ΩΡΑ...

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Ο μπάρμπα - Θόδωρος και ο Ρωμαίος του


Λαογραφικό διήγημα
του Λάσκαρη Π. Ζαράρη
από τη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων:
«Η θάλασσα που μας ενώνει»

Η έρημη παράγκα έστεκε μες στη σιωπή του κάμπου μοναχή κι ερειπωμένη, ένα στοιχειό της φύσης. Οι δυνατοί άνεμοι, που την λίκνιζαν πέρα δώθε, δεν κατάφεραν ακόμη να γκρεμίσουν ό,τι απέμεινε στη μνήμη σαν ανεκτίμητος θησαυρός. Όταν φυσούσε ο θαλασσινός, άκουγες τη βροντερή φωνή του μπάρμπα - Θόδωρου, πότε επιτακτική, πότε ενθαρρυντική να διαχέεται στο μεγαλύτερο μέρος του κάμπου, ιδιαίτερα στα κοντινά χωράφια του προσφυγικού συνοικισμού, όπου οι γεωργοί έπιαναν το χάραμα δουλειά. Ο μπάρμπα-Θόδωρος ακολουθούσε το μουλάρι του, που σκυμμένο πάνω απ’ τη σκληρή γη, έσερνε με απίστευτη δύναμη το αλέτρι, χαράζοντας μακρόστενες λουρίδες στο χώμα. Αφού τελείωνε το αλέτρισμα*, άφηνε στην άκρη το ζώο να ξεκουραστεί και περνούσε γύρω απ’ τη μέση του μια ποδιά. Με τη χούφτα του σκορπούσε επιδέξια τον καρπό. Έπεφτε ο άφθονος σπόρος στο περιποιημένο χωράφι κι ο γεωργός περήφανος που πότισε με τον ιδρώτα του τη γη πρόσμενε χαρούμενος να ‘ρθει η καινούργια σοδειά, πλούσια και καλής ποιότητας να θρέψει όλη του την οικογένεια.

Αρκετές φορές πάλι έπαιρνε το δρόμο δίπλα στη θάλασσα καθισμένος πάνω στο σαμάρι του κόκκινου του αλόγου που το φώναζε «Ρωμαίο». Ο «Ρωμαίος» δεν καταλάβαινε πολύ από ζέψιμο και φορτία, έκανε με υπομονή την εργασία του. Την περίοδο του θερισμού έσερνε πίσω του το «αγκίς», ένα μακρύ κάρο που έβαζαν στα πλαϊνά του όρθια αρκετά μυτερά ξύλα, τα «σίσια», ώστε να μπορούν να χωρέσουν εκεί πολλές θημωνιές από δεμάτια σταχυών. Όταν κουβαλούσε τους θεριστάδες κι εκείνοι είχαν τα κέφια τους, άκουγε μερικά παλιά τραγούδια να βγαίνουν απ’ το στόμα τους χορωδιακά. Άλλοτε αυτοσχεδίαζαν πειραχτικά στιχάκια κι έσκαγαν ύστερα στα γέλια:

«Μαρία Μαριγώ κατέβα στο γιαλό,
να δεις τι κάνω ‘γώ ψαράκια κυνηγώ».
«Θόδωρε καμπούρ’, που τρως ψωμί κι αγγούρ’».

 

