ΩΡΑ...

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Το κελάδημα της τσίχλας - Κώστας Βάρναλης


Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας το 1884. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και μετεκπαιδεύτηκε με κρατική υποτροφία στη Σορβόννη του Παρισιού. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Γνωστά του έργα οι «Κηρήθρες», «Το φως που καίει», «Σκλάβοι πολιορκημένοι», «Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη», «Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης», «Δικτάτορες», «Ελεύθερος κόσμος», «Φιλολογικά απομνημονεύματα», ενώ μετάφρασε τη «Λυσιστράτη», τους «Βάτραχους», τις «Εκκλησιάζουσες», τους «Ιππείς», και τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, και τον «Ιππόλυτο» και «Τρωαδίτισσες» του Ευριπίδη. Ο Κώστας Βάρναλης Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ και  μετά τη χιτλερική κατοχή ήταν ο κριτικός της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» και αργότερα χρονογράφος της εφημερίδας «Αυγή». Το 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πέθανε το 1974.


Τσίχλα την παρανομιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κι έζησε και πέθανε τσίχλα.  Ήτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά, δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε - πήδαγε κι έτρεχε.
Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε;
Για έν’ από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.
Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, που φέρνει μες από το δάσος των πεύκων στην κορφή του βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του.
Δεν του χρειαζότανε, λες και του ‘πεφτε βάρος.
Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αυτών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσεύ’ η ψυχή. Ψυχή του λαού.
Είμαστε στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής.
Το χωριό, που λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δυο Ελλάδων: της λεύτερης και της συνεργαζόμενης. Αλλά προς τα εδώ.
Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς μας» να μποδίζει τη λευτεριά να κατέβει απ’ την κορφή του βουνού προς τα κάτου - στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του έθνους κι ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα» για τους εχθρούς.
Με την απελευθερωτικήν επιτροπή του χωριού είχανε συχνήν επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας. Ήτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρευάμενης του χωριού, που ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή - σαν ώριμο πλάσμα - κι αδείλιαστη.
Καλός καιρός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη - μα και κρύο τσουχτερό.
Η Τσίχλα μαζί μ’ άλλα παιδιά (τα σκολειά κλεισμένα!) βγαίναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων.
Παίζανε τόπι.
Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κι ύστερις έτρεχε, όσο μπορούσε πιότερο, να το φτάσει.
Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κι η Τσίχλα κυλούσε κι αυτή.
Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δυο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της Επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσου λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια!
Αλλ’ αυτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τους «εχθρούς» ξένους και δικούς.
«Πρέπει να ιδούμε τι τρέχει, με τρόπο - γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό...»
Αλλά δε χρειάστηκε τρόπος. Ο πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι των Ναζήδων, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα». Τους πληροφόρησε τι συμβαίνει.
Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω από το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι τη σταματήσανε κι αυτήνε. Και την ψάξανε.
Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.
«Έλα δω, πουλάκι μου», τη ρώτησε o πρόεδρος. «Ποιος σου το ‘δωσε τούτο;»
«Μόνη μου το ’γραψα».
«Και τι ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα;»
«Όλοι μας ξέρουμε».
«Και τι άλλο ‘’παιχνίδι’’ ξέρεις;»
«Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους».
«Για σκαρφάλωσε σ’ αυτήνε την ελιά να σε ιδούμε;»
Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.
«Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα ‘’σκοπό’’ ν’ ακούσουμε; Ό,τι σου αρέσει».
Κι η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε.
«Μαύρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά...» (Αυτό το τραγούδι ήτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων).
Μπαμ!, μπαμ!, μπαμ!...
Οι Γερμαναράδες κι οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σαν πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.
Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα που οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε ξαφνικά στο χωριό οι αντάρτες - και ναζήδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το άναντρό τους έγκλημα.
Κι ύστερα;

Ύστερα από ένα χρόνο η «Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ’ όλην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούν να πνίξουνε το θλιβερό κελάηδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας... 

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Το ολοκαύτωμα του Lidice



Στις 2 Ιουλίου 1942, τα περισσότερα από τα παιδιά του Lidice, ένα μικρό χωριό στην Τσεχοσλοβακία, παραδόθηκαν στο γραφείο Lodz Gestapo. Τα 82 παιδιά στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο εξόντωσης στο Chełmno, 70 χιλιόμετρα μακριά. Εκεί δηλητηριάστηκαν με αέρια και πέθαναν. 



Τα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατό τους ήταν περίπλοκη, αλλά η καθοριστική στιγμή ήταν η δολοφονία του Reinhard Heydrich, διοικητή του ναζιστικού προτεκτοράτου της Βοημίας και της Μοραβίας. Η Τσεχοσλοβακία είχε καταληφθεί από τη ναζιστική Γερμανία από τον Απρίλιο του 1939 και o Reinhard Heydrich ασκούσε μια πολύ καταπιεστική εξουσία. Η επίθεση που οδήγησε στο θάνατό του έγινε από κοινή ομάδα παρτιζάνων, Τσέχων και Σλοβάκων, σε συνεργασία με Βρετανούς καταδρομείς. Απ' τη στιγμή του θανάτου του Heydrich από σηψαιμία που προκλήθηκε απ' τους τραυματισμούς του, μια εβδομάδα αργότερα, στις 4 Ιουνίου 1942, ολόκληρη η χώρα γνώριζε ότι θα υπάρξουν αντίποινα. Τίποτα, όμως, θα μπορούσε να τους προετοιμάσει για τη φρίκη που ήταν να έρθει.
 

Η χώρα είχε κηρυχτεί σε κατάσταση έκτακτης και είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία στην Πράγα, πρωτεύουσα της Τσεχοσλοβακίας. Η τεράστια επιχείρηση αναζήτησης των παρτιζάνων στην πόλη δεν απέδωσε τίποτε. Οι δολοφόνοι είχαν εξαφανιστεί. Μέχρι τη στιγμή που ο Heydrich ξεψύχησε, ωστόσο, 157 άτομα είχαν ήδη εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες. Αυτό που θα ακολουθούσε όμως θα ήταν πολύ χειρότερο.


Μετά την κηδεία του Heydrich στο Βερολίνο, ο ίδιος ο Adolf Hitler, διέταξε να ληφθεί μέριμνα τεσσάρων σημείων, που θα αφορούσε στους κατοίκους κάθε χωριού που διαπιστωμένα θα περιέθαλπε τους παρτιζάνους:
α. Όλοι οι ενήλικες άνδρες θα εκτελούνταν.
β. Οι ντόπιες γυναίκες θα μεταφέρονταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
γ. Τα παιδιά θα υποβάλλονταν σε εξέταση, η οποία θα έδειχνε πόσο κατάλληλα ήταν για να γερμανοποιηθούν (έχοντας "Άρια" χαρακτηριστικά). Όσα απ' αυτά κρινόταν ως κατάλληλα θα τοποθετούνταν σε οικογένειες των SS, προκειμένου να ανατραφούν ως καλοί Ναζί. Τα υπόλοιπα παιδιά θα ανατρέφονταν με «άλλους τρόπους».
δ. Τέλος, το χωριό θα καταστρεφόταν ολοκληρωτικά, θα αφανιζόταν κάθε ίχνος του για πάντα.
 

Οι εντολές του Hitler εκτελέστηκαν αμέσως. Το χωριό Lidice περικυκλώθηκε, παρά την απουσία αποδείξεων ότι είχαν βρει εκεί καταφύγιο οι παρτιζάνοι. Οι άνδρες μεταφέρθηκαν σε ένα αγρόκτημα στην άκρη του χωριού και πυροβολήθηκαν, πρώτα σε ομάδες των πέντε και μετά των δέκα ατόμων, όταν ο ηθικός αυτουργός αυτού του τρόμου, Horst Böhme, παραπονέθηκε ότι έπαιρνε πάρα πολύ καιρό. Μέχρι το απόγευμα, 173 άνδρες είχαν πυροβοληθεί.
Οι 203 γυναίκες και τα 105 παιδιά του Lidice συνελήφθησαν και κλείστηκαν αρχικά στο σχολείο του χωριού. Από εκεί οδηγήθηκαν κρατούμενοι σε άλλο σχολείο στην κοντινή πόλη του Kladno. Τέσσερις από τις γυναίκες ήταν έγκυες. Οδηγήθηκαν στο ίδιο νοσοκομείο, όπου είχε πεθάνει ο Heydrich και τις εξανάγκασαν σε βίαιες αποβολές. Οι περισσότερες από τις γυναίκες οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück. Εκεί οι περισσότερες έχασαν τη ζωή τους από μια σειρά ασθενειών.


Τα παιδιά του Lidice κρατήθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στο Łódź, κάτω από συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης και προφανούς έλλειψης υγιεινής, καταστάσεις που επέτειναν τον πόνο και το φόβο που τους προκλήθηκε από το βίαιο διαχωρισμό από την οικογένειά τους. Μετά από μία εβδομάδα Ναζί αξιωματούχοι πήραν πολλά από τα παιδιά προκειμένου να τα οδηγήσουν σε οικογένειες των SS, για να τα αναθρέψουν ως γερμανόπουλα.
Για τα υπόλοιπα παιδιά υπήρξε κάποια διστακτικότητα αρχικά για την τελική τύχη τους. Ωστόσο, στο τέλος του Ιουνίου, ο Adolf Eichmann, προκειμένου να διευκολυνθεί η αιφνιδιαστική μαζική απέλαση των Εβραίων σε γκέτο και στρατόπεδα εξόντωσης στην κατεχόμενη Ανατολική Ευρώπη, διέταξε τη σφαγή τους.


Στις 2 Ιουλίου 1942 τα υπόλοιπα 82 παιδιά παραδόθηκαν στην Gestapo. Από εκεί μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο εξόντωσης της πόλης Chelmno όπου δηλητηριάστηκαν με αέρια. Από τα 105 παιδιά του Lidice, μόνο 17 παιδιά γλίτωσαν και επέστρεψαν μετά τον πόλεμο στο χωριό τους. 153 γυναίκες, πρώην σύζυγοι και μητέρες, τώρα, κυρίως, χήρες χωρίς παιδιά, επέζησαν και επέστρεψαν στο Lidice μετά τον πόλεμο.


Τα 82 χάλκινα αγάλματα, 40 αγόρια και 42 κορίτσια, που φιλοτέχνησε η γλύπτης Marie Uchytilová στέκονται όρθια στο μνημείο που στήθηκε στο Lidice, ως αιώνια υπενθύμιση της σφαγής και του τρόμου του Ναζισμού και μιας διαρκούς υπενθύμισης ότι δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε να επαναληφθεί κάτι ανάλογο.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Betty Pack - Η φλογερή γητεύτρα κατάσκοπος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου


Κανένας άνδρας δεν μπορούσε να αντισταθεί στη Betty Pack και δεν υπήρχε μυστικό που να μην μπορούσε να τους αποσπάσει ενώ σπαρταρούσαν αβοήθητοι στην αγκαλιά της.
Γεννημένη στην Αμερική, έθεσε τα μοναδικά ταλέντα της στην υπηρεσία της Βρετανίας και χαρακτηρίστηκε μια από τις πιο επιτυχημένες κατασκόπους στην ιστορία.
Ήταν η απάντηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μάτα Χάρι και έδωσε τον δικό της ανελέητο πόλεμο κατά των Ναζί και των συμμάχων τους. Στο αφιέρωμά του στο θάνατο της το 1963, το περιοδικό Time έγραφε πως «χρησιμοποιούσε το υπνοδωμάτιό της όπως ο James Bond μια Beretta».
Η επιδέξια κατάσκοπος είναι τώρα «πρωταγωνίστρια» σε μια αποκαλυπτική νέα βιογραφία με τίτλο «The Last Goodnight», του Howard Blum, η οποία αποκαλύπτει εμπιστευτικές έως σήμερα πληροφορίες και η ιστορία έχει ήδη τραβήξει την προσοχή και του Χόλιγουντ.


Πράκτορας της MI6 περιέγραψε το πώς η μάγισσα της σαγήνης «κλείδωνε» σε έναν άνδρα με το «ακτινοβόλο χαμόγελό της και τα σμαραγδένια μάτια της».
«Το τρικ του να κάνει μια γυναίκα έναν άνδρα να νιώθει πως είναι όλος ο κόσμος γι’ αυτήν είναι παλιό αλλά εκείνη το ανέβαζε σε άλλο επίπεδο», είπε χαρακτηριστικά.
Η Amy Elizabeth Thorpe, όπως ήταν το κανονικό όνομά της, είχε γεννηθεί στη Μινεσότα από πατέρα παρασημοφορημένο στρατιωτικό  και μεγάλωσε στην καλή κοινωνία της Ουάσινγκτον.
Καλοαναθρεμμένη, πανέξυπνη και ισορροπημένη, συνδύαζε τα εσωτερικά χαρίσματά της με το ψιλόλιγνο κορμί της και την εκθαμβωτική πυρόξανθη ομορφιά της.
Όταν το 1930 έμεινε έγκυος στα 19 της, δεν γνώριζε ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού της. Γλίτωσε το σκάνδαλο με το γάμο της με τον Arthur Pack, Βρετανό διπλωμάτη με τα διπλά της χρόνια. Ο γάμος τους ήταν καταδικασμένος από την αρχή, ειδικά όταν εκείνος την έπεισε να δώσει τον γιο της, Tony, σε ανάδοχη οικογένεια ενώ βρίσκονταν στο Λονδίνο.
Εκείνη πήρε τη βρετανική υπηκοότητα και ως σύζυγος διπλωμάτη βρήκε νέους δρόμους για να ικανοποιήσει τη λαχτάρα της για περιπέτεια, τόσο στον σεξουαλικό τομέα όσο και στην πολίτική.
Ο κατάλογος των εραστών της περιλάμβανε έναν αριστοκράτη Βρετανό δημοσιογράφο που τη σύστησε στο αφεντικό του, τον βαρόνο του Τύπου Lord Beaverbrook. Εκείνος με τη σειρά του ανέφερε την περίπτωσή της στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Ήταν προφανές πως η Betty διέθετε τον τέλειο συνδυασμό ομορφιάς, εξυπνάδας και «ρευστής» ηθικής για να γίνει μία πολύ χρήσιμη κατάσκοπος.
Οι Pack μετακόμισαν στη βρετανική πρεσβεία στη Μαδρίτη στο ξέσπασμα του ισπανικού εμφυλίου και η ευρηματική και γενναία Betty συντόνισε την απομάκρυνση του προσωπικού της πρεσβείας από το λιμάνι του San Sebastian.
Οι επικεφαλής της MI6 εντυπωσιάστηκαν πολύ όταν, αναζητώντας έναν Ισπανό εραστή της που είχε φυλακιστεί στη Μαδρίτη, η Betty κατάφερε με τη γοητεία της να μπει στην εμπόλεμη πόλη και να πείσει τον Ισπανό γραμματέα Εξωτερικών υποθέσεων να τη δεχτεί. Το 1938 οι Ρack μεταφέρθηκαν στην Πολωνία ακριβώς την εποχή που γινόταν στόχος του Χίτλερ. Το πόστο τους εκεί είχε μυστικά μεθοδευτεί από την MI6 ώστε να δοθεί στη Betty η ευκαιρία να ασκήσει τη μαγεία της στους άνδρες της Βαρσοβίας.
Και εκείνη δεν τους απογοήτευσε. Έκανε σύντομα τις γνωριμίες της με πλήθος νεαρών Πολωνών διανοούμενων. Ένας από αυτούς, αξιωματούχος του τοπικού υπουργείου εξωτερικών, ήταν σύντομα εραστής της και στο κρεβάτι, όπου ως γνωστόν γίνονται οι μεγαλύτερες αποκαλύψεις, μίλησε για τη συνεργασία της Πολωνίας με τους Ναζί σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας.
Η Betty πέρασε την πληροφορία σε μέλος της MI6 ενώ έπαιζαν γκολφ.
Με προϋπολογισμό «ψυχαγωγίας» 20 λιρών το μήνα, κλήθηκε να ξανακοιμηθεί με τον Πολωνό για να αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες. Καθώς έμπαινε η άνοιξη, απολάμβαναν ο ένας τη συντροφιά του άλλου πάνω σε μια κουβέρτα στις όχθες του Βιστούλα ενώ η βότκα κρύωνε μέσα στο νερό του ποταμού.
«Οι συναντήσεις μας ήταν πολύ παραγωγικές και τον άφηνα να μου κάνει έρωτα όσο συχνά ήθελε, αφού αυτό εξασφάλιζε τη ροή των πολιτικών πληροφοριών που χρειαζόμουν», είχε πει.
Με τον σύζυγό της να αναρρώνει στη Βρετανία, ύστερα από εγκεφαλικό, η «βασίλισσα μέλισσα», όπως την αναφέρει η Daily Mail, είχε μεγάλη άνεση να στήσει τις παγίδες της.
Της δόθηκε η εντολή να απλώσει τα πλοκάμια της στον Κόμη Michael Lubienski, συνεργάτη του Πολωνού υπουργού Εξωτερικών Jozef Beck.
Η Betty έπεισε τον Αμερικανό πρεσβευτή να βάλει τον κόμη να καθίσει δίπλα της σε ένα dinner party και τα αποτελέσματα ήταν άμεσα, ήδη την επόμενη ημέρα της έστειλε ένα μπουκέτο ροζ τριαντάφυλλα.
Ο γοητευτικός - παντρεμένος - άνδρας της τα έλεγε όλα κατά τη διάρκεια των νυχτερινών συναντήσεών τους, μεταξύ άλλων και για τις μυστικές διαπραγματεύσεις του προϊσταμένου του με τον Χίτλερ για να αποφύγει τον πόλεμο.
Μόλις εκείνος έφευγε, η γυναίκα - αράχνη έτρεχε να γράψει όλα όσα της είχε πει όπως τα θυμόταν. Οι αναφορές της ταξίδευαν στο Λονδίνο με διπλωματικό σάκο δύο φορές την εβδομάδα.
Σύμφωνα με τον William Stephenson, τον επικεφαλής κατάσκοπο του Τσώρτσιλ την εποχή του πολέμου και τον άνδρα που ο Ian Fleming είπε πως ενέπνευσε τον James Bond, της αναγνώρισε πως είχε προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τον περίφημο κωδικό «Αίνιγμα» των Γερμανών. Είχε ανακαλύψει Πολωνούς μαθηματικούς που εργάζονταν σε μυστική υπόγεια βάση με την ονομασία Black Chamber και έσπαγαν τον κωδικό πολύ πριν τον πόλεμο. Είχε περάσει πολύτιμες πληροφορίες και σχετικά με τη χρήση του.
Ο Πολωνός κόμης ήταν τόσο γοητευμένος από τη νεαρή γυναίκα που εκείνη κατάφερε να τον συνοδεύσει ακόμα και μέχρι το Βερολίνο όταν τον έστειλαν εκεί να εκπροσωπήσει την Πολωνία το 1938.
Ο Lubienski ήταν αρχικά απρόθυμος - άλλωστε ήταν ακόμα παντρεμένη με Βρετανό διπλωμάτη - αλλά αρκούσε η ερωμένη του να του υπενθυμίσει πώς θα περνούσαν τις νύχτες τους και η φαντασία του συμπλήρωσε τα κενά.
Στη συνέχεια η MI6 την έστειλε στην Πράγα όπου μαζί με έναν άλλο πράκτορα κατάφεραν να μπουν στα γραφεία του φιλοναζιστή ηγέτη και να αφαιρέσουν έγγραφα που αποδείκνυαν τα γερμανικά σχέδια για κατάληψη ολόκληρης της Ευρώπης. Η Betty πέρασε τα έγγραφα στη Βαρσοβία κρυμμένα μέσα στα νεγκλιζέ της.
Με το ξέσπασμα του πολέμου οι Pack είχαν φύγει από τη Βαρσοβία διωγμένοι από τους συναδέλφους τους στην πρεσβεία και τις συζύγους τους που είχαν εξοργιστεί με τις ακολασίες της Betty, αγνοώντας πως δρούσε ως κατάσκοπος.
Φοβούμενη πως ο βολικός γάμος της είχε εξαντλήσει τα όριά του και δεν θα μπορούσε πια να κρύβεται πίσω από την  ιδιότητα της συζύγου διπλωμάτη, η MI6 έδωσε στον άνδρα της πόστο στη Χιλή αναζητώντας νέα ταυτότητα για εκείνη. Δεν άργησε όμως κι εκεί αν έρθει ο εξοστρακισμός όταν η σύζυγος ενός άλλου διπλωμάτη, με την οποία είχαν πάει για ψώνια, έριξε μια ματιά στο δοκιμαστήριο και διαπίστωσε πως η ελεύθερη κι ανέμελη Betty ήταν εξίσου ελεύθερη κι ανέμελη και στο ζήτημα των εσωρούχων: απλώς δεν φορούσε.
Ενώ βρισκόταν στη Νότια Αμερική, η οργιάζουσα φήμη της Betty κυκλοφόρησε με σχεδόν τραγικά αποτελέσματα.  Στη διάρκεια κρουαζιέρας - όπου είχε στόχο να ανακαλύψει συμπαθούντες των ναζί σε ομάδα Χιλιανών πολιτικών - δέχθηκε έναν ανεπιθύμητο επισκέπτη στην καμπίνα της όταν το πλοίο έδεσε στο Περού.
Ο Courtenay Forbes, Βρετανός πρεσβευτής στο Περού, τη βρήκε να φορά μόνο το νυχτικό της. Θεωρώντας πως θα τον δεχτεί, την πέταξε στο κρεβάτι χωρίς κουβέντα και θα την είχε βιάσει αν δεν είχε απειλήσει πως θα φώναζε το πλήρωμα να βοηθήσει.
Η νέα αποστολή της MI6 για την Betty ήταν στην Ουάσινγκτον, όπου έφτασε στα τέλη του 1940 χωρίς τον σύζυγό της αλλά με νέα κάλυψη, αυτή τη φορά δημοσιογραφική.
Χρησιμοποιώντας το κωδικό όνομα «Cynthia», η υπόγεια δράση της συνεχίστηκε. Έγινε ερωμένη πολλών ξένων διπλωματών- όλοι παντρεμένοι. Όσο πιο κοντά ήταν στους εχθρούς της Βρετανίας, τόσο το καλύτερο.
Μετά τη γνωριμία του με τη Betty σε ένα cocktail party, ένας ισχυρός ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής άλλαξε θέση και ενώ αρχικά ήταν αντίθετος στην παροχή βοήθειας προς τη Βρετανία τελικά έγινε ενθουσιώδης υποστηρικτής της.
Ο επόμενος στόχος της Betty ήταν ένας άνδρας που ήταν θαυμαστής της στην εφηβεία της: ο Alberto Lais, Ιταλός πρώην μυστικός πράκτορας και τότε ναύαρχος και ναυτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Ιταλίας.


Έτυχε μάλιστα να έχει κι ένα αντίγραφο των κρυπτογραφημένων ναυτικών κωδικών, που η Βρετανία ήθελε απελπισμένα. Παρότι ήταν και ο ίδιος κατάσκοπος, δεν άργησε να ξεγελαστεί και να μπλεχτεί στον ιστό της Betty.
Πρακτικά η σχέση τους δεν ολοκληρώθηκε ποτέ καθώς εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώνουν γυμνοί στο κρεβάτι και να τη χαϊδεύει για ώρες. Ύστερα από ένα ρομαντικό βράδυ, εκείνη του ζήτησε ευθέως τους κωδικούς, λέγοντας πως είναι για έναν φίλο στις μυστικές υπηρεσίες του Αμερικανικού Ναυτικού. Ο Lais δεν της τους έδωσε, της αποκάλυψε όμως το όνομα του υπαλλήλου στο τμήμα κρυπτογράφησης.
Η Betty διαπίστωσε πως εκείνος δεν θα ήταν εύκολο να πέσει θύμα της γοητείας της κι έτσι του προσέφερε λεφτά, βάζοντας έτσι χέρι στους κωδικούς.
Η δράση της επεκτάθηκε όταν με εντολή του Τσώρτσιλ να διεισδύσει στη γαλλική πρεσβεία - της κυβέρνησης του Vichy - στην Ουάσιγκτον- κατάφερε να γνωρίσει τον ακόλουθο Τύπου Charles Brousse, εμφανιζόμενη ως δημοσιογράφος. Η πρώτη τους συνάντηση κατέληξε στο κρεβάτι.
Όπως φαίνεται ο Brousse ήταν μοναδικός ανάμεσα στα πολλά θύματά της καθώς η Betty τον ερωτεύτηκε πραγματικά. Σύντομα κατάφερε να τον πείσει να της αποκαλύψει πλήθος μυστικών του Vichy, όπως πως αναζητούσε λεπτομέρειες για βρετανικά πολεμικά πλοία σε αμερικανικά λιμάνια. Τον Μάρτιο του 1942, το Λονδίνο ήθελε να «βάλει χέρι» σε περισσότερους κρυπτογραφημένους ναυτικούς κωδικούς- αυτή τη φορά του Vichy. Ο Brousse την προειδοποίησε πως φυλάσσονταν αυστηρά στην πρεσβεία κι έτσι σκέφτηκαν ένα σχέδιο για να τα αποκτήσουν. Ο Brousse έπεισε τον νυχτοφύλακα της πρεσβείας να τον αφήσει να χρησιμοποιήσει το γραφείο του τη νύχτα γιατί αναζητούσε ένα μέρος να βρεθεί με την ερωμένη του - τη Betty φυσικά.
Ύστερα από πολλές νύχτες θορυβώδους σεξ, το ζευγάρι κατάφερε να τον ναρκώσει με άφθονη σαμπάνια και να επιτρέψει την είσοδο σε έναν επαγγελματία κλέφτη με το ψευδώνυμο Georgia Cracker. Αλλά μέχρι να καταφέρει εκείνος να παραβιάσει το χρηματοκιβώτιο όπου φυλάσσονταν οι κωδικοί, ήταν πολύ αργά για να προλάβει ο συνεργός τους της MI6 που κρυβόταν απ’ έξω να προλάβει να φωτογραφίσει τις πολλές σελίδες τους και να τις επιστρέψουν στη θέση τους.


Έτσι χρειάστηκε να το ξαναεπιχειρήσουν ένα άλλο βράδυ, δεν τολμούσαν όμως να ξαναναρκώσουν το φρουρό κι έτσι περίμεναν να  τον πάρει ο ύπνος. Διαισθανόμενη πως είναι πιθανό εκείνος να τους έχει υποψιαστεί, η Betty πέταξε όλα τα ρούχα της ενώ κάθονταν χαλαροί με τον εραστή της στον καναπέ του γραφείου του. Τη στιγμή που ο φύλακας μπήκε να δει τι γίνεται, ο φακός του φώτισε το ολόγυμνο σώμα της. Δεν φορούσε τίποτα άλλο εκτός από το μαργαριταρένιο κολιέ της.
Αποσβολωμένος ο φρουρός ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη και δεν τους ξαναενόχλησε. Έτσι οι κωδικοί κλάπηκαν με επιτυχία και χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά όταν οι Σύμμαχοι έφτασαν στη Βόρειο Αφρική, αργότερα τον ίδιο χρόνο.
Η Betty πήγε στο Λονδίνο και ζήτησε να σταλεί ως εκτελεστής στην κατειλημμένη από τους Ναζί Ευρώπη- μια ιδέα που εξετάστηκε μέχρι τη στιγμή που έγινε εμφανές πως η κάλυψή της είχε πλήρως αποκαλυφθεί στην Ουάσιγκτον. Όταν ο εν διαστάσει σύζυγός της πέθανε το 1945, η Betty παντρεύτηκε τον Brousse και εγκαταστάθηκαν σε ένα μεσαιωνικό κάστρο στη Γαλλία.
Δεν σταμάτησε να παραπονιέται στους φίλους της για το πόσο βαριόταν την ήσυχη ζωή και πέθανε από καρκίνο το 1963.
«Να ντρεπόμουν; Καθόλου, οι προϊστάμενοί μου μου έλεγαν πως με τη δουλειά μου σώθηκαν χιλιάδες ζωές Βρετανών και Αμερικάνων», είχε πει πολλά χρόνια αργότερα σε εκείνους που επέκριναν τις μεθόδους της. «Εμπλεκόμουν σε καταστάσεις από τις οποίος οι “αξιοσέβαστες” γυναίκες θα έκαναν πίσω, αλλά εγώ είχα αφοσιωθεί πλήρως. Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται με αξιοσέβαστες μεθόδους», είχε πει.


Πηγή: Newsbeast.gr

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

«Η γη άνοιξε και κατάπιε σπίτια, ο Άραχθος έγινε πορτοκαλί, τα βουνά έπεφταν»: Κάτοικοι των Ιωαννίνων θυμούνται τον καταστροφικό σεισμό του 1967


Ο μεγάλος σεισμός των 5,3 Ρίχτερ που ταρακούνησε τα Γιάννενα και οι εκατοντάδες δονήσεις ξυπνούν σε πολλούς που ζουν στην συνοικία των Ιωαννίνων που φέρει την ονομασία Σεισμόπληκτα τις μνήμες από την Πρωτομαγιά του 1967, τότε που ένας καταστροφικός εγκέλαδος χτύπησε τα χωριά του Περιστερίου, Μικρή και Μεγάλη Γότιστα, Κράψη και Ανατολική.
«Ήταν δεύτερη μέρα του Πάσχα, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου. Ετοιμαζόμαστε να πάμε στην εκκλησία. Σε κάποια στιγμή, πριν βγούμε από το σπίτι, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Λες και περνούσαν στρατιωτικά αεροπλάνα σε χαμηλή πτήση. Αναρωτήθηκαν οι γονείς μου τι συμβαίνει, τι αεροπλάνα είναι αυτά που πετάνε χαμηλά. Δεν προλάβαμε να το πούμε. Άρχισε να σείεται όλο το σπίτι». Ένας εφιάλτης από τα παιδικά χρόνια για την Ελπίδα Βεδιάβα, γιατρό μικροβιολόγο, ξύπνησε. Μιλώντας στο ΑΠΕ αφηγείται πώς βίωσε το σεισμό των 6,4 βαθμών, ο οποίος την 1η Μαΐου του 1967 έπληξε το χωριό της, τη Μεγάλη Γότιστα.
«Η πόρτα γύρισε και δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε. Τελικά, προλάβαμε να ανοίξουμε και να βγούμε. Τότε άρχισε να πέφτει το μπουχαρί και οι τοίχοι... Η γιαγιά μου και η θεία μου τραυματίστηκαν, τη μαμά μου την τραβάγαμε μέσα από τα χαλάσματα, ήταν τραυματισμένη. Επικρατούσε πανικός. Χαοτική κατάσταση. Ο κόσμος στο δρόμο έλεγε πως από το απέναντι βουνό στο χωριό, τη Μικρή Γότιστα, έβγαιναν φωτιές. Ανάμεσα από τη Γότιστα και την Κράψη άνοιξε η γη. Μία μεγάλη καθίζηση 2 χιλιομέτρων, κατάπιε σπίτια. Στο δρόμο υπέφεραν άνθρωποι με ανοιγμένα τα κεφάλια. Ένας με πολλά τραύματα στο σώμα πέθανε στην πλατεία. Ο ποταμός Άραχθος, όπως τον αντικρίζαμε, είχε πάρει πορτοκαλί χρώμα. Στη Μικρή Γότιστα πήγαιναν οι τραυματίες. Ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος ήρθε με ελικόπτερο και έδωσε εντολή να φέρει σκηνές ο στρατός και να μεταφερθούν οι τραυματίες σε νοσοκομείο. Μείναμε άστεγοι».
Οι μετασεισμικές δονήσεις , όπως θυμάται, διήρκησαν πολύ καιρό. Μετά τον σεισμό ακολούθησαν νεροποντές με πολλές αστραπές, αφηγείται και κάποιοι έκαναν παραπήγματα με ξύλα και τσίγκο γύρω-γύρω για να προστατέψουν τις οικογένειες, ενώ άρχισαν να στήνονται και σκηνές.
Ο Κωνσταντίνος Καραγιώργος, που επίσης ήταν παιδί και ζούσε με την οικογένεια του στο χωριό Κράψη θυμάται: Ήταν μέρα του Αγίου Γεωργίου. Ο παπάς λειτουργούσε. Άρχισε να βουίζει ο τόπος, τα βουνά έπεφταν. Ο τόπος βούλιαξε στην Ανατολική, έναν τον σκότωσαν οι πέτρες. Προλάβαμε και εγκαταλείψαμε τα σπίτια μας γιατί χάθηκαν, τα πήρε η γη. Ήμασταν μικρά παιδιά και ζήσαμε στη σκηνή με 80 πόντους χιόνι εκείνη την χρονιά».
Με ενέργειες των προέδρων από τις κοινότητες, μήνες αργότερα δόθηκαν σπίτια προκατασκευασμένα στην περιοχή που οι ίδιοι ονόμασαν Σεισμόπληκτα.
Στα αρχείο του ΟΑΣΠ αναφέρεται: «Στη 1 Μαΐου του 1967 ισχυρός σεισμός (Μ=6,4) έπληξε τους νομούς Άρτας και Ιωαννίνων. Εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν και 56 τραυματίστηκαν. 10.790 κτίρια υπέστησαν βλάβες (τα 940 καταστράφηκαν). Οι μεγαλύτερες εντάσεις στον νομό Άρτας παρατηρήθηκαν στα χωριά: Δροσοπηγή (ΙΧ), Μελισσουργούς (VIII+), Θεοδώριανα, Αθαμάνιο και Τετράκωμο (VIII), ενώ στο νομό Ιωαννίνων στα χωριά: Περιστέρι (VIII), Μέτσοβο, Βαθύπεδο (VII+). Προσεισμός (Μ=4,0) εκδηλώθηκε στις 25 Μαρτίου. Μετά τον κύριο σεισμό ακολούθησαν πολλοί μετασεισμοί ο μεγαλύτερος των οποίων (Μ=5,3) έγινε την ίδια ημέρα με τον κύριο σεισμό».


Δείτε δημοσιεύματα της εφημερίδας «Μακεδονία» από τις 3 και 4 Μαΐου του 1967.




Πηγή: Newsbeast.gr

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Η εικόνα - Κώστας Κρυστάλλης


Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου, όπου και έζησε μέχρι την ηλικία των 12 ετών. Ήταν γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα, και είχε άλλα 4 αδέλφια, ενώ ο ίδιος ήταν πρωτότοκος. Τα στοιχειώδη γράμματα τα έμαθε στο μεικτό δημοτικό σχολείο του χωριού του. Το 1880 γράφτηκε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Την ίδια χρονιά πέθανε η μητέρα του. Ο Κρυστάλλης φοίτησε στις 4 τάξεις του Ελληνικού Σχολείου της Ζωσιμαίας και στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου, οπότε και έμεινε επανεξεταστέος, στα 1885. Τότε διέκοψε τις σπουδές του γεγονός που σχετίζεται μάλλον με την ασθενική του υγεία. Κατ’ άλλους βιογράφους του, ο πατέρας του τον χρησιμοποίησε ως υπάλληλο στο μαγαζί του. 
Μαθητής ακόμα της Ζωσιμαίας Σχολής εξέδωσε το φλογερό πατριωτικό ποίημα «Αι σκιαί του Άδου» (1887), στο οποίο εξυμνούσε με πάθος τους εθνικούς αγώνες και τους ήρωες του 1821. Η Ήπειρος, όμως, ήταν τότε σκλαβωμένη και οι Τούρκοι καταζητούσαν το νεαρό ποιητή. Για ν’ αποφύγει τη σύλληψη αναγκάστηκε να φύγει στην Αθήνα (Ιανουάριος 1889), ενώ τα τουρκικά δικαστήρια τον καταδίκασαν ερήμην σε 25 έτη εξορίας στη Βαγδάτη.
Στην Αθήνα εργάστηκε αρχικά ως στοιχειοθέτης στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Φέξη» και παράλληλα δημοσίευε ποιήματα. Το 1891 προσλήφθηκε ως συντάκτης στο περιοδικό «Εβδομάς» του Ιωάννη Δαμβέργη, αλλά η συνεργασία του έληξε τον ίδιο χρόνο εξαιτίας διαφωνιών με τη διεύθυνση του περιοδικού. Μετά προσελήφθη ως λημματογράφος στην εγκυκλοπαίδεια «Μπαρτ και Μπεκ» και τέλος ως υπάλληλος στα εκδοτήρια των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τα εισοδήματά του από αυτές τις δουλειές ήταν πενιχρά και μη έχοντας επαρκείς πόρους ζούσε σε ανήλιαγα υπόγεια, που σε συνδυασμό με τις δύσκολες συνθήκες ζωής του έφθειραν την υγεία. Προσβλήθηκε από φυματίωση, αρρώστια αγιάτρευτη στην εποχή του. Η μόνη του χαρά ήταν η μελέτη και η ποίηση και που και που καμιά εκδρομή στην Πεντέλη, στην Πάρνηθα ή στον Υμηττό, που του θύμιζαν την «Πίνδο του», τη βουνίσια ζωή, που είχε γίνει o μυστικός καημός του.
Απ’ αυτή την ασίγαστη λαχτάρα, γεννήθηκε η ειδυλλιακή ποίησή του. Ο Κρυστάλλης έγραψε κι άλλα έργα, όπως τα πεζογραφήματα για τους «Βλάχους της Πίνδου» και το πατριωτικό του «Ο Καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγιού», μα εκείνα που κάνουν ξεχωριστό ποιητή τον Κρυστάλλη και προσθέτουν ένα νέο τόνο στη νεοελληνική ποίηση είναι τα «Αγροτικά» (1891) και ο «Τραγουδιστής του Χωριού και της Στάνης» (1892), που τιμήθηκε με έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σ’ αυτά τα ποιήματα, που έχουν βουκολικό χρώμα και είναι γεμάτα δροσιά και χάρη, ο ηπειρώτης ποιητής ξεκινά από τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, και τα πλουτίζει με την προσωπική του τέχνη και «την άφθαστη ομορφιά της ελληνικής φύσης και των βουνών μας την περηφάνεια». Στα τέλη του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές από λαχείο κι έτσι μπόρεσε στις αρχές του επομένου έτους να δημοσιεύσει τα «Πεζογραφήματά» του.
Λίγο αργότερα, όμως, η αρρώστια του επιδεινώθηκε ραγδαία και ο ξενιτεμένος ποιητής δεν άντεχε πλέον. Μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του, η οποία όμως δεν εμφάνισε βελτίωση. Τελικά στις 22 Απριλίου 1894 πέθανε στο σπίτι της αδελφής του στην Άρτα, σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Ο κάμπος τον είχε φάει, όπως προφήτεψε θλιβερά στο «Σταυραητό» του.

Παρακαλώ σε Σταυραητέ, για χαμηλώσου λίγο
και δος μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου·
Πάρε με πάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.

Στην Πεντέλη υπάρχει από χρόνια η προτομή του. Την έχουν στήσει οι φυσιολάτρες, που τον αισθάνονται ιδιαίτερα σαν δικό τους ποιητή. Να, τι γράφει γι’ αυτό το βουνό ο Κρυστάλλης:

Νάξερες, όμορφο βουνό, τι μου θυμίζει εμένα
ένα κεδρί, ένας πεύκος σου, μια ρεματιά, μια βρύση.
Νάξερες όμορφο βουνό, τί πόθους μου ξανάφτει
κι ένας ανθός σου ταπεινός με τη μοσχοβολιά του,
Γι’ αυτό, βουνό μου, σ’ αγαπώ περίσ’ απ’ όλα τ’ άλλα.

Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη εντάσσονται στο ρομαντισμό της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και είναι γραμμένες σε καθαρεύουσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα «Αγροτικά» πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι. Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους.
Την εποχή που όλοι εκθείαζαν τα τραγούδια του, ο Ξενόπουλος είχε ήδη διαγνώσει και επισημάνει τη μεγάλη σημασία του πεζογραφικού έργου του «ποιητή του βουνού και της στάνης». Ο Κρυστάλλης δεν είναι μόνον ο πρώτος που έγραψε στη δημοτική, ενώ ακόμα όλοι οι άλλοι αλληθώριζαν προς την καθαρεύουσα, παραπαίοντας ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Μέσα στα ελάχιστα χρόνια που έζησε, πρόλαβε να μας δώσει κάποια δείγματα γραφής που φανερώνουν τον γεννημένο πεζογράφο. Στα διηγήματα του ο Κρυστάλλης είναι πληθωρικός, βιάζεται να τα πει όλα, σαν να προαισθάνεται πως δεν υπάρχει γι’ αυτόν πίστωση χρόνου - η τόσο απαραίτητη για τη δουλειά ενός πεζογράφου. Η ζωντάνια του στις περιγραφές της φύσης ξαφνιάζει. Οι διάλογοι του έχουν την απλότητα και τη σοφία του λαϊκού λόγου. Κι ήταν ακόμα μόνο 26 χρονών. Ένα παιδί!
Οι επιδράσεις που έχει δεχθεί είναι από το Δημοτικό τραγούδι, έργα κλασικών ποιητών (Όμηρος, Κορνάρος), έργα συγχρόνων του (Βαλαωρίτης, Ζαλοκώστας, Βηλαράς, ρομαντικοί της Αθηναϊκής Σχολής , όπως ο Αχιλλέας «Παράσχος).
Ασχολήθηκε επίσης με τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού: ήθη και έθιμα, δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις. Τα λαογραφικά στοιχεία του είναι πολλά και στα αφηγηματικά πεζογραφήματα και διηγήματά του , όπως «Ο Γάμος της στάνης» όπου περιγράφει τα γαμήλια έθιμα στα τσελιγκάτα της Ηπείρου με παράθεση σχετικών τραγουδιών, «Το πανηγύρι της Καστρίτσας», το οποίο περιέχει εκτενείς ενδυματολογικές πληροφορίες ή στις πιο ειδικές εργασίες του, όπως, «Οι Βλάχοι της Πίνδου», «Γραμμενοχώρια», «Τρεις Δρακολίμναι επί των κορυφών της Πίνδου». 


Τ’ ανοιξιάτικα πρωινά, οπόβγαινα χαραγή για το γάλα, γύριζα καπότες από τον καφενέ του Ζώη τ’ Αζώηρου.
Στην Καραβατιά, κατά τα Δυο τ’ Αδέρφια, είχεν ο Ζώης ο Αζώηρος τον καφενέ του. Είχε συγυρίσει σε τόπον καφενέ το ίδιο το σπίτι του που καθόταν αυτός, χήρος κι άτεκνος με τη μεσόκοπην αδελφή του, την Κυρά Τσεβούλα.
Αυτός εσερβίριζε τους μουστερήδες κ’ η αδελφή του έβραζε τους καφέδες μέσα, στο ίδιο τζάκι, στην ίδια γωνίστρα του σπιτιού, οπόβραζαν και το φαγί τους. Και δεν εμπέρδευεν ο Ζώης ποτέ τον καφέ του, γιατ’ είχε πάντα στο νου του ότι το μπέρδεμα φέρνει κακό και ζημιές πλιότερες παρά κέρδα, κι αυτός το ψωμί του, οπόβγαζε με τον καφενέ του, ήθελε να το βγάζει και να το τρώει με τον ίδρο του και με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμα και με την αδικιά, γιατ’ ήξερε πως κ’ οι μουστερήδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον ίδρο και με την τιμιότη.
Είν’ αλήθεια, πως κάποτε, πριν παντρευτεί ο Αζώηρος, έβλεπε την καλοπέραση και τα λαμπρά σπίτια των μεγαλουσιανων κι αναστέναζε νυχτόημερα, κι ένας μοναχά πόθος, μια σκάση, κατάτρωγε κρυφά τα σωθικά και τη νιότη του, πώς να βρει τρόπο κι αυτός ν’ αρχοντέψει, ν’ απόχτηση κι αυτός καλοπέραση, και να χτίση ψηλά σπίτια.
Τότες δεν ήτον καφετζής ο Ζώης. Τότες είχεν αργαστήρι στο Κουρμανιό κάτου, οπού χρυσοκεντούσε φέρμελες και σελάχια μπέηδων, κοζόκες και λαχούρια κυράδων.
Κ’ ήτον αργαστηριάρης αυτός, κ’ είχε καλφάδες και παρακαλφάδες εις τ’ αργαστήρι του, που δούλευαν και που σαν τραγουδούσαν ψιλά ψιλά, εκεί που πλούμιζαν τα νυχτέρια με χρυσάφια και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους, έστριφτε το μουστάκι του το ξανθό αυτός, έγερνε το κρεμεζί φέσι του στραβά ως τα φρύδια κι έκραζε συχνά πυκνά.
- Δόστε του μωρέ παιδιά, δόστε του. Όξω φτώχια, μωρέ καλφάδεσι μ’.

Τότες ήτον οπού ‘χε βάλει στο νου του για ν’ αρχοντέψει ο Ζώης. Έπιανε και παράν αλήθεια με την τέχνη του. Επάντρεψε μιαν αδελφή του.
Επαντρεύτηκε κι αυτός κόρη νοικοκυροπούλα με προικιό, και τώρα… ποιος τον κουβέντιαζε!
Η μάνα του, ζούσε η κακομοίρα, κ’ οι δυο οι αδερφάδες του δεν είχανε που να τον βάλουν. Ο «Ζώης μας» εδώ κι ο «Ζώης μας» εκεί, το πήγαιναν νύχτα μέρα. «Το μοναχό μας, τ’ άρχοντοπλό μας, το μοσχοαναθρεμμένο μας, το τζοβαΐρ μας».
Είχε γιομώσ’ η γειτονιά με τ’ όνομα του Ζώη, φορτωμένο μ’ όλ’ αυτά τα χαϊδευτικά χαϊμαλιά. Δεν έμεινεν άλλο τώρα παρά να χτίση και το περιπόθητο σπίτι ο Ζώης.
Να το γκρεμίσει από τα θεμέλια του το χαμηλόσπιτο που εγεννήθηκε και που τ’ άφηκε, μαζί με την τέχνη και με τ’ αργαστήρι, ο σχωρεμένος ο πατέρας του ο γέρο Αζώηρος, και να χτίση απανουθιό του μεγάλο κι αρχοντικό σπίτι, σεράι ολάκερο με τρία και με τέσσερα πατώματα.
Έλα όμως που ο πόνος της γριάς για το «φτωχικό» της ήταν μεγάλος και δεν «ήταν τσαρές» για να στρέξη να χτισθεί καινούργιο ψηλό σπίτι απάνω του.
– Σαν εχς σκοπό να το γκρεμίσης, γιε μ’, τούλεγεν η γριά, γκρέμισε με κι εμένα στο λάκκο μου μαζί του. Βάλε με να πλακωθώ κι εγώ αποκάτ’ από τη σκέπη του. Άσε με κάνεμ να κλείσω τα μάτια μ’ εγώ και τότες κάμε ό,τι θέλεις εσύ.
– Μα, μάνα δεν κρένεις καλά, έλεγε ο Ζώης. Δε γλέπεις που δε μας χωρεί τώρα το παλιόσπιτο; Τώρ’ αξήσαμαν και θ’ αξήσουμε ακόμα με φαμλιά και με δούλους. Πού να ζήσουμ’ εδώ μέσα σ’ αυτό το κοτέτσι όλοι μαζί. Για βάλε με το νου σου πως έχουμε και κάποιο καλό όνομα κι όλας όξω τώρα και τσότσου παρά στη σακούλα… Άσε με να το ρίξω, δεν είναι λόγι’ αυτά που λες. Δε θα ζήσουμε φτωχικά και τώρα οπ’ αρχοντέψαμαν.
Τα ίδια της λαλούσε κ’ η γυναίκα του Ζώη, η καλομαθημένη αρχοντοπούλα, τα ίδια της έψελναν κ’ οι «ξεμυαλισμένες», όπως τες έλεγε η γριά, αδερφάδες του.
Μα η κυρά Χσούλα δεν ετέντωνε αυτί σε κανένα.
– Πιάκαμαν λίγους παράδες τώρα, εμουρμούριζε, κι επήρε ο νους σας αγέρα. Χαλασιές και φουρτούνες σας! Που ξαίρουμε τάχατε τι μας βγάζ’ η αυριανή, χαντακωμένες!

Τότες σύγκαιρα, απόχτησε και γιον η γυναίκα του Ζώη και για την καλοπέραση της άναψε μεγαλύτερος μέσα στους λογισμούς του ο πόθος του αρχοντικού σπιτιού. Πέρασεν όμως τότε και μια ιδέα άλλη στο νου του. Ότι, άρχοντας αυτός τώρα, πώς θα μπορεί ν’ ανεβοκατεβαίνει από το σπίτι στ’ αργαστήρι κι από τ’ αργαστήρι στο σπίτι του αυγή, γιόμα και βράδυ, περπατώντας, τόσο δρόμο, τόσον ανήφορο. Εσκέφθηκε λοιπόν πως θα να ήταν καλύτερο ν’ αφήκει απείραχτο το φτωχόσπιτο της γριάς απάνου στην Καραβατιά, νοικιάζοντας το σε κανένα φτωχό γείτονα του, και ν’ αγοράσει αυτός ψηλό σπίτι παρακάτου, κατά το παζάρι, στ’ Αρχοντικά.
Κ’ η ιδέα του τούτη ερίζωσε πλια στα μυαλά του κι όλο χαρούμενος έλεγε τώρα, γυρίζοντας το βράδυ, στη γριά του:
– Έλα και σόγινε το χατήρι να μην το γκρεμίσουμε, μάνα, έλα.
Κ’ η γριά δόξαζε τον «Μεγαλοδύναμο» όπ’ έβλεπεν ότ’ η κούφια και καταστρεφτικιά φλόγα των παιδιών της εσβήνσνταν κι εκατακάθονταν όσο πέρναε ο καιρός.
Πού να το ‘ξαιρεν η μαύρη πως ο γιος της ολημερίς παράδερνε στους δρόμους των αρχοντικών, για να βρει σπίτι της αρεσιάς του, να τ’ αγοράσει! Τότες άρχεψε να ψευτίζει και την τέχνη του λίγο ο Ζώης, για να κερδαίνη πλιότερα.
Η λεχωνιά όμως της γυναίκας του δεν επήγαινε καλά. Είχεν ανάψει θέρμη βαριά στο κορμί της, κ’ οι γιατροί που ‘χε καλέσει ο Ζώης, οι καλύτεροι των Γιαννίνων, έφευγαν από το σπίτι του με κατεβασμένα τα φρύδια. Κάποτε κι όλας φανέρωσαν σε κάποιον στη γειτονιά ότ’ η λεχώνα κιντύνευε.
Ως εδώ ήταν γραμμένο να βλάστηση και να κλαρωθή το περήφανο δέντρο της αρχοντιάς του δόλιου Αζώηρου. Σαν σάρακας είχε φωλιάσει μέσ’ στον κορμό του της γυναίκας του η αρρώστια και το κουφάλιαζε λίγο-λίγο. Και μιά νύκτα, συγνεφιασμένη και θλιβερή, αστροπέλεκας ξαφνικός έπεσε κατάκορφ’ απάνου του και του γκρέμισεν όλα τα φύλα και τα ωραία κλωνάρια, κι από το φουντωτό και ζηλεμένο δέντρο έμεινε μοναχά ένα ολόρθο κατακαμένο και κούφιο κορμί, το κορμί του ίδιου του Ζώη.
Φωτιά έπιακε μια βραδυά στα «Τσαρτσίτικα» και τ’ αργαστήρι τ’ Αζώηρου μ’ όλα τα περίγυρα του γίνηκαν στάχτη ως την αυγή. Κόλπος του ‘ρθε τότε του βαριόμοιρου Ζώη. Πάει το πλιότερο το βιο του.
Το ‘φαε και το επίλοιπο η αρρώστια κ’ η λεχωνιά της γυναίκας του, που τράβηξε χρόνον καιρό, κι οπού τη γκρέμισε κι αυτή μέσα στον τάφο μαζί με το παιδάκι της. Πέθανε σε κάμποσον καιρό ύστερα κ’ η μαύρ’ η μάνα του.
Πέθανεν από τον καϋμό της για την τρομερή συφορά και με τούτα τα στερνά λόγια στα χείλη της:
– Πιαστήκαμαν από λίγους παράδες, και πήρε ο νους σας αγέρα, παιδιά μου. Χαλασιές και φουρτούνες μας. Ποιος να του ‘ξαιρε τι θα μας εύρισκε σήμερα, χαντακωμένα μου!

Κι απ’ όλο τούτο τ’ ανεμόχολο και τον καταπατήρα, που παράσυρε το σπίτι του ξύρριζα, γλύτωσε ο Ζώης μοναχά κ’ η αδερφή του, η κυρά Τσεβούλα, οπού δεν είχε προφτάσει να την παντρέψει κι αυτή. Και μαζί με τους ανθρώπους του και με την ευτυχία, παν κ’ οι μεγάλες ιδέες του δύστυχου κ’ οι πόθοι του για ψηλά σπίτια και γι’ αρχοντική καλοπέραση.
Σαν παραδαρμένο από βαριά νεροποντή κι ανεμοζάλη χελιδόνι, χώθηκε ζαλισμένος από κάτου από τη στρέχα του φτωχικού πατρικού του και συμμαζώχτηκε ολότρομος σε μια γωνιά, τηρώντας πότε να περάσ’ η κακή μπόρα.
Κι όλες τες συφορές του αυτές έρριχνεν ύστερα ο Αζώηρος στον κακό σκοπό πόβαλε με το νου του να γκρεμίσει το χαμηλό πατρικό του και να ζήτηση αλλού παλάτια και περιφάνιες.
– Κι ο σκοπός κ’ οι πόθοι αυτοί μ’ έφεραν, έλεγε με το νου του αναστενάζοντας, στο φρύδι του γκρεμού, της κόλασης, να ψευτήσω την τέχνη μου και να χαλαστώ ο ίδιος, να σκάψω ο ίδιος το λάκκο μου με τα χέρια μου. Διαβολομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, καλά λέει ο λόγος. Τώρα κτυπάω το κεφάλι μου, μόν’ στα χαμένα.

Κι ένας γέροντας τούρκος προβατάρης, γείτονας του, σα να τον έβανε επιταυτού κανένας να του ριζώσει βαθύτερα την ιδέα τούτη, του απαντούσε ολοένα, όσες φορές τον εύρισκε ο Ζώης και τον ρώταε για το βιο του.
– Ινσαλά σαν θέλ’ ου Γιαραμπής, καλά πάμε, κυρ-Ζώη.
Όποιους τράει τ’ν ισιάδα, πουτές δεν έχει να φουβθή τη ζμιά, είναι μαζύ τ’ ου Θαγός.
Μ’ ότ’ παραστράτησες απού την ισιάδα, μ’ ότ’ τη μόλεψες την τέχν’ και του βιο σ’, πλάκωσε του κακό, κι μ’ ότ’ πλακώσ’ το ‘να, καρτέρ’ κι τ’ άλλου.
Ιγώ πουτες δεν του χαλάου του γάλα μ’ κι γι’ αυτό ούτε του χάνου πουτές, ούτε κι τα πράτα μ’ παθαίνουν τίπουτας. Κύτταξε του γείτονα μας του Μπράχου’ είχινε ζλέψ’ μου ‘λεγε, ψλα σπίτια και γρόσια πουλλά. Χάλασε του γάλα τ’ για να κιρδέν’ πλισσότερα. Ίσια του ‘ρθε του κακό. Το ‘χασε όλου του κουπαδ’ απ’ αβλουγιά. Ιγώ πουτέσιμ δε ζήλεψα τρανά σπίτια κι μεγαλουσύνες. Δε λεου πώς δεν τα θέλου τάχα μ’, μόν’ δεν τα θελου με τ’ν αδικιά κι με τ’ ψευτιά. Αν είναι για να τ’ άπουχτήσου, να τ’ αποχτήσου με τον ίδρουτά μ’ κι με τ’ν ισιάδα. Να, σαν εκείνουν τουν άρχοντα του ρουμιό πόχει τα μεγαλύτερα σπίτια κι τα καλύτερ’ αργαστήρια σήμερα μέσα στα Γιάννινα, κι όπουτις περνάει αυτός στου παζάρ με τ’ αριο κι περήφανου περπάτμα τ’, είδες: όλ’ προσκώνουνται κι όλ’ τουν χαιρετάν. Αυτός, . . . άσκουλσουντ. Τ’ απόχτσε με τ’ν αξιά-δα τ’ κι τ’ αξίζ’ να τα χαίρεται κι να τα καμαρών’ τώρα.

Ο Τούρκος γείτονας δεν ήξερε, αλήθεια, πως κι ο Ζώης από τις σάπιες εκείνες ιδέες της αρχοντιάς την έπαθε. Μα ο Ζώης που πόναγε, πίστεψε στα λόγια τούτα πως του ‘χε τούμπανο ο κόσμος όλος το κόλασμά του, κι από τότες ορκίστηκε να μη ξαναβγεί.
Εκλείστηκε με την αδερφή του στο φτωχικό του μέσα κι αποφάσισε να περάσει τες στέρνες μέρες του με κάτι απομεινάρια που του ‘χε αφήκ’ η φωτιά κι ο χάρος. Τες ώρες του πέρναε τώρα στον κήπο του μέσα, φυτεύοντας και καλλιεργώντας. Αργότερα όμως, για να φύγει τη μοναξιά και τη συλλογή που τον πλάκων’ έτσι ολομόναχον, εσκέφθηκε να στήσει τρεις πέντε μπάγγους ορθούς στην αυλή του και να συνάζει γύρα του τους γερόντους της γειτονιάς, και με την αφορμή να τους κάμνει τον καφετζή να βρίσκει κουβέντα και χρονοτριβή μ’ αυτούς. Ύστερα ήτον ακόμα νιος, και δε θα τον εβάρενε το σερβίρισμα των καφέδων του.
Στην αυλή του σπιτιού του λοιπόν είχε στήσει τον καφενέ του ο Ζώης ο Αζώηρος. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες κ’ η αδερφή του, η Κυρά Τσεβούλα, έβραζε τους καφέδες. Παλιός χαμηλός τοίχος από ξηρολίθι έκλειγε ολόγυρα το κτήμα τούτο τ’ Αζώηρου, που τον μισό τόπο έπιανε το σπίτι με την αυλή και τον άλλο μισό ο κήπος με τες φυτιές και με τα δένδρα του, καλοσκαμένος και καλοφυτεμένος, και φραγμένος με ψηλή καλαμωτή. Έλαμπε από πάστρα η αυλή του. Οι βασιλικοί με τους χιλιοχρώματους μενεξέδες, που στόλιζαν αραδαριά τες αλτάνες και τα πεζούλια της, εμοσχοβόλιζαν τον αέρα, και το βουνάκι της Καραβατιάς από πάνου κατέβαζε μια δροσιά παραδείσια την αυγή και τ’ απόσπερνο.

Όλ’ αυτά τα καλά, με τα παθήματα και με τους αμόλευτους καφέδες του Ζώη, σύναζαν στον καφενέ του τους γέρους της γειτονιάς. Είχενε και πηγάδι με σπάνιο νερό ο Αζώηρος, οπού δεν άργησαν να το μυριστούν κι άλλοι και που κατάντησεν από στόμα σε στόμα να διαλαληθή σ’ όλους εκείνους τους απάνου μαχαλάδες ο καφενές και να συχνάζουν σ’ αυτόν όχι μονάχα οι γερόντοι μα κι άλλοι πολλοί.
Κι έβγαιναν στον ανήφορο εκείνο κι από τα χαμηλότερα σπίτια, για ν’ απολάψουν τη δροσιά του βουνού και τ’ αθάνατο νερό τ’ Αζώηρου, που ήταν κατάκρυο και καλοχώνευτο κι οπ’ έβρισκαν συχνά μέσα του χλωρά φύλλα πεύκου κι οξιάς και πουρναριού των ψηλωμάτων του Πίνδου. Οι δραγάτες οι αρβανίτες κ’ οι φυλαχτάδες των μπέηδων και των αγάδων της Καραβατιάς, όλοι εκεί συναπαντώνταν κι έλεγαν τα σκηπετάρικά τους.
Άσε την Πρωτομαγιά και τέτιες άλλες χρονιάρικες μέρες, οπού δεν είχενε πού να βάλει τον κόσμο να κάτσει στον καφενέ του ο Αζώηρος.
Εκόντευαν κάποτε να ξυπνήσουν μέσα του και να ξανανάψουν τα παλιά όνειρα κ’ οι σβεσμένοι πόθοι για ν’ αρχοντέψει και με τον καφενέ. Όμως τον εκρατούσαν σφιχτά δεμένο στην τιμιότη της τέχνης του τα λόγια του «μπαμπά», όπως τον έλεγε τον τούρκο προβατάρη γείτονα του, που του θυμούσαν τα περασμένα παθήματα του.

Πολλές φορές γύριζα κι εγώ από το γάλα στον καφενέ τ’ Αζωηρου, τ’ ανοιξιάτικα αυγερινά, που ανέβαινα στο βουνό χαράματα. Ετύχαινεν όμως να διαβαίνω από κει και τες σκόλες κανέν’ απόβραδο, πόβγαινα κατά την Καραβατιά, είτε για τον βουνίσιον αέρα της, είτε για το κρύο νερό της, είτε για τα κάστανα και γλυκά και μεγάλα και μυγδαλοσχισμένα μάτια των κορασιών της. Οι συχνότεροι γερόντοι, πόβρισκα στον καφενέ τ’ Αζώηρου, ήταν ο Γερο-Καλαμένιος, ο αγαπημένος μου, που τον είχα γνωρίσει απ’ αλλού κ’ είχα μάθει τόσα παλιά κι αξετίμητα πράματ’ απ’ αυτόν, ο Πάνος ο Γερακάρης, ο Λυγδάς ο Λιονταρής, ο Θωμάς ο Γοργόλης, ο Μάνθος ο Μπαλιούλιας κι ο Διαμαντής ο Βάρδας.

Όλοι κηράδες κι ανυφαντήδες και χρυσοκεντηστάδες στα νιάτα τους, και τώρα απόμαχοι όλοι του ζανατιού τους. Εμαζώνονταν εκεί με τα δικανίκια και με τα τσιμπούκια τους κι έστρωναν αδιάκοπες και μακριές κουβέντες, όλο για πράματα του περασμένου καιρού τους. Κι’ εγώ, στη μέση τους, χόρταινα ιστορίες και σοφά λόγια.
Τ’ απόγιομα εκείνο, μόλις προσπέρασα το κατώφλι της αυλόπορτας του Ζώη τ’ Αζώηρου κι’ ηύρα τους συνηθισμένους μουστερήδες του, τους γερόντους κι αρβανιτάδες, συμμαζωγμένους σ’ ένα μπάγγο, απανωτούς, με καρφωμένα και μάτια και νουν απάνου σε μιαν εικόνα, που βαστούσε καταμεσίς ο Ζώης στα χέρια του. Ούτε μ’ ένοιωσαν όταν εμπήκα. Τους εσίμωσα κι ετήραξα κ’ εγώ την εικόνα. Η εικόνα ήταν παλιά κι αξιοπερίεργη. Παράσταινε καβαλάρη παλληκαρά με γιγάντιο ανάστημα και με πανώργια μορφή. Είχε ασπροκόκκινο το πρόσωπο και περίσσια έμορφο και καλοσυνάτο κι ευγενικό, πρόσωπο βασιλικό καθαρό. Γρυπή τη μύτη, το μέτωπο καθάριο και πλατύ, το γενειο μακρύ και γυρμένο κατά εμπρός λίγο και κομμένον τον τσαμπά.
Εφαίνετο σαν να του χάρισε η φύση σ’ όλο του το κορμί ασύγκριτην επιδεξιότη και ξεχωριστή δύναμη.
Εφόρειε μεγάλη σκούφια στο κεφάλι του, στολισμένη με ωραία φτερά, και μακρύ μεταξοπράσινο δουλαμά, περιπλουμισμένον με χρυσά σιρίτια, που φάνταζε θαυμάσια, καμωμένος με πολλή μαστοριά και με τέτοια τέχνη ντυμένος, οπού σα σκέπαζεν από τη μέση και κάτου τ’ άρματα, εφαίνονταν και τ’ άρματα κι εφαίνονταν κι αυτός.
Από τ’ αλόγου του το τρεχιό κυματίζονταν ο δουλαμάς κι άφηνε να λάμπει στα στήθια του χρυσή η αλυσίδα του βασιλικού παρασήμου του κι ένας διαμαντοκολλημένος σταυρός, οπού φαίνονταν σαν να τον φόλαε στον κόρφο του δίπλα γκόλφι με βαθύτατη ευλάβεια.
Με τον κυματισμό του δουλαμά πρόβαλλαν στο φως και τα μεγάλα κίτρινα ποδήματά του. Δαμασκί σπαθί κρέμονταν με χρυσά λουριά από τη ζώση του κατά το ζέρβιο πλευρό και πίσω από το γόνατο του κρύβονταν το κρανένιο απελατίκι του. Κι απάνου σ’ όλ’ αυτά, η λαμπράδα των ομματίων του και του κορμιού του η λεβεντιά έδειχναν ότ’ ήτον στην καρδιά δράκος τούτος και λιοντάρι στη δύναμη. Αρχοντιά κι ομορφιά και στόλος στο ανάστημα του όλο.
Με το ζερβό χέρι βάσταε τα χαλινάρια τ’ αλόγου και με το δεξιό τη μακριά λάντζα, είδος κονταριού με σιδερένιο στην κορφή και με μικρό κόκκινο φλάμπουρο με τον αϊτό το δικέφαλο μέσ’ τη μέση.
Τ’ άλογο του ήτον μαύρο και κατά το μέτωπο μοναχά λίγο μπάλλιο, ντυμένο κι αυτό με χρυσάργυρη σέλλα και με φα-ντά φάλαρα. Είχε περήφανα σηκωμένο κατ’ απάνω το κεφάλι του και η πλούσια και γυαλιστερή χιούτη του χύνονταν σα κύμα τρικυμιστή στα στήθη του αναβάτη. Σπιθοβολούσαν τα μεγάλα τα μάτια του κι άφριζαν τα διάπλατα τα ρουθούνια κι εσπαρτάριζαν, ωσάν να ‘χυναν κατά πέρα χλιμίντρισμα ηχερό. Ελύγαε σαν την οχιά το κορμί του κι εσήκωνε τη μαλλιαρή ουρά πίσω, όπ’ έπεφτε ανεμισμένη κι αστραφτερή, σαν καταρραχτης λαγκαδιάς, μέσα σε σκοταδερή νύχτα, όπ’ ανεμολάμπει στην αριάν αστροφεγγιά.
Τα πόδια του τ’ ανεμόφτερα δεν επατούσαν ολότελα γη, κι ελαμποκοπούσαν και τα τεσσερ’ ασημοπέταλά του.
Κι αποκάτου έφερνε την επιγραφή της φράγκικα χαραγμένη και πλουμερή, οπόδειχνε τ’ όνομα του παλικαρά καβαλάρη και τον τόπο όπου ιστορήθη, την ξακουσμένη Φλωρεντία.

Οι γέροι κ’ οι αρβανίτες, που την τηρούσαν καταπλακωμένοι, δεν εγνώριζαν να ξεδιαλέξουν τα φράγκικα και πλουμερά γράμματα της επιγραφής, κι έπασχαν από τη μορφή κι από τ’ άρματα του καβαλάρη να τον πεικάσουν.
Κι άλλος τον έλεγε Αϊ-Γιώργη κι άλλος Αϊ-Δημήτρη, άλλος αρχαίον έλληνα κι άλλος στρατιώτη παλιό της Φραγκιάς και της Φλάντρας.
Αφού διάβασα την επιγραφή της εγώ, την εξανακύτταξα μια φορά πάλι καλύτερα την εικόνα και ρώτησα τον καφετζή τον Αζώηρο, που την είχε βρει.
Πριν όμως μ’ απολογηθεί τούτος, ο Γεροκαλαμένιος, ο φίλος μου, έστρεψε κατά πάνω μου τα δυο ματογιάλια του —σα να μου γνώρισε τη φωνή κι εγύρευε να ιδή αν είμαι ο ίδιος- και σα με είδε κοντά του, γύρισε κατά τους άλλους κ’είπε:
– Σταθήτε και το δασκαλόπουλο θα μας το δείξει τι φανερών’ η εικόνα, μωρέ παιδιά.
Το γνωρίζω γω, ξαίρει πολλά πράματ’ αυτό, και θαν’ το ξηγήσει.
Εχαμογέλασα με τ’ αγαθά λόγια του γέρου, γλυκοκυττάζοντάς τον, κ’ είπα:
– Δεν τον γνωρίζετε τον βασιλιά μας;
– …………

Βουβαμάρα χύθηκε για λίγην ώρα στη μέση μας με τα λόγια μου αυτά, και μ’ ολάνοιχτα γλέφαρα και με σφιγμένα χείλη, κατάματα μ’ εκύτταζαν όλοι, σα να ‘θελαν με τη δύναμη της ματιάς των να ξεθάψουν από τα φυλλοκάρδια μου το μυστικό τ’ όνομα του βασιλιά τούτου.
Και σα δεν έκρενα εγώ ακόμα, άρχεζαν να ξανατηράν την εικόνα αυτοί και να λεν:
– Ο Γεώργιος; οι γερόντοι.
– Σουλτάνι; (ο Σουλτάνος;) οι αρβανίτες.
– Τι Γεώργιος και τι Σουλτάνος μου λέτε… Ο βασιλιάς των Ηπειρωτών είναι τούτος.
Οι Αρβανίτες ούτε μίλησαν τότες. Εμούδιασαν κ’ οι γερόντοι. Κι αυτός ο Ζώης ο Αζώηρος, ο καφετζής, οπ’ ούτε αυτός ήξαιρε τι αξετίμητην εικόνα είχενε τόσα χρόνια μέσα στο απίτι του. Μοναχά ο Γεροκαλαμένιος γύρισε πάλι κατ’ εμένα τα ματογιάλια του και μ’ ερώτησε αγάλια αγάλια:
– Ο Πύρρος, παιδί μου;
– Μπυρρ’ μωρ’ μπυρρ. Χλαλόησαν παρευτύς τα στόματα των αρβανιτάδων.
– Ο Σκεντέρμπεης…

Δεν επρόφτακα ν’ αποσώσω τ’ όνομα, μωρές παιδιά, κι αστραποβόλησαν με μιας όλων τα μάτια ολόγυρα και χώρια των αρβανιτάδων οπού χούμησαν απανωτοί κι εσκέπασαν την εικόνα με χίλια φιλήματα.
Οι γέροι δεν εμίλησαν τότες.
Είχαν καρφώσει γερά τα μάτια τους απάνω στην εικόνα κι ο λογισμός τους ποιος ξέρει σε τι καιρούς και σε τι τόπους αρμένιζε.
Μονάχα οι αρβανιτάδες εσυντυχιόνταν κι έλεγαν ο ένας τ’ αλλουνού με τη γλωσσά τους:
– Μωρέ Σκέντο ιχούμπουρ! (Ωρέ Σκέντο χαντακωμένε!) Νάτος ο βασιλιάς των αρβανιτάδων. Τήρα, ωρέ καψαρέ, βασιλιά που ‘χαμαν μια βολά οι δύστυχοι.
– Για βιστό κουρμ, για βιστό τριμρί! (Για τήρα κορμί, για τήρα λεβεντιά!) Τήρα ευγενική σάρκα, τήρα μορφή βασιλίκια, τήρα μάτι αετού, τήρα μέτωπο σαν κορφοβούνι που χαράζει απάνω του η μέρα!
– Τήρα άρματα κι άλογο και φορεσιά;
– Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο, άιντε μωρ’ ινγκιούαρ μπρετ ισκηπετάρβε! (Άιντε ωρέ Σκεντέρμπεη, άιντε ωρέ ξακουσμένε αρβανιτοβασιλιά!)
Δε θ’ αναστηθής μια βολά πάλε και δε θα να μας κράξεις με το τρανό και περήφανο εκείνο διαλάλημά σου: «Σα ρον Σκεντερμπέο, σκηπετάρ νουκ το τεμπένεν κουρ σκλαβ τε τιέρβε!» (Όσο ζάει ο Σκεντέρμπεης, οι αρβανίτες δε θα να καταντήσουν ποτές σκλάβοιτων άλλων!) Κι αλήθεια, ωρε μπύρρο μ’. Αν δεν απέθνησκες δε θα να πέφταμαν κι εμείς, δε θα να σερνόμασταν, ωρέ μαύρε μου Λιούλιο, κλαρίτες και παλιοδραγάτες σήμερα στα ντερβένια του κόσμου, δίχως ψωμί, δίχως καλύβι, με μισή κάπα απάνου μας και με μισό τσαρούχι.

Μαζί με τα λόγια του Τζαφέρη σταματάει κ’ η πέννα μου εδώ, γιατ’ αναγιόμοσαν δάκρυα τα μάτια του δόλιου αρβανίτη. Ο Σκέντος, ο Λιούλιος κ’ οι άλλοι οι σύντροφοι τους αναδάκρυσαν παρόμοια κι αυτοί κι εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες.

Α! τη σκηνή εκείνη δε θα την λησμονήσω ποτέ στη ζωή μου, καθώς και την άλλη όπ’ ακολούθησεν ύστερα.
Ο καφετζής ο Αζώηρος μας είπεν, ότι στα καλά χρόνια του, του την είχε πωλήσει την εικόνα ένας μπέης γείτονας του, οπόφευγε από τα Γιάννινα κι εξέκαμε τα σωθέματα του σεραγιού του. Ελέγονταν Ζεϊσέλμπεης τούτος, κ’ η γενιά του κρατούσε, καθώς γνώριζεν από τους παλιούς του, από τη μέσα την Αρβανιτιά, από την Κρόγια. Τι τάχα παράξενο να ήταν κι αγγόνι του Καστριώτη ο Μπέης τούτος;
Κ’ ύστερα, ο Γεροκαλαμένιος μάς έβαλε αραδαριά ολόγυρα του κι αρχίνησε να μας μολογάη για τον Καστριώτη:
– Άιντε, μωρέ πλιάκ’ ιντερμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Γεια σου, ωρέ γέρο ντελή, που τα ξαίρεις όλα.) Του φώναζαν κάθε τόσο οι αρβανίτες.
Κι ο Γεροκαλαμένιος μάς αράδιαζε κομμάτια από τα πολλά του Σκεντέρμπεη. Μας έλεγε:
– Πριν γεννηθή ο Σκεντέρμπεης, μωρέ παιδιά, η μάνα του, η βασίλισσα της Αρβανιτιάς, ονειρεύτηκε πως θα ν’ αποχτούσε θεριό ανήμερο κι ανυπόταχτο. Και σα γεννήθηκε, από τα μικρά-μικρά χρόνια παιγνίδια του ήτανε τ’ άρματα. Οι δάσκαλοι του, που τον μάθαιναν γράμματα και βασιλικό φέρσιμο κι ανδρειότη, τον εσυνήθιζαν ταχτικά στα κυνήγια και τον έθρεφαν βολές-βολές με καρδιές αρκουδιού και με πνεμόνια από καπρί.
Όντας πήρε ανάστημα και λεβεντιά και κορμί κι αγέρα, κι επρόβαλε παλληκαράς κι αντρειωμένος κι έμαθε πως αγριοδάμαλο του λόγγου έπεφτε κι εχάλαε της αδερφής του τα κτήματα κι οπού ‘χε σκοτώσει όσους είχαν πάει κατά πάνω του, καβαλικεύει τ’ αχώριστο τ’ άλογο του, το μπάλλιο, κι άδραμε’ το απάντησε, και με μια σπαθιά μοναχά του κατάκοψε την τραχηλιά πέρα ως πέρα και το θανάτωσε. Το ίδιο και μ’ ένα καπρί μέσα στα ρουμάνια της φραγκιάς, που κυνηγούσαν με της Πούλια το βασιλιά μαζί.
Ο Φράγκος βασιλιάς σκιάχτηκε κι ανατρόμαξε στο συναπάντημα του θεριού. Ο Σκεντέρμπεης όμως του ρίχτηκε με το δαμασκί του στο χέρι και του χώρισε το κορμί σε δυο κομμάτια.
– Την πάλλα του την φυλάν στην Πόλι μαζί με τους άλλους θησαυρούς των Σουλτάνων, καθώς μόλεγε ο Μπέης μου, είπεν ο Σκέντος. Λένε, μα το Θεό, πως και το μάλαγμα της μοναχά γιαίνει αρρώστιες και δείχνει θάματα.
– Ο Σουλτάν Μουχαμέτης, ο Ασβιούκ, όπως τον έλεγαν, ξανάρχισε ο Γεροκαλαμένιος, που τον πολεμούσε, ακούγοντας πολλά για το σπαθί του, έστειλε σ’ αυτόν άνθρωπο του και του το γύρβφε να το ιδή από περιέργεια.

Ο Σκεντέρμπεης το ‘στειλε μετά χαράς, κι ο Σουλτάνος επρόσταξε τους πλέον αντρειωμένους του να το δοκιμάσουν. Μα πού να κάνη όσα έκανε το σπαθί στα χέρια του αφεντικού του. Ο Σουλτάνος γυρίζοντας το πίσω του μήνυσε τούτα. «Τέτοια και καλύτερα σπαθιά έχω κι εγώ μέσα στ’ ασκέργια μου αμέτρητα και δεν επίστεψα πως μ’ ένα τέτοιο και συ κατορθώνεις τα όσ’ ακούω και δοκιμάζω θάματα σου».
Ο Σκεντέρμπεης τότες μπροστά στα μάτια του αποστολάτορα του Μουχαμέτη κάλεσε να του φέρουν ένα άλογο, χούφτιασε το σπαθί κι αφού τ’ ανέμισε και
το παίξε λίγο, το κατέβασε σαν αστραπή στο λαιμό του ζώου και το χώρισε με μιας. Και του είπε του αποστολάτορα:

«Σύρε τώρα και ειπέ του Σουλτάνου σου, πως αν είχε μπροστά του το απλό κι ασήμαντο τούτο σπαθί, δεν είχεν όμως εκεί και το χέρι μου».
– Άιντε μωρ’ πλιάκ’ ιντεμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Άιντε ωρέ γέρο ντελή, που τα ξαίρεις εσύ όλα.) Εφώναζαν αδιάκοπα στο μολογημό του οι αρβανίτες, και τον χάιδευαν στον ώμο, κι εσέρνονταν κοντύτερα στο πλευρό του. Κι ο γέρος εξακολουθούσε:
– Με δυο Σουλτάνους ολόβολους επολέμησε ο Σκεντέρ-μπεης, μωρέ παιδιά μου, κι έσφαξε αυτός ο ίδιος με το σπαθί του στα εικοσιτρία χρόνια που πολεμούσε πλιότερους από δύο χιλιάδες νομάτους, μοναχά αυτός.
Είχεν ολόγυρα του ποτέ δεκαπέντε και πότε είκοσι χιλιάδες παλληκαράκια αρβανιτόπουλα, κι ενίκαε πάντα κι εσκόρπαε κάθε βολά στρατέματ’ ακέρια από εκατό και διακόσιες χιλιάδες οχτρούς. Είχε καταντήσει το σκιάχτρο κ’ η φοβέρα των Σουλτάνων. Είχε βρει απόγονο κ’ ίσκιο αποκάτου από την πάλλα του η χριστιανοσύνη. Κι αν τον εβοήθαγε, μωρέ παιδιά, κ’ η αναθεματισμέν’ η Φραγκιά, εγώ σας το λέω πως μέσ’ την Πόλη μια μέρα θα να ‘μπαινε και θα να ‘σταινε μέσ’ τ’ Αν-μεϊν-τάν χο περήφανο φλάμπουρο του, μέσ’ εκεί που σήμερ’ ανεμίζουν τα τουγια και λάμπουν τα μισοφέγγαρα…
Τι με τηράτε με τέτοια παραξενιά;
Ο ίδιος ο Σουλτάνος ο Μουχαμέτης το είπε, πως αν ο Σκεντέρμπεης ήθελεν έχει ανώτερη δύναμη, δίχως άλλο όλον τον κόσμο ήθελε βάλει αποκάτου από το φλάμπουρο του!
– Άιντε, μωρέ πλιάκ’ ιντερμπούαρ! (Γεια σου, ωρέ γέρο ντελή!) εφώναξαν πάλι οι αρβανίτες.
– Όλ’ αυτά ακουστά τα ‘χω, μωρέ παιδιά μου, πως τα λεν τα χαρτιά και τα στόματα των παλιών. Ακουρμαστήτε και τούτο που ο ίδιος με τα μάτια μου το διάβασα. Μια βολά ο Φράγκος πρίγκηπας του Ταράντου, ύστερ’ από κάλο πετσόκομμα πόφαε από το στρατό του Σκεντέρμπεη, τόστειλε ένα πικρό γράμμα για εκδίκηση ο ανεύγενος, που του κατηγορούσε τη γενιά του Σκεντέρμπεη και που παρομοίαζε τους αρβανίτες του με κοπάδι χαζά κι ασυλλόγιστα πρόβατα….

– Του κι τέμενε, του κι τέμενε, παλιοφρέγκ μουρντάρ! (Τη μάνα σου, παλιόφραγκε μουρντάρη!) Έβρισαν μέσ’ τη μέση του λόγου του Γεροκαλαμένιου οι αρβανιτάδες.
– Μα να ιδήτε τι τ’ απαντάει κι ο Σκεντέρμπεης. «Εγώ ο Σκεντέρμπεης, του γράφει, βασιλιάς της Αρβανιτιάς, σ’ εσένα τον πρίγκιπα του Ταράντου. Κατηγοράς πολύ βαριά κι άσχημα τους ανθρώπους μου και παρομοιάζεις τ’ ασκέρι μου με χαζά πρόβατα. Τα έργατά μας σου έδειξαν την αξιάδα μας και την παλληκαργιά μας. Κι αν θέλης να ξαίρης πλιότερα για τη γενιά και για το σόι μας, μάθε το, ότι κρατιούμαστε από τους παλιούς Ηπειρώτες, μέσ’ από κείνους πόσυρε μιά βολά ο βασιλιάς Πύρρος μαζί του και σας επάτησεν όλον τον τόπο, όπως εμείς τες προάλλες, οπού σας πήραμαν αληθινά σαν κοπάδι από τραγιά μπροστά και σας εσαλαγήσαμαν ως τα σπίτια σας, χωρίς να σας δούμε ολότελα τη μορφή, παρά μοναχά τες πλάτες σας εκτός απ’ εκείνους που πιάκαμαν από σας σκλάβους».
– Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο τριμ’! (Άιντε, ωρέ Σκεντέρμπεη παλικαρά!) φώναξαν οι αρβανίτες.
– Άιντε, μωρ’ πλιάκ’ ιντερμπούαρ, κου ιντε γκιθ! (Γεια σου, ωρε γέρο ντελή, που τα ξαίρεις εσύ όλα!)

Και πέρασαν ένας ένας και φίλησαν αραδαργιά το Γερο-καλαμένιο στ’ ασπρόμαλλο κεφάλι, λέγοντας του μ’ εγκαρδιακό πόνο και με τρυφερό καϋμό, που τον έδειχναν ολοφάνερα τα βουρκωμένα μάτια κ’ η χαρούμενη μορφή τους:

– Γεμε βλέζερ, μωρέ πλιάκ, λέτε γιέμε νγκα ντου μπεσ’ ε λέτε θόνε τσε ντούαν γκόλιτε βρομέψουρα τα χασ μεβέ. (Είμεστε αδέρφια, ωρέ γέρο, ας είμεστε από δυο πίστες, – κι ας λεν ότι θέλουν τα μαγαρισμένα τα στόματα των οχτρών μας).