ΩΡΑ...

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Ζητείται Ελπίς - Αντώνης Σαμαράκης

Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στην εθνική αντίσταση. Το 1944 συνελήφθη από τους Γερμανούς, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά κατάφερε να αποδράσει. Στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Το 1989 ανακηρύχθηκε Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της Unicef για τα παιδιά του κόσμου.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1930, αλλά καθιερώθηκε με το «Ζητείται ελπίς» το 1954. Άλλα σημαντικά έργα είναι το «Σήμα κινδύνου», «Το λάθος», «Αρνούμαι» και «Το διαβατήριο».
Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1962, για το «Αρνούμαι»), το «Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966, για «Το λάθος»), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας της Γαλλίας (1970, για «Το λάθος»), το βραβείο «Europalia» (1982, για τη συνολική προσφορά του), το Σταυρό του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995) και το Κρατικό Βραβείο Τεχνών και Λογοτεχνίας της Γαλλίας (1995).
Ο Σαμαράκης χαρακτηριζόταν από την αγάπη του για τους νέους. Δική του ιδέα ήταν η «Βουλή των Εφήβων». Ο Αντώνης Σαμαράκης έφυγε από τη ζωή στις 8 Αυγούστου του 2003.


Όταν μπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγεμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σ’ ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ. Σε άλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά ή συζητούσανε.
Ήρθε ο καφές. Άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.
Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλεια εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», έλεγε το τηλεγράφημα.
Ένα ακόμα ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.
«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλούται εις τον κόσμον μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.
Ύστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγές εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Οι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονώ. Ο πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.
Αλλού είδε κριτική για ένα ρεσιτάλ πιάνου, έπειτα κάτι για τη μόδα, τέλος την «Κοσμική Κίνηση»:
«Κοκτέιλ προχθές παρά τω κύριο και τη κυρία Μ. Τ. Χάρμα ευμορφίας και κομψότητας ἡ κυρία Β. Χ. με φόρεμα κομψότατο εμπριμέ και τοκ πολύ σικ. Ελεγκάντικη εμφάνισης η δεσποινίς Ο. Ν.»
Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Έριξε μια ματιά στις «Μικρές Αγγελίες»:
«ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευή αρίστη, εκ 4 δωματίων, χολ, κουζίνας, λουτρού πλήρους, W.C.».
«ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εις σοβαρόν κύριον δωμάτιον εις β΄ όροφον, ευάερον, ευήλιον...»
«ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο προς αγοράν...»
Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.
Από τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο...
Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του· είχε ιδρώσει, κι όμως δεν έκανε ζέστη.
Ο πόλεμος, η βόμβα υδρογόνου, οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις»... Το πανόραμα της ζωής!
Δεν είχε αλλάξει διόλου προς το καλύτερο η ζωή μας ύστερ’ από τον πόλεμο. Όλα είναι, τα ίδια σαν και πριν. Κι όμως είχε ελπίσει κι αυτός, όπως είχαν ελπίσει εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλη τη γη, πως ύστερ’ από τον πόλεμο, ύστερ’ από τόσο αίμα που χύθηκε, κάτι θ’ άλλαζε. Πως θα ‘ρχόταν η ειρήνη, πως ο εφιάλτης του πολέμου δε θα ίσκιωνε πια τη γη μας, πως δε θα γίνονταν τώρα αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, πως...
Σουρούπωνε. Μερικά φώτα είχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. Στο καφενείο δεν είχανε ανάψει ακόμα τα φώτα. Του άρεσε έτσι το ημίφως.
Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικό τομέα, σύγχυση...
Δεν έφταιγε η εφημερίδα που έκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. Τα σκεφτότανε όλα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, πότε με περισσότερη ένταση. Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται από μια κλωστή. Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. Σκεφτότανε το φόβο που έχει μπει στις καρδιές.
Στον καθρέφτη, δίπλα του, είδε το πρόσωπό του. Ένα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που είχε μέσα του.
Είχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Και είχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. Ναι, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του πως ήτανε χωρίς ελπίδα.
Μια σειρά από διαψεύσεις ελπίδων ήταν ἡ ζωή του. Είχε ελπίσει τότε...
Είχε ελπίσει ύστερα...
Κάποτε, πριν από χρόνια, είχε ελπίσει στον κομμουνισμό. Μα είχε διαψευσθεί κι εκεί. Τώρα δεν είχε ελπίδα σε καμιά ιδεολογία!
Ζήτησε ένα ποτήρι νερό ακόμα. Αυτή η διάψευση από τις λογής-λογής ιδεολογίες ήτανε βέβαια γενικό φαινόμενο. Και παραπάνω από τη διάψευση, η κούραση, η αδιαφορία, που οι πιο πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστά στις διάφορες ιδεολογίες.
Κοίταζε τα τρόλεϊ που περνάγανε ολοένα στη λεωφόρο, το πλήθος... Μπροστά του, η εφημερίδα ανοιχτή. Όλα αυτά που είχε δει και πρωτύτερα: η σκιά του καινούριου πολέμου, η Ινδοκίνα, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις»...
«Τσιγάρα!» ένας πλανόδιος μπήκε.
Πήρε ένα πακέτο.
Στις έξι σελίδες της εφημερίδας: η ζωή. Κι αυτός, ήτανε τώρα ένας άνθρωπος που δεν έχει ελπίδα.
Θυμήθηκε, πριν από χρόνια, ήτανε παιδί ακόμα, είχε αρρωστήσει βαριά μια θεία του, ξαδέρφη της μητέρας του. Την είχανε σπίτι τους. Ήρθε ο γιατρός· βγαίνοντας από το δωμάτιο της άρρωστης, είπε με επίσημο ύφος:
«Δεν υπάρχει πλέον ελπίς!»
Έτσι κι αυτός, τώρα, είχε φτάσει στο σημείο να λέει:
«Δεν υπάρχει πλέον ελπίς!»
Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Είχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να είχε ένα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.
Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία... Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο ἡ ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Ούτε αριστεράς ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, και που νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι θα ‘χουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά να ‘χουν.
Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: η Ινδοκίνα, η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, οι «Μικρές Αγγελίες»...
«ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...»
«ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...»
«ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ εν καλή καταστάσει...»
«ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικός...»
Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι του:
«ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς!»
Ύστερα πρόσθεσε το όνομά του και τη διεύθυνσή του. Φώναξε το γκαρσόνι. Ήθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπει οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι - Μενέλαος Λουντέμης


Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι

Και να τους πεις ακόμη
πως ζούμε φρυγμένοι, πεινασμένοι
μα όχι απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι πες ζούνε μπρούμυτα.
Με φοβισμένα μάτια.
Με σκεπασμένα λόγια.
Με δαρμένη φωνή.
Όχι, δεν είμαστε απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι μόνο τρέμουν.
Μόνο σκύβουν.
Μόνο συμφωνούν.
Όχι πες! Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.
Εμάς τα μάτια μας
πηδούν πάνω απ’ τις κορυφογραμμές.
Εμάς η φωνή μας ξεπερνά πες τα σύννεφα.
Εμείς είμαστε περήφανοι.
Και δεν καλοπιάνουμε.
Δε θυμιατίζουμε.
Δεν προσκυνάμε.
Αυτή είν’ η Χάρτα μας εμάς.
Αυτό το Σύνταγμά μας.
Να, τι να τους πεις, προξενητή.
Και τώρα: Ώρα σου καλή.
Και κοίταξε μην ξαναβρείς το δρόμο.

Μενέλαος Λουντέμης
(Από το Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί)

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Ιωσήφ Μπλέχινγκερ (Ηλίας Κόκκινος): Ένας Γερμανός ήρωας, στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο

Λαμία

Οι φιλέλληνες είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ελληνική ιστορία, που βοήθησαν τη χώρα σε δύσκολες στιγμές.
Ο Ηλίας Κόκκινος ανήκει σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων που όταν ήρθε στην Ελλάδα προσέφερε μεγάλο καλό. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσήφ Μπλέχινγκερ και γεννήθηκε το 1911 σε μία πόλη στα σύνορα της Δρέσδης. Βαφτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος και ονομάστηκε Ηλίας Κόκκινος από το όνομα του πρώτου Λαμιώτη που σκοτώθηκε στο αλβανικό μέτωπο. Η μητέρα του κατάγονταν από την Τσεχία, ο πατέρας του ήταν Αυστριακός και αυτός Γερμανός υπήκοος.
Ήταν 30 χρόνων όταν ξέσπασε ο Β” Παγκόσμιος Πόλεμος και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να στρατολογηθεί στον γερμανικό στρατό. Τον πρώτο καιρό υπηρέτησε στην Πολωνία και ύστερα μετατέθηκε στην Ελλάδα. 

Ο Ιωσήφ Μπλέχινγκερ 
Η χώρα βρισκόταν υπό την γερμανική κατοχή και ο Μπλέχινγκερ ανέλαβε τη θέση του υπεύθυνου κλειδούχου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λαμίας.
Παρότι βρισκόταν στις υπηρεσίες του γερμανικού στρατού ο Μπλέχινγκερ δεν ήταν Ναζί και όσο μπορούσε βοηθούσε τον κατοίκους της περιοχής. Δεν εμπόδιζε τους Λαμιώτες να κλέβουν τα τρόφιμα των Γερμανών από τα βαγόνια και απελευθέρωσε πολλούς Έλληνες που θα εκτελούνταν. Συνεργάστηκε με τον ΕΑΜ και ενημέρωνε τους αντάρτες για τις ενέργειες των Γερμανών. Πολλοί άρρωστοι Έλληνες, μεταφέρθηκαν με τα γερμανικά τρένα νύχτα στην Λαμία, χάρη στον θαρραλέο Αυστριακό.
Η πράξη του να εμποδίσει την καταστροφή της Λαμίας που σχεδίασαν οι Γερμανοί ήταν το αποκορύφωμα της δράσης του. Στις 18 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί εγκατέλειπαν επιτέλους τη Λαμία. Στην πόλη παρέμειναν μόνο πέντε Γερμανοί με εντολή να ανατινάξουν όσα κτίρια και εγκαταστάσεις της πόλης μπορούσαν, όταν τα στρατεύματα θα έχουν απομακρυνθεί. Τα πυρομαχικά τοποθετήθηκαν στις αποθήκες του στρατοπέδου με στόχο να εκραγούν τις πρωινές ώρες. Ο Μπλέχινγκερ έμαθε από τις προηγούμενες μέρες τις επιδιώξεις των Γερμανών. Το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου μαζί με έναν Ιταλό, ονόματι Μάριο πήγε στο στρατόπεδο και έκοψε τα καλώδια των εκρηκτικών. Στη συνέχεια οι ΕΑΜίτες φρόντισαν να τον φυγαδεύσουν μακριά από το στρατόπεδο, κοντά στο χωριό Αυλάκι.
Το επόμενο πρωί οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην εκκλησία για να γιορτάσουν την γιορτή του Αγίου Λουκά. Η είδηση ότι η Λαμία θα καιγόταν έκανε τον γύρο της πόλης και πολλοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. 


Ο Μπλέχινγκερ όμως είχε καταφέρει να αποτρέψει την ολική καταστροφή και μόνο κάποιες μικρές εκρήξεις ακούστηκαν.
Ο Μπλέχινγκερ δεν έφυγε ποτέ ξανά από την Ελλάδα, παντρεύτηκε την Αγγελική Καρακώστα και απέκτησε έναν γιο. Ασχολήθηκε με τη βυζαντινή αγιογραφία και πέθανε το 1995. Ταπεινός μέχρι το τέλος ποτέ δεν επιδείκνυε τις πράξεις του και όταν του ζητούσαν να μιλήσει έλεγε: «Γράψτε πως είμαι Έλληνας δημοκράτης, τίποτε άλλο»...


Πηγή:
Mixanitouxronou.gr

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ένα από τα πιο απροσδόκητα όπλα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με ελληνική σφραγίδα


Ένα τροποποιημένο άρμα μάχης που θα έκανε το κατασκόταδο μέρα μεσημέρι θα μπορούσε να είναι το καλύτερο οπλικό σύστημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τον στρατάρχη των Βρετανών, Τζον Φρέντρικ Τσαρλς Φούλερ, τον εισηγητή και πιονέρο του σύγχρονου τεθωρακισμένου πολέμου.
Ο αποστρατευμένος άγγλος αρχιστράτηγος αποκάλεσε μάλιστα την αποτυχία να χρησιμοποιηθεί εγκαίρως η ελληνική δημιουργία ως «τη μεγαλύτερη γκάφα όλου του πολέμου»! Έφτασε μάλιστα μέχρι το σημείο να ισχυριστεί ότι αν οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί το είχαν εντάξει εγκαίρως στις τεθωρακισμένες μεραρχίες τους, τότε θα είχαν πατήσει τους ναζί πολύ πριν τους Σοβιετικούς.
Ο λόγος για το καινοτόμο Canal Defence Light, το εκτυφλωτικό φως του οποίου θα αποπροσανατόλιζε τον εχθρό και να έγερνε την πλάστιγγα του πολέμου προς την πλευρά των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του βρετανικού οπλοστασίου δεν ήταν παρά ένας πανίσχυρος προβολέας προσαρμοσμένος στον πυργίσκο του άρματος μάχης, που διέθετε ένα κλείστρο που έκανε το φως να αναβοσβήνει έξι φορές το δευτερόλεπτο.
Με φωτεινή ένταση στις 13 εκατομμύρια καντέλες (!), ο τεθωρακισμένος αυτός φακός θα έκανε το νυχτερινό πεδίο της μάχης μέρα μεσημέρι στραβώνοντας τον εχθρό και αφοπλίζοντάς τον ολότελα. Με κωδικό όνομα CDL (Canal Defence Light), το πρωτοποριακό οπλικό σύστημα ήταν πνευματικό παιδί ενός ελληνικής καταγωγής βρετανού μηχανικού, του Μαρσέλ Μιτσάκη, ο οποίος σκέφτηκε δημιουργικά για να απαλλάξει την Ευρώπη από τη ναζιστική λαίλαπα.


Ο εκτυφλωτικός προβολέας με το φως που τρεμόπαιζε θα έκανε τις κόρες των οφθαλμών των ναζί να διαστέλλονται και να συστέλλονται ακαριαία, προκαλώντας ναυτία και ζάλη. Με τους στρατιώτες εξουδετερωμένους, η εξολόθρευσή τους θα γινόταν παιχνιδάκι, γι’ αυτό και το τροποποιημένο άρμα μάχης του Marcel Mitzakis (είχε αντικαταστήσει το κανόνι με τον προβολέα) παινέθηκε τόσο από το Γενικό Επιτελείο του Βασιλικού Στρατού.
Στα δοκιμαστικά, ο τεθωρακισμένος αυτό φάρος αποδείχτηκε μάλιστα ιδιαιτέρως αποτελεσματικός, καθώς κανείς δεν μπορούσε να τα βάλει με το εκθαμβωτικό φως του. Αν και η πολεμική του ιστορία δεν θα δικαίωνε τον εφευρέτη του, που το ήθελε στην εμπροσθοφυλακή για την υπεράσπιση της Βρετανίας από τις αδηφάγες χιτλερικές ορέξεις.
Το μυστικό όπλο της Αγγλίας ήταν πράγματι τόσο μυστικό που δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ ως όφειλε, τόσο γιατί οι περισσότεροι αξιωματικοί αγνοούσαν καν την ύπαρξή του και όσοι ήξεραν ότι υπήρχε, δεν πίστεψαν ποτέ πως θα μπορούσε να αποδειχθεί αποτελεσματικό. Κι έτσι το CDL χρησιμοποιήθηκε απλώς σε κάποιες μάχες ως γιγαντιαίος φακός! Με αυτό πέρασαν οι Σύμμαχοι τον Ρήνο και με αυτό εντόπιζαν τους γερμανούς σαμποτέρ των γεφυρών.
Αν πιστέψουμε τις λαμπρές αναφορές των βρετανών επιτελαρχών για το Canal Defence Light, τότε φαίνεται να είναι μεγάλο κρίμα που δεν επιστρατεύτηκε για τον σκοπό που το ήθελε ο έλληνας μηχανικός του…

Η προϊστορία του


Η ιδέα για το CDL είχε την απίθανη καταγωγή της μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και συγκεκριμένα στην καυτή έρημο της Αιγύπτου. Η προέλαση των Γερμανών απειλούσε ανοιχτά τη Διώρυγα του Σουέζ και οι Σύμμαχοι αναζητούσαν τρόπους να την υπερασπιστούν από τις αιφνιδιαστικές νυχτερινές επιθέσεις του εχθρού. Ο στρατός είχε σκεφτεί ακόμα και να φωταγωγήσει το κανάλι, απ’ όπου πήρε εξάλλου το κωδικό όνομά του το Canal Defence Light (Φως Άμυνας Καναλιού).
Το concept της φωτιστικής επίθεσης δεν ήταν βέβαια κατά κανέναν τρόπο καινούριο, αν και με την έννοια που απέκτησε στο πλαίσιο της συζήτησής μας πρωτοδιαμορφώθηκε στο μυαλό του πλωτάρχη του Βασιλικού Ναυτικού, Oscar de Thoren, το 1915, καταμεσής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δική του πρόθεση ήταν να προσαρμόσει δυνατούς προβολείς πάνω σε μικρά οχήματα, ώστε να μπορούν να μεταφερθούν γρήγορα όπου ακριβώς θα χρειάζονταν. Ο σκοπός δεν ήταν άλλος από το να καταστήσει τα εισερχόμενα πυρά του εχθρού παντελώς άχρηστα, καθώς το εκτυφλωτικό φως θα έπνιγε τα πάντα εντός του.


Ο de Thoren παρουσίασε την ιδέα του στους ανώτερους επιτελείς του βρετανικού στρατού τόσο το 1917 όσο και το 1922, αν και εκείνοι έμοιαζαν αδιάφοροι. Τόσο αδιάφοροι που του είπαν να προσπαθήσει να πουλήσει την ιδέα του στους Γάλλους! Ο πατριώτης αξιωματικός δεν συζήτησε βέβαια καν με τη γαλλική κυβέρνηση. Αυτό που έκανε ήταν να ιδρύσει έναν όμιλο προβληματισμού (de Thoren Syndicate) το 1933 για να συζητηθεί περαιτέρω η ιδέα του.
Διευθυντής του ομίλου τοποθετήθηκε ο ελληνικής καταγωγής Marcel Mitzakis και τεχνικός σύμβουλος ο ίδιος ο -εν αποστρατεία πια- στρατάρχης Φούλερ! Όσο για τα κονδύλια, προέρχονταν από τα ταμεία του Δούκα του Ουέστμινστερ, που μετατράπηκε σε ένθερμο οπαδό της ιδέας. Η πρώτη δοκιμή της πρωτοποριακής μηχανής έλαβε χώρα στη Γαλλία το 1934. Στα δεύτερα μάλιστα δοκιμαστικά το 1936 είχαν προσκληθεί και αξιωματούχοι του βρετανικού στρατού, οι οποίοι εντυπωσιασμένοι ζήτησαν από την παρέα μια επίδειξη του μαραφετιού της σε αγγλικό έδαφος.


Τον Φεβρουάριο του 1937, ο Μιτσάκης έκανε μια εντυπωσιακή παρουσίαση του τεθωρακισμένου προβολέα του στο Επιτελείο Στρατού και σύντομα του παρήγγειλαν τρία πρωτότυπα για περαιτέρω δοκιμαστικά. Ο έλληνας μηχανικός αντιμετώπισε ωστόσο πολλαπλά προβλήματα με τη μαζική παραγωγή της δημιουργίας του και καθυστέρησε σε βαθμό εξοργιστικό: η τελική δοκιμή δεν θα λάμβανε χώρα πριν από τις 7 Ιουνίου 1940!
Δέκα μέρες αργότερα, το βρετανικό ΓΕΣ ανέλαβε εσπευσμένα την παραγωγή του project μέσω της κατασκευής 300 τροποποιημένων πυργίσκων-προβολέων.

Πώς δούλευε


Ο στάνταρ πυργίσκος των βρετανικών αρμάτων μάχης (Matilda και Churchill κυρίως) αντικαταστάθηκε από τον ολότελα θωρακισμένο πυργίσκο του Μιτσάκη, που έφερε προβολέα 12,8 εκατομμυρίων καντέλων αλλά και πολυβόλο για την άμυνά του. Το εκτυφλωτικό φως, μηχανικό επίτευγμα στον καιρό του, προερχόταν από μια λυχνία τόξου άνθρακα, η οποία τροφοδοτούνταν από γεννήτρια 9,5KW, που έπαιρνε ζωή από βοηθητική μηχανή. Παραβολικά κάτοπτρα αναλάμβαναν κατόπιν να διαθλάσουν τη φωτεινή δέσμη, επιτρέποντας ταυτοχρόνως την προστασία της φωτεινής πηγής πίσω από θωράκιση.


Το εκτυφλωτικό φως του CDL δημιουργούσε «σκοτεινά τρίγωνα» γύρω του, επιτρέποντας έτσι να καμουφλάρονται παραδοσιακά άρματα μάχης και στρατιώτες, οι οποίοι παρέμεναν πρακτικά αθέατοι στον εχθρό. Ταυτοχρόνως, χρωματιστά φίλτρα στον προβολέα έδιναν στο λευκό φως άλλες αποχρώσεις: το μπλε φως, για παράδειγμα, έδινε την ψευδαίσθηση πως το CDL ήταν μακρύτερα. Όταν μάλιστα δύο CDL συνδυάζονταν, τότε το αποτέλεσμα ήταν ακόμα πιο αποδοτικό: η δέσμη που αναβόσβηνε δεν επέτρεπε στα μάτια του εχθρού να προσαρμοστούν στις συνθήκες φωτός ή σκότους, προκαλώντας ναυτία, ζάλη, ανισορροπία, προσωρινή τύφλωση και γενικό αποπροσανατολισμό.


Το μόνο μειονέκτημα του πυργίσκου ήταν ότι όταν προσαρμοζόταν στα άρματα μάχης του βρετανικού στρατού, τα Matilda και Churchill συγκεκριμένα, τότε το τανκ έχανε το κανόνι του. Το 1943 ο Μιτσάκης έλυσε το πρόβλημα χρησιμοποιώντας το ολοκαίνουριο αμερικανικό Μ3 Grant, στο οποίο προσαρμοζόταν εύκολα ο πυργίσκος του με ελάχιστες τροποποιήσεις, επιτρέποντας στο τεθωρακισμένο να κρατήσει το κανόνι του.


Όλο αυτό τον καιρό, το πρόγραμμα παραγωγής των CDL ήταν μυστικότατο. Στα δοκιμαστικά μάλιστα της νέας προσαρμογής του στο M3 σε πεδίο μάχης της Σκοτίας, ο στρατιωτικός επιτελάρχης έγραψε στην αναφορά του πως η συσκευή ήταν «ιδιαιτέρως αβέβαιη ώστε να μετατραπεί στο βασικό όπλο μιας εισβολής».


Παρά τις φειδωλές κριτικές του 1943, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του φωτός που τρεμόπαιζε καθιστούσε το CDL ιδιαιτέρως αποτελεσματικό, καθώς ανάμεσα στα άλλα ήταν πρακτικά αδύνατο να εντοπίσεις την ακριβή θέση του οχήματος. Σε σχετική δοκιμή, ένα άρμα μάχης εξοπλισμένο με CDL πλησίασε επικινδύνως κοντά στο αντιαρματικό, οι χειριστές του οποίου δεν μπορούσαν καν να το πλησιάσουν με τις άσφαιρες βολές τους! Ήταν όμως και το άλλο: η θωράκιση μπροστά από τον προβολέα επέτρεπε την απρόσκοπτη λειτουργία του ακόμα και όταν βαλλόταν επανειλημμένως από σφαίρες. Τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να το ανακόψει, καθώς ακόμα και οι κανονιές των αρμάτων μάχης δεν μπορούσαν να το πλήξουν, μιας και δεν το εντόπιζαν επακριβώς.

Η πολεμική του δράση


Τελικά, περισσότερα από 300 άρματα μάχης (Matilda, Churchill και Grant) τροποποιήθηκαν καταλλήλως για να φιλοξενήσουν το CDL, το οποίο λογιζόταν τώρα από την ηγεσία του βρετανικού στρατού ως το όπλο που θα άλλαζε την ισορροπία των δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο μετά την Απόβαση στη Νορμανδία. Παρά τις εμφατικές διακηρύξεις όμως, τα CDL παρέμειναν εν πολλοίς παροπλισμένα!


Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για τον πρόωρο θάνατό τους. Κατά πρώτον, ήταν η απόλυτη μυστικότητά του, η οποία εμπόδισε την όποια εκπαίδευση χειριστών στη λειτουργία του. Ταυτοχρόνως, όσοι σχεδίαζαν τις τακτικές μάχης δεν το είχαν καν ακούσει ή αγνοούσαν τι μπορούσε να κάνει: «Ακόμα και οι στρατηγοί που έπρεπε να το έχουν χρησιμοποιήσει, δεν ξέρουν τι μπορεί να κάνει», παραπονιόταν στις αναφορές του ο εφευρέτης του Marcel Mitzakis. Αλλά ακόμα και αυτοί που το είχαν ακούσει (ακούσει, όχι δει!), δεν ήταν δυνατόν να πιστέψουν ότι μια δέσμη φωτός θα μπορούσε να αφοπλίσει την καλοκουρδισμένη γερμανική πολεμική μηχανή. Μόνο ο στρατάρχης Φούλερ εκτιμούσε το μυστικό όπλο που θα άλλαζε τον συσχετισμό δυνάμεων, αν και ήταν μόνος εναντίον όλων και μακριά από θέσεις ευθύνης πια…


Εντέλει, μόλις πέντε βρετανικές και δύο αμερικανικές διμοιρίες εκπαιδεύτηκαν με πάσα μυστικότητα στη χρήση του CDL. Οι δύο μάλιστα από τις πέντε βρετανικές μονάδες ξαποστάλθηκαν με το απόρρητο όπλο στην Αίγυπτο, αν και δεν έγινε ποτέ γνωστό γιατί δεν το χρησιμοποίησαν στη μάχη. Ενδεχομένως να ευθύνεται ότι κανείς ανώτερος αξιωματικός δεν το γνώριζε κι έτσι δεν το εμπιστευόταν. Κάποια ξαποστάλθηκαν στην Άπω Ανατολή για να συνδράμουν την πολεμική προσπάθεια των ΗΠΑ κατά της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου, αν και ποτέ δεν επιστρατεύτηκαν κατά των Ιαπώνων.


Ξέρουμε πάντως ότι η ομολογουμένως ανατρεπτική ιδέα του Μιτσάκη επιστρατεύτηκε στη διέλευση του Ρήνου το 1945, πιθανότατα όμως ως απλός προβολέας νυκτός και όχι ως όργανο αποπροσανατολισμού του εχθρού. Οι ΗΠΑ υιοθέτησαν την ανατρεπτική ιδέα του Μιτσάκη και άλλα 500 τανκ M3 τροποποιήθηκαν καταλλήλως το 1943, παίρνοντας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την κωδική ονομασία «T10 Shop Tractors». Αν και επίσης δεν είδαν ποτέ πεδίο μάχης. Η συντριπτική πλειονότητα των αγγλικών και αμερικανικών μονάδων παρέμεινε παροπλισμένη στην Ουαλία και τη Σκοτία.
Σύμφωνα με κάποιες πηγές, το CDL μπορεί να χρησιμοποιήθηκε με τον τρόπο που το ήθελε ο εφευρέτης του μόνο μεταπολεμικά, στις περιπέτειες των Βρετανών στην Ινδία, αν και αυτές ακόμα οι αναφορές ελέγχονται για την αλήθεια τους.
Η μετατροπή του φωτός σε μη φονικό πολεμικό όπλο, η πνευματική παρακαταθήκη του A.V.M. Mitzakis δηλαδή, έμελλε να γνωρίσει αργότερα μεγάλη απήχηση, όταν το strobe light έπαιξε τελικά τον ρόλο που δεν γεύτηκε η λυχνία τόξου άνθρακα του δαιμόνιοι έλληνα μηχανικού…

Πηγή: Newsbeast.gr

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Hedy Epstein (1924-2016) Ο άνθρωπος στις καλύτερες στιγμές του!


Με απέραντη θλίψη μάθαμε πριν μερικές μέρες το θάνατο της Χέντι Επστάϊν (Hedy Epstein) στα 91 της χρόνια, όταν συναντήσαμε τη νεκρολογία της σε μια από τις αναρίθμητες ιστοσελίδες του κινήματος υποστήριξης στον Μπέρνι Σάντερς. Αυτή η ατρόμητη μικροκαμωμένη, εύθραυστη γηραιά κυρία με τη μεγάλη καρδιά δεν είναι πια ανάμεσά μας για να σώζει την τιμή του ανθρώπινου είδους ενσαρκώνοντας, όσο κανείς άλλος, το ιερό καθήκον της εξέγερσης ενάντια σε κάθε αδικία απανταχού γης!
Δυστυχώς, την ύπαρξη της Χέντι Επστάϊν την γνωρίσαμε πολύ αργά, μόλις πριν από δυο χρόνια. Ήταν τότε που έκανε το γύρο του κόσμου η φωτογραφία αυτής της 90χρονης κυρίας, που «είχε επιζήσει του Ολοκαυτώματος», με τα χέρια της πισθάγκωνα δεμένα από τους αστυνομικούς του Σαιντ Λούϊς που την είχαν συλλάβει κα της είχαν περάσει χειροπέδες (!) επειδή διαδήλωνε ενάντια στη εν ψυχρώ δολοφονία από ρατσιστή αστυνομικό του νεαρού Αφρο-αμερικανού Μάικλ Μπράουν στην πόλη Φέργκιουσον. Η υπόθεση ήταν αρκούντως σπάνια και συνάμα σοκαριστική για να μας κάνει να αφιερώσουμε τότε στο contra-xreos.gr μερικές παραγράφους σε αυτή τη ξεχωριστή γυναίκα (βλέπε http://contra-xreos.gr/arthra/627-hedy-epstein.html). Εξάλλου, στην εποχή των κατά συρροή δολοφόνων του Αιγαίου που κατοικοεδρεύουν στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες, και των χωρίς περίσκεψη και αιδώ γενετικώς μεταλλασσόμενων ΚατρουγκαλοΤσίπριδων, και μόνη η ύπαρξη αυτής της γηραιάς κυρίας είναι γιατρικό και επουλώνει ανοιχτές πληγές: ανορθώνει το ηθικό και προσφέρει ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση στους απελπισμένους και αποκαμωμένους…


Όμως, η ζωή της Χέντι Επστάϊν δεν μπορεί να συνοψιστεί σε αυτό που αποδείχτηκε πως ήταν μόνο το τελευταίο από τα αναρίθμητα επεισόδια μιας ζωής πλούσιας σε αγώνες πάντα στο πλευρό και στην υπηρεσία των αδύναμων και καταπιεσμένων. Όπως συνήθιζε να λέει η ίδια, «Αν δεν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, αν δεν ορθώσουμε το ανάστημα, αν δεν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε την αδικία που βλέπουμε, τότε γινόμαστε συνένοχοι. Δεν θέλω να είμαι ένοχη ότι δεν προσπάθησα να κάνω το καλύτερο δυνατό για να αλλάξω την κατάσταση». Έτσι απλά, όπως απλό και λακωνικό ήταν και το σύνθημα που στόλιζε συνήθως το μπλουζάκι της: Stay human – Να παραμείνουμε άνθρωποι…
Η Χέντι Επστάϊν ήταν μια σπάνια περίπτωση αγωνίστριας επειδή συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους αγωνιστές που μπορούν να περηφανευτούν πως έκαναν με συνέπεια και αυταπάρνηση τον πιο δύσκολο από όλους τους αγώνες: υπερασπίστηκαν τις αξίες τους ακόμα και ενάντια στη χώρα τους, στην καταγωγή τους, στους ομοεθνείς τους.
Από αυτή την άποψη, η Χέντι Επστάϊν ήταν διπλά και τριπλά «εθνοπροδότρα». Πρώτα «πρόδωσε» τη χώρα στην οποία γεννήθηκε, τη Γερμανία, όταν –ενήλικη πια και χωρίς οικογένεια καθώς είχε χάσει όλους τους συγγενείς της στο Άουσβιτς- επέστρεψε σε αυτή το 1945 για να συνεργαστεί στην απονομή δικαιοσύνης στη δίκη της Νυρεμβέργης των «γιατρών»- αγγέλων του θανάτου των στρατοπέδων εξόντωσης του Τρίτου Ράϊχ. Κατόπιν, «πρόδωσε» τη νέα πατρίδα της, τις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν συμπαρατάχθηκε με τους άγρια βομβαρδιζόμενους βιετναμέζους και καμποτζιανούς «εχθρούς» της. Και τέλος, -το πιο δύσκολο και για αυτό και πιο αξιοθαύμαστο- «πρόδωσε» το κράτος των Εβραίων ομόφυλων της, το Ισραήλ, όταν συστηματικά και επί δεκαετίες συντάχθηκε με τον Παλαιστινιακό λαό τόσο στις ΗΠΑ όσο και επί τόπου, στην πρώτη γραμμή, στα κατεχόμενα εδάφη! Οργάνωσε στις ΗΠΑ το κίνημα αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό, διαδήλωσε στα Κατεχόμενα και χτυπήθηκε από τον ισραηλινό στρατό (έχασε τη μισή ακοή της) και μπαρκάρισε στον «Στολίσκο της Ελευθερίας». Στην τελευταία μάλιστα απόπειρά της, θα είχε ίσως φτάσει στην αποκλεισμένη Λωρίδα της Γάζας αν το δικό της «καράβι για τη Γάζα» δεν εμποδιζόταν από την ελληνική ακτοφυλακή που έκανε χρέη χωροφύλακα του Ισραήλ.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και στο θάνατό της, οι κάθε λογής Αμερικανοί και Ισραηλινοί «πατριώτες» δεν παρέλειψαν να ξεράσουν εναντίον της την απάνθρωπη εθνικιστική χολή τους. Όπως όμως δεν μπόρεσαν –αυτοί οι ισχυροί και παντοδύναμοι- να κάμψουν την αντιστασιακή της θέληση όσο αυτή ζούσε, άλλο τόσο και περισσότερο δεν μπορούν τώρα που αυτή απήλθε, να κάνουν τίποτα για να αμαυρώσουν το λαμπρό παράδειγμα που η Χέντι αφήνει πίσω της κληρονομιά για να διδάσκει τους ανθρώπους. Γλυκιά ατρόμητη γηραιά κυρία των καλύτερων εβραϊκών παραδόσεων, ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει…



Γιώργος Μητραλιάς

Πηγή: Contra-xreos.gr, info-war.gr

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Το άλλο ζευγάρι (The Other Pair)

Το άλλο ζευγάρι είναι μια μικρού μήκους αιγυπτιακή ταινία, διάρκειας έξι λεπτών, της οποίας το θέμα είναι πολύ συγκινητικό. Βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία από τη ζωή του Μαχάτμα Γκάντι.
Την ταινία σκηνοθέτησε η μόλις 20 ετών Sarah Rozik και κέρδισε βραβείο στο Φεστιβάλ του Luxor το 2014.
Σκηνοθεσία: Sarah Rozik
Σενάριο: Mohammed Maher
Επιμέλεια: Eman Samir
Ηθοποιοί: Ali Rozik & Omar Rozik


Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Το θαύμα των Ελλήνων (La légende des sciences)


Ελλάδα, 6ος αιώνας π.Χ.
Στη γη των θεών γεννιούνται οι επιστήμες που φωτίζουν την ανθρωπότητα μέχρι σήμερα.
Μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. προσωπικότητες της επιστήμης, όπως ο πατέρας του έπους Όμηρος (λίγο προγενέστερος), ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Ιπποκράτης ο Κώος, ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης, ο Εύδοξος ο Κνίδιος, ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος και άλλοι πολλοί Έλληνες πατέρες των επιστημών, της ποιητικής, της χαρτογραφίας, της ιατρικής, των μαθηματικών, της γεωμετρίας μας ταξιδεύουν και μας γνωρίζουν τον κόσμο των Ελλήνων.
Ο «θρύλος των επιστημών» είναι μια σειρά βραβευμένων γαλλικών ταινιών τεκμηρίωσης (ντοκιμαντέρ) του Γάλλου φιλόσοφου και συγγραφέα Michel Serres που αναφέρεται στο θαύμα των Ελλήνων.
Συνδυάζοντας την αφήγηση με τα μοναδικά τοπία, τις ιστορικές και ποιητικές αναφορές, επιχειρεί να αναβιώσει τις θρυλικές μορφές της ιστορίας των Ελλήνων θεμελιωτών της παγκόσμιας σκέψης.
Η γαλλική σειρά των ντοκιμαντέρ θα μας θυμίσει το πόσο περήφανοι πρέπει να είμαστε που γεννηθήκαμε Έλληνες!


Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Μια… απλή πρόσθεση


Αυτό είναι ένα μαθηματικό πρόβλημα λογικής το οποίο απαιτεί λύση χωρίς τη χρήση χαρτιού και μολυβιού. Οι λογαριασμοί πρέπει να γίνουν νοερά. Πάμε, λοιπόν…
Προσθέστε γρήγορα, χωρίς χαρτί και μολύβι. Πάρτε 1000 και βάλτε ακόμα 40. Τώρα προσθέστε ακόμα 1000 και μετά άλλα 30. Τώρα βάλτε άλλα 1000 και σε ότι βρήκατε ακόμα 20. Τώρα άλλα 1000. Και ακόμα 10. Πόσα βρήκατε;

(Μπορείς να ελέγξεις, αν οι υπολογισμοί σου ήταν σωστοί, στα σχόλια) 

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ελπιδοφόρες πράξεις συγχώρεσης

Υπάρχει ακόμα ελπίδα για το ανθρώπινο είδος!

Είναι γεγονός ότι υπάρχει πολύ κακό και καλό γύρω μας, συνηθίζουμε ωστόσο να επικεντρωνόμαστε στα αρνητικά. 
Κι έτσι χάνουμε φυσικά από τη δημοσιότητα τους φάρους ελπίδας ολόκληρης της ανθρωπότητας!
Ανθρώπους δηλαδή που υπέστησαν δεινά και τραγωδίες φοβερές, κι όμως βρήκαν το ψυχικό σθένος να προβούν στην υπέρτατη εκδήλωση συγχώρεσης. 

Οι πράξεις τους λειτουργούν ως ορόσημα έμπνευσης για όλους και κάνουν τον κόσμο μας ένα σαφώς καλύτερο μέρος…
Πόλη συγχωρεί τον άντρα που την είχε βομβαρδίσει


Ο Nobuo Fujita ήταν πιλότος ιαπωνικού μαχητικού, ο μόνος μάλιστα της ιαπωνικής αεροπορίας που κατάφερε να περάσει με το αεροσκάφος του σε έδαφος της αμερικανικής ενδοχώρας και να βομβαρδίσει τις ΗΠΑ! Ήταν το 1942 λοιπόν όταν ο Fujita διαπέρασε την αμερικανική αεράμυνα και έριξε τις βόμβες του στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, πάνω από το Όρεγκον, κατακαίοντας αμέτρητα στρέμματα δασικών περιοχών. Και βέβαια η πόλη Brookings του Όρεγκον επλήγη σφοδρά από την επιδρομή του καμικάζι πιλότου. Το 1962, ο Fujita επέστρεψε στις ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά την εναέρια επιδρομή του, και επισκέφθηκε την πόλη που είχε ισοπεδώσει, κάνοντας μάλιστα δώρο στο δημοτικό συμβούλιο ένα σπαθί κατάνα 400 ετών, ως πράξη υποταγής και καλής θέλησης: το ξίφος των σαμουράι συμβόλιζε την άνευ όρων παράδοσή του! Οι αρχές της πόλης αποδέχτηκαν πρόθυμα το δώρο, το οποίο εκτίθεται έκτοτε ως σημάδι φιλίας μεταξύ της πόλης και του ανθρώπου που προσπάθησε να την εξαφανίσει από τον χάρτη…

Γιος συγχωρεί τη γυναίκα που άφησε τον πατέρα του να πεθάνει


Ήταν το 2003 όταν η Chante Mallard καταδικάστηκε από το δικαστήριο του Τέξας σε 50 χρόνια κάθειρξη για τον θάνατο του Gregory Biggs. Ο άτυχος άντρας ήταν άστεγος και παρασύρθηκε από το όχημα που οδηγούσε η Mallard, η οποία δεν σταμάτησε παρά το γεγονός ότι ο άντρας είχε κολλήσει στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της! Επικαλέστηκε κατόπιν χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ, το αποτρόπαιο του εγκλήματός της όμως δεν θα μπορούσε να της αναγνωρίσει ελαφρυντικά. Το πιο οδυνηρό στην υπόθεση δεν ήταν ότι η γυναίκα παρέσυρε τον άστεγο, αλλά ότι εκείνος θα μπορούσε να ζει, αν τον πήγαινε η Mallard στο νοσοκομείο. Εκείνη ωστόσο επέστρεψε στο σπίτι της, πάρκαρε το αυτοκίνητό της στο γκαράζ και πήγε να ξαπλώσει, αφήνοντας τον Biggs να αιμορραγεί μέχρι θανάτου. Στον απόηχο μάλιστα της πολύκροτης δίκης, ο μοναχογιός του Biggs κοίταξε τη Mallard κατά πρόσωπο και τη συγχώρεσε που άφησε τον πατέρα του να πεθάνει. Όσο για κείνη, ξέσπασε σε λυγμούς και δεν είπε ούτε λέξη…

Άντρας συγχωρεί και γίνεται φίλος με τον φονιά του αδερφού του



Ήταν τον Ιούνιο του 1992 όταν η αστυνομία όρμησε σε συγκρότημα εργατικών κατοικιών του Μανχάταν, αναζητώντας λυσσαλέα τον 17χρονο διακινητή κρακ Wilfredo Colon. Η αστυνομία βρήκε ωστόσο τον Colon νεκρό, με 13 σφαίρες σφηνωμένες στο σώμα του, και οι έρευνες έδειξαν ως ένοχο τον Νο 1 αντίπαλό του, τον 15χρονο Michael Rowe. Ο Rowe συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξης και εδώ θα τελείωνε η ιστορία μας αν δεν υπήρχε ο Anthony, ο μικρός αδελφός του Wilfredo, ο οποίος στράφηκε στη θρησκεία για να βρει παρηγοριά για τον φόνο του συγγενή του. Κι έτσι αρκετά χρόνια αργότερα, το 2006, ο μικρός Colon συνάντησε τον Rowe στη φυλακή για να του εκφράσει τη συγχώρεσή του. Μεταξύ τους μάλιστα αναπτύχθηκαν ισχυρά αισθήματα φιλίας, τα οποία όμως έμελλε να μείνουν εντός φυλακής: ο Rowe σκοτώθηκε μόλις δύο μέρες μετά την αποφυλάκισή του…

Ο πάπας συγχωρεί τον επίδοξο δολοφόνο του


Το ημερολόγιο έγραφε 13 Μαΐου 1981 όταν συνέβη το αδιανόητο στο Βατικανό, στην πλατεία του Αγίου Πέτρου: ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ πυροβολήθηκε: 4 σφαίρες εκτοξεύτηκαν εναντίον του, με τις δύο να βρίσκουν τον ποντίφικα και τις άλλες δύο να τραυματίζουν ανθρώπους από το πλήθος. Ο πάπας μάλιστα τραυματίστηκε σοβαρά και χρειάστηκε πεντάωρη εγχείριση για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της υγείας του. Ο επίδοξος φονιάς ήταν ένας τούρκος εξτρεμιστής, αν και τα κίνητρα πίσω από τη ζοφερή του απόπειρα δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Ο ποντίφικας βέβαια δεν έχασε χρόνο να κάνει πράξη τη χριστιανική συγχώρεση και ήδη την ώρα που τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, ο Ιωάννης Παύλος συγχώρεσε τον νεαρό άντρα. Στις 17 Μαΐου 1981 τον συγχώρεσε και δημόσια και κατόπιν τον επισκέφθηκε στη φυλακή αρκετές φορές…

Γυναίκα συγχωρεί τον «εγκέφαλο» που της στέρησε τη φαμίλια της



Την Kim Phuc τη γνώρισε όλος ο πλανήτης από την κλασική πλέον αυτή απεικόνιση του Πολέμου του Βιετνάμ. Ήταν στις 8 Ιουνίου 1972 όταν ο φωτογράφος Nick Ut έδωσε πρόσωπο στη φρίκη, τον πόνο και την τραγωδία, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα ένα από τα εμβληματικότερα ενσταντανέ του Βιετνάμ. Η Phuc ήταν ένα από τα παιδάκια της φωτογραφίας που τρέχουν στον δρόμο για να γλιτώσουν από τη φονική επέλαση των αμερικανικών ναπάλμ. Ο Αμερικανικός Στρατός ισχυρίστηκε κατόπιν ότι μπέρδεψε τα πιτσιρίκια με μαχητές Βιετκόνγκ, γι’ αυτό και τα θέρισε με τις εκρηκτικές βόμβες, σκοτώνοντας πολλά και κατακαίοντας ακόμα περισσότερα, με τις ψυχικές ουλές όσων επιβίωσαν να μην επουλώνονται φυσικά ποτέ. Όχι όμως και στη Phuc, η οποία συγχώρεσε τον αμερικανό επιτελάρχη για το τραγικό του λάθος, το οποίο την άφησε χωρίς οικογένεια και φίλους. Και κατόπιν ίδρυσε το φιλανθρωπικό σωματείο KIM Foundation International, αφιερωμένο στην περίθαλψη των παιδιών του πολέμου…

Η κοινότητα συγχωρεί



Η παραδοσιακή κοινότητα των Άμις είναι γνωστή για τον ήρεμο και ειρηνικό τρόπο ζωής της, απομονωμένη καθώς είναι από τον βίαιο και πυρετώδη σύγχρονο κόσμο. Κι όμως, μια αποφράδα μέρα τον Σεπτέμβριο του 2007 η τραγωδία ξέσπασε στην κοινότητα, όταν ο Charles Roberts, ο γαλατάς που έφερνε το γάλα στους Άμις, όρμησε στο σχολείο τους και άνοιξε πυρ, στερώντας τη ζωή σε 5 αθώα κοριτσάκια. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μισεί τον Θεό που του πήρε τη δική του κόρη 9 μήνες πρωτύτερα και θέλησε έτσι να εκδικηθεί τους Άμις για την αγάπη και την προσκόλληση που δείχνουν στη Βίβλο. Και τότε οι Άμις απέδειξαν τη μεγαλοψυχία αλλά και τη χριστιανική ηθική τους: καλούσαν ανοιχτά σε συγχώρεση του διαταραγμένου φονιά από την πρώτη στιγμή! Όσο για τους γονείς των θυμάτων, ανακοίνωσαν δημόσια τη συγχώρεσή τους στον δολοφόνο, μαζεύοντας μάλιστα λεφτά για να βοηθήσουν οικονομικά τη δική του οικογένεια…

Κόρη συγχωρεί τη μητέρα για την παιδική κακοποίησή της



Η Pascale Kavanagh και ο αδερφός της έζησαν τραγικά παιδικά χρόνια, γινόμενοι από τις πρώτες στιγμές τους στη ζωή στόχοι της μητρικής μανίας. Η βάναυση κακοποίηση που έζησαν από τη βιολογική τους μητέρα, τόσο σωματική όσο και ψυχολογική, άφησε τα χνάρια της βαθιά στον ψυχισμό τους, κι έτσι όταν έκλεισε το 18ο έτος της ηλικίας της, το πρώτο πράγμα που έκανε η Kavanagh ήταν να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε από την οικογένειά της και να κάνει μια νέα αρχή. Αφού παντρεύτηκε και έκανε δικά της παιδιά, η Pascale μαλάκωσε και άρχισε να επισκέπτεται και πάλη τη μητέρα της, όταν όμως είδε ότι δεν φερόταν στα εγγόνια της καλύτερα απ’ ό,τι είχε κάνει σε κείνη, τότε έκοψε και πάλι δεσμούς. Αυτό μέχρι το 2010, όταν η 73χρονη πλέον γιαγιά έπαθε εγκεφαλικό, που την άφησε με μόνιμη εγκεφαλική βλάβη. Και τότε η καλή κόρη συγχώρεσε την ανήμπορη μητέρα της και άρχισε να την περιποιείται με όλο της το είναι! Σήμερα η Kavanagh διηγείται την ιστορία της συγχώρεσης και προσπαθεί να βοηθήσει κι άλλους να ζήσουν μια καλύτερη ζωή…

Γονείς θύματος συγχωρούν κατά συρροή δολοφόνο



Ο Κατά Συρροή Δολοφόνος του Πράσινου Ποταμού, ένας από τους πλέον διαβόητους στα αμερικανικά χρονικά, άφησε τσούρμο νεαρών κοριτσιών νεκρά κατά μήκος της δυτικής ακτής των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1980. Ο Gary Ridgway συνελήφθη όμως και καταδικάστηκε για τα εγκλήματά του, όταν και ξεκινάει η ιστορία μας. Οι γονείς λοιπόν της 16χρονης Linda Jane Rule, θύματος του serial killer, έκαναν τη μεγάλη διαφορά στη δικαστική αίθουσα, όταν ο δικαστής έδωσε τη δυνατότητα στους γονείς των θυμάτων να εκφράσουν ό,τι ήθελαν στον δολοφόνο. Κι ενώ όλοι ήταν εξοργισμένοι και ήθελαν να τον φάνε, όταν πήραν τον λόγο οι Rules, περιορίστηκαν απλώς να σχολιάσουν: «Κύριε Ridgway, υπάρχουν εδώ μέσα άνθρωποι που σας μισούν. Δεν είμαστε μέσα σε αυτούς. Εμείς σας συγχωρούμε για ό,τι κάνατε. Είστε συγχωρεμένος, κύριε»…

Αστυνομικός συγχωρεί τον έφηβο που προσπάθησε να τον σκοτώσει



Η συγχώρεση δεν είναι ποτέ εύκολη, πόσο μάλλον όταν το θύμα είσαι εσύ (και όχι δηλαδή κάποιος αγαπημένος σου). Γι’ αυτό και η περίπτωση του αστυνομικού Steven McDonald είναι ιδιαίτερη. Ήταν στη δεκαετία του 1980 λοιπόν όταν περιπολούσε στο Central Park της Νέας Υόρκης και είδε μια ομάδα νεαρών υπόπτων για ληστεία: αφού τους κυνήγησε και ακινητοποίησε τον έναν, ο άλλος επέστρεψε και τον πυροβόλησε εν ψυχρώ 3 φορές. Οι σφαίρες τον άφησαν παράλυτο από τον λαιμό και κάτω και ανήμπορο να αναπνεύσει χωρίς μηχανική υποστήριξη. Κι όμως, ο McDonald βρήκε την ψυχική δύναμη και συγχώρεσε μέσα σε 9 μήνες τον έφηβο που του είχε αλλάξει τη ζωή με τόσο δραματικό τρόπο…

Γυναίκα συγχωρεί το Ολοκαύτωμα




Πώς συγχωρείς μια από τις μελανότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας; Αν είσαι η Corrie Ten Boom, βρίσκεις τα ψυχικά αποθέματα και το κάνεις. Κοριτσάκι ακόμα της Ολλανδίας όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος, είδε τους χριστιανούς γονείς της να κρύβουν στην οικία τους όσους είχαν ανάγκη, αδιακρίτως, με τα μπαινοβγές ωστόσο να συγκεντρώνουν κάποια στιγμή την προσοχή των ναζί κατακτητών. Κι έτσι η οικογένεια ακολούθησε τη μοίρα τόσων και τόσων θυμάτων της γερμανικής μπότας, με την οικογένεια των 10 μελών να εξολοθρεύεται στη κολαστήρια του θανάτου. Η Corrie επιβίωσε όμως σαν από θαύμα και προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή της, βρίσκοντας κάποια στιγμή τη δύναμη και το ψυχικό μεγαλείο να συγχωρέσει τους ναζί δολοφόνους για τα εγκλήματα κατά της ίδιας, της οικογένειάς της αλλά και των υπόλοιπων συμπολιτών της. Έφυγε από τον κόσμο στα 91 της χρόνια κηρύσσοντας πάντα την αγάπη για τον συνάνθρωπο…
Πηγή: Newsbeast.gr

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Ο γίγαντας της άρσης βαρών Δημήτρης Τόφαλος


Ο ολυμπιονίκης υπεραθλητής του Μεσοπολέμου με τα 251 μετάλλια!

Ο θηριώδης αθλητής που δάνεισε το όνομά του στην καθομιλουμένη ως συνώνυμο του ιδιαιτέρως εύσωμου, σχεδόν γιγαντόσωμου, ανθρώπου λίγες συστάσεις χρειάζεται.
Ο χειροδύναμος παγκόσμιος πρωταθλητής της άρσης βαρών στις αρχές του αιώνα, μασίστας από τους λίγους και παλαιστής μετέπειτα του αμερικανικού κατς ήρθε στον κόσμο για να επιδείξει την τρομακτική του ρώμη.
Γέννημα-θρέμμα Πατρινός, ο θρυλικός Τόφαλος απέσπασε το χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών στους Μεσολυμπιακούς της Αθήνας το 1906, για να στεφθεί αργότερα πολυνίκης στην Αμερική στην ελεύθερη πάλη (κατς), κατακτώντας όχι λιγότερα από 251 μετάλλια!
Και βέβαια ήταν προπονητής και μέντορας του άλλου γνωστού παλαιστή μας, του Τζιμ Λόντου.
Με ζωή σαν κινηματογραφική ταινία, ο μασίστας Τόφαλος βρέθηκε από την προπολεμική Πάτρα στην κορυφή της αμερικανικής πάλης, μεταφέροντας κάτι από την Ελλάδα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού…

Πρώτα χρόνια



Ο Δημήτριος Τόφαλος γεννιέται το 1884 (ή 1882) στην Πάτρα ως το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά ενός σταφιδέμπορου της πόλης. Με την απίστευτη δύναμή του να κάνει την εμφάνισή της ήδη από νωρίς στη ζωή του μικρού, ο πιτσιρικάς σύχναζε στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ανεβοκατέβαζε ράγες ως παιχνίδι!
Και τότε χτύπησε η κακιά η ώρα: ήταν 12 χρονών όταν διερχόμενος συρμός τον παρέσυρε, συντρίβοντάς του το χέρι. Οι γιατροί ήταν έτοιμοι να του το κόψουν, αν και ο πατέρας του δεν συμφώνησε σε αυτό, σώζοντας έτσι όχι μόνο το μέλος του γιου του αλλά και ολόκληρη τη σπουδαία μετέπειτα καριέρα του.



Ο πιτσιρικάς, επιδεικνύοντας απίστευτη θέληση, κατάφερε να ξανακάνει το χέρι του λειτουργικό, αν και το ατύχημα του είχε αφήσει μόνιμο κουσούρι: ήταν πια μικρότερο από το άλλο. Όχι ότι αυτή η «λεπτομέρεια» εμπόδισε ποτέ τον κορυφαίο πολυαθλητή να κάνει καριέρα στην άρση βαρών!

Την ώρα λοιπόν που η αναπηρία του θα οδηγούσε πολλούς να θάψουν τα όνειρά τους για πορεία στον επαγγελματισμό αθλητισμό, ο Τόφαλος πείσμωσε και κατάφερε να ξεπεράσει την τραγική ατυχία, κάνοντας στο διάβα των ετών το όνομά του συνώνυμο της θέλησης και του πείσματος…

Η γέννηση του παγκόσμιου πρωταθλητή

Το 1899 θα τον βρει στον αθλητικό σύλλογο Γυμναστική Εταιρία Πατρών (πρόγονο της Παναχαϊκής) να προπονείται στην άρση βαρών, δρέποντας από την πρώτη στιγμή καρπούς και διακρίσεις «βροχή». Κι έτσι στους τρίτους ολυμπιακούς αγώνες της σύγχρονης εποχής, στο Σεντ Λούις των ΗΠΑ το 1904 (1 Ιουλίου-23 Νοεμβρίου), δεν θα μπορούσε να μη στείλει η Ελλάδα το καμάρι της, τον ήδη πρωταθλητή και ρέκορντμαν στην άρση βαρών Δημήτρη Τόφαλο.

Η μοίρα είχε όμως τις δικές της βουλές και ο Τόφαλος δεν θα έφτανε ποτέ στον Νέο Κόσμο: αρρωσταίνει βαριά στο ταξίδι και κατεβαίνει στην Αμβέρσα για να νοσηλευτεί. Η θλίψη του είναι απαρηγόρητη, αν και θα έβρισκε ανακούφιση 2 χρόνια αργότερα, όταν στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας (9-19 Απριλίου 1906) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών με τα δύο χέρια!

Ο Τόφαλος σήκωσε 142 κιλά, επικρατώντας τελικά έπειτα από διήμερη μάχη του επίσης θρυλικού αυστριακού αρσιβαρίστα Γιόζεφ Στάινμπαχ! Η τρομακτικά μεγάλη επίδοση για την εποχή ήταν ταυτοχρόνως και παγκόσμιο ρεκόρ, που θα παρέμενε μέχρι το 1914.

Για το χρυσό μετάλλιο, ο ίδιος ο Τόφαλος θυμάται στην αυτοβιογραφία του (δημοσιευμένη στην εφημερίδα «Εμπρός» το 1953): «Όπως λέει η ιστορία του αθλητισμού υπήρξα Ολυμπιονίκης στους Ολυμπιακούς αγώνας του 1906 όταν σήκωσα στο Παναθηναϊκό Στάδιο σε ηλικία 22 ετών, 142 κιλά. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται με συγκίνησι εκείνη την αλησμόνητη εποχή των ειρηνικών αγώνων του στίβου. Τότε που αδελφωμένοι έστελναν τους αθλητάς τους στο Παναθηναϊκό Στάδιο για να ζήσουν στον τόπο που γεννήθηκε και εμεγαλούργησε η Ολυμπιακή ιδέα».
Και πάλι όμως η παγκόσμια ιστορία θα εμπλεκόταν στα πόδια του, στερώντας του τις ολυμπιακές δάφνες που άξιζε, κι αυτό γιατί από τους επόμενους κιόλας Ολυμπιακούς Αγώνες, εκκινώντας από το Λονδίνο το 1908, η άρση βαρών δεν περιλαμβανόταν στο επίσημο ολυμπιακό μενού.

Απτόητος ο Τόφαλος, αφού κατέκτησε μια σειρά ακόμα από ελληνικούς και πανευρωπαϊκούς τίτλους στην άρση βαρών, ήταν πια ώρα να πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς, επιστρέφοντας ωστόσο στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία (Δεκέμβριος 1905), αλλά και αργότερα, στη γενική επιστράτευση του 1912…
Ο Τόφαλος στην Αμερική

Μην έχοντας λοιπόν τι να κάνει ως αρσιβαρίστας, ο Τόφαλος το γύρισε στην πάλη και αγωνίστηκε λυσσαλέα για να κάνει όνομα στον άγνωστο αυτό χώρο. Αφού περιδιάβηκε την οικουμένη ως παλαιστής, εγκαταστάθηκε τελικά στις ΗΠΑ, κυνηγώντας κι αυτός το αμερικανικό όνειρο.

Ας τον ακούσουμε: «Γύρισα όλον τον κόσμο. Κολακεύομαι να πιστεύω πως λίγοι πατριώτες μας ταξίδεψαν τόσο πολύ όσον εγώ. Στην αρχή στα Βαλκάνια, ύστερα στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, την Ασία, την Κίνα, τις Ινδίες, τα νησιά της Άπω Ανατολής, την Ιαπωνία και τέλος εκεί που καταλήγουν οι περισσότεροι μετανάστες: Στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θυμάμαι προτού αναχωρήσω για το πρώτο ταξίδι μου στο εξωτερικό με κάλεσε ο αείμνηστος Κωνσταντίνος στα ανάκτορα. Ήταν ακόμη Διάδοχος: Άκουσε Τόφαλε, μου πε. Εκεί που θα πας πρέπει να δοξάσης το Ελληνικό όνομα. Πρέπει να τιμήσης την πατρίδα σου. Και να θυμάσαι ότι είσαι Έλλην. Αυτό να μη το ξεχάσης ποτέ». Πράγμα που δεν έκανε ποτέ φυσικά ο μεγάλος αυτός πατριώτης, που πάντοτε κράτησε την Ελλάδα στην καρδιά του και καρδιοχτυπούσε για την τύχη του έθνους.

Στην Αμερική θα ασχοληθεί επαγγελματικά με την ελεύθερη πάλη, το γνωστό μας κατς, και θα δώσει πολλές παραστάσεις ως μασίστας, εξαργυρώνοντας τη φήμη του ολυμπιονίκη που τον ακολουθούσε. Να πώς θυμόταν ο ίδιος το αμερικανικό ξεκίνημά του: «Στην αρχή πάλαιψα σκληρά για να επιβληθώ. Από το αγώνισμα της άρσεως βαρών ακολούθησα την πάλη. Και κάποτε έγινα επαγγελματίας αθλητής. Δεν σας κρύβω πως η δίψα της δόξας και του χρήματος με τραβούσαν. Έλαβα μέρος σε μεγάλα Ιπποδρόμια και σε θιάσους ποικιλιών από τους καλύτερους του κόσμου. Αλήθεια πόσο σκληρά ήσαν τ’ αγωνίσματα που έκανα!»…


Ο θηριώδης Τόφαλος γίνεται θρύλος στον Νέο Κόσμο και για τη δύναμη και για το ελληνικό του πείσμα! Ενδεικτικός είναι εδώ ο μνημειώδης αγώνας με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Φρανκ Γκοτζ, όταν ο αντίπαλος του έσπασε το χέρι και ο Τόφαλος, παρά το γεγονός ότι σφάδαζε από τους πόνους, αρνιόταν να εγκαταλείψει το ταπί! Μπορεί το πείσμα του να του κόστισε 3 μήνες στο νοσοκομείο, τον έκανε ωστόσο όνομα στους κύκλους της Αμερικής.
Το 1921 πήρε και την αμερικανική υπηκοότητα…
Ο Τόφαλος κατάσκοπος


Σε μια άγνωστη πτυχή της ζωής του, όπως άγνωστο είναι επίσης το γεγονός ότι ο καλλίφωνος παλαιστής ανέβηκε συχνά-πυκνά στη σκηνή ως τενόρος(!), στα προπολεμικά χρόνια λειτούργησε ως κατάσκοπος της Ελλάδας σε πολλές αποστολές. Ήταν τέτοια η φήμη του, 140 έπαθλα στην άρση βαρών δεν το λες και μικρό πράγμα, που ήταν υπεράνω ελέγχων και πολλών-πολλών.


Ο ίδιος παρατηρεί επ’ αυτού: «…έφυγα με εμπιστευτικές αποστολές στην Τουρκία και την Ιταλία. Ήταν η εποχή που το ηφαίστειο του πολέμου ήταν έτοιμο να εκραγή στην Ευρώπη. Εχρησιμοποίησα τ’ όνομα μου και το επάγγελμα μου για κατασκοπεία. Το Γενικόν Επιτελείον μου αναγνώρισε τις υπηρεσίες μου κι εγώ πρέπει να ’μαι υπερήφανος γι’ αυτό»…

Ο Τόφαλος προπονητής


Αφού πλημμύρισε κυριολεκτικά από νίκες σε Ευρώπη και Αμερική, με τον θρύλο (αλλά και την αυτοβιογραφία του) να τον θέλει να νικά περισσότερους από 2.000 αντιπάλους, την ίδια στιγμή που έχασε μόλις από 3(!), κρέμασε κάποια στιγμή την αθλητική του στολή και πλέον είχε σειρά η καριέρα του προπονητή.

Η μεγάλη του ανακάλυψη δεν ήταν άλλη από τον επίσης σπουδαίο Τζιμ Λόντο (ή Λόντον), τον οποίο προετοίμασε στα χνάρια του. Ο μάνατζερ πλέον Τόφαλος μέτρησε μια δεύτερη λαμπρή καριέρα ως προπονητής παλαιστών, την ίδια στιγμή που ήταν και μεταξύ των ιδρυτικών στελεχών του ελληνοαμερικανικού αθλητικού συλλόγου της Νέας Υόρκης «Ερμής».

Για την ανακάλυψη του Λόντου (Χρήστος Θεοφίλου), τον οποίο βρήκε να δουλεύει σερβιτόρος σε εστιατόριο του Σαν Φρανσίσκο και τον μεταμόρφωσε σε πρωταθλητή, ο Τόφαλος θυμάται: «Με υπερηφάνεια εξομολογούμαι ότι εγώ εδημιούργησα τον σιδερένιον Τζιμ Λόντον. Πιστεύω και το πιστεύει και ο ίδιος πως χάρις σε μένα κέρδισε την αδαμαντοκόλλητη ζώνη του πρωτοπαλαιστού του κόσμου».

Επιστροφή στην Ελλάδα και τελευταία χρόνια


Με τις δάφνες, τα μετάλλια και τα αναμνηστικά του ανά χείρας, ο Τόφαλος επιστρέφει μόνιμα στην Ελλάδα το 1952 και εγκαθίσταται στην Πάτρα, αν και πηγαινοερχόταν συχνά στην Αθήνα.

Είναι τα τελευταία του χρόνια στη ζωή, τα οποία τα περνά ήσυχα παρέα με τις κοσμοπολίτικες αναμνήσεις του. Παρά το τσούρμο των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Τη μία και μοναδική φορά που αποφάσισε να περάσει τα σκαλιά της εκκλησίας, με νεαρά πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου (που ωστόσο δεν κατονόμασε ποτέ), ήταν η παρέμβαση του καρδιακού του φίλου Σουρή, του ποιητή, που θα τον απέτρεπε την τελευταία στιγμή.
«Κάποτε ερωτεύθηκα», ανακαλεί ο Τόφαλος, «η αγαπημένη μου ήταν στην εποχή της πρωταγωνίστρια του Ελληνικού θεάτρου. Η καρδιά μου για πρώτη φορά έννοιωσε αυτό το αλλόκοτο συναίσθημα. Ήμουνα έτοιμος να παντρευτώ. Την τελευταία στιγμή μ’ έσωσε ο αξέχαστος φίλος μου ο Γεώργιος Σουρής».

Ο Δημήτρης Τόφαλος άφησε την τελευταία του πνοή στην Πάτρα στις 15 Νοεμβρίου 1966, σε ηλικία 82 ετών, χτυπημένος από πνευμονικό οίδημα. Η γενέτειρά του η Πάτρα τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε οδό αλλά και στο κλειστό γυμναστήριο της πόλης.

Ήταν ήδη μύθος μεγαλύτερος κι από τη ζωή για να ξεχαστεί, δικαιώνοντας απόλυτα τον πρόλογο της αυτοβιογραφίας του: «Δεν ξαίρω, αλλά αισθάνομαι σήμερα μια ιδιαίτερη χαρά και συγκίνησι. Ασφαλώς αυτό οφείλεται στο ότι μου δίδεται η ευκαιρία να γνωρίσω τον Τόφαλο στον κόσμο που δεν τον ξαίρει. Πιστεύω πως έχετε ακούσει για αυτό το όνομα. Ίσως από τον πατέρα σας, τον αδελφό σας, το φίλο σας, το συγγενή σας». Μα και φυσικά έχουμε…

Και για το τέλος, το ποίημα που έγραψε ο σατιρικός ποιητής μας Γιώργος Σουρής για τον καλό του φίλο Δημήτρη Τόφαλο:

Και πρόβαλεν ο Τόφαλος / στων αθλητών τ' ασκέρια /
κ' είχεν βραχίονας και μυς / που τους εβλέπαμε και μεις /
και το σταυρό μας κάναμε / και με τα δυό μας χέρια.

Και δίχως να λυγίζεται / και δίχως να κυρτώνει /
μεγάλα βάρη και πολλά / τα χέρια του φορτώνει /
κι αμέσως εκατάλαβαν / κι εφώναξαν πολλοί /
πως τον κυρίαρχο λαόν / ο Τόφαλος δηλοί.
Κι εσήκωσε μ’ απάθειαν / δυσβάστακτα καντάρια /
και φόρους σταις μεταλλικαίς / και φόρους στα σιτάρια /
κι εφαίνετο σαν Ηρακλής / κι είπαν γι αυτόν καμπόσοι /
πως και τον Άτλαντα μπορεί / στους ώμους να σηκώσει.

Τον φορτώνουν πιό πολύ / πλην εκείνος δεν μιλεί /
Τόχει δόξα και τιμή του / να του τρώνε το ψωμί του /
φθάνει μόνον την σπανίαν / αντoχήν του να κυττούν / και να την χειροκροτούν.

Τον εβράβευσαν οι πρώτοι / κι ο καθείς εχειροκρότει /
μα κι εγώ χειροκροτούσα / τον κυρίαρχον μετ' άλλων /
συμπατριωτών εξάλλων / και με στέφαν’ από μούντζαις /
 πλησιάζω στεφανώνων / της υπομονής τον όνον!

Πηγή: Newsbeast.gr