Μα έρχονταν η ώρα που πλησίαζαν προς τα νοτιοδυτικά, στην περιοχή της Δημητριάδας κι η πρόσκαιρη ευτυχία τους έσπαγε σαν γυαλί. Εκεί λοιπόν, ανάσαινε ένα τέρας, μια «Λερναία Ύδρα» που όσο κι αν της έκοβες τα κεφάλια εκείνη γεννούσε καινούργια. Η υγρασία ανέβαινε φοβερά και συχνά έπιανες στ’ αυτιά σου ένα ενοχλητικό βουητό, που το σούρουπο γινόταν πιο έντονο, πιο απειλητικό. Τα καλάμια υψώνονταν με τις ευδιάκριτες φούντες τους και προστάτευαν τις αμέτρητες λιμνώδεις γούρνες απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα. Οι «εισβολείς» περίμεναν να πέσει ο ήλιος για να συγκεντρωθούν σε ομάδες και να ξεχυθούν πάνω απ’ τα καλάμια σε μαύρα σύννεφα κάνοντας την επίθεσή τους σ’ όποια ανθρώπινη παρουσία έβρισκαν μπροστά τους. Τα τσιμπήματα των κουνουπιών ήταν πολύ επώδυνα και σκορπούσαν το φόβο στους κατοίκους, που έδιναν τη μάχη τους ολημερίς μ’ αυτό το τέρας. Ήδη από την ελονοσία μέσα σε λίγους μήνες, μετά την εγκατάστασή τους το 1908, οι πρόσφυγες είχαν καλύψει με τους νεκρούς τους ένα ολόκληρο νεκροταφείο. Γίνονταν, όμως σοβαρές προσπάθειες απ’ τους ίδιους κι έδιναν τον αγώνα τους ν’ απαλλαχτεί ο τόπος τους από τα έλη και τα κουνούπια. Είχαν αρχίσει τ’ αποστραγγιστικά έργα κι οι αντλίες μούγκριζαν συνεχώς διοχετεύοντας τα νερά των ελών σε ειδικούς αγωγούς προς τη θάλασσα.

Ένας από τους πιο εργατικούς ανθρώπους αυτής της θεσσαλικής γης ήταν ο μπάρμπα - Θόδωρος, πρόσφυγας κι αυτός από την Ανατολική Ρωμυλία. Διατηρούσε μια μικρή αποθήκη, μια παράγκα φτιαγμένη με ξύλα και τσίγκους, όπου μέσα της φύλαγε τα ζωντανά του και τα εργαλεία του. Είχε δύο σκληραγωγημένα μουλάρια και δύο πολύ όμορφα θεσσαλικά άλογαž το ένα ολόλευκο, δηλαδή τον «Ψαρή» του και το άλλο κόκκινο, τον «Ντορή» του. Δεν τα έβαζε μαζί σε «διπλόκαρο», γιατί δεν είχαν διάθεση να συνεργαστούν μεταξύ τους. Έτσι προσπαθούσε να τα αξιοποιεί χωριστά κι είχε μοιράσει τις αρμοδιότητες ανάλογα με τις ικανότητές τους. Ο «Ρωμαίος», που άντεχε περισσότερο στη ζέστη και στη σκόνη, αναλάμβανε το θερισμό. Το άσπρο, που το είχε βαφτίσει «Ηρακλή», αναλάμβανε τον τρύγο, γιατί άντεχε περισσότερο σε βαριά φορτώματα, αλλά τρελαινόταν κιόλας για τη μυρωδιά του μούστου.

Το λευκό ταίριαζε με το κλίμα της γιορτής που αποτελούσε ο τρύγος γι’ αυτή τη μικρή κοινωνία. Παράλληλα, η κυριότερη ποικιλία σταφυλιών, οι εκλεκτοί ροδίτες, που έδιναν το καλό κρασί της χρονιάς, έφερναν και τη χαρά στα ροδοκόκκινα πρόσωπα των τρυγητών και των πατητών κι εξωθούσαν τον κόσμο σε γλέντια τρικούβερτα. Ο μπάρμπα - Θόδωρος συνήθιζε να στολίζει το άλογό του και το κάρο του την προηγούμενη μέρα της έναρξης του τρυγητού. Τον αναστάτωνε η μικρή αναβίωση ενός εθίμου της παλιάς του πατρίδας, της λεγόμενης «αραμπάτσας». Ένιωθε πως ζωντάνευε στη μνήμη του η παλιά κι όμορφη ζωή του Εύξεινου Πόντου. Έβαζε στο άλογο το καλύτερο στραβόξυλο* που διέθετε, την πιο καινούργια κεφαλαριά* με τα γκέμια. Πήγαινε μια βόλτα στ’ αμπέλια να θαυμάσει τα μακρουλά τσαμπιά και τις ροδόχρωμες ρόγες των σταφυλιών. Μιλούσε στ’ αμπέλι σαν σε άνθρωπο: «Έννοια σου κι αύριο θα ελευθερωθείς απ’ τον καρπό σου!». Μετά επέστρεφε και καθάριζε το στραβόξυλο* και τα κόλια* του κάρου, μέχρι που επιθεωρούσε το σιδερένιο άξονα της ρόδας, για να σιγουρευτεί πως θ’ αντέξει στις ανηφόρες απ’ το βαρύ φορτίο. Βούρτσιζε τη χαίτη του αλόγου και στόλιζε με βλαστούς κι αμπελόφυλλα τα πλαϊνά του κάρου. Θυμήθηκε τότε που έρχονταν οι Γιουρούκηδες Τούρκοι από το χωριό Γκέρνοβο της Βουλγαρίας κι έσερναν τις «αραμπάτσες» τους με τα βουβάλια. Οι νέοι ανέβαιναν ξυπόλυτοι πάνω στο κάρο και με χορούς και τραγούδια πάταγαν με τις πατούσες τους τα σταφύλια μέσα στον «ληνό», ένα μεγάλο τετράγωνο ξύλινο κιβώτιο. Οι νέες, λευκοντυμένες κρατούσαν στα χέρια τους καλάθια στολισμένα με λουλούδια και τούλια και κερνούσαν τα παλικάρια γλυκίσματα, μεζέδες και ποτά για να παίρνουν δύναμη στη δύσκολη εργασία τους.

Ο μπάρμπα - Θόδωρος τα είχε όλα διπλά σ’ αυτή τη ζωή για να έχει τύχη. Δύο μουλάρια, δύο άλογα, δύο κάρα, δύο αλέτρια, δύο αγόρια, δύο κορίτσια αλλά μία μονάχα γυναίκα. Σ’ αυτούς, λοιπόν που τον ρωτούσαν και τον ειρωνεύονταν απαντούσε:
«Βρε παιδιά, τι να τις κάνω δυο γυναίκες, αφού μ’ έλαχε μία τόσο καλή και μάλιστα μ’ όλες τις χάρες του κόσμου! Η μπαμπούσκα* μου δεν πιάνει άραγε στο ζύγι αξία για δύο;».

Έδινε την κατάλληλη απάντηση αστειευόμενος και προχωρούσε έπειτα με σιγουριά στον δρόμο χαιρετώντας κάθε χωριανό που συναντούσε. Μάλιστα, τους καλημέριζε ευγενικά: «Μπουόν…Τζιόρνο…» και το ‘λεγε τόσο μακροσκελή, που έφτανε μέχρι τη θάλασσα και πάλι: «Μπουόν…Τζιόρνο…». Μα όλοι αναρωτιόντουσαν τι τους έλεγε και στέκονταν ν’ ακούσουν ξανά την έκφραση, ώσπου τους εξήγησε τι σημαίνει το «Μπουοντζιόρνο», αφού κατάλαβε πως δεν ήξεραν γρι από ιταλικά. Είχε έναν ξάδελφο έμπορο στην Ιταλία κι έτσι δεν έχανε στιγμή που να μην επιδείκνυε τις γνώσεις του στις ξένες γλώσσες. Μια μέρα καβάλα πάνω στο «Ρωμαίο» τόλμησε να ξεστομίσει αυτή τη λέξη και το κοκκινόχρωμο άλογο αγρίεψε κι έτρεξε μανιασμένο κάνοντας δυο-τρεις γύρους έξω απ’ την αποθήκη. Ύστερα σταμάτησε απότομα μπροστά στην πόρτα της παράγκας κι άρχισε ν’ ανασκαλεύει το χώμα κάτω με τα πόδια του σαν να ’θελε να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία του γι’ αυτή τη λέξη. Ο μπάρμπα - Θόδωρος κατέβηκε από τη ράχη του λαχανιασμένος κι έκανε το σταυρό του.

Το ατυχές περιστατικό συνέβηκε αρκετές φορές. Γιατί το λευκό του άλογο δεν αντιδρούσε παρόμοια με το κόκκινο; Μήπως εκείνο άρχισε να κουφαίνεται; Ή άραγε ο «Ρωμαίος» είχε τη δική του παραξενιά και δεν άντεχε ν’ ακούει μόνο τις ιταλικές λέξεις; Σκέφτηκε πως τα άλογα αντιλαμβάνονται τον παραμικρό ήχο και πως το άσπρο υπάκουε εύκολα μ’ ένα δικό του μακρόσυρτο «Έι…..ι!» ή μ’ ένα απαλό χτύπημα του χεριού στην πλάτη του ή μ’ ένα άγγιγμα της φτέρνας στα πλευρά του. Γεμάτος περιέργεια πήγε να ρωτήσει τον «αλμπάντη», τον πεταλωτή, που όπως και να ’χει, κάποιες γνώσεις έπρεπε να κατέχει σχετικά μ’ αυτή την περίπτωση. Όμως, τελικά εκείνος δεν του έδωσε καμία πειστική εξήγηση.

«Τι να σου πω, Θόδωρε. Δεν ξέρω γιατί το άλογό σου έχει στα ιταλικά αλλεργία. Δοκίμασε να του πεις κι άλλες λέξεις μέχρι να σιγουρευτείς», απάντησε ο πεταλωτής απορημένος.

Άλλη στιγμή ο μπάρμπα - Θόδωρος δοκίμασε να πει «καληνύχτα» στα ιταλικά στο κόκκινό του άλογο: «Μπουόνα…Νόττε…» κι εκείνο αντί να τον ευχαριστήσει για τα άχυρα και το νερό που του πρόσφερε, του γύρισε τον πισινό και του έριξε μια ξεγυρισμένη κλωτσιά. Από τότε ο «πολύγλωσσος» μπάρμπα - Θόδωρος σιγουρεύτηκε ότι δεν ήταν μια απλή σύμπτωση όλη αυτή η αλληλουχία των περιστατικών, όπου πρωταγωνιστούσε ο «Ρωμαίος» και δεν ξεστόμισε ξανά λέξη στα ιταλικά. Όταν διασταυρωνόταν με κάποιο χωριανό και τύχαινε να βρίσκεται καβάλα στο νευρικό του άλογο, σήκωνε μονάχα το χέρι του ψηλά για να τον χαιρετήσει και δεν άνοιγε το στόμα του να πει ούτε μια λέξη, γιατί φοβόταν την ξαφνική αντίδραση του ζώου του. Κάποτε επιτέλους συνήθισε να καλημερίζει στα ελληνικά τους συγχωριανούς του με τη βαριά βορειοθρακιώτικη προφορά, κάτι που άρεσε και στον «Ρωμαίο» που απαθής και αδιάφορος πια έπαιρνε το δρόμο του προς τα χωράφια.

Το φοβερό τέρας όμως, δεν είχε εξαφανιστεί ακόμη και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του το φθινόπωρο του 1919. Ο μπάρμπα - Θόδωρος είχε αρχίσει να φεγγρίζει* από τον υψηλό πυρετό και δεν μπόρεσαν να του σώσουν τη ζωή οι γιατροί και οι κινίνες. Έμεινε μονάχα η παράγκα του στον κάμπο να θυμίζει αυτή την παράξενη ιστορία. Απίστευτο πως κράτησε τόσα χρόνια όρθια με κακοκαιρίες, πλημμύρες και σεισμούς. Ο ηλικιωμένος, που μου διηγήθηκε τα περιστατικά, ήταν παιδί εκείνη την εποχή. Ωστόσο δεν έμαθε ούτε εκείνος ούτε κανείς άλλος μέχρι στιγμής, για ποιο λόγο το κόκκινο άλογο του μπάρμπα-Θόδωρου αντιδρούσε τόσο βίαια και δεν άντεχε ν’ ακούει καθόλου λέξεις στην ιταλική γλώσσα.

* Αλέτρισμα: Όργωμα με αλέτρι.

* Κεφαλαριά: Είδη χάμουρων αλόγου.

* Στραβόξυλο: Το καμπυλωτό ξύλο που έβαζαν πάνω απ’ τη ράχη του αλόγου και το προσάρμοζαν στις δύο άκρες του με τα κόλια του κάρου.

* Κόλια: Τα τιμόνια του κάρου που ζεύεται το άλογο.

* Μπαμπούσκα: Φαρδιά και παχουλή γυναίκα.

* Φεγγρίζω: Γίνομαι διαφανής από αδυναμία ή αρρώστια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου