ΩΡΑ...

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Το τεστ με το γλύκισμα στο Stanford University



Το τεστ με το γλύκισμα είναι ένα πείραμα που διενεργήθηκε στο Stanford University στα τέλη του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον ψυχολόγο Walter Mischel, ο οποίος μετέπειτα έλαβε θέση καθηγητή στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Το πείραμα είναι μέρος μιας σειράς μελετών που σχετίζονται με την καθυστερημένη ικανοποίηση.
Στο πείραμα ο Mischel έδωσε σε παιδιά τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ μιας μικρής ανταμοιβής (συνήθως ένα γλύκισμα) που θα δινόταν άμεσα ή δύο μικρών ανταμοιβών (γλυκίσματα) αν το παιδί περίμενε να επιστρέψει ο ερευνητής, μετά από απουσία περίπου 15 λεπτών.
Από το πείραμα διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά που ήταν σε θέση να περιμένουν περισσότερο χρόνο, για να έχουν μεγαλύτερο κέρδος, υπερείχαν συνήθως είτε στο μορφωτικό επίπεδο είτε στο δείκτη μάζας σώματος, είτε σε κάποια άλλη παράμετρο. Μεταγενέστερες εργασίες ωστόσο αποσυνδέουν τον αυτοέλεγχο με τις προαναφερόμενες παραμέτρους.
Το πείραμα έχει τις ρίζες του σε ένα παλαιότερο πείραμα που ο Mischel διεξήγαγε στο νησί Trinidad (Trinidad and Tobago),  από το οποίο προέκυψε ότι ανάλογα με την καθεμιά από τις εθνοτικές ομάδες που ζουν στο νησί προέκυπταν διαφορετικά αποτελέσματα αναφορικά με τον αυτοέλεγχο και την ικανότητα των ανθρώπων αυτών να διασκεδάζουν.
Στο πανεπιστήμιο του Stanford υποκείμενα του πειράματος ήταν αρχικά 16 αγόρια και 16 κορίτσια που φοιτούσαν στο νηπιαγωγείο Bing του Πανεπιστημίου. Τρία ακόμη παιδάκια του νηπιαγωγείου αποκλείστηκαν από τη διαδικασία λόγω της αποτυχίας τους να κατανοήσουν τις οδηγίες του πειράματος. Τα παιδιά ήταν ηλικίας από 3,5 – 6 ετών, με μέση ηλικία τα 4,5 έτη.
Τα παιδιά οδηγήθηκαν σε ένα δωμάτιο, άδειο από περισπασμούς, όπου μια απόλαυση της επιλογής τους (μπισκότο ή ζαχαρωτό) τοποθετήθηκε πάνω σε ένα τραπέζι, με μια καρέκλα. Τα παιδιά μπορούσαν να φάνε το γλύκισμα, αλλά αν μπορούσαν να περιμένουν δεκαπέντε λεπτά χωρίς να ενδώσουν στον πειρασμό, θα ανταμείβονταν με ένα δεύτερο γλύκισμα. Ο Mischel παρατήρησε πως κάποια απ’ τα παιδιά «θα καλύπτουν τα μάτια τους με τα χέρια τους ή θα γυρίσουν έτσι ώστε να μην μπορούν να δουν τον δίσκο, άλλοι αρχίζουν να κλωτσάνε το γραφείο, ή παίζουν με τα μαλλιά τους ή τέλος χρησιμοποιούν το γλύκισμα σαν να ήταν ένα μικρό λούτρινο ζωάκι», ενώ άλλοι θα φάνε απλά το γλύκισμα μόλις φύγουν οι ερευνητές.
Όπως αναφέρει ο Mischel στο άρθρο του ‘’Don’t’’ στο The New Yorker magazine: ‘’Αυτό που πραγματικά μετράμε με αυτό το πείραμα, δεν είναι η δύναμη της θέλησης ή ο αυτοέλεγχος, αλλά κάτι πιο σημαντικό, την ικανότητα των παιδιών να επωφεληθούν από μια κατάσταση την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν και στο τέλος να πάρουν αυτό που θέλουν, ένα ακόμα ζαχαρωτό’’.
Σε πάνω από 600 παιδιά που συμμετείχαν στο πείραμα, μια μειοψηφία έφαγε το γλύκισμα αμέσως. Από αυτούς που προσπάθησαν να καθυστερήσουν μόνο το ένα τρίτο κατάφερε να αναβάλει την ικανοποίηση του για χρονικό διάστημα ικανό να του αποφέρει ένα δεύτερο γλύκισμα.
Στη συνέχεια της μελέτης που έγινε πολλά χρόνια αργότερα, ο Mischel ανακάλυψε πως υπήρχε μια απρόσμενη συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων του τεστ με την επιτυχία των παιδιών πολλά χρόνια αργότερα.
Τέλος, μια μελέτη απεικόνισης του εγκεφάλου ενός δείγματος από τους αρχικούς συμμετέχοντες του πειράματος στο Stanford, όταν έφτασε στα μέσα της ζωής του, που διεξήχθη το 2011, έδειξε βασικές διαφορές μεταξύ αυτών με υψηλούς χρόνους καθυστέρησης και εκείνων με χαμηλούς χρόνους καθυστέρησης σε δύο τομείς: στον προμετωπιαίο φλοιό (πιο ενεργός στα άτομα με υψηλούς χρόνους επιβράδυνσης) και στο κοιλιακό ραβδωτό σώμα (μια περιοχή που συνδέεται με τους εθισμούς) όταν προσπαθούσαν να ελέγξουν τις απαντήσεις τους σε δελεαστικούς πειρασμούς.
Είναι όμως πραγματικά ξεκαρδιστικές οι προσπάθειες των μικρών παιδιών να αντισταθούν στον πειρασμό του γλυκίσματος...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου