ΩΡΑ...

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Πώς ξανάσμιξαν στον Πόντο θεία και ανιψιός μετά από 60 χρόνια!


Τσαρσαμπά, το χωριό της Παρθένας Ζουρνατζίδου απ’ όπου το 1920 οι Τούρκοι έστειλαν 700 Έλληνες στην εξορία.
Το 1979 στο ποντιακό χωριό Κομνηνά Ξάνθης συνέβη στην οικογένεια Ζουρνατζίδη ένα συγκλονιστικό γεγονός, που δεν θα το πίστευαν ούτε στο πιο ακραίο όνειρό τους! Θεωρούσαν ένα μέλος της οικογένειάς τους, την Παρθένα Ζουρνατζίδου, νεκρή για εξήντα ολόκληρα χρόνια, ώσπου εντελώς τυχαία ανακάλυψαν ότι ζει σε ένα χωριό του Πόντου. Τότε ένας ανιψιός της, ο Σταύρος Ζουρνατζίδης, «εκστράτευσε» στον Πόντο, την βρήκε και την έφερε στην Ελλάδα, για να εκτυλιχθούν στο χωριό Κομνηνά της Ξάνθης συγκινητικές στιγμές όταν πληροφορούσε τους κατοίκους κι πληροφορούνταν και η ίδια για την τύχη συγγενών και φίλων κατά τη μαύρη περίοδο 1919 - 1922.
Ο Σταύρος Ζουρνατζίδης ήταν συγχωριανός μου στα Κομνηνά. Έζησα μαζί του όλη την αγωνία μέχρι να βρει τη θεία του και να την φέρει στο χωριό. Και τότε είχα γράψει μια ολόκληρη σελίδα στην εφημερίδα «Ακρόπολη» για το συγκινητικό αυτό θέμα.

Η Παρθένα Ζουρνατζίδου με την εγγονή της το 1970.
Η Παρθένα Ζουρνατζίδου κατοικούσε στην Τσαρσαμπά, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Σαμψούντα, και ήταν το 1920 μια όμορφη κοπέλα 20 ετών. Λίγο πιο πέρα από το σπίτι της έμενε ο ανιψιός της Σταύρος Ζουρνατζίδης, 12 ετών τότε, γιος του αδελφού της. Το 1920 η Τσαρσαμπά, όπως και όλες οι πόλεις του Πόντου, γνώρισαν μεγάλους διωγμούς, εξορίες και σκοτωμούς. Κατά το φθινόπωρο τμηματικά άρχισαν να στέλνουν στην εξορία το ελληνικό στοιχείο… Ο Σταύρος Ζουρνατζίδης θυμάται και αφηγείται (εν έτει 1979, ακριβώς πριν από 35 χρόνια):
«Ένα πρωί μάζεψαν μια μεγάλη ομάδα 700 ατόμων, Έλληνες, και τους είπαν ότι θα πάνε σε άλλη περιοχή. Στην ομάδα αυτή ήταν και η θεία μου η Παρθένα, καθώς και οι μισοί συγγενείς μας. Μετά από λίγο καιρό μάθαμε ότι από την ομάδα αυτή δεν επέζησε κανένας συγγενής μας. Άλλοι πέθαναν από το κρύο μέσα στα χιόνια, άλλοι από την πείνα και την κακουχία, κι άλλους τους σκότωσαν. Έτσι μείναμε με την εντύπωση ότι και η θεία μου χάθηκε. Δυο χρόνια μετά, αφού υποστήκαμε τα πάνδεινα, φύγαμε στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαμε στο χωριό Κομνηνά της Ξάνθης».
Ας δούμε όμως τι αφηγείται (το 1979) η Παρθένα από τη στιγμή που την πήραν στην εξορία:
«Στην εξορία τραβήξαμε πολλά. Στην πορεία οι ηλικιωμένοι έπεφταν από την εξάντληση και τους εγκατέλειπαν, όπως και τα μικρά παιδιά που έπεφταν λιπόθυμα από την πείνα και την εξάντληση. Έμεναν άταφοι και τους έτρωγαν τα αγρίμια. Όσο περνούσε ο καιρός όλο και λιγοστεύαμε. Μια μέρα με πλησίασε ένας Τούρκος αποσπασματάρχης και μου είπε: “Θέλω να σε παντρευτώ. Αν αρνηθείς θα σ’ εκτελέσω μαζί με τους συγγενείς σου”. Αρνήθηκα στην αρχή, αλλά από τις πολλές απειλές κάμφθηκα και τον παντρεύτηκα. Μετά από λίγο καιρό μ’ έκανε κι αλλαξοπίστησα.
»Μου έδωσαν το όνομα Αϊσέ. Μετά από μήνες, ο άνδρας μου πήρε μετάθεση στα Κοτύωρα (Ορντού) και αναγκαστικά τον ακολούθησα. Το ασκέρι με τους εξορίστους, όσους είχαν απομείνει, δεν γνωρίζω τι τύχη είχε. Ο άνδρας μου μου φερόταν καλά και φρόντιζε να με κάνει ευτυχισμένη. Μάλιστα αποκτήσαμε κι ένα κοριτσάκι. Το 1936, αν θυμάμαι καλά, πέθανε ο άνδρας μου και μετά από λίγα χρόνια πάντρεψα την κόρη μου. Τότε είχα όλη την ευκαιρία να ψάξω για συγγενείς και πατριώτες. Δεν γνώριζα αν υπάρχουν, και αν υπάρχουν πού βρίσκονται...
»Ξεκίνησα να πάω στη Σαμψούντα να ψάξω, να ρωτήσω, μήπως και είμαι τυχερή. Και πάντα με το φόβο μην ανακαλύψουν τι ψάχνω... Σοφίστηκα ένα τέχνασμα και σε κάποιον είπα ψέματα, ότι αν ξέρει κανέναν Έλληνα στην πόλη να μου τον συστήσει για να με πληροφορήσει το μέρος που είχε κρύψει λίρες ο πατέρας μου και θα έπαιρνε κι αυτός το μερτικό του.
»Το κόλπο έπιασε. Κάποιος με πληροφόρησε για τον Μαχίρ ο οποίος τούρκεψε σε ηλικία 8 ετών! Οι γονείς του είχαν σκοτωθεί και κάποια φιλική γειτονική τουρκική οικογένεια τον υιοθέτησε. Ο Μαχίρ διατηρούσε ένα μεγάλο καφενείο στη Σαμψούντα καθώς και άλλα καταστήματα. Ήταν πανέξυπνος, πλούτισε, παντρεύτηκε μάλιστα και μια Τουρκάλα. Γρήγορα βρήκα τον Μαχίρ, τον ρώτησα και μου είπε ότι κατά καιρούς περνούν μερικοί δικοί μας από το μαγαζί του. Τότε τον παρακάλεσα να δίνει σε όποιον βλέπει τη διεύθυνση και το τηλέφωνό μου για να έχω μια επαφή...».
«Τ’ εμετέρ’ ντο ένταν;», «Εφέκαν τ’ οστούδε τουν σα ρασσία...»

Εδώ σταματούν οι προσπάθειες της Παρθένας ή Αϊσέ. Οι ελπίδες της να βρει συγγενή της ήταν μηδαμινές. Ωστόσο ήλπιζε... Τη σκυτάλη της αφήγησης πήρε κατόπιν ο Σταύρος:
«Πριν από μερικά χρόνια, κάποιος Τσακίρης από ένα χωριό της Δράμας πήγε εκδρομή στον Πόντο για να δει τα μέρη όπου γεννήθηκε και να επισκεφτεί και το πατρικό του σπίτι. Συμπτωματικά μπήκε στο καφενείο του Μαχίρ και παρήγγειλε καφέ για να πιει. Ενώ έπινε τον καφέ του, ο Μαχίρ τον ρωτά από πού είναι. Από την Ελλάδα, απαντά ο Τσακίρης. Τότε του αποκάλυψε πως πριν από μερικά χρόνια πέρασε μια Ελληνοτουρκάλα που αναζητούσε χαμένους συγγενείς της και έδωσε στον Τσακίρη τη διεύθυνσή της. Ήταν η θεία μου! Ο Μαχίρ μετά από λίγες μέρες πέθανε, το μήνυμα όμως της θείας μου δόθηκε σε ελληνικά χέρια.
»Πριν από αρκετούς μήνες, ενώ ο Τσακίρης αφηγείτο σε καφενείο του χωριού του τις εντυπώσεις του από το ταξίδι εκείνο, ανέφερε και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση μιας Ελληνοτουρκάλας. Στο καφενείο μέσα παρακολουθούσε τη συζήτηση και ένας συγχωριανός μου. Μόλις άκουσε το όνομα, τινάχτηκε όρθιος! “Είναι συγγένισσά μας!” είπε. Αμέσως με ειδοποίησε, πήγα στο χωριό της Δράμας, πήρα τη διεύθυνση, αλληλογράφησα με τη θεία μου και βεβαιώθηκα ότι ήταν αυτή! Τίποτα πλέον δεν με κρατούσε. Έβγαλα διαβατήριο και πήγα στην Τουρκία...

Ο μακαρίτης σήμερα Σταύρος Ζουρνατζίδης (δεξιά) από το χωριό Κομνηνά Ξάνθης, με τον φίλο του Ανέστη Παπαδόπουλο από το χωριό Ταξιάρχες Δράμας.
»[...] Ήταν η ώρα 7 το πρωί όταν ο ταξιτζής μ’ άφησε έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Τα γόνατά μου έτρεμαν, η καρδιά μου από τους δυνατούς χτύπους πήγαινε να σπάσει... Πήρα βαθιές ανάσες κι ανέβηκα τις λίγες σκάλες. Χτύπησα την τζαμόπορτα και περίμενα... Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Υπέθεσα ότι πρέπει να είναι αυτή. Είπα το όνομά μου, Σταύρος! “Ισταυρί;” έκανε εκείνη κι πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε επί δύο ώρες περίπου χωρίς να πούμε λέξη... Κοιταγόμασταν στα μάτια, αγκαλιαζόμασταν, κλαίγαμε, χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε από το στόμα μας λέξη...
»Έμεινα αρκετές μέρες στην Ορντού. Της διηγήθηκα και μου διηγήθηκε τα παλιά και κλαίγαμε... Γρήγορα φρόντισε ο γαμπρός της, ένα εξαίρετο παιδί, της έβγαλε διαβατήριο και την έφερα στην Ελλάδα για λίγο καιρό...».

Η συνέχεια της συγκίνησης μεταφέρθηκε στα Κομνηνά Ξάνθης. Όλοι οι μεγάλοι σε ηλικία κάτοικοι του χωριού, κυρίως του Φελέκ Μαχαλά, που κατάγονταν όλοι από την ίδια περιοχή, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Σταύρου και ρωτούσαν τη γεμάτη χαρά Παρθένα: «Τ’ εμετέρ’ ντο ένταν;» (οι δικοί μας τι έγιναν;) Και για όσους ήξερε έδινε την απάντηση: «Εφέκαν τ’ οστούδε τουν σα ρασσία...» (άφησαν τα κόκαλά τους στα βουνά…).
Η Παρθένα Ζουρνατζίδου έμεινε περίπου έναν μήνα στα Κομνηνά και κατόπιν επέστρεψε στην Τουρκία, αφού εκπλήρωσε μια μοναδική και απίστευτη επιθυμία της, να δει χαμένους συγγενείς της. «Ήταν από το Θεό», έλεγε.
Φεύγοντας από την Ελλάδα η Παρθένα Ζουρνατζίδου, ή Αϊσέ, είχε πει στον ανιψιό της Σταύρο («Σταυρίκα» για τους χωριανούς του), την εξής φράση:
«Ελπίζω να σε ξαναδώ με τα μάτια αυτού του κόσμου και όχι του αλλουνού...».
Η Παρθένα και ο Σταυρίκας δεν αξιώθηκαν έκτοτε να ξανασμίξουν, να βρεθούν και να μιλήσουν. Βλέπονται τώρα όχι με τα μάτια αυτού του κόσμου, αλλά του αλλουνού…
Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης
Πηγή: Pontos-news.gr

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Το ανατριχιαστικό χρονικό της Γενοκτονίας των Αρμενίων (Σκληρές εικόνες)


Το πρώτο σχέδιο μαζικής εξόντωσης ενός έθνους που έλαβε χώρα στον 20ό αιώνα 
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την ημέρα που εκδόθηκε το ιστορικό πόνημα για την αρμενική τραγωδία του 1915 του Χασάν Τζεμάλ, γνωστού τούρκου αρθρογράφου και συγγραφέα.
Η ιδιαιτερότητα εδώ είναι ότι ο Τζεμάλ είναι εγγονός του Τζεμάλ Πασά, ενός εκ της ζοφερής τριανδρίας των πασάδων - Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ - που κυβέρνησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου και ήταν οι βασικοί πρωτεργάτες στην ενορχήστρωση της γενοκτονίας. Ο παππούς Τζεμάλ δολοφονήθηκε στην Τιφλίδα το 1922 από τον Αρμένιο Στεπάν Τζαγικιάν, στο πλαίσιο του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών της Αρμενικής Επαναστατικής Ένωσης κατά των πρωταιτίων της θηριωδίας που θα γινόταν γνωστό ως «Επιχείρηση Νέμεσις».
Ο Χασάν Τζεμάλ εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν στη συγγραφή ενός τέτοιου αμφιλεγόμενου στην πατρίδα του βιβλίου ήδη από τον πρόλογο:
«Πώς μπορούμε να προχωρήσουμε προς το μέλλον χωρίς να αντιμετωπίσουμε τα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος; Δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουμε αυτό τον πόνο. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το σήμερα που ζούμε να είναι δέσμιο του παρελθόντος. Η θλίψη του 1915 δεν είναι υπόθεση του παρελθόντος, αλλά σημερινή. Μπορούμε να κατακτήσουμε την ειρήνη μόνον όταν αποδεχθούμε την ιστορία, αλλά την πραγματική ιστορία, όχι μια ιστορία επινοημένη και παραποιημένη σαν τη δική μας».
Η ιστορική μαρτυρία του εγγονού ενός εκ των ζοφερών εκτελεστών του πλάνου για την αρμενική εθνοκάθαρση παραμένει ζωτικής σημασίας σε μια χώρα που συνεχίζει να υποστηρίζει με επιμονή ότι οι εκτοπίσεις των Αρμενίων το 1915 δεν ήταν μέρος ενός καλοσχεδιασμένου σχεδίου γενοκτονίας, αλλά μια οργανωμένη μεταφορά και επανεγκατάσταση πληθυσμών. Το μόνο που λείπει από την ιστορική παραχάραξη είναι το γεγονός ότι δεν έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν μέχρι σήμερα στην ανθρωπότητα με πειστικό τρόπο τι απέγιναν οι «εκτοπισθέντες».
Κι αυτό γιατί 1,5 εκατομμύριο περίπου άνθρωποι (σε σύνολο 3 εκατ. Αρμενίων που διαβιούσαν στα ανατολικά κυρίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) σκοτώθηκαν από μαχαίρι ή από τις κακουχίες στα καταναγκαστικά έργα, κάηκαν μαζικά ζωντανοί, πνίγηκαν στη Μαύρη Θάλασσα και τον Ευφράτη ή χάθηκαν στην έρημο της Συρίας, στις αναγκαστικές «πορείες θανάτου» που τους επέβαλε η πολιτική των Νεότουρκων.
Η πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα, με τη συστηματική εξόντωση της χριστιανικής μειονότητας από τις οθωμανικές αρχές, υπήρξε ο προάγγελος του εβραϊκού ολοκαυτώματος κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς ο ίδιος ο Χίτλερ (που γνώριζε καλά τα τεκταινόμενα από τη γερμανική εμπλοκή στην αρμενική εθνοκάθαρση) δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την επιβεβλημένη λήθη της τραγωδίας των Αρμενίων ως άλλοθι για τα δικά του ζοφερά πλάνα: από τη στιγμή που το Βερολίνο όχι μόνο γνώριζε ακριβώς (όπως μαθαίνουμε από τα διπλωματικά αρχεία του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών της περιόδου 1915-1918) τα όσα τρομερά συνέβαιναν στον αρμενικό πληθυσμό εντός της αυτοκρατορίας, μετά την απόφαση του Ταλαάτ Πασά για την ομαδική «μετεγκατάστασή» τους, αλλά και στραγγάλισε αποφασιστικά κάθε προσπάθεια να παρεμποδιστεί η γενοκτονία, δικαιούνταν ο Χίτλερ να αναρωτηθεί το 1939 «Ποιος μιλάει σήμερα για τον αφανισμό των Αρμενίων;», υπαινισσόμενος ότι και το ολοκαύτωμα του εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης θα περνούσε στα ψιλά της Ιστορίας.
Αν και ο παράφρονας δικτάτορας που αιματοκύλησε την Ευρώπη είχε για μια ακόμη φορά άδικο, καθώς η ιστορία τον διέψευσε. Κανείς δεν έχει ξεχάσει την αρμενική τραγωδία και πάντα θα μνημονεύεται ως μια από τις μελανότερες σελίδες του 20ού αιώνα, ένα μνημείο θηριωδίας, κτηνωδίας, μισαλλοδοξίας αλλά και εθνικιστικής έξαρσης. 
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι εντολές του εγκεφάλου της αρμενικής εκστρατείας αντιποίνων «Επιχείρηση Νέμεσις» προς τον εκτελεστή του Ταλαάτ Πασά ήταν ρητές. Ήταν στις 15 Μαρτίου 1921 στο Βερολίνο όταν μια ομάδα νεαρών Αρμενίων εκτέλεσε μέρα μεσημέρι καταμεσής των περαστικών τον Νο 1 πρωταίτιο της γενοκτονίας, τον πρώην μεγάλο βεζίρη και υπουργό Εσωτερικών της Υψηλής Πύλης το 1915, Ταλαάτ Πασά. Ο ενορχηστρωτής της Αρμενικής Επαναστατικής Ένωσης, Σαχλάν Ναταλί, διέταξε τον εκτελεστή του διαβόητου τούρκου υπουργού, Σοχομόν Τεχλιριάν, «μόλις τινάξεις στον αέρα το κρανίο του υπ’ αριθμόν 1 δολοφόνου του έθνους, δεν θα προσπαθήσεις να ξεφύγεις. Θα μείνεις εκεί, θα βάλεις το πόδι σου πάνω στο πτώμα του και θα παραδοθείς στους αστυνομικούς που θα έρθουν να σου περάσουν χειροπέδες». 
Όπως ξέρουμε, ο Τεχλιριάν δικάστηκε και αθωώθηκε για την εν ψυχρώ δολοφονία, κάτι που λειτούργησε ως μια πρώτη απόδειξη για τα αισθήματα της ανθρωπότητας απέναντι στο τερατώδες έγκλημα της μαζικής εξόντωσης του αρμενικού στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας… 
Πρώτες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις


Η τραγωδία του αρμενικού έθνους άρχισε σταδιακά αρκετά χρόνια πριν από την τελική λύση της γενοκτονίας. Ο πανάρχαιος χριστιανικός πληθυσμός που ζούσε στην Εγγύς Ανατολή μοιραζόταν μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και στην τσαρική επικράτεια ζούσε κάτω από ένα σχετικά ανεκτικό καθεστώς (αν και δεν έλειπαν μαζικοί εκρωσισμοί). Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όμως το σκηνικό ήταν σαφώς διαφορετικό, αφού υφίσταντο παντός είδους διώξεις, όπως και οι άλλοι εξάλλου χριστιανικοί λαοί της αυτοκρατορίας (Πόντιοι, Έλληνες, Ασσύριοι κ.λπ.).
Με την ανάδυση των εθνικιστικών αισθημάτων του 19ου αιώνα, οι Αρμένιοι βρέθηκαν στη δίνη του κυκλώνα: ο σουλτάνος τους υποπτευόταν για αποσχιστικές τάσεις την ίδια στιγμή που οι Ρώσοι, εποφθαλμιώντας τα εδάφη του «μεγάλου ασθενούς», της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δηλαδή, υπέθαλπαν και έτρεφαν περαιτέρω τις όποιες αυτονομιστικές φιλοδοξίες τους.
Κι έτσι ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β’ δεν δίστασε να προβεί σε άγριους διωγμούς εναντίον των Αρμενίων της επικράτειάς του, με το μαζικό πογκρόμ να βρίσκει το αποκορύφωμά του στις ανατριχιαστικές σφαγές στο Σασούν (1894) και τις μαζικές εκτελέσεις της διετίας 1895-1896, που στοίχισαν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες Αρμενίους.


Η επικράτηση του κινήματος των φιλελεύθερων αρχικά Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1908, παρά τις αρχικές ελπίδες που γέννησε στην αρμενική κοινότητα για αλλαγή πλεύσης στην πολιτική της άλλοτε κραταιής αυτοκρατορίας και χορήγηση ισονομίας και ισοπολιτείας, δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση για τους χριστιανικούς λαούς. Αντί για τον σεβασμό των συνθηκών και την πραγμάτωση των μεταρρυθμίσεων, όπως είχε υποσχεθεί η πολιτική των Νεότουρκων, το νέο καθεστώς έγινε σύντομα αυταρχικό, συγκεντρωτικό και «εκτουρκιστικό» και προέβη σε νέους διωγμούς των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα, αλλά και την ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας. 
Η σφαγή στα Άδανα έλαβε χώρα στο περιθώριο επιχείρησης καταστολής πραξικοπήματος, ενσαρκώνοντας έτσι τόσο την τουρκική προπαγάνδα εναντίον του αρμενικού στοιχείου αλλά και το ζοφερό πλάνο που ενορχηστρωνόταν ήδη στο χαρτί. Μερίδα αξιωματικών του τουρκικού στρατού, σε συνεργασία με ισλαμιστές σπουδαστές, επιχείρησαν να ανατρέψουν το καθεστώς των Νεότουρκων και να επαναφέρουν τον σουλτάνο στην εξουσία. Το απόσπασμα των δυνάμεων που στάλθηκε στα Άδανα για να καταστείλει το πραξικόπημα στράφηκε από την πρώτη στιγμή και κατά των Αρμενίων της περιοχής, δολοφονώντας 28.000 - 30.000 ψυχές και υφαρπάζοντας το βιος τους.


«Οι χριστιανοί καίγονταν σαν τα ζωύφια», έγραφε στην ολοσέλιδη ανταπόκρισή της (10 Ιουλίου 1909) η βρετανική εφημερίδα «The Graphic» για όσα είχαν εκτυλιχθεί στα Άδανα λίγους μήνες πρωτύτερα. Ο απεσταλμένος της εφημερίδας (J.L.C. Booth) περιέγραψε με ανατριχιαστική λεπτομέρεια το τι έκανε ο μαινόμενος όχλος από πόρτα σε πόρτα, σφαγιάζοντας χιλιάδες συμπολίτες του αρμενικής καταγωγής:
«Ομάδες αντρών έμπαιναν στα σπίτια, τα περιέλουζαν με κηροζίνη και άναβαν φωτιές. Οι περισσότεροι άνθρωποι καίγονταν ζωντανοί. Δεν μπορούσαν ούτε να διαφύγουν από τα φλεγόμενα κτίρια. Στις εξόδους τους περίμεναν οπλισμένοι στρατιώτες που πυροβολούσαν όσους έβγαιναν. Αρκετοί πηδούσαν από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα για να γλιτώσουν. Όσοι δεν σκοτώνονταν από την πτώση, εκτελούνταν επιτόπου».
Οι δεκάδες των θυμάτων του 1890, οι εκατοντάδες του 1894, οι χιλιάδες του 1895, οι δεκάδες χιλιάδες του 1896 και οι εκατοντάδες χιλιάδες του 1909 δεν ήταν όμως αρκετές για την εθνοκάθαρση που ζητούσαν οι Τούρκοι στα εδάφη τους. Σύντομα οι τουρκικές ορδές θα κατέσφαζαν εκατομμύρια αρμενίων αγωνιστών, θα εκτόπιζαν αθώους και θα ερήμωναν τη χώρα από το χριστιανικό στοιχείο…
Η δεύτερη και κύρια φάση της εξόντωσης


Η συστηματική εξόντωση των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, όταν σουλτάνος και τσάρος βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Το σχέδιο του σκοτεινού υπουργού Εσωτερικών, Ταλαάτ Πασά, και της διαβόητης παρέας του μπήκε σε εφαρμογή στις 24 Απριλίου 1915, με τη σύλληψη 250 επιφανών Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι εκτελέστηκαν το ίδιο βράδυ (η 24η Απριλίου έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης για την Αρμενική Γενοκτονία).
Με σύνθημα «θάνατος στους διανοούμενους», τα ξημερώματα της 24ης Απριλίου, την ίδια μέρα που έλαβε χώρα η αποτυχημένη συμμαχική απόβαση στην Καλλίπολη, η αστυνομία της Πόλης συνέλαβε 250 (ή 300, κατ’ άλλες πηγές) διανοούμενους αλλά και προβεβλημένες προσωπικότητες της τοπικής αρμενικής κοινότητας (δημοσιογράφους, πολιτικούς, συγγραφείς, γιατρούς, δασκάλους κ.λπ.), με τον αριθμό να αυξάνεται αμέσως αργότερα, καθώς το ίδιο συνέβη και σε άλλες γωνιές των οθωμανικών εδαφών. Οι περισσότεροι βασανίστηκαν άγρια και εκτελέστηκαν ατιμωτικά, την ίδια ώρα που άλλοι φυλακίστηκαν, εκτοπίστηκαν ή στάλθηκαν σε τάγματα θανάτου.


Η καρατόμηση της πνευματικής ελίτ των Αρμενίων, όλων αυτών των μορφωμένων στο εξωτερικό ανθρώπων που προσπαθούσαν δηλαδή να αφυπνίσουν τους συμπατριώτες τους ώστε να διεκδικήσουν καλύτερη μοίρα αλλά και κοινωνική θέση στα οθωμανικά εδάφη (όλες οι χριστιανικές και εβραϊκές μειονότητες θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία), θα άφηνε ακέφαλη την κοινότητα, ώστε να καταστεί ευκολότερη η μαζική εξόντωσή της. Το ζοφερό σχέδιο της ισχυρής τριανδρίας της αυτοκρατορίας θα έφερνε σε πέρας ο πρωτόγνωρος ζήλος των κατώτερων τούρκων αξιωματούχων.
Οι ιστορικοί αναγνωρίζουν τρεις ιστορικές περιόδους στη γενοκτονία των Αρμενίων, τρεις τραγικές φάσεις δηλαδή ενός σχεδίου για το ξεκλήρισμα του πληθυσμού από τη νόμιμη πατρίδα του. Καμία διάκριση δεν θα γίνει μεταξύ ανδρών, γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων. Οι σφαγές, η κακοποίηση και οι βιασμοί γίνονταν σε ημερήσια διάταξη, καθώς οι Αρμένιοι σε όλα τα μήκη και πλάτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπρεπε να εξαφανιστούν, στο πλαίσιο του δόγματος του «παντουρκισμού», της δημιουργίας δηλαδή ομοιογενούς τουρκικού πληθυσμού στην πολυσύνθετη αλλά καταρρέουσα αυτοκρατορία.


Στην πρώτη φάση του «Μεγάλου Εγκλήματος», όπως το ονόμαζαν οι τραγικοί επιζήσαντες Αρμένιοι κατά τα πρώτα χρόνια μετά την εθνοκάθαρση, περίπου 60.000 Αρμένιοι στρατολογήθηκαν στις οθωμανικές στρατιές, αν και τα σχέδια του Ταλαάτ Πασά μόνο αθώα δεν ήταν: οι αρμένιοι στρατιώτες αφοπλίστηκαν και εκτελέστηκαν (το ζοφερό γεγονός έλαβε χώρα πριν από τη μαύρη επέτειο της 24ης Απριλίου). 
Για τη δεύτερη φάση μιλήσαμε πρωτύτερα και ήταν ο αφανισμός της πολιτικής και πνευματικής ελίτ των Αρμενίων, κάτι που λογίζεται ως η συμβατική έναρξη της αρμενικής γενοκτονίας. Αν και ήταν το τρίτο τμήμα του φρικιαστικού πλάνου που θα αποκάλυπτε στην τραγική του ανάπτυξη το μέγεθος της εθνοκάθαρσης που είχαν εμπνευστεί οι Οθωμανοί: άντρες, γυναίκες, παιδιά και υπερήλικες εξοντώθηκαν μαζικά και στάλθηκαν στην έρημο της Συρίας, αφήνοντας την πείνα, τις κακουχίες και τις πορείες θανάτου να κάνουν τα υπόλοιπα. 


Η τρίτη φάση άρχισε με ομαδικές σφαγές του αρμενικού λαού στην ανατολική Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό εδώ είναι το τηλεγράφημα του Ταλαάτ Πασά (28 Απριλίου 1915) προς τους κυβερνήτες των περιοχών αυτών: «Αποφασίστηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισή τους στις ερήμους και την εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου». Έως το 1918 και την οριστική συνθηκολόγηση των Τούρκων, 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι θα έχαναν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη ζωή τους. 
Οι Νεότουρκοι, που είχαν επιστρέψει στην εξουσία από το 1913, είδαν στην κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου την καλύτερη δυνατή ευκαιρία για να εκμηδενίσει την αρμενική παρουσία από τον ιστορικό της τόπο. Η Τουρκία, συντασσόμενη με τις Κεντρικές Δυνάμεις, εκμεταλλεύτηκε την απομόνωση της χώρας και προχώρησε με πρωτοφανή αγριότητα στην εκκαθάριση της οθωμανικής επικράτειας από τους αρμενικούς της πληθυσμούς. Το σχέδιο των Νεότουρκων χρονολογούνταν ήδη από το 1911, αν και ήταν στα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου που θα εξελισσόταν σε ευρείας κλίμακας επιχείρηση εθνοκάθαρσης.


Όσα αθώα θύματα δεν εξοντώθηκαν άμεσα από το οθωμανικό χέρι, πέθαναν στις πορείες του θανάτου μέχρι τις εσχατιές της ερήμου της Συρίας, καταλήγοντας αποκαμωμένοι από την πείνα, τις κακουχίες και τις επιδημίες, όταν δεν σφαγιάζονταν από τούρκους αστυνομικούς, στρατιώτες αλλά και κούρδους ληστές. Χιλιάδες παιδιά δεν επιβίωσαν στον μαρτυρικό αυτό εκτοπισμό και η φρίκη τους έγινε στον αγγλοσαξονικό κόσμο αποτρεπτικό παράδειγμα: οι γονείς σε Αγγλία και ΗΠΑ συμβούλευαν άλλοτε τα παιδιά τους να τρώνε όλο τους το φαγητό για να μην πάθουν ό,τι και τα παιδιά των Αρμενίων(!). 
Ο απόηχος


Η φρικαλεότητα των απάνθρωπων πράξεων που έδωσαν σάρκα και οστά στη μεθοδική και μαρτυρική εξολόθρευση του αρμενικού στοιχείου από τα πατρώα του εδάφη αρρωσταίνει όποιον επιχειρήσει να τη μελετήσει νηφάλια. Η γενοκτονία του 1915 παρέμεινε ατιμώρητη από τη διεθνή κοινότητα, παρά το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, βρισκόταν στους ηττημένους του Μεγάλου Πολέμου (η ιστορική έρευνα έχει φέρει πια στο φως ντοκουμέντα που θέλουν τους Γερμανούς όχι μόνο να γνωρίζουν την τραγωδία αλλά και να ενθαρρύνουν τους Οθωμανούς να εξοντώσουν τους Αρμένιους, επειδή τους θεωρούσαν φίλα προσκείμενους στους Ρώσους). 


Όπως ξέρουμε, το διάδοχο σχήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Τουρκία, δεν αναγνώρισε ποτέ τη Γενοκτονία των Αρμενίων, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση καταστολής και εκτοπισμού όσων Αρμενίων είχαν συνεργαστεί ανοιχτά με τις ρωσικές δυνάμεις εισβολής στην ανατολική Τουρκία (κάτι σαν θύματα εμφυλίου πολέμου κοντολογίς!). Όσο για τον αριθμό των αθώων θυμάτων, τον καταποντίζει στις 300.000 ψυχές (λες και πρόκειται για αμελητέο νούμερο). 


Μέχρι το 2014, 21 χώρες είχαν αναγνωρίσει επισήμως τη Γενοκτονία των Αρμενίων (Αργεντινή, Βέλγιο, Καναδάς, Χιλή, Κύπρος, Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λίβανος, Ολλανδία, Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Ελβετία, Ουρουγουάη, Βατικανό, Βενεζουέλα, Αρμενία), αλλά και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) και το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Τη Γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει επίσης οι 43 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ, τρεις περιοχές της Ισπανίας (Βασκονία, Καταλονία, Βαλεαρίδες Νήσοι), η Σκοτία, η Ουαλία και η Βόρειος Ιρλανδία από τη Μεγάλη Βρετανία και δύο περιοχές της Αυστραλίας (Νέα Νότιος Ουαλία και Νότια Αυστραλία).


Η επόμενη μέρα της γενοκτονίας βρήκε το παραδοσιακό αρμενικό στοιχείο της Τουρκίας αποδεκατισμένο: από τα 3 εκατομμύρια πληθυσμού τον Απρίλιο του 2015, λίγους μήνες αργότερα (Δεκέμβριος) οι μισοί είχαν σφαγιαστεί, εκτοπιστεί και εκπατριστεί. Από το φοβερό μαζικό έγκλημα που δεν είχε απλώς την καθεστωτική ανοχή αλλά σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από το ίδιο το καθεστώς, ελάχιστοι Αρμένιοι απ’ όσους κατάφεραν να σωθούν παρέμειναν στην Τουρκία. Από τα 3 εκατ. του 1915, κάπου 50.000 Αρμένιοι παραμένουν πια στα προγονικά τους εδάφη.
Περισσότερες από 400.000 ψυχές ξεριζώθηκαν και βρήκαν νέες πατρίδες στη Δύση, με την πλειονότητα να βρίσκει τελικά τον δρόμο προς τον Νέο Κόσμο: η αμερικανοαρμενική κοινότητα αριθμεί σήμερα περισσότερα από 800.000 μέλη. Όλη η αρμενική διασπορά είναι αποτέλεσμα της θηριωδίας που οι Τούρκοι κάνουν ό,τι μπορούν να μην αναγνωριστεί ως γενοκτονία. 


Πολύ πρόσφατα, στην επέτειο των 100 ετών από τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ο Πάπας Φραγκίσκος αποκάλεσε σε λειτουργία του στον Άγιο Πέτρο τη σφαγή του αρμενικού πληθυσμού ως την «πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα», προκαλώντας για άλλη μια φορά την άμεση αντίδραση της Τουρκίας, η οποία ανακάλεσε επιτόπου τον πρεσβευτή της στο Βατικανό. Ο Πάπας δεν αρκέστηκε σε αυτό αλλά κάλεσε ανοιχτά «όλους τους αρχηγούς κρατών και διεθνών οργανισμών να καταδικάσουν τέτοια εγκλήματα με απόλυτη αίσθηση καθήκοντος, χωρίς να ενδίδουν στη διγλωσσία ή στον συμβιβασμό». 


Τρεις μόλις μέρες αργότερα και ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνεδρίαζε για την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε με τον γνώριμο λαϊκισμό ότι «όποια κι αν είναι η απόφασή τους, θα μπει από το ένα αφτί και θα βγει από το άλλο», την ίδια στιγμή που το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας κατηγόρησε το ψήφισμα της Ευρωβουλής λέγοντας ότι προσπαθεί να «ξαναγράψει την Ιστορία».


Η ακατανόητη άρνηση της σύγχρονης Τουρκίας να αποδεχθεί την ιστορική αλήθεια του πρόσφατου παρελθόντος της συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης, αν και παρά το λυσσαλέο πείσμα της, η αναγνώριση του μαρτυρίου των Αρμενίων προχωρά αργά αλλά σταδιακά σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτός μόνο θα μπορούσε να είναι ο ύστατος φόρος τιμής στα αθώα θύματα της εθνικιστικής έξαρσης και της φυλετικής καθαρότητας που ήθελαν οι Τούρκοι στα εδάφη τους. Το να αναγνωριστεί η Γενοκτονία των Αρμενίων σε οικουμενικό επίπεδο δεν είναι ζήτημα πολιτικής διπλωματίας ή ιστορικών συμβιβασμών, είναι πρωτίστως θέμα στοιχειώδους σεβασμού στη μνήμη, τον πολιτισμό και τη μακραίωνη ιστορία ενός λαού. Δεν θα μείνει στα αζήτητα της Ιστορίας, δεν θα ξεχαστεί ποτέ. 


Στον επίλογο του βιβλίου του («1915: Η Γενοκτονία των Αρμενίων»), ο Χασάν Τζεμάλ αποκαλύπτει τη δική του τριβή με τον όρο «γενοκτονία». Ενώ βρισκόταν λοιπόν στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ για μια πανεπιστημιακή διάλεξη, αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει την επίμαχη λέξη στον τίτλο. Πότε έγραφε, πότε έσβηνε τη λέξη και συλλογιζόταν: «Δεν το γνωρίζω; Δεν γνωρίζω την τακτική του αφανισμού της διαφορετικότητας στην εθνικότητα, τον πολιτισμό, την ιδεολογία; Δεν γνωρίζω πως αυτή ξεκίνησε την εποχή των Νεότουρκων; Δεν γνωρίζω πως επιθυμούσαν μια Ανατολία αποκαθαρμένη από τους εσωτερικούς εχθρούς; Δεν γνωρίζω πως οι αντιλήψεις των Ιττιχαντιστών και των ιδρυτών της τουρκικής δημοκρατίας υπάρχουν ακόμη και σήμερα; Δεν γνωρίζω πως με αυτή την έννοια το 1915 είναι μια μοιραία χρονολογία; Φυσικά και το γνώριζα! Γι’ αυτό τον λόγο ονόμασα τελικά το βιβλίο μου “1915: Η Γενοκτονία των Αρμενίων”»… 


Πηγή: Newsbeast.gr

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Μπέρτολτ Μπρέχτ - Για τον όρο «μετανάστες»




Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

Μπέρτολτ Μπρέχτ, Ποιήματα, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Ζήτημα ταξικό η ανάπτυξη του εγκεφάλου των παιδιών


Νευροεπιστήμονες του Πανεπιστημίου Κολούμπια και του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια δημοσιοποίησαν πριν από μερικές ημέρες την πληρέστερη έρευνα - μέχρι σήμερα - για τη σχέση των κοινωνικοοικονομικών παραγόντων με την ανάπτυξη του εγκεφάλου των παιδιών. Τα αποτελέσματα δείχνουν πως η διανοητική ανάπτυξη των παιδιών σχετίζεται άμεσα με την οικονομική κατάσταση των γονιών τους και σε καμία περίπτωση η ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου δεν συνδέεται με φυλετικές ή εθνοτικές διαφορές.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας «Family income, parental education and brain structure in children and adolescents» (Οικογενειακό εισόδημα, μόρφωση των γονέων και δομή του εγκεφάλου σε παιδιά και εφήβους), που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Neuroscience», «οι ευνοϊκές συνθήκες που απολαμβάνουν εν γένει τα παιδιά εύπορων οικογενειών μπορούν να επηρεάσουν τη δομή του εγκεφάλου ενός παιδιού». Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές «τα αποτελέσματα της έρευνας παρέχουν νέα σημαντικά επιχειρήματα για την έγκαιρη καταπολέμηση της φτώχειας και τις πολιτικές παρεμβάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση».
Το οικογενειακό εισόδημα συνδέεται με παράγοντες όπως η διατροφή, η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, η ψυχαγωγία ακόμη και το περιβάλλον διαβίωσης (καθαρός αέρας κλπ). Όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το περιβάλλον ενός παιδιού μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου του.
«Ο εγκέφαλος είναι το προϊόν τόσο της γενετικής, όσο και της εμπειρίας και η τελευταία είναι ιδιαίτερα ισχυρή στο να διαμορφώνει την ανάπτυξη του εγκεφάλου στην παιδική ηλικία. Γι’ αυτό, παρεμβάσεις ώστε να βελτιωθούν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, η οικογενειακή ζωή και οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες μπορούν να επιφέρουν τεράστια διαφορά», δήλωσε η Κίμπερλι Νόουμπλ, επικεφαλής της έρευνας και νευροεπιστήμονας από το πανεπιστήμιο Κολούμπια.
Η Ελίζαμπεθ Σόουελ, επίσης επικεφαλής της έρευνας και νευροεπιστήμονας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, υπογράμμισε πως «το μήνυμά μας δεν είναι ότι “αν είσαι φτωχός, ο εγκέφαλός σου θα είναι μικρότερος και δεν μπορεί να γίνει τίποτε γι’ αυτό”. Κατά κανένα τρόπο δεν είναι αυτό το μήνυμα. Η βελτίωση της πρόσβασης στους πόρους που θα εμπλουτίσουν το αναπτυξιακό περιβάλλον του παιδιού, μπορούν να αλλάξουν την τροχιά της εγκεφαλικής ανάπτυξης προς το καλύτερο».
Επίσης, τόνισε πως τα ευρήματα «δεν σημαίνουν ότι κατ’ ανάγκη κάθε παιδί με μειονεκτική κοινωνικοοικονομική κατάσταση θα αποδίδει χειρότερα από κάθε ευκατάστατο παιδί», καθώς η μελέτη καταδεικνύει μια γενική τάση, που ασφαλώς δεν ισχύει σε όλες τις επιμέρους περιπτώσεις των παιδιών.
Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει τόσο η μεγάλη διαφορά στην εγκεφαλική ανάπτυξη του παιδιού μεταξύ πλούσιων και φτωχών οικογενειών, όσο και οι σημαντικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού από μικρές εισοδηματικές διαφορές στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Αντίθετα στις ισχυρότερες οικονομικά τάξεις, το οικογενειακό εισόδημα δεν φαίνεται να έχει επίδραση. Η σχέση οικογενειακού εισοδήματος και ανάπτυξης του εγκεφάλου δεν είναι γραμμική, σημειώνουν οι επιστήμονες: «Στα χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος, κάθε πρόσθετη αύξηση οδηγεί σε σχετικά μεγαλύτερες αυξήσεις στην επιφάνεια του εγκεφαλικού φλοιού, ενώ η επίδραση τείνει να εκμηδενίζεται στα υψηλότερα επίπεδα».
Οι ερευνητές εξέτασαν την ανάπτυξη του εγκεφαλικού φλοιού συνολικά 1.099 παιδιών, ηλικίας από 3 έως 20 ετών. Όπως προέκυψε η επιφάνειά του εξωτερικού και πιο εξελιγμένου μέρους του εγκεφάλου ήταν κατά μέσο όρο 6% μεγαλύτερη στα παιδιά από οικογένειες με ετήσιο εισόδημα άνω των 150.000 ευρώ (περίπου 137.000 ευρώ), σε σύγκριση με τα παιδιά από οικογένειες με ετήσιο εισόδημα έως 22.500 δολαρίων (περίπου 23.000 ευρώ). Επίσης, όπως τονίζουν οι επιστήμονες, δεν προκύπτει καμία διαφορά που να σχετίζεται με βάση τη φυλή ή την εθνικότητα. «Η σχέση κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και δομής του εγκεφάλου ήταν ίδια, ανεξάρτητα από φυλετικές διαφορές», σημειώνουν.

Στην έρευνά τους οι επιστήμονες υπογραμμίζουν επίσης πως παρά τη σαφή συσχέτιση μεταξύ της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και του μεγέθους του εγκεφαλικού φλοιού, οι λόγοι αυτής της σχέσης δεν είναι ακόμη σαφής. Η χαμηλή κοινωνικοοικονομική θέση μιας οικογένειας θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εγκεφάλου λόγω του στρες, που προκαλείται από τα οικονομικά προβλήματα, ή λόγω της μεγαλύτερης έκθεσης σε περιβαλλοντικές τοξίνες. Θα μπορούσε ακόμη να οφείλεται σε ανεπαρκή διατροφή ή στο μορφωτικό επίπεδο των γονιών και την «γνωστική διέγερση» που θα μπορούσαν να προσφέρουν στα παιδιά τους.

Πηγή: tvxs.gr

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Ο Διογένης και οι φακές




Μία μέρα ο Διογένης έτρωγε ένα πιάτο φακές καθισμένος στο κατώφλι ενός τυχαίου σπιτιού. Δεν υπήρχε σε όλη την Ελλάδα πιο φθηνό φαγητό από μία σούπα με φακές. Μ’ άλλα λόγια, αν έτρωγες φακές σήμαινε ότι βρισκόσουν σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας. Πέρασε ένα απεσταλμένος του άρχοντα και του είπε:
«Α! Διογένη, Αν μάθαινες να μην είσαι ανυπότακτος κι αν κολάκευες λιγάκι τον άρχοντα, δε θα ήσουν αναγκασμένος να τρως συνέχεια φακές.»
Ο Διογένης σταμάτησε να τρώει, σήκωσε το βλέμμα και κοιτάζοντας στα μάτια τον πλούσιο συνομιλητή του αποκρίθηκε:
«Α, φουκαρά αδελφέ μου! Αν μάθαινες να τρως λίγες φακές, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να υπακούς και να κολακεύεις συνεχώς τον άρχοντα.»