ΩΡΑ...

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Xαλίλ Γκιμπράν (1883 - 1931) - Το έθνος



Να λυπάστε για το έθνος που φοράει ένδυμα  που δεν το ύφανε. Που τρώει ψωμί, αλλά όχι απ’ τη σοδειά του. Που πίνει κρασί, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Να λυπάστε για το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας. Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Να λυπάστε για το έθνος που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Να λυπάστε για το έθνος που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.
                              Ο Κήπος του Προφήτη - Απόσπασμα (1923)

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Irena Sendler - Η αληθινή ιστορία



Η Irena Sendler (το γένος Krzyżanowska), πιο γνωστή ως Irena Sendlerowa στην Πολωνία, γεννήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1910 στην Otwock, μια πόλη περίπου 25 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Βαρσοβίας. Ο πατέρας της, Stanislaw Krzyzanowski, ήταν γιατρός και ένας από τους πρώτους σοσιαλιστές της Πολωνίας. Ως γιατρός θεράπευε τους ασθενείς του που ήταν κυρίως φτωχοί Εβραίοι. Ο πατέρας της Irena πέθανε το Φεβρουάριο του 1917, από τύφο που του μετέφεραν οι ασθενείς του. Μετά το θάνατό του, οι ηγέτες της εβραϊκής κοινότητας προσφέρθηκαν να πληρώσουν αυτοί για την εκπαίδευση της μικρής Irena.
Το 1939, η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία, και οι δολοφονίες, η βία και ο τρόμος έγιναν καθημερινότητα.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Πολωνίας, η Irena  ζούσε στη Βαρσοβία και ήταν ανώτερος διοικητικός υπάλληλος της πόλης της Βαρσοβίας, στο  Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο επέβλεπε τη λειτουργία κυλικείων σε κάθε συνοικία της πόλης. Πριν τον πόλεμο τα κυλικεία παρείχαν γεύματα, οικονομική βοήθεια, και υπηρεσίες σε ορφανά, ηλικιωμένους, φτωχούς και άπορους. Τώρα, μέσω της Irena, τα κυλικεία παρείχαν ρούχα, φάρμακα και χρήματα στους Εβραίους. Οι Εβραίοι καταχωρήθηκαν στις λίστες των κυλικείων με φανταστικά χριστιανικά ονόματα, για το φόβο ενός πιθανού ελέγχου και για να μην τους πλησιάζουν οι Γερμανοί, τα κυλικεία ανέφεραν ότι αυτά τα άτομα (ολόκληρες εβραϊκές οικογένειες) έπασχαν από πολύ σοβαρές μολυσματικές ασθένειες, όπως ο τύφος και η φυματίωση. 


Το 1942, οι Ναζί οδηγήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους σε έναν περιφραγμένο χώρο που έγινε γνωστός ως «το γκέτο της Βαρσοβίας». Το Γκέτο ήταν σφραγισμένο και όσες εβραϊκές οικογένειες κατέληξαν πίσω από τα τείχη του, μπορούσαν μόνο να περιμένουν ένα βέβαιο θάνατο.
Η Irena Sendler, νιώθοντας πολύ άσχημα με την εξέλιξη αυτή, εντάχθηκε στο Zegota, το Συμβούλιο που διοργάνωνε το παράνομο πολωνικό κίνημα αντίστασης, και προσπάθησε με τους βοηθούς της να διασώσουν, τουλάχιστον, τα παιδιά.


Τον Αύγουστο του 1943, το Zegota της πρότεινε να αναλάβει με το πλαστό όνομα Jolanta, να διευθύνει το τμήμα για τα παιδιά. Ως υπάλληλος του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, είχε ειδική άδεια για να μπαίνει στο Γκέτο της Βαρσοβίας για να ελέγξει για σημάδια από τύφο, ασθένεια που οι Ναζί φοβόταν ότι μπορούσε να εξαπλωθεί και πέρα από το Γκέτο. Κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεών της στο Γκέτο φορούσε ένα αστέρι του Δαβίδ, ως σημάδι αλληλεγγύης προς τον εβραϊκό λαό και μετέφερε τρόφιμα, φάρμακα και είδη ένδυσης. Όταν όμως διαπίστωσε ότι παρά τις προσπάθειές της 5.000 άνθρωποι πέθαιναν κάθε μήνα απ’ την πείνα και τις ασθένειες στο Γκέτο, αποφάσισε να βοηθήσει τα παιδιά να βγούνε από το Γκέτο. Για το λόγο αυτό συνεργάστηκε με άλλους υπαλλήλους του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών της Βαρσοβίας, και με το RGO (Κεντρικό Συμβούλιο Ευημερίας), μια πολωνική ανθρωπιστική οργάνωση που λειτουργούσε υπό την ανοχή των Γερμανών. Υποβοηθούμενη από άλλα 25 περίπου άτομα, μέλη του Zegota, η  Irena έσωσε 2.500 παιδιά Εβραίων, βγάζοντάς τα κρυφά έξω από το Γκέτο και παρέχοντάς τους πλαστά έγγραφα, νέες ταυτότητες και στέγαση, αρχικά, σε σπίτια των μελών της ομάδας της, έξω απ’ το Γκέτο.


Αργότερα τα παιδιά δόθηκαν άλλα σε Πολωνικές Οικογένειες, στο ορφανοτροφείο της Βαρσοβίας και σε Ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια. Για να μη χάσουν μάλιστα την ταυτότητα με το παλιό και νέο όνομα κάθε παιδιού δημιούργησε με τους συνεργάτες της καταλόγους με κωδικοποιημένη μορφή των κρυμμένων παιδιών, τους οποίους έκρυψε έντεχνα σε βάζα και έθαψε  κάτω από μια μηλιά στην πίσω αυλή ενός γείτονα, απέναντι από το γερμανικό στρατόπεδο. Το Zegota διαβεβαίωσε τα παιδιά ότι, όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα τα επέστρεφαν στους Εβραίους συγγενείς τους.
Για την Irena, που ήταν και η ίδια νεαρή μητέρα, ο αγώνας να πείσει τους Πολωνούς γονείς να προστατέψουν τα ξένα παιδιά, ήταν από μόνος του μια τεράστια εργασία. Κι αυτό, γιατί ήταν ελάχιστες οι οικογένειες που ήταν πρόθυμες να δώσουν καταφύγιο στα παιδιά, διακινδυνεύοντας έτσι τη δική τους ζωή.


Κατάφερε να βγάζει τα παιδιά από το Γκέτο είτε κρυμμένα στον πάτο της πολύ μεγάλης εργαλειοθήκης που κουβαλούσε, δήθεν για την εξέταση του τύφου, ή σε ένα σάκο από λινάτσα που είχε στην καρότσα του αυτοκινήτου που τη μετέφερε, για να κρύβονται εκεί τα μεγαλύτερα παιδιά. Κάποια άλλα «θάφτηκαν» επιμελώς μέσα σε φορτία των εμπορευμάτων. Ένας μηχανικός πήρε ένα μωρό στην εργαλειοθήκη του. Μερικά παιδιά είχαν διασωθεί κρυμμένα σε σακιά από πατάτες, άλλα τοποθετήθηκαν σε φέρετρα, κάποια βρήκαν καταφύγιο σε μια εκκλησία στο γκέτο που είχε δύο εισόδους. Μία είσοδος άνοιγε μέσα στο Γκέτο, ενώ η άλλη άνοιγε στο πλάι της Όπερας της Βαρσοβίας. Έτσι τα παιδιά έμπαιναν απ’ τη μεριά του Γκέτο ως Εβραίοι και έβγαιναν απ’ την άλλη πόρτα ως Χριστιανοί, μέλη οικογενειών συνεργατών της Irena. Η ίδια θυμάται την απόγνωση των Εβραίων γονιών όταν της παρέδιδαν τα παιδιά τους:


«Μπορείτε να μας εγγυηθείτε ότι θα ζήσουν;» ρωτούσαν με αγωνία.
Αλλά η Irena τους εγγυόταν μόνο ότι αν τα παιδιά παρέμειναν στο Γκέτο θα πέθαιναν σίγουρα.
«Στα όνειρά μου», συνεχίζει η Irena, «ακούω ακόμα τις κραυγές των παιδιών όταν χωριζόταν από τους γονείς τους».
Όμως, οι Ναζί έμαθαν τη δραστηριότητά της και στις 20 Οκτωβρίου 1943 την συνέλαβαν. Η Irena φυλακίστηκε και βασανίστηκε από την Γκεστάπο, η οποία έσπασε τα πόδια και τα πόδια της. Κανείς όμως δεν θα μπορούσε να σπάσει το αγωνιστικό πνεύμα της. Κατέληξε στη φυλακή Pawiak και καθώς ήταν η μόνη που ήξερε τα ονόματα και τις διευθύνσεις των οικογενειών στέγασης των παιδιών, έσφιξε τα δόντια και άντεξε τα βασανιστήρια, αρνήθηκε να προδώσει, τόσο τα παιδιά όσο και τους συνεργάτες της.


Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η Irena σώθηκε την τελευταία στιγμή, όταν τα μέλη του Zegota δωροδόκησαν τους Γερμανούς φρουρούς της στο δρόμο για την εκτέλεση της, να την αφήσουν να δραπετεύσει. Μάλιστα οι Γερμανοί, για να καλύψουν τα νώτα τους, έγραψαν το όνομά της στους δημόσιους πίνακες ανακοινώσεων, ως μία από τους εκτελεσθέντες. Μετά απ’ τη σωτηρία της η Irena κρυβόταν, συνεχίζοντας παράλληλα το έργο της για τα παιδιά των Εβραίων.
Μετά τον πόλεμο η Irena ξέθαψε τα βάζα με τις σημειώσεις, για να εντοπίσει τα 2.500 παιδιά που είχαν τοποθετηθεί σε ανάδοχες οικογένειες και να τους επανενώσει με τους συγγενείς τους, που ήταν διάσπαρτοι σε όλη την Ευρώπη. Αλλά τα περισσότερα παιδιά είχαν πια χάσει τις οικογένειές τους κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος στα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου, κυρίως στην Τρεμπλίνκα.


Τα παιδιά που γλίτωσαν γνώριζαν γι’ αυτή μόνο το κωδικοποιημένο όνομα που είχε στην αντίσταση, Jolanta. Όμως, κάποια χρόνια αργότερα, τιμήθηκε ως συντελεστής της αντίστασης στην Πολωνία, χωρίς καμία αναφορά στα παιδιά, και η φωτογραφία της δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα. Η Irena θυμάται:
«Ένας άνθρωπος, ένας ζωγράφος, μου τηλεφώνησε. Θυμάμαι το πρόσωπό σας, μου είπε. Είστε εσείς που με πήρατε απ’ το Γκέτο. Έτσι δέχτηκα πολλές κλήσεις από παιδιά του πολέμου».
Η Irena δεν είχε σκεφτεί τον εαυτό της ως ηρωίδα. Δεν δέχτηκε ότι πρόσφερε πολλά. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα. Για να συμπληρώσει κλείνοντας τη συζήτηση ότι αυτή η λύπη θα την ακολουθεί έως το θάνατό της. Σε επιστολή της κάποια χρόνια αργότερα προς το πολωνικό κοινοβούλιο έγραψε:

«Κάθε παιδί που σώθηκε με τη βοήθειά μου, είναι η αιτιολόγηση της ύπαρξής μου σε αυτή τη Γη, και όχι ένας τίτλος δόξας για μένα».
Το 1965, η Irena αναγνωρίστηκε από το Yad Vashem ως ένας άνθρωπος από τους «Δίκαιους των Εθνών». Επίσης, το 1991 της απονεμήθηκε ο Σταυρός του Διοικητή του ισραηλινού Ινστιτούτου και έγινε επίτιμος πολίτης του Ισραήλ. Στις 7 Νοεμβρίου του 2001 της απονεμήθηκε ο Σταυρός του διοικητή με το αστέρι του Τάγματος του Polonia Restituta. Το 2003, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ της έστειλε μια προσωπική επιστολή, με την οποία επαινεί τις προσπάθειές της στον καιρό του πολέμου. Στις 10 Οκτωβρίου 2003 έλαβε το μετάλλιο του Τάγματος του Λευκού Αετού, τη μεγαλύτερη πολιτική διάκριση της Πολωνίας. Στις 14 Μαρτίου 2007, η Irena τιμήθηκε από τη Γερουσία της Πολωνίας.


Η Irena Sendler πέθανε στη Βαρσοβία στις 12 Μαΐου 2008, σε ηλικία 98 ετών.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας



-Δεν μπορώ του είπα. Δεν μπορώ!
-Σίγουρα; με ρώτησε αυτός.
-Ναι. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω… Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!
Ο Χόρχε κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ’ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:
-Να σου πω μια ιστορία… Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται:
«Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…
Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ’ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος.
Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;
Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα – ευτυχώς για μένα – ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν’ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ’ ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.


 Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…»
-Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο - πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε. Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω.
Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή… Με όλη σου την ψυχή!
Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Γραφειοκρατία



Ο Κύριος φανερώθηκε στον Νώε και του είπε:
- Σε ένα χρόνο θα ρίξω βροχή και θα σκεπάσω ολόκληρη τη Γη με νερό και θα καταστρέψω τα πάντα. Αλλά θέλω εσύ να σώσεις τους δίκαιους και ευσεβείς ανθρώπους και δύο ζώα από κάθε είδος που υπάρχει στη Γη. Σε προστάζω να χτίσεις μία Κιβωτό.
Και ο Θεός παρέδωσε στο Νώε τα σχέδια για την Κιβωτό. Με φόβο Κυρίου ο Νώε πήρε τα σχέδια και συμφώνησε να φτιάξει την Κιβωτό.
- Θυμήσου, είπε ο Κύριος, πρέπει να έχεις τελειώσει την Κιβωτό και να έχεις μαζέψει όλα τα ζώα σε ένα χρόνο.
Ένα χρόνο αργότερα, αρχίζει να σχηματίζεται μια καταιγίδα και όλες οι θάλασσες της Γης έχουν φουρτούνα. Ο Θεός κοιτάει τι γίνεται και βλέπει τον Νώε να κάθεται στην αυλή του και να κλαίει.
- Νώε! ανακράζει, πού είναι η Κιβωτός;
- Συγχώρεσε με Κύριε, παρακαλά ο Νώε, έκανα ό,τι μπορούσα αλλά αντιμετώπισα μεγάλα προβλήματα. Πρώτα - πρώτα έπρεπε να πάρω άδεια για την κατασκευή και τα σχέδια που μου έδωσες δε συμφωνούσαν με τον ισχύοντα κανονισμό. Χρειάστηκε να προσλάβω ναυπηγό και να ξαναγίνουν τα σχέδια από την αρχή. Μετά βρέθηκα σε διαμάχη με το Λιμενικό για το αν χρειαζόταν η Κιβωτός σύστημα πυρασφάλειας, βάρκες και σωσίβια. Μετά μου έκανε καταγγελία ο γείτονας μου, γιατί παραβίαζα λέει τα όρια δόμησης χτίζοντας την Κιβωτό στην αυλή μου, και έτσι χρειάστηκα άδεια και από την Πολεοδομία. Είχα πρόβλημα και να βρω ξύλα για την Κιβωτό γιατί υπήρχε απαγόρευση υλοτόμησης για την προστασία της Πιτσιλωτής Κουκουβάγιας. Τελικά κατάφερα να πείσω την Υπηρεσία Προστασίας Δασών πως χρειαζόμουν το ξύλο για να σώσω τις κουκουβάγιες. Αλλά όμως ο Οργανισμός Προστασίας Ζώων δεν με άφηνε να πιάσω κουκουβάγιες. Και έτσι δεν έχουμε κουκουβάγιες. Μετά οι ξυλουργοί κατέβηκαν σε απεργία, αλλά κατάφερα να έρθω σε συμφωνία με το σύλλογο τους. Τώρα έχω 16 ξυλουργούς να δουλεύουν στην Κιβωτό, αλλά δεν έχω κουκουβάγιες. Όταν άρχισα να μαζεύω τα υπόλοιπα ζώα, μου έκανε μήνυση μία ομάδα ακτιβιστών, γιατί θα έπαιρνα μόνο δύο από κάθε είδος. Όταν ξεμπέρδεψα με αυτή τη μήνυση με ενημέρωσαν από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ότι δε γινόταν να συνεχιστούν οι εργασίες αν δεν κάνω δήλωση για την επίδραση στο περιβάλλον του σχεδιαζόμενου κατακλυσμού. Δεν τους αρέσει η ιδέα ότι δεν έχουν αρμοδιότητα στις αποφάσεις του Δημιουργού του Σύμπαντος. Μετά οι τοπογράφοι τους Στρατού απαίτησαν χάρτη της προτεινόμενης ροής των υδάτων του κατακλυσμού. Εγώ τους έστειλα μία υδρόγειο. Αυτές τις μέρες προσπαθώ να λύσω ένα ζήτημα με την Επιτροπή Ισότητας, που λένε ότι κάνω διακρίσεις επειδή δε θα πάρω ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε Εσένα, Κύριε. Μου έστειλαν και αυτή την ειδοποίηση με δικαστικό επιμελητή, ότι οφείλω φόρο και πρόστιμο, γιατί δεν δήλωσα την Κιβωτό ως σκάφος αναψυχής. Τώρα η εφορία έχει παγώσει τις καταθέσεις μου, γιατί πιστεύουν ότι φτιάχνω την Κιβωτό για να φύγω από την χώρα, για να μην πληρώσω φόρους. Και ακόμη δεν έχει αποφασίσει το Συμβούλιο της Επικρατείας αν ο Κατακλυσμός είναι αντισυνταγματικός, αφού πρόκειται για θρησκευτική πράξη. Πραγματικά, δεν υπάρχει περίπτωση να τελειώσω για τουλάχιστον 5 - 6 χρόνια.


Και τότε άρχισε να καθαρίζει ο ουρανός, να λάμπει ο ήλιος και να ηρεμούν οι θάλασσες. Το ουράνιο τόξο στόλισε τον ορίζοντα. Ο Νώε κοίταξε τον Θεό με ελπίδα.
- Κύριε, αυτό σημαίνει ότι δεν θα καταστρέψεις τη Γη;
Κι ο Θεός:
- Δε βαριέσαι. Ας το κάνει η κυβέρνηση...