ΩΡΑ...

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Αλή Πασάς ο Τεπελενλής 1744 - 1822 (2)

Πασάς της Θεσσαλίας
Το 1786 ο Αλής -με τη βοήθεια του φίλου του Ιωαννούτσου Καραμεσίνη- καταφέρνει να διοριστεί με Αυτοκρατορικό φιρμάνι Πασάς των Τρικάλων. Η αναρχούμενη περιοχή σε μηδενικό χρόνο έγινε πρότυπο ασφάλειας και τάξης. Αμέσως συγκάλεσε στην έδρα του όλους τους προύχοντες Οθωμανούς, τους διάβασε το φιρμάνι, και τους διαμήνυσε ότι υπό τη διοίκησή του δε θα επιτρέψει την ελάχιστη παρεκτροπή. Την ίδια σκληρή γλώσσα χρησιμοποίησε προς τους μπέηδες της Λάρισας, αλλά και τους Οσμανλήδες, πολλούς από τους οποίους καταδίωξε και εξόντωσε.
«Η περίοδος αυτή του βίου του» γράφει ο Σ. Αραβαντινός «είναι ίσως η μόνη ευεργετική, κατά την οποία υπηρέτησε πραγματικά την έννομη τάξη και την ευημερία των υπηκόων του, αλλά αποτελεί μικρή όαση στη ζωή του». Ιδού τι διηγήθηκε ο ίδιος στο Γάλλο συνταγματάρχη Vaudoncourt: «Όταν έφτασα στα Τρίκαλα, εύρηκα έναν τόπον ερημωμένον. Οι Τούρκοι μπέηδες είχαν κρεμάσει, πλήθος πτωχών χωρικών - των οποίων οι κόποι θησαύρισαν αυτούς τους ανθρώπους. Οι ισχυροί Οθωμανοί της Λαρίσης, επί τη προφάσει τεκταινομένης υπό των Χριστιανιών επαναστάσεως, ήρπαζον τα ποίμνια αυτών και συνελάμβανον τα παιδιά και τας γυναίκας των, καταβροχθίζοντες τα πρώτα και πωλούντες τις άλλες. Δια τούτο τους εκτύπησα αμέσως, και τους ηνάγκασα πραγματικώς να καταφύγουν εις τα βουνά. Έστειλα συγχρόνως μερικάς κεφαλάς εις Κωνσταντινούπολιν δια να διασκεδάσω τον Σουλτάνον και μερικά χρήματα εις τους Υπουργούς του, διότι το νερόν κοιμάται, αλλά ο φθόνος μένει πάντοτε άγρυπνος».

Οι Σχέσεις του Αλή Πασά με Χώρες του Εξωτερικού
Ο Αλή Πασάς αφού επέκτεινε την επιρροή του σε μια ευρύτερη περιοχή ενέτεινε τις προσπάθειές του για την άσκηση μιας όσο το δυνατόν ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Η εξωτερική του πολιτική δεν στηριζόταν σε μια οποιαδήποτε αρχή αλλά εδραίωνε όλες τις σχέσεις του με το εξωτερικό έχοντας ως βάση το προσωπικό του συμφέρον. Άλλαζε αιφνιδιαστικά τους στόχους του ανάλογα με τις εκάστοτε ευνοϊκές γι αυτόν συγκυρίες και γενικά επεδίωκε να βρίσκεται στο πλευρό των νικητών.


Για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που προσκαλούσε σε γεύμα τον Άγγλο στρατηγό Όσβαλντ εκφράζοντας την στήριξή του στους Άγγλους, σχεδίαζε μαζί με τον Γάλλο πρεσβευτή Πουκεβίλ την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προς τους Γάλλους που είχαν καταλάβει τη Λευκάδα. Αυτή του η συμπεριφορά σκιαγραφούσε μια γενικότερη κατάσταση. Με λίγα λόγια, βασικά του χαρακτηριστικά όπως η υποκρισία, η ωμότητα, η απειθαρχία και η απεριόριστη απληστία ήταν αρκετά ώστε να τον ωθήσουν σε σύναψη σχέσεων με το εξωτερικό και το εσωτερικό, αποσκοπώντας στην εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων. Ο Αλή Πασάς είχε οικοδομήσει τις πρώτες του στενές σχέσεις με τη Γαλλία μετά την κατάληψη της Αιγύπτου.
Η αλήθεια είναι ότι και η Γαλλία επιθυμούσε να έχει καλές σχέσεις με τον Αλή διότι με αυτόν τον τρόπο, δυσχεραίνοντας την επικυριαρχία των Τούρκων στα Βαλκάνια, επεδίωκε ταυτόχρονα την ευκολότερη επίτευξη των στόχων της στην Αίγυπτο και την παρεμπόδιση της πολιτικής των εχθρών της των Ρώσων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ναπολέων είχε πει στο στρατηγό του, Τζεντίλι: «Αυτός ο Πασάς (ο Αλή) που επικρατεί έναντι όλων των αντιπάλων του δρα προς όφελος της δημοκρατίας μας και επομένως μπορεί να γίνει ένας άξιος πρίγκιπας στην υπηρεσία της».
Την ίδια στιγμή ο Αλή υπολόγιζε στην οικειοποίηση εδαφών που είχε καταλάβει η Γαλλία και το ελάχιστο που στόχευε ήταν η προσάρτηση της Πάργας και της Κέρκυρας στην επικράτειά του. Πέρα από αυτό όμως, ο φόβος μιας ενδεχόμενης κίνησης του Σουλτάνου εναντίον του ωθούσε τον Αλή σε συνεχή αναζήτηση συμμάχων στο εξωτερικό. Όταν ξεκίνησε ο Γαλλορωσικός πόλεμος του 1806 ο Αλή επεδίωξε τη σύναψη καλών σχέσεων με τη Γαλλία. Ο Ναπολέων του είχε υποσχεθεί ότι θα του παραχωρούσε την Κέρκυρα αν κατάφερνε να την αποσπάσει από τους Ρώσους. Έτσι, κοινοποιώντας τη συμμαχία του με τους Γάλλους, ο Αλή επιτέθηκε στα Επτάνησα και συγκρούστηκε σφοδρά με τα Ρωσικά στρατεύματα.
Στα 1807 ο Αλή απαίτησε από τον Ναπολέοντα να κρατήσει το λόγο του σχετικά με την παραχώρηση της Κέρκυρας. Ο Ναπολέων όμως αρνήθηκε και κράτησε υπό τον έλεγχό του την Κέρκυρα όπως και τα υπόλοιπα νησιά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη ρήξη στις σχέσεις με τη Γαλλία και ο Αλή για να μπορέσει να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες του επιδόθηκε σε κινήσεις για την προσέγγισης της Αγγλίας. Αυτή τη φορά σκοπός του ήταν να καταλάβει την Πάργα και τα Ιόνια Νησιά με τη βοήθεια των Άγγλων. Μετά από μακροχρόνιες προσπάθειες, μόλις στα 1819 και με καταβολή αποζημίωσης, στάθηκε δυνατή η παράδοση της Πάργας από τους Άγγλους στον Αλή.

Οι Σχέσεις του Αλή Πασά με την Κωνσταντινούπολη
Η λογική που κατεύθυνε τις σχέσεις του Αλή Πασά με την Κωνσταντινούπολη ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που κατεύθυνε τις σχέσεις του με το εξωτερικό. Προσπαθούσε να διατηρήσει τις σχέσεις του με την κυβέρνηση χωρίς να βλάπτει τους στόχους που ήθελε να πραγματοποιήσει. Και αυτό γιατί σκεφτόταν πως έχοντας καλές σχέσεις με την Πύλη θα πραγματοποιούσε τις φιλοδοξίες του στην περιοχή. Οι καλές σχέσεις με την Πύλη συνδέονταν πρώτα απ’ όλα με την αναγνώριση της εξουσίας του Σουλτάνου και τη συνεχή αποστολή δώρων και χρημάτων προερχόμενων από τη φορολογία.
Αφού εκπλήρωνε αυτά του τα καθήκοντα μπορούσε να κινείται με απόλυτη άνεση στην περιοχή, στρατολογούσε ή αποστράτευε, έκανε πόλεμο ή συνθηκολογούσε και όριζε τα ποσά των φόρων. Γρήγορα, χρησιμοποιούσε την εξουσία του με τρόπο απόλυτο μέσα στα γεωγραφικά όρια του Πασαλικιού του ενώ πλήρωνε το αντίτιμό της με υπερβολικά ποσά που έστελνε στην Κωνσταντινούπολη. Μπορούμε να πούμε ότι η συμπεριφορά του Αλή απέναντι στην Πύλη ήταν περισσότερο θερμή τα πρώτα χρόνια με σκοπό την εξάπλωση της κυριαρχίας του στην περιφέρειά του. Έτσι, βρισκόταν πάντα στο πλευρό της κεντρικής εξουσίας στην όποια διαμάχη της με τους τοπικούς φεουδάρχες.
Ανελίχθηκε πολύ γρήγορα αναλαμβάνοντας σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των φυλακίων και τελικά απέκτησε και τον τίτλο του αρχηγού των φυλακίων. Κάθε φορά που το κράτος απαιτούσε τη συμμετοχή του σε εκστρατείες, ο Αλή Πασάς, αν και δεν το επιθυμούσε, ακολουθούσε τις διαταγές ή έστελνε τους γιους του. Κατά περιόδους άλλαζαν οι απαιτήσεις του κράτους απέναντί του. Για παράδειγμα, αφού διορίστηκε διοικητής των σαντζακιών Ιωαννίνων και Τρικάλων, του ζητήθηκε να αγοράσει από τις περιοχές της επικράτειάς του δημητριακά που χρειαζόταν η Κωνσταντινούπολη και εξασφαλίζοντας τα κατάλληλα πλοία για την μεταφορά τους να τα στείλει στην πρωτεύουσα.
Απ’ όλα αυτά φυσικά δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο Αλή ακολουθούσε πιστά κάθε επιθυμία της Πύλης. Ο Αλή εκπλήρωνε τις επιθυμίες της κεντρικής εξουσίας αποφεύγοντας να πάρει σαφή θέση και παίρνοντας αψήφιστα τις ενέργειές του στα όρια της επικράτειάς του, πέραν τούτου, έκανε αυτό που ήθελε ακόμα και αν ήταν αντίθετο με τα αιτήματα της Πύλης. Για παράδειγμα, αν και του είχε παραχωρηθεί η Επιτήρηση των Φυλακίων «με σκοπό τη προστασία των ραγιάδων» και τη «αποτροπή της όποιας ζημίας στην περιουσία όλων», ήταν σαφές ότι ο Αλή χρησιμοποιούσε την εξουσία του αυτή για να πλουτίζει ολοένα και περισσότερο μέσω της καταπίεσης του λαού.
Με λίγα λόγια, με την ανάληψη αυτών των καθηκόντων από τον Αλή, ένας κλέφτης με την επισημότητα ενός αξιώματος διαδέχτηκε τους πολλούς ανεπίσημους, εξωυπηρεσιακούς κλέφτες. Η Πύλη ήταν οπωσδήποτε αντίθετη στην υπερβολική αύξηση της ισχύος του Αλή Πασά. Έτσι, φαίνεται ότι προσπάθησε να χρησιμοποιήσει εναντίον του Αλή έναν ισχυρό άντρα, τον διοικητή της Αυλώνας Ιμπραήμ Πασά, πράγμα που ενδείκνυτο για την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε».
Ακόμα και όσες φορές ανακοινώθηκε μέσα από επίσημα έγγραφα ότι θα στέλνονταν «μεσολαβητές από την πλευρά του Κράτους με σκοπό την επίλυση των διαφορών» μεταξύ του Ιμπραήμ και του Αλή Πασά, είναι σαφές ότι η κεντρική εξουσία δεν επιθυμούσε να βάλει τέλος στην αντιπαλότητα των δύο πασάδων. Και μάλιστα, η στάση της Πύλης φαίνεται να ευνοούσε τον Ιμπραήμ Πασά. Διότι η ολοένα αυξανόμενη επιθετική πολιτική του Αλή καθώς και η άνοδος της οικονομικής και στρατιωτικής του ισχύος προβλημάτιζε την Κωνσταντινούπολη που φοβόταν μια ενδεχόμενη στροφή του εναντίον της.


Οι Προστάτες 
Η οικογένεια Μαρίνογλου ή Μαρίνου, από το Καπέσοβο του Ζαγορίου, κινήθηκε στο στενό κύκλο του Αλή, τον οποίο βοήθησε σε ολόκληρη την σταδιοδρομία του, χάρις στις ισχυρότατες διασυνδέσεις που είχε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κωνσταντίνος Μαρίνογλου (1769 - 1848) ήταν βαθύπλουτος τραπεζίτης στα Γιάννενα και την Πόλη. Στην αρχή ανέλαβε οικονομικός έφορος του Αλή, ενώ διεκπεραίωνε και τις εξωτερικές του υποθέσεις. Το 1803 ίδρυσε στα Γιάννενα με τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Τουρτούρη «εμπορική συντροφία», η οποία ανάμεσα στα αγαθά που διακινούσε περιλάμβανε και βιβλία.
Μετά την πτώση του Αλή, το 1822, πέρασε στην Κέρκυρα, και, ύστερα από μερικά χρόνια, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγκόνα. Ο αδερφός του Χριστόδουλος ήταν μεγαλέμπορος με υποκαταστήματα στις Σέρρες και την Πόλη. Στο Καπέσοβο έχτισαν «τριώροφον και μεγαλοπρεπήν οικίαν» κατά τον Λαμπρίδη, στην οποία φιλοξενήθηκε πολλές φορές ο Τεπελενλής και αντέγραψε την οροφή της στο σεράι που έχτισε στα Γιάννενα.

Ο Μέντορας
Η ιδέα να παντρευτεί ο Αλής την Ζουλέιχα για να μπορέσει να μπει αναίμακτα στα Γιάννενα, ήταν του προεστού του Ζαγορίου, Ιωαννούτσου (Νούτσου) Καραμεσίνη. Όταν ο Τεπελενλής στα χρόνια της παρανομίας του, καταδιωκόταν από τις δυνάμεις του Κουρτ - Πασά εισήλθε στην περιοχή του Ζαγορίου η οποία αποτελούσε ένα ιδιότυπο άσυλο, προνόμιο που είχε αποκτήσει από το 1430. Το νεαρό λήσταρχο φιλοξένησε ο Καραμεσίνης. Από τότε δημιουργήθηκε μεταξύ τους ένας άρρηκτος δεσμός. Ο Καραμεσίνης είχε δυνατές γνωριμίες στην Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε για πολλά χρόνια.
Όσες φορές λοιπόν ο Αλής είχε προβλήματα με την Υψηλή Πύλη επενέβαινε με πιέσεις ή δωροδοκίες προς τους αξιωματούχους της Πόλης. Είναι αυτός που μεσολάβησε στον Σουλτάνο, για να υπογράψει το φιρμάνι που τον αναγνώριζε σαν Πασά των Ιωαννίνων. Ο Καραμεσίνης χαρακτηρίζεται από τον Μακρυγιάννη «Ρωμαίος Πασάς» και από την τοπική παράδοση «Ρωμιόπασας». Ο Νούτσος εκτελέστηκε από δολοφόνους που πλήρωσε η άλλοτε Πασίνα Αϊσέ.

Η Τουρκογιαννιώτισσα Ζουλέιχα
Η Τουρκογιαννιώτισσα Ζουλέιχα (ή Ζιλχάκω) υπήρξε μια τραγική μορφή. Έζησε μέσα στον πόνο, την θλίψη, το αίμα και τις δολοπλοκίες. Καταγόμενη από μεγάλη και πλούσια οικογένεια παντρεύτηκε τον Αχμέτ - Μπέη, μοναχογιό του περίφημου Μεχμέτ Β΄, Βαλή των Ιωαννίνων, ο οποίος έμεινε γνωστός ως «Πασά - Καλός, γιατί ήταν δίκαιος και ευγενής με όλους τους Γιαννιώτες. Ο Μεχμέτ είχε αδερφή την Αϊσέ, γυναίκα αδίστακτη και απέραντα φιλόδοξη, που έγινε σύζυγος του ασήμαντου Σουλεϊμάν Πασά του Γ΄, ο οποίος καρατομήθηκε με σουλτανικό φιρμάνι.
Στη συνέχεια η Αϊσέ έβαλε τον πρόγονό της Καραχούσιο να δηλητηριάσει το νόμιμο διάδοχο του Πασαλικιού και ανεψιό της Αχμέτ, καθώς και το γιο του συζύγου της από άλλη γυναίκα. Έτσι κατάφερε να ανεβάσει στο θρόνο τον Αργυροκαστρίτη εραστή της Αληζότ, που ήταν ο καφετζής του Σουλεϊμάν. Όλα αυτά έγιναν το 1786. Η Ζουλέιχα ήταν μοναδική περίπτωση για τη σκοτεινή εποχή της, όταν ήταν σύνηθες οι γυναίκες της ανώτερης τάξης να παντρεύονται τους δολοφόνους των συζύγων τους. Αυτή όχι μόνο σεβάστηκε τη μνήμη του άντρα της, αλλά έβαλε στόχο της ζωής της την εκδίκηση και μόνο. Όσοι τη γνώρισαν είπαν ότι ήταν πανώρια, όμορφη και γλυκιά γυναίκα.
Έμενε στο αρχοντικό του Πασά-Καλού, που ήταν κτισμένο στις επάλξεις του Κάστρου των Ιωαννίνων. Από την πορτοπούλα που σώζεται πάνω στο τείχος, πέρασε κρυφά ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο Αλής, για να βγει, μετά από λίγο, σαν γαμπρός αλλά και κυρίαρχος των Ιωαννίνων. Η Ζουλέιχα αντιστάθηκε πεισματικά στην πρόταση γάμου του Αλή, που με επιδεξιότητα ετοίμασε ο Νούτσος Καραμεσίνης (πατέρας του Αλεξίου Νούτσου). Άλλωστε τα χρόνια της χηρείας της είχε απορρίψει πολλές ανάλογες προτάσεις και μάλιστα αξιόλογες.
Τελικά την έκαμψαν οι πιέσεις του πατέρα της, του αδερφού της και των συγγενών της, οι οποίοι της υποσχέθηκαν ότι ο Αλής θα εκδικιόταν το θάνατο του συζύγου της, σκοτώνοντας τον δολοφόνο του Καραχούσιο. Έτσι η μαυροφορεμένη χήρα τελικά θυσιάστηκε στη μνήμη του άντρα της και στις υπαγορεύσεις της ανάγκης, του μίσους και της εκδίκησης. Ο Τεπελενλής κράτησε την υπόσχεσή του, χώρισε όμως την Ζουλέιχα - αφού άρπαξε την τεράστια περιουσία της. Αυτή έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της πικραμένη και βουβή.

Το Παλιό Σεράι 
Αμέσως μετά την εδραίωσή του στα Γιάννενα, το 1788, ο Αλής αρχίζει την ανέγερση του σεραγιού του στο Ιτς Καλέ (εσωτερική ακρόπολη) του Κάστρου. Ο μεγαλομανής ηγεμόνας ήθελε να διαθέτει ένα ανάκτορο αντάξιο του τίτλου του και των φιλοδοξιών του. Για τον σκοπό αυτό, κατεδαφίζει τα παλιά κτίρια της εποχής του Δεσποτάτου της Ηπείρου (μητροπολιτικός ναός, νεκροταφείο επισήμων, μέγαρο δεσπότη κ.ά.) και κάνει εκτεταμένες επιχωματώσεις, με τις οποίες το εμβαδόν της ακρόπολης αυξάνεται τουλάχιστον κατά έξι φορές.


Το ανάκτορο τελείωσε το 1795 και διατηρήθηκε ανέπαφο μέχρι το 1870, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά, που -λέγεται- την προξένησαν οι υπάλληλοι της τότε Τουρκικής διοίκησης, γιατί το κτίριο ήταν μακριά από το κέντρο της πόλης και κουράζονταν για να φτάνουν με τα πόδια από τα σπίτια τους στις υπηρεσίες τους. Το κεντρικό κτίριο του σεραγιού είχε σχήμα «Π». Η νότια πλευρά του στέγαζε τον γυναικωνίτη, η βόρεια τον αντρώνα (το χαρέμι με τα γιουσουφάκια), ενώ το κεντρικό τμήμα τους χώρους υποδοχής και ακροάσεων, τις διοικητικές υπηρεσίες και τα διαμερίσματα του Πασά. Το ισόγειο ήταν πάντοτε κλειστό και χρησίμευε για αποθήκες. Το τελευταίο διάστημα της πολιορκίας (1820 - 1822) από τους Τούρκους, εδώ κατέφυγε ο αμυνόμενος Βεζίρης. Σήμερα σώζεται μόνο μικρό μέρος από τα θεμέλιά του, και ένα τμήμα της εισόδου του γυναικωνίτη. Δέκα χρόνια αργότερα, στα 1805, ο Αλής έκτισε καινούργιο ανάκτορο στο οχυρό Λιθαρίτσια, μαζί με άλλα δυο - των γιων του Μουχτάρ και Βελή. Στο παλαιό σεράι παρέμειναν οι υπηρεσίες του Πασαλικιού, ενώ σποραδικά έμενε και ο Βεζίρης. Άλλωστε εδώ βρίσκονταν -πιθανόν- και οι κρύπτες με τους θησαυρούς του.

Το Καινούργιο Σεράι
Το 1805, ο Αλής αποφάσισε να χτίσει νέο σεράι, στα Λιθαρίτσια που ήταν φυσικό οχυρό σε μικρή απόσταση από το κάστρο. Τώρα πλέον ως παντοδύναμος ηγεμόνας, ήθελε ένα καλύτερο ανάκτορο. Δημιούργησε στην κορυφή του βραχώδους λόφου ένα μεγάλο τεχνητό επίπεδο και οχύρωσε τη θέση με ισχυρότατο τείχος. Την κατασκευή του ανέθεσε στον Ευρωπαίο αρχιτέκτονα Freywald, τον οποίο έφερε από τη Βιέννη ο σύμβουλός του Σταύρος Ιωάννου - Τσαπαλάμος. Μαζί του είχε και ένα διακοσμητή εσωτερικού χώρου. Η συνεργασία όμως διακόπηκε, όταν ο Τεπελενλής ζήτησε από τον αρχιτέκτονα να του κατασκευάσει και τα οχυρωματικά έργα, κάτι που αυτός απέρριψε -λόγω μη ειδικότητας- και εγκατέλειψε τα Γιάννενα, χωρίς ο Αλής να του δώσει την αμοιβή του. Τα χρήματα τελικά πήρε η σύζυγός του στη Βιέννη, από την τράπεζα του Ιωάννου - Τσαπαλάμου. Η επιφάνεια του χώρου σκάφτηκε και δημιουργήθηκε ένα πολύπλοκο σύστημα υπόγειων στοών, οι οποίες διασώζονται και σήμερα. Το νέο μέγαρο επισκέφτηκαν όλοι οι ξένοι, που ήρθαν στην συνέχεια στα Γιάννενα. Ορισμένοι το περιέγραψαν αναλυτικά, όπως ο Holland:
«Απέραντο συγκρότημα, παράξενο μαζί και γραφικό. Παντού πολυδάπανη πολυτέλεια, αίθουσες καταστόλιστες με βαρύτιμα Περσικά χαλιά. Γερμανικούς καθρέφτες και ολοκέντητους σοφάδες». Ο Leake δίνει την δική του περιγραφή: «Το καινούργιο σεράι του Βεζίρη με την ανάλαφρη Κινέζικη αρχιτεκτονική του έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με την απλότητα του τοπίου. Στη δυτική πλευρά της Λιθαρίτσας βρίσκεται το παλάτι του Μουχτάρ -κλασικό ανάκτορο Τούρκου μεγιστάνα- και νοτιότερα του Βελή, η διακόσμηση και η επίπλωση του οποίου έχουν περισσότερο Ευρωπαϊκό χαρακτήρα».

Βίωσε τέσσερις Σουλτάνους 
Όταν ο Αλής μπήκε στα Γιάννενα, στον θρόνο της Πόλης βρισκόταν ο Αβδούλ Χαμίτ ο Α΄, ο οποίος ηγεμόνευσε μεταξύ 1774 - 1789. Μαζί του ο Βεζίρης δεν είχε προβλήματα. Ο Αβδούλ επί 44 χρόνια ήταν φυλακισμένος από τον αδερφό του Σουλτάνο. Υπήρξε ένας μορφωμένος και ευγενής μονάρχης. Τον σημάδεψε η υπογραφή -με τους Ρώσους- της ταπεινωτικής συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Τον διαδέχτηκε ο ανεψιός του Σελήμ ο Γ΄. Στην διάρκεια της βασιλείας του Σελήμ Γ΄ (1789 - 1807) ο Αλής απέκτησε το βαθμό του «Πασά των Τριών Ιππουρίδων». Ο Σελήμ ήταν -στα νεανικά του χρόνια- ποιητής και μουσικός. Προσπάθησε να εκσυγχρονίσει την παραπαίουσα Αυτοκρατορία του.
Όμως οι αντιδράσεις του κατεστημένου οδήγησαν το εγχείρημα σε αποτυχία. Το 1807 εκθρονίστηκε, από τον εξάδερφό του Μουσταφά του Δ΄, που τον επόμενο χρόνο τον δολοφόνησε. Ο Μουσταφά Δ΄ παρέμεινε σουλτάνος μόνον ένα χρόνο, (1807 - 1808) και δεν πρόλαβε ο Αλής να αναπτύξει μαζί του σχέσεις. Πάντως την εποχή εκείνη πλέον ο Βεζίρης με δωροδοκίες είχε προσεταιρισθεί τους κυριότερους αξιωματούχους του Διβανίου. Ο βίαιος Μουσταφά πήρε πίσω τις εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες του Σελήμ και βύθισε την αυτοκρατορία σε τέλμα. Ανατράπηκε το 1808 από το αδερφό του Μαχμούτ Β΄ και εκτελέστηκε.
Ο Μαχμούτ Β΄ υπήρξε ο μοιραίος σουλτάνος για τον Αλή. Επί των ημερών της βασιλείας του (1808 - 1839) ήρθε το τέλος του. Όταν, το 1820, ο σουλτάνος σιγουρεύτηκε για τις αποσχιστικές τάσεις του αποφάσισε να τον συντρίψει. Οι βιογράφοι του τον παρουσιάζουν ως άνθρωπο με ισχυρή προσωπικότητα, συνετό, επιδέξιο διπλωμάτη, μεταρρυθμιστή και προστάτη των γραμμάτων. Βρέθηκε απέναντι στην Ελληνική επανάσταση του 1821.


ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σαν σκοπό τη μεταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφίβολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, ή άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη διακυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, ή έλλειψη τάξεως και πειθαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων καθώς και η ανάμειξη τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτονόμων, όσο και των διοικούμενων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απολυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά ή φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρχίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.
Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την Αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υποταγή αμφίβολη. Στις Ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ Πασάς των Σερρών, στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα».  Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρουσιάζεται στο Βαλκανικό χώρο κι ένα άλλο συναφές φαινόμενο. Πολλοί από τους διοικητές Βαλκανικών περιοχών, Πασάδες, Μπέηδες, Αγιάνηδες (ayän), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθεια τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές. Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσφέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους, ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τελικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλή ο Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Αλή γεννήθηκε στο Τεπελένι το 1744. Σε μικρή ηλικία αναλαμβάνει την αρχηγία μιας ομάδας ληστών που χτυπούσε αδιάκριτα κλέφτες και πασάδες. Αργότερα υπηρετεί στο στρατό του σουλτάνου, γίνεται μπέης στη γενέτειρα του και το 1787 Πασάς στα Τρίκαλα. Μετά ένα χρόνο γίνεται διοικητής στα Γιάννινα, παραμένει εκεί και αρχίζει τη δράση του, που θα διαρκέσει μέχρι το θάνατο του, το 1822, και θα τον φέρει στην πρώτη σειρά της πολιτικής επικαιρότητας της εποχής εκείνης. Κατορθώνει να γίνει κύριος μιας περιοχής, που περιλαμβάνει την εποχή της ακμής του τη σημερινή ηπειρωτική Ελλάδα και Αλβανία, εκτός από την Αττική και τα νησιά, πετυχαίνει να απόκτηση πλούτη, να ζήση μια ζωή σχεδόν βασιλική στην αυλή του, περιτριγυρισμένος από «Ευρωπαίους αξιωματούχους, Έλληνες γιατρούς, ποιητές, δερβίσηδες, αστρολόγους και αρχηγούς ληστρικών ομάδων».
Άρχισε να δέχεται ξένους πρεσβευτές, να έχει αλληλογραφία με τους μεγάλους πολιτικούς της Ευρώπης, ακόμη και με βασιλείς, να ενεργεί σαν ανεξάρτητος υποτελής και να αντιμετωπίζεται σαν ηγεμόνας από τις κυβερνήσεις Ευρωπαϊκών κρατών, όπως της Γαλλίας και της Αγγλίας. Για να μπορέσει ο Αλής να διατηρήσει την αρχή που απέκτησε, να την επεκτείνει, να δημιουργήσει κράτος εν κράτει μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τελικά να στραφεί ενάντια στο σουλτάνο, χρειάσθηκε να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια του και να οικοδομήσει στην επικράτεια που κυριαρχούσε ένα καθεστώς απολυταρχικό, οπού όλα ξεκινούσαν και όλα κατέληγαν σ’ αυτόν.
Ο ίδιος αισθάνεται πάντα ότι η θέση του είναι ανασφαλής, γιατί γνωρίζει τις εσωτερικές οργανωτικές αδυναμίες του «κράτους» του, τη δολιότητα της Πύλης, το μίσος των Τούρκων επειδή είναι Αλβανός, την προσωπική έχθρα του σουλτάνου Μαχμούτ και την επιβουλή και τις φιλοδοξίες των ξένων Δυνάμεων, που κατά καιρούς είναι γείτονες του σαν κάτοχοι των νησιών του Ιονίου. Έτσι, από την πρώτη στιγμή που αναλαμβάνει την αρχή στα Γιάννινα, το 1788, συνεχίζοντας βέβαια και την τακτική των προκατόχων του, περιορίζει την δύναμη των αρματολών, προσπαθεί να εξασθενήσει την ισχύ των Τούρκων, που έχουν περιουσία στα εδάφη του, με απώτερο σκοπό να ελαττώσει την επιρροή του σουλτάνου.
Μοιράζει στους Αλβανούς τα πιο σημαντικά και τα πιο καίρια αξιώματα και θέσεις και βελτιώνει την κατάσταση πολλών Ελλήνων, δίνοντας τους αξιόλογες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Ζώντας όμως διαρκώς μέσα σ’ ένα κλίμα ανασφάλειας δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανένα, ούτε και σ’ αυτούς τους συγγενείς του. Πολεμά οποιονδήποτε διαθέτει πλούτο, κύρος, ισχύ, δημεύοντας την περιουσία του, φυλακίζοντας τον ίδιο και τα μέλη της οικογενείας του ή ακόμη φθάνοντας ανενδοίαστα και στη δολοφονία του. Αντίθετα παρουσιάζει προστατευτικές τάσεις και δείχνεται συχνά ευνοϊκός προς τα κατώτερα στρώματα των υπηκόων του, προς τους φτωχούς και τους αδύνατους, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ενδεχόμενο να κινδυνεύσει απ’ αυτούς.
Έτσι λοιπόν κάτω απ’ αυτές τις προσωπικές ροπές και την τακτική της πολιτικής και κοινωνικής του ενεργείας συντελείται η διαμόρφωση ενός διοικητικού συστήματος και ενός κρατικού μηχανισμού που διαπνέονται από τάσεις αντιφατικές. Από τη μια μεριά καταπίεση, σκληρότητα, τυραννία, κι από την άλλη ανεκτικότητα και ηπιότητα. Επειδή όμως στην επικράτεια του Αλή η κοινωνική και οικονομική δομή παραμένει βασικά αμετάβλητη σε σχέση με το παρελθόν ή σε σύγκριση με τις άλλες επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, για τούτο οι τάσεις αυτές αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά και απτά φαινόμενα του καθεστώτος του.


Απ’ αυτά συνοδεύεται και μ’ αυτά συντηρείται το καθεστώς, επηρεάζεται το διοικητικό σύστημα, διαποτίζεται ο κρατικός μηχανισμός και αυτά προσδιορίζουν τη γένεση ή την εφαρμογή ορισμένων κρατικών ή και παρακρατικών λειτουργιών του καθεστώτος. Η εξέταση τους, έστω και συνοπτικά, είναι χρήσιμη, γιατί όπως είναι αυτονόητο έχουν στενή σχέση με το σύστημα διοικήσεως και κυρίως με τη διάρθρωση των αυλικών αξιωμάτων. Το σύστημα αστυνομεύσεως και επιτηρήσεως, που εγκατέστησε στην επικράτεια του ο Αλής ήταν άγνωστο στα υπόλοιπα τμήματα του Οθωμανικού κράτους.
Βέβαια είχε σαν αποστολή να διατηρεί την δημόσια ασφάλεια, αλλά είχε και το δικαίωμα να εισδύει στο ιδιωτικό άσυλο, να παρακολουθεί τις κινήσεις, τις συζητήσεις, τα σχέδια διαφόρων προσωπικοτήτων, να ελέγχει τους δεσμούς των Ελλήνων με την Κωνσταντινούπολη ή με άλλες πόλεις και γενικά να πληροφορεί τον Πασά για οτιδήποτε τον ενδιέφερε άμεσα ή έμμεσα. Δεν υπήρχε το απόρρητο της αλληλογραφίας. Ο Αλής ήταν ενήμερος για το περιεχόμενο όχι μόνον των επιστολών που στέλνονταν προς το εξωτερικό, αλλά χωρίς να σεβαστεί τους ξένους ταχυδρόμους ή εκείνους του σουλτάνου, παραβιάζοντας την αλληλογραφία έπαιρνε πληροφορίες για τα συμβαίνοντα έξω από το κράτος του.
Χωρίς άδεια δεν επιτρεπόταν σε κανένα να εγκαταλείψει τη χώρα, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα. Τα σύνορα φυλάγονταν με μεγάλη προσοχή. Οι χωρίς άδεια φυγάδες, αν δεν επέστρεφαν, έβλεπαν την περιουσία τους να δημεύεται και τους συγγενείς τους να ρίχνονται στις φυλακές. Για να τρομοκρατήσει, να φυλακίσει ή να θανατώσει τους πιο επικίνδυνους από τους υπηκόους του ο Αλής χρησιμοποιούσε ανθρώπους χωρίς κανένα ηθικό δισταγμό, φύσεις εγκληματικές και κακοποιά στοιχεία, έτσι που ή χώρα, όπως λέγει ο Πουκεβίλ, «να επιτηρείται από μια δράκα συκοφαντών και δολοφόνων».
Εννοείται ότι αυτό αποτελούσε συνέπεια της υποστάσεως ενός κρατικού μηχανισμού, που δεν λειτουργούσε μέσα σε νομιμόφρονα πλαίσια, αλλά ήταν το δημιούργημα ενός ανθρώπου, που φοβόταν κάθε στιγμή μήπως ανατραπεί, όχι τόσο από κάποια δυναμική ενέργεια των υπηκόων του, όσο από τον κύριο του, στα μάτια του οποίου ήταν στασιαστής και αντάρτης, που όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και περισσότερο επικίνδυνος. Στο κράτος του Αλή, όπως άλλωστε είναι αυτονόητο σ’ ένα τέτοιου είδους απολυταρχικό καθεστώς, όλες οι δημόσιες αρχές είναι συγκεντρωμένες στην αυλή του, απ’ όπου αυτός ασκεί την εξουσία με τη βοήθεια, τυπική και όχι ουσιαστική, του διβανίου, το οποίο κάτω από ομαλές συνθήκες συνυπάρχει με τον διοικητή σε κάθε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατ’ αντιστοιχία προς το dïvân-i hümäyün ή Αυτοκρατορικό διβάνι, κεντρικό όργανο διακυβερνήσεως στην πρωτεύουσα του κράτους. Το διβάνι, που γενικά ήταν σώμα συμβουλευτικό, είχε σαν μέλη του τους κυριότερους αξιωματούχους της αυλής. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι και στις σχέσεις μεταξύ αυτών και του Αλή επικρατούσε το ίδιο κλίμα δεσποτισμού απ’ το οποίο διαπνεόταν όλο το κράτος του. Ο συμβουλευτικός τους ρόλος μειωνόταν ακόμη περισσότερο από την αυταρχική προσωπικότητα του Πασά.
Οι αξιωματούχοι του διβανίου και γενικότερα όσοι ανήκαν στον αυλικό του περιβάλλον και είχαν κάποιο δημόσιο αξίωμα ή θέση όφειλαν να διεκπεραιώνουν απλώς της εντολές του, δεν είχαν προσωπική γνώμη, δεν τολμούσαν να εκφράσουν σκέψη αντίθετη από εκείνη του δεσπότη τους και πολύ περισσότερο να ενεργήσουν χωρίς την άδεια του. Για οποιοδήποτε πρόβλημα που παρουσιαζόταν δέχονταν τις αποφάσεις του και προσπαθούσαν μάλιστα να υπερθεματίσουν με υπερβολικότερα μέτρα, έτσι που πολλές φορές να παρουσιάζονται τελικά σαν άδικες παρά τις αγαθές αρχικά προθέσεις του Αλή.
Χαρακτηριστικό είναι ακόμη ότι αυτός δεν είχε ποτέ εμπιστοσύνη στους συμβούλους του και στα μάτια του ο κάθε ένας από αυτούς ήταν πάντοτε επικίνδυνος για την εξουσία εξ αιτίας των γνώσεων του. Ο ίδιος έδειχνε καταπληκτικές ικανότητες στη ρύθμιση των κρατικών υποθέσεων, γνώριζε και τις παραμικρότερες λεπτομέρειες των προβλημάτων τους, έβρισκε χρόνο να αντιμετωπίζει και τα πιο ασήμαντα απ’ αυτά, απαιτούσε όμως την ίδια δραστηριότητα απ’ τους αξιωματούχους του και δεν συγχωρούσε ούτε δεχόταν δικαιολογίες όταν κάτι δεν συμφωνούσε με τις διαταγές του. Κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες των πηγών, και κυρίως των περιηγητών, δεν γίνεται απόλυτα σαφές ποια ήταν η σύνθεση του διβανίου του Αλή και ποια τα αξιώματα που ασκούσαν τα μέλη του.
Οπωσδήποτε συμμετείχαν σ’ αυτό ο κεχαγιάς (kâhya), ένας απ’ τους πιο σημαντικούς αξιωματούχους του κράτους, που αναπλήρωνε τον Πασά κατά την απουσία του και ο Ντιβάν Εφέντης (dîvân effendi), ο αρχιγραμματέας, που διεκπεραίωνε την αλληλογραφία με την Πύλη. Οι δυτικές πηγές αναφέρουν ακόμη ονομαστικά τον Μεχμέτ Εφέντη, τον αστρολόγο, και του δίνουν τον τίτλο του πρωθυπουργού. Δεν γίνεται φανερό τι θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει αυτό το αξίωμα, πιθανώς εκείνο του κεχαγιά, γιατί ο Μεχμέτ για μια μεγάλη περίοδο μαρτυρείται ότι είχε τη γενική επίβλεψη για όλα τα ζητήματα, όταν ο Αλής έλειπε από τα Γιάννινα.
Αναφέρεται επίσης σαν «υπουργός» του Αλή και μέλος του διβανίου ο Χατζή Σεχρή εφέντης, που αναλάμβανε μυστικές αποστολές στην Κωνσταντινούπολη και θεωρούνταν ο πιο φανατικός και ισχυρογνώμονας σύμβουλος του, ο πρωταίτιος των εγκληματικών έργων του. Εκτός απ’ αυτούς, στο διβάνι έπαιρναν επίσης θέση προσωπικότητες χωρίς ιδιαίτερα αξιώματα στην κεντρική διοίκηση, που ήσαν όμως της απεριόριστης εμπιστοσύνης του Πασά: ο Μέτσιο Μπόνο, ο πιο παλιός και αγαπητός του φίλος, ο πιο διάσημος πολεμιστής, ο Δερβίς Χασάν, ο Άγο Μουχουρτάρης, ο Γιουσούφ Αγάς, ο Βελή-Γκέκας, ο Ομέρ Βρυώνης, ο Θανάσης Βάγιας, ο πιο πετυχημένος στρατιωτικός του και άλλοι.
Ο τελευταίος υπήρξε ο ευνοούμενος του Πασά, ήταν ο άνθρωπος που ασκούσε τη μεγαλύτερη επιρροή επάνω του, ελεύθερος να τον πλησιάζει τις ώρες της απομονώσεως του, πρόθυμο όργανο όλων των διαταγών του και ο εμπνευστής των απεγνωσμένων πράξεων του Αλή, που χαρακτηρίζουν την τελευταία περίοδο της ζωής του. Γραφική αλλά και χαρακτηριστική είναι η σκηνή που περιγράφει ο G. Remérand για τον τρόπο που λειτουργούσε το διβάνι, όπου ο Αλής, ξαπλωμένος και καπνίζοντας, άκουγε διακόπτοντας ειρωνικά και συχνά χοντροκομμένα τις συμβουλές του κεχαγιά, του ντιβάν εφέντη, του διερμηνέα του Σπύρου Κολοβού, του Μέτσιο Μπόνο, του Χατζή Σεχρή εφέντη και άλλων.


Μέσα στην αυλή και κοντά στον Αλή και το διβάνι υπάρχουν κι άλλα πρόσωπα που επανδρώνουν τη γραμματεία του, δηλαδή γραμματικοί και διερμηνείς, που διεκπεραιώνουν την αλληλογραφία του. Ορισμένοι απ’ αυτούς πολλές φορές ξεπερνούν το ρόλο του απλού διεκπεραιωτή και μπαίνουν μέσα στον κύκλο των συμβούλων του Πασά και συμμετέχουν στο διβάνι όπως είδαμε πιο πάνω να συμβαίνει με τον Σπύρο Κολοβό. Για την αλληλογραφία με τους μπέηδες και τους αγάδες υπήρχαν, σύμφωνα με τον Hughes, τέσσερις γραμματικοί, όλοι Έλληνες, επειδή η Ελληνική γλώσσα ήταν αυτή που επικρατούσε στο κράτος.
Υπήρχαν ακόμη δύο διερμηνείς, που ήσαν επίσης και γραμματικοί, καθώς και μερικοί γιατροί που υπηρετούσαν και σαν διερμηνείς ή γραμματικοί όταν η περίσταση το απαιτούσε. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι σχετικά με τον χαρακτήρα των Ελλήνων που υπηρέτησαν σαν γραμματικοί ή διερμηνείς έχουν διατυπωθεί πολλές και ποικίλες κατηγορίες. Πρέπει όμως να τονισθεί, ότι παρά τα ελαττώματα τους βοήθησαν από τη θέση που κατείχαν να προκόψει η εθνική υπόθεση των Ελλήνων. Γραμματικοί στην αυλή του Αλή Πασά χρημάτισαν ο Μάνθος Οικονόμου, ο Κώστας Γραμματικός, ο Κώστας Βουρμπιανίτης, ο Θανάσης Λιδωρίκης, ο Σπύρος Κολοβός και μερικοί άλλοι.
Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Μάνθος Οικονόμου και ο Σπύρος Κολοβός φάνηκαν χρησιμότατοι στους συμπολίτες τους. Ο πρώτος, γραμματικός του Αλή αμέσως μόλις ανέλαβε αυτός τη διοίκηση στα Γιάννινα, υπήρξε το δεξί του χέρι στις διαπραγματεύσεις της Πάργας και γενικά σύμβουλος του σ’ όλες τις σπουδαίες υποθέσεις που παρουσιάζονταν. Ο Οικονόμου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και αναδείχθηκε ένας από τους πρωτεργάτες της στην Ήπειρο. Ο δεύτερος, άνδρας με μεγάλη παιδεία, κάτοχος πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών, ήταν ο επίσημος διερμηνέας στην αυλή και έγινε ένας από τους πιο έμπιστους σύμβουλους του Αλή. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Μάνθο Οικονόμου. Αντίθετα απ’ αυτούς τους δύο ο Κώστας Βουρμπιανίτης είχε κακό και ευτελή χαρακτήρα. Εκτός όμως απ’ τους Έλληνες που κατείχαν κάποιο επίσημο αξίωμα ή είχαν κάποια θέση στην κρατική ιεραρχία και στην αυλή, σύχναζαν εκεί και άλλοι Χριστιανοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί και λόγιοι, πολλοί απ’ τους οποίους διακρίθηκαν και σ’ εκείνη την περίοδο αλλά και αργότερα στην Ελληνική επανάσταση. Έτσι ανάμεσα στους πολιτικούς συμπεριλαμβάνονται ο Αλέξης Νούτσος, ραδιούργος προεστός στο Ζαγόρι και πολύ αγαπητός στον Αλή, ο Κωνσταντίνος Μαρίνου ή Μαρίνογλους, ο Δημήτρης Δρόσος, ο Νικόλαος Μίχος, οι Στέφανος και Ευθύμιος Κων. Δούκα, ο Μάρκος Δαμιράλης κ.ά.
Από τους αξιωματικούς του στρατού διακρίνονται ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Βέικος, οι Μποτσαραίοι, ο Βαρνακιώτης, ο Πανουργιάς, ο Γρίβας, ο Τζαβέλας κ.ά. Τέλος, από την αυλή του Αλή πέρασαν σοφοί άνδρες όπως ο Αθανάσιος Ψαλίδας και άλλοι, πράγμα που συνδέεται με το γεγονός ότι εκείνος υποστήριξε την Ελληνική παιδεία και τα γράμματα και επέτρεψε την ύπαρξη και τη λειτουργία Ελληνικών σχολείων. Μια άλλη κατηγορία ατόμων που είχαν επίσημη θέση στην αυλή ήσαν και οι γιατροί του Πασά που, όπως είπαμε προηγουμένως, χρησιμοποιούνταν επίσης σαν γραμματικοί και διερμηνείς. Ο επίσημος γιατρός του Αλή ήταν στην αρχή ο γερο-Λεβαντίνος Tozoni που, όπως σημειώνει ο Pouqueville, ήταν «δολοφόνος και πληρωμένος δηλητηριαστής». Το 1810 ο Αλής τον αντικατέστησε με τον αδελφό του Θανάση Βάγια, Λουκά, που είχε σπουδάσει με έξοδά του Ιατρική στη Βιέννη. Επίσης αναφέρονται ως γιατροί του ο Dr. Louis Franc, σοβαρός πρακτικός γιατρός, ο Μιλανέζος Βελάνι, ο Κεφαλλονίτης Μεταξάς, ο Ζακυνθινός Ταγιαπιέρας, ο Τ. Σακελλάριος, που είχε σπουδάσει κι αυτός ιατρική στη Βιέννη, όπως και ο Κωλέττης και ο Βηλαράς. Στους παραπάνω πρέπει να προστεθεί και ο Jerome de la Lance, ευγενής από τη Σαβοΐα, που ασκούσε την ιατρική στην αυλή και στα Γιάννινα μέχρι το 1806.
Όπως είναι γνωστό οι επαρχιακοί διοικητές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (διοικητές των εγιαλετίων και των σαντζακίων) κατά το πρότυπο της σουλτανικής αυλής περιστοιχίζονταν όχι μόνο από συμβούλους αλλά και από πλήθος αυλικών ακολούθων. Κοντά σ’ αυτούς, στην καθημερινή ζωή και κίνηση της αυλής, σύχναζαν διάφορα αλλά πρόσωπα, μόνιμοι ή περαστικοί επισκέπτες και φιλοξενούμενοι. Το ίδιο φαινόμενο απαντά και στο κράτος του Αλή, με τη διαφορά όμως ότι η αυλή του παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας ξεχωριστής και ιδιότυπης μεγαλοπρέπειας, που ήταν ίσως το αποτέλεσμα και ή έκφραση των ηγεμονικών του τάσεων και της ροπής του για ανεξαρτησία.
Γραφικές είναι πάντοτε οι περιγραφές της αυλής του, που έχουμε απ’ τους περιηγητές. Αυτοί μας την παρουσιάζουν σαν τόπο συγκεντρώσεως ενός ετερόκλητου πλήθους προσώπων, ντόπιων και ξένων, Τούρκων, Αλβανών, Μαυριτανών στρατιωτών, Ελλήνων και Εβραίων γραμματικών και έμπορων, Τατάρων ταχυδρόμων, ακολούθων με ποικίλες φορεσιές και απλών υπηκόων, που ζητούσαν ακρόαση, τσιγγάνων, σαλτιμπάγκων και πολυαρίθμων άλλων, ατόμων, που συζητούσαν Ελληνικά, Τουρκικά, Ιταλικά, Αραβικά, Βλάχικα και, φυσικά, Αλβανικά. Υπάρχει ή μαρτυρία ότι μέσα στο ανάκτορο του Αλή παρασκευαζόταν καθημερινά φαγητό για χίλια πεντακόσια άτομα.
Όσοι ανήκαν στην αυλική ακολουθία του Πασά, αλλά δεν αποτελούσαν τους άμεσους συμβούλους του κατέχοντας συγχρόνως και ανώτατα κρατικά αξιώματα, απάρτιζαν την δεύτερη εκείνη κατηγορία των καθαρά αυλικών προσώπων, που είχαν καθήκοντα σχετικά με την προσφορά υπηρεσιών σε ζητήματα εθιμοτυπίας και τελετών, φρόντιζαν για την άμεση προσωπική του εξυπηρέτηση και ρύθμιζαν την λειτουργία του «οίκου» του. Βέβαια οι περιηγητές, και κυρίως ο Hughes, περιγράφοντας τα διάφορα αυλικά αξιώματα, που συνάντησαν κατά την επίσκεψη τους στο κράτος του Αλή, δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες.
Άλλωστε η διάκριση αυτή είναι πάντοτε προβληματική, γιατί ανέκαθεν υπήρξε πάγιο φαινόμενο στις αυλές των απολύτων ηγεμόνων να αναλαμβάνουν και κρατικά αξιώματα πρόσωπα που ανήκαν στο άμεσο περιβάλλον του ηγεμόνα και ασκούσαν αρχικά αυλικές μόνον υπηρεσίες, όπως και αντίστροφα. Νομίζουμε πάντως ότι στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι πιο κάτω αξιωματούχοι της αυλής του Αλή Πασά, των οποίων, οπού είναι δυνατόν παραθέτουμε και την ονομασία τους στα Τουρκικά:


Ο Σιλιχτάρ Αγάς (silahdâr aga), που κρατούσε το ξίφος του Πασά στις επίσημες τελετές και ήταν ένας από τους υψηλότερα ιστάμενους αξιωματούχους, ο Μπαϊρακτάρ Αγάς (bayraktar aga), ο σημαιοφόρος, ο Διβικτάρ Αγάς (diviktar aga), που έφερε το μελανοδοχείο, ο Μουχουρδάρης (mühürdar), ο Σφραγιδοφύλακας, ο Καπουμπουλούκμπασης, ο αρχηγός της αστυνομικής υπηρεσίας του Πασά, που είχε την κατοικία του μέσα στα ανάκτορα, ο Ιμπροχόρ Αγάς (imrahor aga), ο Σταβλάρχης, ο Καπιτζιλάρ Αγάς (kapicilar aga), που ήταν ο προϊστάμενος της αυλικής εθιμοτυπίας, ο Καφτάν Αγάς (kaftan aga), που κρατούσε τον μανδύα και τον έριχνε πάνω στους ώμους των τιμώμενων από τον Πασά προσώπων. Ο Ραχτιβάν Αγάς, ο ιπποκόμος, που επέβλεπε για τα «ασημένια χαλινάρια» και τη «στέγαση στο ιπποστάσιο», οι Σατίρ Αγάδες (satir), τέσσερις σωματοφύλακες με διακοσμητικό ρόλο, που στις εξόδους και τις πορείες του Αλή πεζοπορούσαν δίπλα στο άλογο δύο από κάθε πλευρά κραδαίνοντας ένα είδος δόρατος με πέλεκυ, οι Τσαρκατζήδες, μια ομάδα, προφανώς, σωματοφυλακής, που την αποτελούσαν πρώην ληστές και συνόδευε έφιππη τον Αλή στις πορείες του, ο Τσοχαντάρ Αγάς (cohadär aga), αρχηγός των σωματοφυλάκων του Πασά, ο Χαζνατάρ Αγάς (hazînedar aga), ο Ταμίας, οι δύο Μπουχουρντάν Αγάδες (buhurdan), που τον αρωμάτιζαν θυμιατίζοντας, όταν πήγαινε στο τζαμί.
Ο Σαμντάν Αγάς, που προπορευόταν του Πασά βαστώντας τα καντηλέρια μέσα στα διαμερίσματα του, ο Τσεμεσίρ Αγάς, ο Ιματιοφύλακας, ο Σοφρατζήμπασης (sofraci-basi), ο Τραπεζοκόμος, ο Ιμπικτάρ Αγάς, που έριχνε νερό με μια χρυσή κανάτα για να πλύνει τα χέρια του ο Πασάς και ο Μουραματζήμπασης που κρατούσε τις σχετικές πετσέτες, ο Πεσκίρ Αγάς, που έριχνε ένα μεταξωτό σάλι στους ώμους του Πασά και των προσκαλεσμένων του, ο Καφετζήμπασης, που είχε την επίβλεψη του καφέ, ο Τουτουντζήμπασης, που φρόντιζε για το κάπνισμα, τις πίπες και τους ναργιλέδες και ο Μπερμπέρμπασης, ο αρχικομμωτής.
Δύο ακόμη ανώτεροι αξιωματούχοι ήσαν ο Μεχτέρμπασης, επί κεφαλής της ορχήστρας και ο Τατάρ Αγάς, επικεφαλής εκατό τατάρηδων δηλ. ταχυδρόμων. Αυλική υπηρεσία εκτελούσαν επίσης είκοσι Τσαούσηδες (çavus) και είκοσι Καβάσηβες (kavâs), θυρωροί και φύλακες στα ανάκτορα, που κρατούσαν ασημένια ραβδιά με ρόζους και προχωρούσαν μπροστά απ’ τον Πασά, όταν βάδιζε μέσα στο σεράι. Στους αξιωματούχους της αυλής ανήκαν επίσης ο Ντουνιμενής, που είχε την φροντίδα για την προμήθεια με καυσόξυλα και κάρβουνα και ο βεκιλαρτζής (vekilharç), που είχε την ευθύνη και τη διαχείριση των γενικών εξόδων του Αλή και ήταν προϊστάμενος σχετικής υπηρεσίας με πολλούς υπαλλήλους.
Σαν τέτοιος διαχειριστής αναφέρεται ότι είχε διατελέσει ο Εβραίος Genovelli. Ως προς τις σχέσεις του με τον Πασά, όλοι αυτοί οι ακόλουθοι θεωρούνταν απολύτως έμπιστοι και αφοσιωμένοι σ’ αυτόν. Ακόμη και σε περιπτώσεις που εκείνος είχε δολοφονήσει τους γονείς ή τους συγγενείς τους, αυτοί ποτέ δεν διανοήθηκαν να τον εκδικηθούν για τα εγκλήματα του. Είχαν τόσο εκτεθεί οι ίδιοι με εγκληματικές πράξεις κατά διαταγή του και είχαν τόσο υποταχθεί στη θέληση του, ώστε τον έβλεπαν σαν μια εκπληκτική ύπαρξη, που η δύναμη της ήταν «ο χρυσός, ο σίδηρος, το ρόπαλο». Από τους περιηγητές έχουμε ακόμη μερικές πληροφορίες για την προσωπική τους αμφίεση και την καθημερινή τους διαβίωση. Φορούσαν ρούχα πολύχρωμα με σιρίτια και γαλόνια, αλλά συνήθως χωρίς πουκαμίσες, τρέφονταν τις περισσότερες φορές με ακατάλληλες τροφές και τον χειμώνα κρύωναν στους προθαλάμους, μια και θέρμανση υπήρχε μόνο στα διαμερίσματα του κυρίου τους, ζητιανεύοντας φιλοδωρήματα από κάθε επισκέπτη. Η απαίτηση αυτή για φιλοδωρήματα, που εξ άλλου αποτελούσε γενικότερο φαινόμενο, γινόταν κάτω από την υπόδειξη ή την ανοχή του Αλή. Μάλιστα τους συνιστούσε, σαν ένα μέσο ανταμοιβής των υπηρεσιών τους, να ζητούν πράγματα, που δεν μπορούσαν να τους αρνηθούν και τους προέτρεπε να εισπράττουν εκβιαστικά, τάχα εν αγνοία του, χρήματα από πόλεις και χωριά προβάλλοντας ανυπόστατα δικαιώματα. Θεωρητικά όφειλε στις γιορτές να τους δίνει δώρα, αλλά προφασιζόταν ταξίδια για να τα αποφεύγει. Αργότερα η συνήθεια άλλαξε κατά τρόπο συμφέροντα γι’ αυτόν και δεχόταν ο ίδιος δώρα αντί να προσφέρει. Οι γραμματείς του μάλιστα ήταν υποχρεωμένοι να σημειώνουν την αξία των προσφερομένων, έτσι ώστε ο καθένας αναγκαζόταν να φανεί πιο γενναιόδωρος από τον άλλον. Θα πρέπει περιλάβουμε ακόμη ανάμεσα στα πρόσωπα που άνηκαν στο αυλικό περιβάλλον του Αλή το πλήθος εκείνο των Ευρωπαίων, στην πλειοψηφία τους Ιταλών και Γάλλων, που κατείχαν αξιώματα σαν σύμβουλοι ή εκπαιδευτές κυρίως στο στρατό.
Οι Ευρωπαίοι αυτοί ήσαν τυχοδιώκτες, λιποτάκτες και αποστάτες, που συγκεντρώθηκαν εκεί, είτε γιατί διάφορα περιστατικά τους ανάγκασαν να καταφύγουν κοντά του, είτε γιατί κατά την διάρκεια πολεμικών επεισοδίων είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι, είτε γιατί είχαν κληθεί από τον ίδιο για να διοικήσουν και να εκπαιδεύσουν το στρατό του. Σ΄ αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται ο πρώην Καρμηλίτης μοναχός και ιεραπόστολος Guerini, αιχμάλωτος μετά την σύλληψη του σκάφους «Madonna di Montenegro», που οδηγήθηκε στα Γιάννενα το 1799, μυήθηκε στον Ισλαμισμό και με το όνομα Μεχμέτ έγινε ιμάμης της αυλής και ένας από τους ιδιαιτέρους γραμματείς του Αλή.
Ακόμη ο Γάλλος αποστάτης Michel από το Παρίσι, ξυλουργός το επάγγελμα, που πήρε γυναίκα του, παρά την θέληση του, μια Ελληνίδα και ήταν ο επικεφαλής των εργαστηρίων ξυλουργικής και αμαξοποιίας, ο πρώην πειρατής Passano, από το Bonifacio της Ιταλίας, που κατά την διάρκεια της ανταρσίας του πασά ήταν διοικητής ενός στολίσκου, επίσης ο αποστάτης Caretto από τη Νεάπολη, διοικητής του πυροβολικού. Άλλοι ήσαν ο Mollah Suleyman, πρώην αξιωματικός στην υπηρεσία του στρατού του βασιλείου της Νεαπόλεως και κάποιος Watrin, ίσως αξιωματικός από την Ιταλία, που έγιναν Μουσουλμάνοι, ο Κορσικανός καπετάνιος Marcellese, που διοικούσε τμήμα του στόλου του και ήταν πολύ σεβαστός στον Αλή.
Ο Ιταλός εκπαιδευτής του ιππικού Pesarini, ένα από τα πιο φαιδρά πρόσωπα της αυλής, ο ιερέας Don Vincenzo Micarelli, ο αυτοαποκαλούμενος χημικός του βεζίρη χωρίς να έχει ιδέα από χημεία, ο Cerfbeer de Medelsheim από το Στρασβούργο, που έγινε Μουσουλμάνος και πήρε με το όνομα Ibrahim Manjour effendi, ο Cuillaume de Vaudoncourt και άλλοι. Θα πρέπει τέλος επίσης να αναφέρουμε ότι ο Αλής χρησιμοποίησε, σε άσχημες όμως θέσεις, όλους τους Γάλλους αιχμαλώτους του πλοίου «Madonna di Montenegro». Αυτοί πήραν γυναίκες τους Ελληνίδες, φορούσαν Ελληνικά ενδύματα και πλήρωναν όπως όλοι οι υπόδουλοι τον κεφαλικό φόρο.


ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ «ΕΝΑ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟ»
ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑΥΜΑΖΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ 
Μετά την εγκατάστασή του στο «θρόνο» των Ιωαννίνων ο Αλή Πασάς αποκαλύπτει και μια ακόμη πτυχή της αλλοπρόσαλλης προσωπικότητάς του. Αφήνοντας πίσω του τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες ενός Ανατολίτη Οθωμανού περιφερειακού διοικητή και προσεγγίζει καινούργιο ρόλο που δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα αποστεωμένα Οθωμανικά πρότυπα διακυβέρνησης. Ένα εκσυγχρονιστικό κράτος δημιουργείται αρχικά στην Ήπειρο, και στη συνέχεια, σε όλη την έκταση της επικράτειάς του. Ο ληστής μετατρέπεται σε έναν προοδευτικό ηγεμόνα και ο αμόρφωτος γιος της Χάμκως σε προστάτη των επιστημών και των γραμμάτων.
Ο αδίστακτος καταπατητής των νόμων σε υπέρμαχος της τάξης και της ασφάλειας, ο άξεστος αρβανίτης σε προικισμένο διπλωμάτη. Δημιούργησε ένα de facto κράτος μέσα στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η έκτασή του ήταν μεγαλύτερη -σχεδόν διπλάσια- από εκείνη του Ελληνικού κράτους που προέκυψε από την Επανάσταση του 1821. Η εξουσία του σουλτάνου στην επικράτειά του ήταν μόνο κατ’ όνομα και περιοριζόταν στην καταβολή των προβλεπόμενων φόρων, τους οποίους αυτός κατέβαλε κανονικότατα, τους οποίους συνόδευε και με πλουσιοπάροχα δώρα (μπαξίσια) προς όλους τους αξιωματούχους της τουρκικής διοίκησης (διβάνι) της Κωνσταντινούπολης.
Για 32 συνεχή χρόνια (1788 - 1820) η Πύλη τον διόριζε κάθε χρόνο με «φιρμάνι» διοικητή του Πασαλικιού των Ιωαννίνων, ενώ την ίδια περίοδο η οικογένειά του δεν άφηνε από τα χέρια της και το σαντζάκι των Τρικάλων, που περιλάμβανε ολόκληρη την Θεσσαλία, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και σχεδόν ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Ο Αλή Πασάς, όπως κάθε βεζίρης, είχε το «Ντιβάνι» του, με τους «υπουργούς» και τους αυλικούς του. Τις διοικητικές του περιφέρειες διοικούσαν οι καδήδες και οι κυβερνήτες, που διορίζονταν από την Πύλη ύστερα από δική του πρόταση. Ωστόσο όλη η εξουσία ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια του και το Ντιβάνι δεν έπαιζε οποιονδήποτε ρόλο, αν και -τυπικά- έπαιρνε την έγκρισή του.
Τις σχέσεις με το εξωτερικό, τα δικαστήρια και τα οικονομικά χειριζόταν μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια προσωπικά. Επίσης χρησιμοποιούσε τους ανώτερους, Χριστιανούς, λειτουργούς -οι οποίοι διορίζονταν από το Πατριαρχείο μόνο με τη δική του συγκατάθεση- σε αποστολές διπλωματικής, οικονομικής και διοικητικής φύσης. Οι μητροπολίτες, ειδικώς, ήταν «τυφλά όργανά» του. Οι δεσποτάδες Ιωαννίνων και Άρτας έδωσαν ανάθεμα στους Σουλιώτες σαν «στασιαστές» και καλούσαν το ποίμνιο τους να μην τους βοηθήσει, αν και ήταν Ορθόδοξοι. Μαζί τους έκανε και επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, ο μητροπολίτης Ιωαννίνων ήταν επικεφαλής εταιρείας η οποία νοίκιαζε από τον Αλή τα ιχθυοτροφεία του Βουθρωτού.
Ανεξίθρησκος ο ίδιος αφήνει ελεύθερους τους Χριστιανούς, τους Μουσουλμάνους και τους Εβραίους, να εξασκούν τα λατρευτικά τους καθήκοντα, όπως αυτοί επιθυμούν. Κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, χτίζονται πάμπολλες Χριστιανικές εκκλησίες, πολύ λίγα Οθωμανικά τζαμιά και μια Εβραϊκή συναγωγή. Χτυπάει αλύπητα τις τοπικές αυθαιρεσίες και οργανώνει ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη. Είναι τέτοια η εμπιστοσύνη που αρχίζουν να έχουν οι πληθυσμοί στην διοίκησή του, ώστε και οι Χριστιανοί ραγιάδες, να γυρεύουν από τον Αλή να λύσει τις διαφορές τους, ακόμη και με τους δεσπότες τους.
Πολλά έχουν γραφεί για το «σύστημα δικαιοσύνης» που καθιέρωσε και στο οποίο υπέρτατος δικαστής ήταν ο ίδιος. Η επικράτειά του γνωρίζει μια αληθινή κοσμογονία από έργα. Ανοίγει αρτηρίες (που διατηρήθηκαν μέχρι τον 21ο αιώνα), αποξηραίνει έλη, χτίζει αμέτρητα γεφύρια, χάνια, τελωνεία, διοικητήρια, αποθήκες, βάζοντας έτσι στέρεες βάσεις στο οικοδόμημά του, για να μπορέσει να το υψώσει στο μεγαλείο, που το ήθελε. Στα δημόσια έργα εφάρμοσε το σύστημα της υποχρεωτικής εργασίας - «αγγαρείες»- παίρνοντας και τα έξοδα από τους ντόπιους πληθυσμούς. Ήταν αμείλικτος στις καταχρήσεις και στην κλοπή των υλικών από τα εργοτάξιά του.
Η τιμωρία ήταν κρεμάλα και ακρωτηριασμός. «Μονάχα έτσι» έλεγε σε ένα περιηγητή «μπορούν να κυβερνηθούν αυτοί. Την ίδια στιγμή που κρεμάω έναν από τον πλάτανο για κλεψιά, ο αδερφός του κλέβει κάτω από το ίδιο δέντρο. Εάν προστάξω να κάψουν κάποιον, ο γιος του θα κλέψει την στάχτη της φωτιάς του, για να την πουλήσει. Μόνο με τον τρόμο τους κρατώ». Οργάνωσε το κράτος του υποδειγματικά, στελεχώνοντας τις υπηρεσίες του αποκλειστικώς με Έλληνες. Άλλωστε η επίσημη γλώσσα του Πασαλικιού ήταν η Ελληνική, και μόνο στην αλληλογραφία με την Υψηλή Πύλη γινόταν χρήση της Τουρκικής, την οποία -σημειωτέον- ο Αλής δεν γνώριζε (μιλούσε μόνο τα Ελληνικά και τα Αρβανίτικα).
Τις σχέσεις με το εξωτερικό και τα οικονομικά του κράτους του, χειριζόταν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια ο ίδιος προσωπικά. «Οι υπουργοί του», γράφει ο Καποδίστριας, «δεν είναι τίποτε άλλο από γραμματείς, που τους υπαγορεύει και εκείνοι απλώς γράφουν. Ουδέποτε υπογράφει διάταγμα ή έγγραφο χωρίς να το διαβάσει, πολλές φορές, και να το διορθώσει». Τα κρατικά του αρχεία ήταν υποδειγματικά και φυλάσσονταν σαν κόρη οφθαλμού. Η ταχυδρομική υπηρεσία του, μετέφεραν ένα γράμμα από τα Γιάννενα στην Πόλη σε 5 μέρες, ενώ η αντίστοιχη αυστριακή ήθελε 15. Το πέρασμα του Αλή από τη ληστρική δραστηριότητα -κατά την περίοδο της νεότητάς του- τον είχε εξοικειώσει, σε μεγάλο βαθμό, με τα εδάφη που αργότερα θα κυβερνούσε.
Αυτή του η γνώση μεταβιβάστηκε εύκολα στον ρόλο που ανέλαβε ως πασάς. Περιηγητές όπως ο William Martin Leaκe και ο John Cam Hobhouse αναφέρουν ότι, συνήθως, ο Αλής δεν έμενε και πολύ στα Γιάννενα, αλλά περιόδευε στις διάφορες περιοχές των εδαφών του.  Λέγεται, ότι θεωρούσε απαραίτητο να επισκέπτεται όλα τα χωριά της επικράτειάς του τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο. Η άριστη σχέση του με τους πληθυσμούς της υπαίθρου υπήρξε ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της πολιτικής του και επί πλέον με τις επισκέψεις του και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, συνέλεγε προσωπικώς πληροφορίες από τους έμπιστους, που διατηρούσε εκεί. Ο Πασάς ήξερε τα πάντα μέσα στο κράτος του.
Τα δημόσια έργα του -σε συνδυασμό και με την πάταξη της ληστρικής δραστηριότητας- έκαναν τις περιφέρειές του προσπελάσιμες στο ξένο, και εγχώριο εμπόριο, με αποτέλεσμα πρωτοφανή οικονομική άνθηση. Τα τελωνεία που ίδρυσε όχι μόνον φορολογούσαν τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα είδη, αλλά φρόντιζαν, επίσης, και για την ασφαλή διακίνησή τους. Σαν πραγματικός κέρβερος ο Πασάς των Ιωαννίνων παρακολουθούσε στενά την λειτουργία τους και ήταν άτεγκτος και στην παραμικρή ολιγωρία ή στην παρανομία των υπαλλήλων τους. Στα Γιάννενα διοργάνωνε, κάθε χρόνο, ετήσιο πανηγύρι που ήταν στην ουσία μια εμπορική έκθεση, και η οποία κατακλυζόταν από επισκέπτες από όλη τη Βαλκανική.


Οι οικονομικές πράξεις, οι οποίες γίνονταν εκεί ήταν πάρα πολλές. Σύμφωνα με τους περιηγητές ο χώρος του πανηγυριού ήταν τόσο μεγάλος, ώστε έφτανε στο μέγεθος μιας «μικρής πόλης». Ο Πασάς, την επισκεπτόταν κάθε χρόνο, ενώ για την άψογη λειτουργία της τοποθέτησε μόνιμο διευθυντή τον αρχιτελώνη του Αναστάσιο Σαμαρινιώτη καθώς και κυβερνητικούς επόπτες σαν βοηθούς. Ο ιδιοφυής τύραννος ήταν ένας μεγάλος διπλωμάτης. Βλέποντας, ίσως, μακρύτερα συνειδητοποίησε, ότι το μέλλον του κράτους του είναι προς την Ευρώπη και όχι προς την Ανατολή. Επέβαλε τα Γιάννενα, την πρωτεύουσα του Πασαλικιού του, ως μεγάλο διπλωματικό κέντρο, όχι μόνο της Βαλκανικής, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Οι λεγόμενες «μεγάλες δυνάμεις» της εποχής (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία), ιδρύουν προξενεία στα Γιάννενα και υποπροξενεία σε αρκετές άλλες πόλεις της επικράτειάς του. Ο ίδιος οργανώνει την διπλωματική του υπηρεσία σαν ένα πραγματικό «υπουργείο εξωτερικών». Είναι χαρακτηριστικό ότι, για την αλληλογραφία του με τις ξένες δυνάμεις, χρησιμοποιούσε τρεις διαφορετικούς γραμματείς, ώστε κανένας τους να μη ξέρει τι υπαγορεύει στους άλλους. Είχε εγκαταστήσει διπλωματικούς αντιπροσώπους στην Κωνσταντινούπολη, την Βιέννη, την Τεργέστη και το Παρίσι. Αλληλογραφούσε με τον Metternich, το Βοναπάρτη, τον Potemkin και τον Guilford, αυτός ο αμόρφωτος πρώην ληστής.
Προκειμένου να ελέγχει και να διοικεί το απέραντο κράτος του, ο Αλής δούλευε όλα του τα χρόνια με εξοντωτικούς ρυθμούς και απαιτούσε από τους υπαλλήλους του την ίδια ενεργητικότητα που επιδείκνυε ο ίδιος σε όλους τους τομείς. Μεταχειριζόταν διάφορα μέσα για να εξασφαλίσει την αφοσίωσή τους και την ακριβή εκτέλεση των διαταγών του. Όλους όσους κατείχαν υψηλές θέσεις στην υπηρεσία του υποχρέωνε να εγκαθιστούν τις οικογένειές τους στα Γιάννενα, ως εγγύηση νομιμοφροσύνης. Οι αυστηρές τιμωρίες οι οποίες περίμεναν τους υφισταμένους του, όταν εκείνοι δεν εκτελούσαν κατά γράμμα τις εντολές του, συντελούσαν ώστε όλοι τους να δουλεύουν αφοσιωμένα, ασταμάτητα και αποδοτικά.
Σε ολόκληρο το Πασαλίκι οργάνωσε ταχύτατα ένα σκληρό αστυνομικό κράτος και ένα -μοναδικό- στην Τουρκική Αυτοκρατορία δίκτυο καταδοτών και παρακολουθήσεων. Ο Γάλλος συνταγματάρχης Guillaume de Vaudoncourt που το 1807 ανέλαβε πολιτικοστρατιωτική αποστολή στα Γιάννενα γράφει στο οδοιπορικό του: «Το σύστημα των σπιούνων του ήταν απαραίτητο για να προλαβαίνει συνωμοσίες και κινήματα εναντίον του. Τα καθήκοντα της αστυνομίας του δεν περιορίζονται μόνο στη δημόσια ασφάλεια. Παρακολουθεί τι γίνεται μέσα σε κάθε σπίτι, ελέγχει τη συμπεριφορά όλων των πολιτών, και του αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια τι κάνουν, τι συζητούν, τι σκέφτονται και τι σχεδιάζουν οι υπήκοοί του.
Η αστυνομία του Πασά γνωρίζει κάθε κίνηση ακόμη και των Ελλήνων και των Οθωμανών της Κωνσταντινούπολης. Είχε, επίσης, οργανώσει και την συστηματική λογοκρισία της αλληλογραφίας. Όλες οι επιστολές που έβγαιναν, ή έμπαιναν στην επικράτειά του διαβάζονταν από τους ανθρώπους του, πριν παραδοθούν στους ταχυδρόμους. Παρακολουθούσε ακόμη και την αλληλογραφία των Προξένων. Αν κάποιος διαμαρτυρόταν, τότε έκανε τον ανήξερο και διέταζε να κρεμαστεί, ως δήθεν φταίχτης, κάποιος από τους δύστυχους ανθρώπους που είχε φυλακισμένους στα μπουντρούμια των φυλακών του». Βεβαίως η κινητήρια δύναμη της διοικητικής μηχανής δεν ήταν μόνον ο φόβος. Όπως αναφέρει πάλι ο Καποδίστριας:
«Με ακριβά δώρα, σε χρήματα ή σε γη, ή με τη διανομή διαφόρων επικερδών θέσεων, δένει μπορεί να πει κανείς τους ανθρώπους που τον υπηρετούν, με τον ίδιο, με την εξουσία του, με το σύστημά του και με την επιτυχία των πολυάριθμων επιχειρήσεών του». Ειδικότερα με τους ενόπλους του, φρόντιζε να κρατάει το ηθικό τους και την πολεμική τους ετοιμότητα ψηλά. Τους ήξερε σχεδόν όλους με το μικρό τους όνομα και μπορούσε να δει κανείς αυτόν τον ισχυρό κυβερνήτη να συνομιλεί με απλούς στρατιώτες για τη θητεία τους, τα προσωπικά τους προβλήματα και την οικογενειακή τους κατάσταση. Επίσης οι μισθοί τους καταβάλλονταν κανονικά, κάτι πράγματι ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη και δεν υπολόγιζε τα δώρα προς εκείνους που έδειχναν καλή διαγωγή, υπακοή και αφοσίωση προς το πρόσωπό του, ενώ τα προνόμια που παραχωρούσε στους πολυάριθμους γραμματικούς, οπλαρχηγούς, κάθε φύσης μυστικοσυμβούλους του και αυλικούς ήταν εξαιρετικά.

ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΜΟΝΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ 
Κυβέρνησε το κράτος του επί 33 χρόνια με «σιδηρά πυγμή». Ήταν σκληρός και αυταρχικός. Ο Κarl Mendelsson Bartholdy (1838 - 1897) στο έργο του «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», που εξέδωσε το 1870, τον δικαιολογεί γράφοντας: «Χωρίς την αυστηρότητά του δεν θα ήταν δυνατόν να τεθεί τέλος στα όργια των ληστών και να ησυχάσει η χώρα. Ο Αλή Πασάς έκανε ρήξη προς το Μεσαίωνα και το φεουδαρχισμό και χάραξε το δρόμο του πολιτισμού. Έβαλε τέρμα στην ανεξαρτησία των τοπικών αρχηγών και κατέστρεψε τα κληρονομικά γένη των κοτζαμπάσηδων». Και συνεχίζει ο Γερμανός ιστορικός:
«Ήταν αλήθεια δυνατόν να γίνει αυτή η μετατροπή με ειρηνικά και ήπια μέσα; Μόνο με τη σκληρότητα θα μπορούσαν οι Αλβανοί να δεχτούν τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού. Για την Ελλάδα και την Αλβανία έπρεπε να μεσολαβήσει ο πεφωτισμένος δεσποτισμός του Αλή για τη μετάβαση των χωρών αυτών από το σκοτεινό Μεσαίωνα στους νέους χρόνους». Ωστόσο για τις μεθόδους του αυτές δέχτηκε σκληρή κριτική τόσο από τους συγχρόνους του, όσο και τους μεταγενέστερους ιστορικούς, προεξάρχοντος του Fr. Pouqueville.
Ο στρατός του Αλή αποτελείτο κατά βάση από στοιχεία ατάκτων. Από περιγραφές που διασώθηκαν πιο αξιόπιστη και ακριβέστερη φαίνεται ότι είναι εκείνη του εξωμότη, επαγγελματία στρατιωτικού, Ιbrahim Manzour, ο οποίος και υπηρέτησε για πολύ καιρό, ως διοικητής του πυροβολικού του Τεπελενλή. Κατ’ αυτόν ο Αλής διέθετε 7 έως 8 χιλιάδες ένοπλους άντρες παντός όπλου, οι οποίοι ήταν δυνατόν σε καιρό πολέμου, να διπλασιαστούν. O Holland όμως υποστηρίζει ότι οι στρατιωτικές του δυνάμεις μπορούσαν να φτάσουν τις 30.000. Όλοι οι μάχιμοι πολεμιστές ήταν έμμισθοι, και μάλιστα υψηλά αμειβόμενοι. Κατά τον Manzour πάντοτε, το στρατό αυτό αποτελούσαν:


Οι τζοχανταραίοι, οι επίλεκτοι στρατιώτες που φρουρούσαν τα ανάκτορα του Πασά, τα άπειρα αιγοπρόβατά του, τις αποθήκες του κ.λπ., χωρίς ουσιαστικά να είναι μάχιμοι. Οι τσαρκατζήδες, σωματοφύλακές του, πρώην ληστές, οι οποίοι τον συνόδευαν έφιπποι παντού, ήταν γενναίοι, αλλά θηριώδεις, και αποτελούσαν το φόβητρο των κατοίκων. Οι γκέγκηδες, το εκλεκτότερο τμήμα του άτακτου στρατού του, αποτελούσαν το ιππικό του και προέρχονταν από την ορεινή Άνω Αλβανία. Ανάμεσά τους και οι μιδρίτες, καθολικοί μισθοφόροι αρβανίτες με ανεπτυγμένο αίσθημα τιμής και αφοσίωσης. Τέλος, το «ασκέρι» ο συρφετός των Αλβανών Τόσκηδων, Λιάπηδων και Τσάμηδων, οι οποίοι ήταν αποκλειστικά πεζικάριοι.
Εκτός από τα άτακτα αυτά σώματα ο Αλής είχε συγκροτήσει, με πολύ μόχθο, θυσίες και χρήματα, και τακτικά τμήματα, αντιγράφοντας τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Έτσι διέθετε τάγμα πεζικού με 700 άντρες, ίλη ιππικού (λογχοφόρων), μοίρα πυροβολικού με 100 βομβαρδιστές (τοπτσήδες), τμήμα μηχανικού αποτελούμενο μόνον από ξένους αξιωματικούς, και ένα σώμα ακροβολιστών ή ευζώνων. Βαθμοφόροι ήταν τόσο Έλληνες Ορθόδοξοι, όσο και Μουσουλμάνοι Αρβανίτες. Την αφρόκρεμά του αποτελούσαν οι Έλληνες οπλαρχηγοί, οι μετέπειτα πρωταγωνιστές του 1821.

ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΙΔΙΟΦΥΪΑ 
Εφάρμοσε στο πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό κράτος του απόλυτη ισοπολιτεία. Έλληνες, Αλβανοί, Χριστιανοί -Ορθόδοξοι ή Καθολικοί-, Μουσουλμάνοι, Εβραίοι, ήταν όλοι ίσοι απέναντι στους νόμους και τα δικαστήρια. Ο Διδάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Δούκας (1760 - 1845), από τα Άνω Πεδινά Ζαγορίου, σε ομιλία του στο Βουκουρέστι στις 15 Ιανουαρίου 1820 -δυο χρόνια πριν το θάνατο του Αλή- έλεγε:
«Έστειλεν ο Θεός εις ημάς ύστερα από τόσα κακά, τον υψηλότατον και εξακουσμένον εις όλον τον κόσμον Βεζίρη Αλή Πασάν, και του έδωκεν εξουσίαν να παιδεύει τους κακούς και να ευεργετεί τους καλούς.
Ο πτωχός δεν πνίγεται πλέον από τον πλούσιον, ο μικρότερος δεν καταπατείται από τον μεγαλύτερον. Ο οδοιπόρος δεν έχει χρείαν από φυλακάτορες ίνα περάσει τα αδιάβατα δάση, ας έχει ασήμι, ας έχει φλωρί φορτωμένον, το ηξεύρει ότι είναι ιδικόν του, απερνά τον δρόμο του άφοβα την ημέραν ίσα με την νύκταν και την νύκταν ίσα με την ημέραν».
Ο Τεπελενλής αυτοαναγορεύτηκε σε ανώτατο δικαστή της επικράτειάς του. Αδέσμευτος από συνταγματικούς ή άλλους δικονομικούς περιορισμούς δίκαζε -κατά την κρίση του- κάθε φύσης υποθέσεις, ενώ κατά των αποφάσεών του, κανένα ένδικο μέσο δεν χωρούσε. Ο κόσμος είχε τυφλή εμπιστοσύνη στην ετυμηγορία του. Διάδικοι ή απελπισμένοι από όλη την σατραπεία του έτρεχαν στο σεράι των Ιωαννίνων για να βρουν το δίκαιό τους. Οι αποφάσεις του άφησαν εποχή. Δεκάδες περιστατικά έχουν καταγραφεί. Η «σολομώντειος Πρακτική» ήταν από τις προσφιλείς του μεθόδους. Οι δίκες γίνονταν πάντοτε δημόσιες και -υπό μορφή ενόρκων- παρίσταντο και Έλληνες αξιωματούχοι της αυλής του, κατά κανόνα οι Αλέξιος Νούτσος και Σταύρος Ιωάννου - Τσαπαλάμος. Μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας εξέδιδε γραπτή απόφαση που ήταν «μπουγιουρντί του εξοχότατου Βεζίρ’ Αλή Πασά» και η εφαρμογή του δεν επιδεχόταν καμιά αμφισβήτηση από οποιονδήποτε.
Ο Sir Henry Holland περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι υπήκοοι ζητούσαν την επέμβαση του Πασά ή στις δικαστικές τους υποθέσεις, για την τροποποίηση, ή ακύρωση άδικων αποφάσεων των Κατήδων ή Μουλάδων (μωαμεθανοί δικαστές) και γενικώς την δικαστική του προστασία: «Πολλές φορές» γράφει ο ακριβολόγος περιηγητής «παραβρέθηκα όταν ο Πασάς άκουγε τις καταγγελίες των διαδίκων. Κάθε ένας εισέρχεται μόνος, φιλά την άκρη της βεζιρικής ενδυμασίας και έπειτα εκθέτει το παράπονό του, ή διατυπώνει το αίτημά του. Ο Βεζίρης ακούει με πολύ προσοχή και επιζητά να ανακαλύψει όλη την αλήθεια. Αποφασίζει γρήγορα και ανέκλητα, γιατί αυτός είναι ο Ανώτατος Δικαστής και κρίνει όχι κατά τους γραπτούς ή άγραφους νόμους, αλλά κατά την απόλυτη δικαιοδοσία του. Όπως άκουσα με τα ίδια μου αυτιά, βεβαιώθηκα ότι και ο τελευταίος των υπηκόων του έχει εκ των προτέρων την πεποίθηση ότι αναφερόμενος προς τον Βεζίρη θα δικαιωθεί δικαιότερα και ταχύτερα παρ’ ότι αν έπεφτε στα πόδια των Υπουργών (εννοεί τους γραμματικούς του Αλή) ή των υπαλλήλων του».
Ο Ηπειρώτης λόγιος Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861 - 1937) αναφέρει ένα χαριτωμένο περιστατικό (εφημερίδα Εβδομάς, 1890) σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης εκ μέρους του Αλή:
Ένας Γιαννιώτης έμπορος (Κρομμυδάς το όνομά του) ταξίδευε συχνά στο Δέλβινο, όπου οι κάτοικοι της Χειμάρρας έφερναν φτηνές πραμάτειες από τη Βενετία. Ο Κρομμυδάς δεν κοιμόταν σε χάνι, αλλά στο σπίτι του αδερφικού του φίλου Κασίμ Αγά, στον οποίο έδινε - χωρίς απόδειξη- να του φυλάει τα βράδια το σακούλι με τα φλουριά, με τα οποία την άλλη μέρα θα ψώνιζε. Αυτό γινόταν για πολύ καιρό. Όταν όμως ένα πρωί ζήτησε ο Κρομμυδάς το πουγκί του, ο οικοδεσπότης του απάντησε ότι δεν του είχε δώσει οτιδήποτε. Προσέφυγε τότε στον τοπικό δικαστή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Γύρισε απελπισμένος στα Γιάννενα και ζήτησε την παρέμβαση του Αλή.
Ο Βεζίρης, αφού πείστηκε για την ειλικρίνειά του, έστειλε και φώναξαν από το Δέλβινο τον Κασίμ Αγά, ο οποίος αρνήθηκε κατηγορηματικά την ενοχή του. Τότε ο σατράπης υποχρέωσε τον Αγά να γράψει γράμμα στη γυναίκα του, ζητώντας να του στείλει τη σακούλα του Κρομμυδά, γιατί -δήθεν- ήθελε να αγοράσει από τον Αλή κάποιο πολύτιμο αντικείμενο. Η γυναίκα, ανύποπτη και χαρούμενη, έδωσε στον απεσταλμένο το πουγκί. Έτσι ο μεν Γιαννιώτης πήρε ξανά τα χρήματά του, ο δε Κασίμ έχασε το κεφάλι του.
Άλλο ένα περιστατικό: Ένας Έλληνας παπάς από τα Γιάννενα είχε δανείσει ένα μεγάλο ποσό χρημάτων σε έναν έμπορο, χωρίς όμως να του ζητήσει και απόδειξη. Όταν θέλησε να πάρει τα χρήματά του πίσω, ο έμπορος όχι μόνον δεν του τα επέστρεψε, αλλά αρνήθηκε ακόμα και ότι τα είχε δανειστεί. Έτσι η διαφορά τους έφτασε ενώπιον του Αλή. Αυτός εφάρμοσε τη «Σολομώντεια δικαιοσύνη». Αφού άκουσε τις απόψεις των διαδίκων, τους είπε ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα και διέκοψε τη συζήτηση, αλλά συνάμα τους διέταξε να ζυγιστούν, πριν φύγουν. Μετά μερικές εβδομάδες τους ξανακάλεσε και τους ξαναζύγισε, οπότε και διαπίστωσε ότι ο έμπορος είχε πάρει μερικά κιλά, ενώ ο παπάς -από τη θλίψη του- είχε χάσει βάρος.


