ΩΡΑ...

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Ό,τι κάνεις, γυρίζει


 
Κάποια μέρα ένας άνδρας που επέστρεφε στο σπίτι του οδηγώντας, είδε μια γριά γυναίκα που καθόταν στην άκρη του δρόμου, στο πλάι ενός πολυτελούς αμαξιού. Ακόμη και στο λιγοστό φως της ημέρας μπόρεσε να διακρίνει ότι χρειαζόταν βοήθεια...
Έτσι παρκάρισε το παλιό του αυτοκίνητο μπροστά από το δικό της ακριβό αυτοκίνητο και βγήκε από το αμάξι κοιτάζοντας τη γερασμένη κυρία. Η γυναίκα έμοιαζε απελπισμένη. Εδώ και αρκετές ώρες κανείς δεν είχε σταματήσει να την βοηθήσει. Τώρα αυτός που σταμάτησε τι άνθρωπος ήταν; Θα της έκανε κακό; Ο άντρας φαινόταν πεινασμένος και φτωχός.
Εκείνος διέκρινε ότι ήταν φοβισμένη, καθώς καθόταν εκεί έξω μέσα στο κρύο. Κατάλαβε αμέσως πως αισθανόταν η γυναίκα. Την κοίταξε καθησυχαστικά και της είπε:
«Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Γιατί δεν κάθεσαι να περιμένεις μέσα στο αυτοκίνητο που είναι πιο ζεστά; Ονομάζομαι Γιάννης Στάθης».
Το πρόβλημα ήταν μόνο ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά για την ηλικιωμένη γυναίκα αυτό ήταν ένας αξεπέραστος βραχνάς. Ο Γιάννης έσκυψε κάτω από το αμάξι και έβαλε τον γρύλο τραυματίζοντας τους αγκώνες του. Σύντομα άλλαξε το λάστιχο. Αλλά είχε λερωθεί και τραυματιστεί.
Καθώς έσφιγγε τα μπουλόνια, η γυναίκα κατέβασε το παράθυρο και άρχισε να του μιλά.
Του είπε ότι είναι από άλλη γειτονιά και απλά έτυχε να περνά από την περιοχή. Δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει για την βοήθεια του. Ο Γιάννης απλά χαμογέλασε κλείνοντας το πορτμπαγκάζ. Η γυναίκα τον ρώτησε τι του οφείλει.
«Τι να μου οφείλετε…», μονολόγησε ο Γιάννης.
Η γυναίκα τον κοίταξε περίεργα. Όση ώρα περίμενε είχε σκεφθεί τι θα μπορούσε να της είχε συμβεί αν δεν σταματούσε ο περαστικός… Για το λόγο αυτό ήταν πρόθυμη να πληρώσει όποιο ποσό της ζητούσε. Ο Γιάννης πάλι απ’ την πλευρά του σκεφτόταν αν θα ήταν έντιμο να πληρωθεί γι’ αυτό που έκανε. Αποφάσισε πως δεν έπρεπε να πάρει χρήματα. Άλλωστε αυτή δεν ήταν η δουλειά του. Αυτή ήταν μια μικρή βοήθεια σε κάποιον συνάνθρωπο που είχε ανάγκη… Θυμήθηκε πόσοι άνθρωποι είχαν βοηθήσει τον ίδιο στο παρελθόν. Ένιωσε ότι τα βλέμματά τους ήταν πάνω του και τον παρακολουθούσαν. Όχι δεν θα έπαιρνε χρήματα. Είχε περάσει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να κάνει το καλόž δεν θα έκανε τώρα κάτι διαφορετικό.
Την κοίταξε λοιπόν κατάματα και της αποκρίθηκε πως αν ήθελε να τον ξεπληρώσει, την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον που χρειαζόταν βοήθεια θα μπορούσε να τον βοηθήσει σε ό,τι χρειαζόταν. Χαμογέλασε και συμπλήρωσε: «Να θυμάστε εμένα».
Περίμενε υπομονετικά μέχρι η ηλικιωμένη κυρία να βάλει μπρος την μηχανή του αυτοκινήτου και να φύγει. Ήταν μια κρύα και καταθλιπτική μέρα, αλλά ήδη αισθανόταν πολύ καλύτερα καθώς οδηγούσε προς το σπίτι του.
Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω η γυναίκα είδε μια μικρή καφετέρια. Σταμάτησε για να πάρει κάτι να φάει, αλλά και να ξεμουδιάσει τα πόδια της. Ήταν ένα πολύ φιλόξενο στέκι. Εξωτερικά υπήρχαν δύο παλιές αντλίες βενζίνης. Το όλο σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό.
Η σερβιτόρα την πλησίασε με μια καθαρή πετσέτα για να σκουπίσει τα βρεγμένα της μαλλιά. Είχε ένα πολύ γλυκό χαμόγελο, παρά την κούραση που είχε από την ολοήμερη εργασία. Η γυναίκα διαπίστωσε αμέσως ότι η σερβιτόρα ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, αλλά δεν επέτρεπε να φανούν οι δυσκολίες της κατάστασής της. Η γριά γυναίκα αναρωτήθηκε πως κάποιος που έχει τόσο λίγα δίνει τόσο πολλά σε ένα άγνωστο. Τότε θυμήθηκε τον Γιάννη.
Μόλις ολοκλήρωσε το γεύμα πλήρωσε με εκατό Ευρώ. Η σερβιτόρα πήγε να φέρει τα ρέστα, αλλά η ηλικιωμένη είχε ήδη βγει από την πόρτα και είχε απομακρυνθεί αρκετά. Η σερβιτόρα κοίταξε τριγύρω και αναρωτήθηκε πού μπορεί να έχει πάει. Μετά είδε κάτι γραμμένο επάνω σε μια χαρτοπετσέτα:
«Δεν μου οφείλεις τίποτα. Έχω βρεθεί και εγώ σε αυτή την κατάσταση. Κάποιος, κάποτε, με βοήθησε με τον τρόπο που σε βοηθώ τώρα και εγώ. Αν πραγματικά θέλεις να μου επιστρέψεις τα ρέστα, να τι θα κάνεις, μην επιτρέψεις να κλείσει η αλυσίδα της αγάπης»
Κάτω από την χαρτοπετσέτα βρήκε άλλα 500 Ευρώ. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια της καθώς το διάβασε.
Υπήρχαν τραπέζια που ήθελαν καθάρισμα, βαζάκια ζάχαρης που έπρεπε να γεμίσει και άλλοι πελάτες που περίμεναν να τους εξυπηρετήσει, αλλά η σερβιτόρα τα κατάφερε μια χαρά μέχρι το τέλος της ημέρας.
Το βράδυ που έπεσε να ξαπλώσει, σκεφτόταν τα χρήματα που της είχε δώσει η γυναίκα αλλά και αυτά που της είχε γράψει. Πώς να γνώριζε άραγε η ηλικιωμένη γυναίκα πόσο πολύ αυτή και ο άνδρας της χρειαζόταν τόσο πολύ τα χρήματα; Με τον άντρα της χωρίς δουλειά και το μωρό να έρχεται τον επόμενο μήνα, θα ήταν πραγματικά πολύ δύσκολα... Ήξερε πόσο προβληματισμένος ήταν ο άντρας της, καθώς κοιμόταν ανήσυχος δίπλα της.
Έσκυψε, του έδωσε ένα τρυφερό φιλί και του ψιθύρισε:
«Όλα θα πάνε καλά. Σ’ αγαπώ Γιάννη Στάθη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου