου, κατέφυγαν στα βουνά Petelia (σημερινό Strongoli) κυνηγημένοι απ’ τους διοικητές του Crassus Gnaeus Tremellius Scrofa και Quintus Marcius Rufus. Όμως κι εκεί ο Σπάρτακος κατάφερε να νικήσει στρεφόμενος ξαφνικά εναντίον των διωκτών του με το σύνολο των δυνάμεών του. Οι έκπληκτοι Ρωμαίοι από κυνηγοί μετατράπηκαν σε θηράματα και ντροπιασμένοι υποχώρησαν στο στρατόπεδό τους.
Η επιτυχία όμως αυτή υπήρξε μοιραία για την τύχη των επαναστατών. Χάνοντας το μέτρο εξαιτίας των αλλεπάλληλων πολεμικών επιτυχιών τους, αγνόησαν ακόμα μία φορά τις υποδείξεις του Σπάρτακου και αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν να περάσουν στη Σικελία. Στην περιοχή όμως είχε ήδη καταφθάσει ο Marcus Terentius Varro Lucullus και έφτανε σύντομα και ο Cnaeus Pompeius Magnus. Αντιλαμβανόμενος την κατάσταση ο Σπάρτακος επιχείρησε να έρθει σε συμφωνία με τον Crassus. Οι σύντροφοί του, όμως, ήθελαν να πολεμήσουν τους Ρωμαίους θεωρώντας πως θα νικούσαν ξανά. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο υποχρέωσαν με τα ξίφη τον αρχηγό τους να τους οδηγήσει στη μάχη. Αλλά ούτε ο Crassus είχε διάθεση να διαπραγματευτεί με τους σκλάβους. Αντίθετα επεδίωκε τη συντριβή τους και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια των άλλων δύο υπάτων, ώστε να καρπωθεί μόνος του όλη τη δόξα. Στ’ αυτιά του άλλωστε αντηχούσε ακόμη η κατηγορία που του επέρριψε η Σύγκλητος, λέγοντάς του ότι ο πόλεμος με τους σκλάβους διαρκούσε ήδη πολύ.
 

Η τελική μάχη έγινε στη Basilicata (Lucania) κοντά στις όχθες του ποταμού Silaro την άνοιξη του 71 π.Χ. και ήταν πολύωρη και αιματηρή. Οι 35.000 επαναστάτες πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα κι αυταπάρνηση αλλά τελικά η συνοχή και η πειθαρχία των ρωμαϊκών στρατευμάτων τους έδωσε τη νίκη. Ο Σπάρτακος σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να βρει τον Marcus Licinius Crassus στο πεδίο της μάχης. Το σώμα του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ. Οι περίπου 6.000 αιχμάλωτοι δούλοι σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού, ενώ εκτιμάται ότι οι νεκροί στο πεδίο της μάχης ήταν πολύ περισσότεροι. Οι σταυροί με τα αποσυντιθέμενα πτώματα παρέμεναν επί χρόνια στην Αππία Οδό, προς παραδειγματισμό.
Από την καταστροφή κατάφερε να διαφύγει ένα τμήμα 5.000 δούλων περίπου και κατευθύνθηκε βόρεια, αλλά διαλύθηκε από τον Pompeius, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στη Ιταλία. Προς μεγάλη απογοήτευση του Marcus Licinius Crassus, οι Ρωμαίοι επεφύλαξαν σ’ αυτόν μόνον κάποιες επευφημίες ενώ η οριστική πάταξη της εξέγερσης πιστώθηκε στον Pompeius ο οποίος είχε επιπλέον το δικαίωμα να τελέσει θρίαμβο για τις επιτυχίες του στην Ισπανία.
Η επανάσταση του Σπάρτακου, η μεγαλύτερη επανάσταση δούλων της ρωμαϊκής Ιστορίας, αν και τελικά απέτυχε, προκάλεσε τεράστια αναστάτωση και φόβο στους Ρωμαίους και τους προβλημάτισε για πιθανή επανάληψή της στο μέλλον. Για το λόγο αυτό η άρχουσα τάξη περιόρισε τον αριθμό των δούλων που προέρχονταν από αιχμαλώτους πολέμου και αύξησε τον αριθμό των δούλων που γεννιόντουσαν από δούλους γονείς, ενώ απαγόρευσε τις μεγάλες συγκεντρώσεις σκλάβων στην ύπαιθρο. Παράλληλα υπήρξε μια σχετική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των δούλων. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι από το σύνολο σχεδόν των αρχαίων πηγών, ο Σπάρτακος παρουσιάζεται ως ληστής και εγκληματίας, χειρότερος ακόμη και από τον Αννίβα. Γενικά για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη η μορφή του Σπάρτακου συνδέθηκε και παρομοιάστηκε με τις χειρότερες συμφορές σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε το όνομά του να μετατραπεί τελικά σε ύβρη. Ενδεικτικά «Σπάρτακο» αποκάλεσε ο Μάρκος Αντώνιος τον νεαρό Οκταβιανό για να στρέψει εναντίον του τους μεγαλοϊδιοκτήτες δούλων, ενώ με τον ίδιο χαρακτηρισμό ο Κικέρων καταφέρονταν εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.
Εξαίρεση σ’ αυτό το κλίμα αποτελούν οι Marcus Terentius Varro και Πλούταρχος. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Σπάρτακος καταδικάστηκε άδικα να μονομαχεί, ενώ ο δεύτερος σκιαγραφεί μια ιδιαίτερα ευγενική προσωπικότητα για τον ελεύθερο σκλάβο. Τον χαρακτηρίζει «ελληνικότερο», ανδρείο, πράο, συνετό με υψηλό φρόνημα και περιγράφει πολλά περιστατικά που δικαιολογούν τον ισχυρισμό αυτό. Βέβαια, η αντιμετώπιση αυτή αποτελούσε στερεότυπο για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, αφού κάθε μη Ρωμαίος ή μη Έλληνας που επιτύγχανε κάτι σπουδαίο, παρουσιαζόταν ως εξυπνότερος από τους υπόλοιπους βαρβάρους. Αν ληφθεί υπόψιν και η αντιπάθεια του Πλουτάρχου προς τον Marcus Licinius Crassus, οι εκτιμήσεις αυτές τίθενται υπό αμφισβήτηση.
 

Σύμφωνα με τον Gaius Sallustius Crispus, ο Σπάρτακος ήταν αντίθετος προς την κακοποίηση των αιχμαλώτων, καθώς και με κάθε καταστροφή κατοικημένης περιοχής. Επίσης από τις περιγραφές, φαίνεται ότι ο Σπάρτακος διέθετε αξιοσημείωτη στρατηγική αντίληψη και ευφυΐα. Κατανίκησε επανειλημμένως και με διάφορα τεχνάσματα όσους στρατούς, υπό διάφορους διοικητές, έστειλε εναντίον του η Σύγκλητος. Ακόμη και για τον έμπειρο Marcus Licinius Crassus η πάταξη της επανάστασης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Καθώς φαίνεται όμως, κυρίως από τις περιγραφές του Πλουτάρχου, δεν ασκούσε ισχυρό έλεγχο επί των συντρόφων του με αποτέλεσμα την τελική ήττα. Αν αληθεύουν οι προαναφερθείσες περιγραφές, τότε η αξία του ως στρατηγού ενδεχομένως να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι στρατιωτικές και διοικητικές αρετές του αποδίδονται από άλλες πηγές στην υπηρεσία του στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού.
 

Η αρνητική εικόνα του Σπάρτακου παρέμεινε απαράλλαχτη καθ’ όλο τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Μόνον από τον 18ο αιώνα κι έπειτα άλλαξε αυτή η οπτική. Συγκεκριμένα το 1760 ο Γάλλος Bernard-Joseph Saurin, βασιζόμενος στην ιστορία του Πλουτάρχου παρουσιάζει τον Σπάρτακο στην ομώνυμη τραγωδία του ως ευγενή ήρωα. Το έργο αυτό αποτέλεσε την απαρχή στην αλλαγή της αντιμετώπισης του Σπάρτακου και της επανάστασής του.
Έτσι η μορφή του Σπάρτακου πέρασε στον θρύλο και ενέπνευσε πολλά κινήματα, οργανώσεις και καλλιτέχνες κατά τους νεότερους χρόνους.