Στράφηκε τότε στον έμπορο και του είπε ότι ή θα δώσει πίσω τα χρήματα, ή θα χάσει το κεφάλι του. Αυτός έπεσε στα πόδια του, ομολόγησε το χρέος του και πρόθυμα κατέβαλε στον παπά τα οφειλόμενα εντόκως.

ΜΙΑ ΑΥΛΗ ΓΕΜΑΤΗ ΕΛΛΗΝΕΣ
Όλες τις κορυφαίες θέσεις στην «κυβέρνηση» του Αλή κατείχαν Έλληνες. Τους Αλβανούς, θεωρούσε κατάλληλους αποκλειστικά για να πολεμούν, τους Τούρκους άχρηστους, ενώ τους Εβραίους χρησιμοποιούσε μόνον για να μετρούν τα έσοδά του (σαράφηδες). Η κορυφαία προσωπικότητα στην Αυλή του, ήταν ο Μάνθος Οικονόμου από το Ζαγόρι. Συνετός και έντιμος, είχε ρόλο «πρωθυπουργού». Απολάμβανε τόσο μεγάλου σεβασμού από την τοπική κοινωνία, ώστε η φράση «το είπε ο κυρ-Μάνθος», σήμαινε ότι δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Αποκεφαλίστηκε το 1820 στο Μέτσοβο από τους Τούρκους, αφού εγκατέλειψε τον Αλή και αποστάτησε στους αντιπάλους του.
Ο Σπύρος Κολοβός, γόνος πλούσιας Γιαννιώτικης οικογένειας, πολυταξιδεμένος και εξαιρετικά μορφωμένος, εκτελούσε και χρέη διερμηνέα, αφού μιλούσε άπταιστα Ιταλικά, Γερμανικά και Γαλλικά. Είχε άδοξο τέλος. Αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους το 1820, γυρνώντας από την Κέρκυρα όπου είχε πάει να ζητήσει Αγγλική βοήθεια και πέθανε από τις κακουχίες καθ’ οδόν προς την Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα του έκοψαν το κεφάλι και το έστειλαν στο σουλτάνο Μαχμούτ.
Σφραγιδοφύλακες του Τεπελενλή εχρημάτισαν, κατά καιρούς, οι Αθανάσιος Λιδωρίκης από την Φωκίδα, Κώστας Βουρμπιανίτης από την Κόνιτσα, «πνεύμα μοχθηρίας και καταχθονιότητος» κατά τον Αραβαντινό και ο αγωνιστής του ‘21 Θανασούλας Βαλτινός. Υπεύθυνος των οικονομικών ήταν ο μεγαλέμπορος και τραπεζίτης των Ιωαννίνων και της Βιέννης, Σταύρος Τσαπαλάμος, πατέρας του εθνικού ευεργέτη και συνιδρυτή της Εθνικής Τράπεζας, Γεωργίου Σταύρου. «Έμπιστος των εμπίστων» ήταν ο περιβόητος και αμφιλεγόμενος Αθανάσιος Βάγιας. Εμβληματική μορφή στον κύκλο του Πασά υπήρξε ο πολύς Αθανάσιος Ψαλίδας.
Σημαντικές θέσεις στην «κυβέρνηση» κατείχε και η, πάμπλουτη, οικογένεια των Μαρίνογλου από το Καπέσοβο, που διατηρούσε και Τράπεζα στην Πόλη. Επίσης ο περιώνυμος Αλέξιος Νούτσος, δεξί χέρι του σατράπη, ο Φαναριώτης λόγιος και γνώστης των ανατολικών γλωσσών Μιχαλάκης Χαντζερής, ο οποίος εκτελούσε χρέη πρώτου διερμηνέα, και ο εξ απορρήτων Μάνθος Λαδιάς από το Ζαγόρι. Σύμβουλος του Αλή, επί ευρωπαϊκών θεμάτων, χρημάτισε και ο Γιαννιώτης ευπατρίδης Δημήτριος Δρόσος (ο συγγενής των Μαρουτσαίων), σπουδαγμένος στη Βενετία, μία από τις πιο ευγενικές μορφές της εποχής του.
Σημαντική θέση κατείχε ο μεγαλέμπορος και προύχοντας των Καλαρρυτών Γεώργιος Τουρτούρης, φιλικός και πολιτικός της ελεύθερης Ελλάδας, ενώ στο οικονομικό επιτελείο του συμμετείχε ο Γιαννιώτης -μέλος της Φιλικής Εταιρείας- Νικόλαος Μίχος, ο οποίος λίγο πριν από την πτώση του Πασά του δάνεισε υπέρογκο ποσό, το οποίο φυσικά έχασε. Διευθυντές Τελωνείων διατέλεσαν οι Θεόδωρος Μπαζάκας από την Βίτσα και Ιωάννης Μονοβάρδας από τα Γιάννενα. Ο Αρτινός φιλικός και μεγαλέμπορος Ασημάκης Κροκίδας έκανε χρέη εμπορικού και πολιτικού εκπροσώπου του στην Πόλη.
Γραμματικός του ήταν και ο Αναγνώστης Ροντήρης ή Κραβαρίτης, αγωνιστής του ‘21, ενώ ο αδερφός του Γεώργιος υπήρξε «τζοχαντάρης» του Πασά, που έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου. Επίσης, στο στενό περιβάλλον του Αλή ήταν ο Γιαννιώτης και μετέπειτα εθνικός αγωνιστής Ρίζος Δεσποτόπουλος, ο οποίος εκτελούσε χρέη θαλαμηπόλου της Κυρά-Βασιλικής. Ακόμη και οι Μιχαήλ Βαρζέλης από την Άρτα, μέγας διερμηνέας, Κωνσταντίνος Δούκας και οι γιοι του Στέφανος και Ευθύμιος από την Πρεμετή, μετέπειτα αξιωματούχοι του Ελληνικού κράτους, ο Μάρκος Δαμιράλης από τη Νάξο, ο Δημήτριος Λογοθέτης από το Καλέντζι (διοικητής της Κορυτσάς), ο Χρήστος Κίνας, ο Αθανάσιος Άρτας και ο Κωνσταντίνος Καρυστινός (διοικητές επαρχιών του Αλή), ο Χριστόδουλος Οικονόμου από το Ζαγόρι και ο Μετσοβίτης Δημήτριος Μπούσμπας.
Και κάτι άγνωστο: Στην Αυλή του Αλή υπηρέτησε και ο Ιωάννης Τσάτσος (ή Τζέτζιος) από την Ευρυτανία, πατριάρχης της οικογένειας του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Τσάτσου (1899 - 1987), καθώς και ο γιος του Κωνσταντίνος, ενώ ο γαμπρός του Νίκος Θέος-Τσάτσος (ο δολοφόνος του αδερφού του Κατσαντώνη) υπήρξε και αυτός τζοχαντάρης του Αλή.

Ο Πρώτος Αυλικός 
Ο Αλέξιος Νούτσος (1768-1822) ήταν προεστός του Ζαγορίου. Πατέρας του ήταν ο Νούτσος Καραμεσίνης. Είχε μεγάλη δύναμη και επηρέαζε πάρα πολύ τον Βεζίρη. Φοίτησε στην Μπαλαναία Σχολή και σπούδασε στην Βιέννη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το έτος 1818. Ήταν πάμπλουτος και έζησε μέσα στη χλιδή. Οι Ευρωπαίοι περιηγητές τον χαρακτήριζαν ως «μεγαλοπρεπή μέχρις ασωτίας, ευτράπελον, ως και επιρρεπέστατον προς τας ηδονάς και πιέζοντα τους συμπολίτας του, προς αργυρολογίαν». Ο Αλής τον όρισε σύμβουλο του γιου του Σαλήχ, όμως τον ανακάλεσε επειδή φοβήθηκε ότι «θα τον σπρώξει εις την διαφθορά και θα τον εθίσει εις το χαρτοπαίγνιο, το ποτό και την ασέλγεια».
Ήταν ο μόνος στον οποίο ο Αλής είχε παραχωρήσει το δικαίωμα να φορά φουστανέλα με περιμετρικό χρυσό γύρο («τιρτίρι», δηλ. κέντημα), προνόμιο το οποίο αρνήθηκε στο Μουχτάρ. Όταν οι σουλτανικοί πολιόρκησαν τον Αλή επέτυχε τη συμμαχία Σουλιωτών και Τεπελενλή. Μετά το θάνατο του Βεζίρη κατέβηκε στην Ελλάδα. Τον Μάιο του 1822 στάλθηκε από τον Ι. Κωλέττη να αντικαταστήσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, σαν διοικητής της Ρούμελης, αυτός όμως τον σκότωσε, αν και ο Α. Νούτσος του είχε σώσει τη ζωή, όταν κάποτε ο Πασάς θέλησε να τον κρεμάσει. Ο Οδυσσέας κράτησε και το περίφημο χρυσό σπαθί του, ενώ έκοψε το δάχτυλό του, για να του πάρει και το διαμαντένιο δαχτυλίδι του.

O Μυστικοσύμβουλος 
Ο Αθανάσιος Π. Ψαλίδας (1767 - 1829) αναγνωρίζεται σαν μια από τις επιφανέστερες μορφές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Λόγιος και συγγραφέας, γιατρός και κορυφαίος Διδάσκαλος, γεννήθηκε στα Γιάννενα, φοίτησε στην Μπαλαναία Σχολή και ολοκλήρωσε τη μόρφωσή του στην Μόσχα, όπου ήταν εγκατεστημένος και ο μεγαλέμπορος αδερφός του. Τελειοποίησε τις σπουδές του στην Βιέννη, όπου έμεινε πολλά χρόνια (1787-1795) και ανέπτυξε πλούσια συγγραφική και εκδοτική δράση. Το βιβλίο του «Έρωτος Αποτελέσματα» τυπώθηκε πέντε φορές. Γύρισε στα Γιάννενα, και διεύθυνε, για 25 χρόνια, την Καπλάνειο Σχολή. Ο Αλής του είχε μεγάλη εκτίμηση και πάντοτε ζητούσε τη γνώμη του.


Μόνον μια φορά δεν πειθάρχησε στις εντολές του, όταν αυτός του ζήτησε να προσκαλέσει σε γεύμα το Γάλλο πρόξενο Pouqueville και να τον δηλητηριάσει. Παντρεύτηκε τρεις φορές, στη Βιέννη με μια πλούσια αυστριακή -που πέθανε στον τοκετό- στα Γιάννενα με την Κατερίνα Κοντοβασίλη και τέλος με την Κατερίνα Σπάχου. Από τις δυο τελευταίες απέκτησε 4 παιδιά. Ο πρωτότοκος Πέτρος πολέμησε στο Μεσολόγγι και διορίστηκε ως δημόσιος κηπουρός στην Αθήνα. Μετά από την πτώση του Βεζίρη, ο Ψαλίδας κατέφυγε στην Κέρκυρα, όμως η Ιόνιος Ακαδημία δεν τον έκανε καθηγητή. Κατέληξε τελικά στη Λευκάδα, ως διευθυντής δημοτικού σχολείου, όπου πέθανε πικραμένος, σε ηλικία 62 ετών.

Το Πρωτοπαλίκαρο
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος (1788-1825) έμεινε στην Αυλή του Αλή δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, από το 1803 έως το 1820. Γιος του αρματωλού Ανδρέα Βαρούση, έχασε μικρός τον πατέρα του, όταν οι Τούρκοι τον εξετέλεσαν. Ο Αλής μαθαίνοντας ότι ο παλαιός του φίλος και μπράτιμος (αδελφοποιτός) καπετάν-Βαρούσης είχε αφήσει ορφανό τον γιο του, τον πήρε στα Γιάννενα. Τον έβαλε στη Μπαλαναία Σχολή, όπου έμαθε αρβανίτικα και ιταλικά. Μόλις έφτασε 16 χρόνων, τον έκανε «τζοχαντάρη». Τότε ασπάστηκε και το Μωαμεθανισμό. Ατίθασος όντας, δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στον Αλή, ο οποίος λίγο έλειψε να τον απαγχονίσει, όταν αυτός πυροβόλησε τον αρχιαστυνόμο Ταχήρ.
Στα 1816, o Αλής του παραχώρησε το «αρματολίκι» της Λειβαδιάς με την εντολή να επιβάλλει στην περιοχή την ευταξία, όπως και έκανε, με πολύ σκληρές μεθόδους. Ο Βεζίρης, ικανοποιημένος, θέλησε να τον ανταμείψει δίνοντάς του ως σύζυγο την Ελένη Καρέλη, θαλαμηπόλο της Κυρά-Βασιλικής και κόρη πλούσιου έμπορου από τους Καλαρρύτες. Ο γάμος έγινε στα Γιάννενα. Ο Πασάς φρόντισε και για τα οικονομικά του ζευγαριού βγάζοντας διαταγή προς τους υπηκόους του «να βοηθήσουν, εξάπαντως, τον Οδυσσέα μου, όπως έκαστος δύναται, χρηματικώς». Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία το 1818. Κατά την πολιορκία του Αλή από τους Τούρκους, παρέμεινε πιστός δίπλα στο Βεζίρη.

Ο Υπασπιστής
O Γεώργιος Καραϊσκάκης (1780-1827), ήταν η αδυναμία του Αλή. Γεννήθηκε στη Σκουληκαριά της Άρτας από τη μοναχή Ζωή Ντιμισκή και από άγνωστο πατέρα. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του σαρκαστικά «μπάσταρδο και μούλο». Έμεινε στην υπηρεσία του Βεζίρη -με διαλείμματα- είκοσι σχεδόν χρόνια. Ο Αλής τον πήρε μαζί του το 1797 στην εκστρατεία του εναντίον του Πασά του Βιδινίου, όπου ο νεαρός Καραϊσκάκης αυτομόλησε στο αντίπαλο στρατόπεδο. Γύρισε αμέσως στον Αλή Πασά, ο οποίος τον ρώτησε: «Τι θέλεις να σε κάνω;». Και εκείνος απάντησε: «Αν με κρίνεις για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο, αν για τίποτα, ρίξε με στη λίμνη».
Ο Βεζίρης όχι μόνο δεν τον τιμώρησε, αλλά τον πάντρεψε με την ψυχοκόρη του Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου. Το 1821, λίγο πριν από το τέλος του Βεζίρη, έφυγε στην επαναστατημένη Ελλάδα, έχοντας όμως πρώτα καταφέρει να φυγαδεύσει την οικογένειά του από τα πολιορκημένα Γιάννενα. Ήταν εξαιρετικά κοντός, μαυριδερός και αδύνατος, ακραία βλάσφημος και αθυρόστομος. Σε μια συμπλοκή ανέβηκε σε έναν βράχο, σήκωσε την φουστανέλα και έδειξε στους αντιπάλους του τα γυμνά του οπίσθια, δέχτηκε όμως μια ομοβροντία και πληγώθηκε. Είχε ερωμένη την Τουρκοπούλα Μαριώ, την οποία έβαζε στο σπίτι του ντυμένη αντρικά και αποκαλούσε Ζαφείρη. Σκοτώθηκε στο Φάληρο.

Ο Σωματοφύλακας
Ο Ευαγγέλης Ζάππας (1800 - 1865) γεννήθηκε στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου. Σε ηλικία μόλις 15 ετών μπήκε -οικειοθελώς- στην υπηρεσία του Τεπελενλή, ο οποίος τον περιέβαλε με μεγάλη εμπιστοσύνη. Στην αρχή τον τοποθέτησε στην προσωπική του φρουρά και στη συνέχεια τον όρισε φρούραρχο του οχυρού της Μάζιας στους πρόποδες του Μιτσικελιού. Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων από τους σουλτανικούς το 1820-1822, ο νεαρός Ευαγγέλης κράτησε γερά το πόστο του.
Στη συνέχεια έγινε υπασπιστής του Μπότσαρη, μετά το θάνατο του οποίου πολέμησε κοντά στον αδερφό του Κώστα, τον Πανουργιά, τον Γκούρα, τον Μακρυγιάννη, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γ. Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, και τον Κολοκοτρώνη. Στα 1824 έγινε ταξίαρχος και διοικητής των Βλαχοχωρίων των Σαλώνων. Στο τέλος του «Αγώνα» απαρνήθηκε κάθε χρηματική αποζημίωση και ξενιτεύτηκε, πρώτα στην Αίγυπτο, και μετά στο Βουκουρέστι, όπου και εξελίχτηκε στο μεγαλύτερο γαιοκτήμονα της Ρουμανίας. Την περιουσία του -που ήταν αμύθητη- την κληροδότησε, ολόκληρη, στο Ελληνικό Κράτος.
Υπήρξε ο αναβιωτής των Ολυμπιακών Αγώνων, έχτισε το Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα, και ίδρυσε τα Ζάππεια Παρθεναγωγεία Κωνσταντινούπολης, Αδριανούπολης, Δέλβινου, των Φιλιατών, Λάμποβου, Πρεμετής κ.ά. Έμεινε ανύπαντρος και ουδέποτε ξαναγύρισε στην Ελλάδα μέχρι το θάνατό του.

Ο Τζοχαντάρης
Ο Αθανάσιος Μασσαβέτας ήταν το πραγματικό όνομα του Αθανασίου Διάκου (1786-1821). Μελαχρινός με κατάμαυρα κυματιστά μαλλιά και αγγελικό πρόσωπο, σκόρπιζε γύρω του μια ακατανίκητη γοητεία. Το κορμί του αψεγάδιαστο, λυγερό και ταυτόχρονα λεβέντικο. Στα 16 χρόνια του χειροτονήθηκε διάκος, όμως σε μια φιλονικία, σκότωσε το βοεβόδα της Άμφισσας και κατέφυγε στο βουνό. Ήρθε σε σύγκρουση με τον αρχηγό του Σκαλτσοδήμο, και κατέφυγε στα Γιάννενα, όπου μπήκε στην υπηρεσία του Αλή. Ήταν τότε 24 ετών.
Στην αυλή του ήρθε σε επαφή με σημαντικούς μετέπειτα αγωνιστές του ‘21, όπως τον Καραϊσκάκη και τον Πανουργιά, ιδιαίτερα όμως με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο οποίος και τον έκανε υπαρχηγό του, όταν ο Αλής του ανέθεσε το αρματολίκι της Λειβαδιάς. Το 1820, ο Οδυσσέας γύρισε στα Γιάννενα, για να αγωνιστεί κοντά στον Τεπελενλή εναντίον των σουλτανικών και τον όρισε αντικαταστάτη του. Αποδείχτηκε άξιος διάδοχός του και κράτησε μακριά από τα Γιάννενα τους Τούρκους. Στις 9 Απριλίου 1821, ο Χουρσίτ, εξαπέστειλε εναντίον του ισχυρότατες δυνάμεις, με αρχηγό τον παλιό γνώριμο του Διάκου από την αυλή του Τεπελενλή, τον Ομέρ Βρυώνη.
Στην μάχη της Αλαμάνας συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και βρίσκει τραγικό θάνατο από το Μεχμέτ Πασά, τον συναρχηγό του Ομέρ, παρά τις προσπάθειες του τελευταίου να σώσει τον φίλο του από την αυλή του Αλή.

Οι Οπλαρχηγοί του Αλή
Στην «αυλή» του Τεπελενλή δεν υπηρέτησαν μόνον οι Γ. Καραϊσκάκης, Αθανάσιος Διάκος, Ευαγγέλης Ζάππας και Οδυσσέας Ανδρούτσος, αλλά και δεκάδες άλλων οπλαρχηγών, που, στην συνέχεια, αναδείχτηκαν σε πρωταγωνιστές του ‘21 και -μετέπειτα- της πολιτικής και στρατιωτικής ζωής της ελεύθερης Ελλάδας. Αναφέρονται ενδεικτικά οι Δήμος Σκαλτσοδήμος, Λάμπρος Βέικος, Μποτσαραίοι, Τζαβελλαίοι, Γιάννης Ρούκης, Δημήτριος Παλαιόπουλος, Γκόγκας ο Χορμοβίτης, Γιώργης Τσόγκας, Γιάννης Σταθάς, Βαγγέλης Κατσικόγιαννης, Νικόλαος Μίχος, Φιόρος Μαυρομάτης και άλλοι πολλοί.

ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
Ο Αλής -σε γενικές γραμμές- είχε γερή κράση. Στα γεράματά του έπασχε από ελαφρά αρθρίτιδα, και για τον λόγο αυτό πήγαινε κάθε καλοκαίρι στο Σμόκοβο της Θεσσαλίας για ιαματικά λουτρά. Μερικές φορές παραπονιόταν στους ξένους επισκέπτες ότι υπέφερε από ποδάγρα. Το μόνο πράγματι που είχε ήταν τα ψυχολογικά του. Ήταν «κατά φαντασία ασθενής». Δεν υπήρξε Ευρωπαίος ηγεμόνας του 19ου αιώνα που να είχε στην υπηρεσία του τόσους γιατρούς, όσους ο Αλή Πασάς. Ήταν όλοι τους σπουδαγμένοι σε Ιταλικά, Γαλλικά και Αυστριακά πανεπιστήμια, ορισμένοι μάλιστα με δικές του υποτροφίες.
Ο Ηγεμόνας των Ιωαννίνων, τους παραχωρούσε υψηλότατους μισθούς και εξαιρετικά προνόμια, όπως π.χ. τους έδινε το δικαίωμα να κρατούν «αλεξιβρόχιο» (ομπρέλα), να ντύνονται πλούσια και να επιτρέπεται να κυκλοφορούν στην πόλη των Ιωαννίνων καβάλα στο άλογό τους. Τρεις είναι οι πλέον γνωστοί από τους γιατρούς του Αλή Πασά: Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773-1848) από το Συρράκο, ο γιατρός του Μουχτάρ και μετέπειτα πολιτικός της Ελλάδας, αν και αμφιλεγόμενος. Ήταν ο πρώτος συνταγματικός πρωθυπουργός και εμπνευστής της «Μεγάλης Ιδέας».
Ο Ιωάννης Βηλαράς (1771 - 1823) από τα Γιάννενα μια εμβληματική φυσιογνωμία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Προσωπικός γιατρός του Βελή, μιλούσε τέσσερις γλώσσες, ήταν λόγιος και βοτανολόγος. Θεωρείται ο πρωτοπόρος της δημοτικής με το έργο του «Ρωμέηκη γλόσα».
Τέλος ο Γεώργιος Σακελλάριος (1765-1838) από την Κοζάνη, πολύ μεγάλη πνευματική μορφή της εποχής του. Σύντροφος του Ρήγα Φεραίου στη Βιέννη και σπουδαίος συγγραφέας, ήταν ο αρχίατρος του Αλή. Συλλέκτης αρχαίων νομισμάτων, μιλούσε Γερμανικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αρχαία Ελληνικά, Αλβανικά και Τουρκικά.
Από τους ηπειρώτες γιατρούς του Αλή ξεχώριζαν ο χειρουργός του Λουκάς Βάγιας (1765-1826) από την Λέκλη, ο αδερφός του Θανάση, προσωπικός γιατρός του Βεζίρη (ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να μπαίνει στο χαρέμι), ο Ευάγγελος Μέξης (1758-1818), από την Β. Ήπειρο, φιλικός με έξοχη εθνική δράση, ο Κυρίτσης Καραγιάννης (1776-1801) γόνος αρχοντικής οικογένειας, αθεϊστής και εραστής της Κυρά-Φροσύνης, ο ξάδερφός της (ή αδερφός της) Αλέξιος Γκάγκας (1756-1818), άθρησκος, φιλόλογος σπουδαγμένος στην Ιταλία, του οποίου τα έργα έκαψαν οι εκκλησιαστικοί κύκλοι και τον φυλάκισαν και ο Γεώργιος Τσαπρασλής, από το Συρράκο, που έγραψε τη «Γραμματική της Κουτσοβλάχικης Γλώσσας».
Αρκετοί ήταν και οι Επτανήσιοι στην καταγωγή: Ο Ιωάννης Δελαπόρτας, που παντρεύτηκε στα Γιάννενα, ο Ιωάννης Δονάς - Πασχάλης (1761-1839), φιλόλογος, γαιολόγος και αρχαιολόγος, ο Στάμος Πετρίτσης (1759-1825), πρωτοπόρος στον εμβολιασμό κατά της ευλογιάς, ο Ιωάννης Μεταξάς - Στραβόλαιμος, γνώστης της Ευρωπαϊκής και Ελληνικής λογοτεχνίας και ο Διονύσιος Ταγιαπέρας (1777-1842), που έγραψε το χαμένο έργο «Κυρά Φροσύνη». Επίσης από τα Επτάνησα κατάγονταν ο περίφημος λόγιος Μιχαήλ Περδικάρης (1766-1828), σπουδαγμένος στο Βουκουρέστι, γιατρός του Μουχτάρ, αντίπαλος του Ρήγα και συγγραφέας μιας έμμετρης βιογραφίας του Αλή με τίτλο «Αληάδα».
Ο Γεώργιος Θερειανός (1775-1818), γιατρός του Βελή και μετέπειτα καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Ακόμη ο Νικόλαος Μαυρομάτης (1771-1817) από την Ακαρνανία, γιατρός του Μουχτάρ και δάσκαλος των παιδιών του, καθώς και ο Κωνσταντίνος Καραϊωάννης, γόνος της ιστορικής οικογένειας των ευεργετών, απόφοιτος της Μπαλαναίας και σπουδαγμένος στη Βενετία, ο οποίος θεωρείται ιατροφιλόσοφος. Στους ευρωπαίους γιατρούς περιλαμβάνονταν ο Luigi Frank, που υπηρέτησε υπό τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο (είχε τον μεγαλύτερο μισθό από όλους), ο Ιταλός Paolo Tozoni, για τον οποίο γράφτηκε ότι ο Αλής τον είχε για να δηλητηριάζει τους εχθρούς του, και ο Jérôme de la Lance, από τη Σαβοΐα, που έζησε πάνω από 100 χρόνια και έγραψε μια βιογραφία του Τεπελενλή. Ο Βεζίρης προσπάθησε να κρατήσει στην υπηρεσία του και τον γνωστό Άγγλο περιηγητή και γιατρό Sir Henry Holland (1788-1873), χωρίς όμως να το επιτύχει τελικά. (Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου