ΩΡΑ...

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

ΝΕΟ – Ελληνικό Λεξικό (2)



Για να μην σας λέει το παιδί σας «έφαγα Χ» και εσείς να του απαντάτε «σου έχω πει χιλιάδες φορές να μην τρως απ’ έξω», ρίξτε μια ματιά στο λεξιλόγιο των νέων, μήπως και συνεννοηθούμε τέλος πάντων…
Μαδομούνι γίνεται: Μαλώνουν γυναίκες αναμεταξύ τους.
Μανιαμούνιας: Χαζογκόμενος.
Μανόγαλο: Το προϊόν του αυνανισμού.
Μαρς: Όρμα.
Μάρτυρας του Αυνάν: Μαλάκας.
Μάτσας: Προδότης.
Με άφησαν στην απ’ έξω: Δεν με υπολόγισαν.
Με έδωσες: Με πρόδωσες.
Με ίσιωσε: Με έβαλε στην θέση μου.
Μην καρφώνεσαι: Μην προδίδεσαι.
Μου βγήκε η πίστη: Κουράστηκα, εξαντλήθηκα.
Μου έκανες ματσακονιά: Με πρόδωσες.
Μου τη βίδωσε: Με νευρίασε.
Μου τη δίνεις!: Με εκνευρίζεις.
Μούφα: Ψέμα.
Μούχλας: Τεμπέλης.
Μπακατέλα: Άσχημη γυναίκα.
Μπαλκόνια: Τα γυναικεία στήθη.
Μπάρκουλης είσαι;: Είσαι τρελός;
Μπεμπέκα: Αντρογύναικα.
Μπερδεway: Μια πολύπλοκη, πολύ μπερδεμένη, κατάσταση.
Μπερκέτι (μπερεκέτι): Πάρα πολύ καλό.
Μπουζουριάζω: Συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον.
Μπουρούχα: Η άσχημη γυναίκα.


Νιώθεις;: Επικοινωνείς με τον πλανήτη Γη; Έχεις επίγνωση τι συμβαίνει;
Νταλίκα: Αντρογκόμενα.
Ντούκι: Σωματώδης άνδρας.

Ξεκαβάλα: Προσγειώσου.
Ξεκόλλα: Μην επιμένεις.
Ξελαμπικάρω: Ξεδίνω.
Ξέρει γαλλικά και πιάνο: Αυτός που μιλάει αισχρά.
Ξύνω πληγές: Απογοητεύω, στενοχωρώ κάποιον ακόμα περισσότερο.

Ο ακάλυπτος: Ο καραφλός.
Ο γκλίτσας: Ο «βλάχος».
Όλα είδον: Τα έφτυσα.
Οο my god: Ω, Θεέ μου.

Παλεύουμε;: Λέγεται από αγόρι σε χοντρό κορίτσι σκωπτικά.
Παντόφλα: Γυναίκα με μικρό στήθος.
Παρέδωσα πνεύμα: Τα έφτυσα.
Πατάω delete: Σε διαγράφω.
Πάω σπινταριστός: Είμαι βιαστικός.
Πετάει η ομάδα: Σημειώνονται άριστες επιδόσεις.
Πετάει χαρταετό: Τεμπελιάζει, δεν κάνει τίποτα, βαριέται.
Πήγα για μπίζα: Την έπαθα.
Πήγα για χόρτα: Την πάτησα.
Πήζουν τα γάλατα: Σοβαρεύει η κατάσταση.
Πήρα κρανιωδώς: Νευρίασα πολύ.
Πλακίζω: Κάνω πλάκα.
Πλατείας: Καραφλός.
Πνίγομαι: Νιώθω πιεσμένος.
Ποδανά: Διάλεκτος των νέων (ανάποδα).

Ρετάρισα: Χάζεψα.
Ρόδας: Μηχανόβιος.
Ρούφα τ’ αυγό σου: Μην ασχολείσαι.

Σαλούφα: Άσχημη γκόμενα.
Σε πήρα σβάρνα: Σε παρέσυρα.
Σοβάτισμα: Ο αυνανισμός.
Σου την έφερε: Σε κορόιδεψε.
Σουρωτήρι: Κάποιος με πολλές τρύπες για σκουλαρίκια, εύκολη γκόμενα.
Σπάσε: Φύγε.
Σπάστηκα: Χαλάστηκα, ξενέρωσα, εκνευρίστηκα.
Σπερματοκτόνο: Απλησίαστη γκόμενα.
Σταθμός υπεραστικών: Γυναίκα που απ’ τη ζωή της πέρασαν πολλοί άντρες.
Στην ξεφτίλα: Πολύ φτηνά ή πολύ εύκολα.
Στην πίπα σου: Βούλωσέ το.
Στην ψύχρα: Στα ίσια, κατάμουτρα.
Στόκος: Ανίκανος διανοητικά, ο κολλημένος.
Στρίβε: Άδειασέ μας τη γωνιά.
Στροφίγγος: Ο ασταθής τύπος.

Τα ‘φτυσα: Κουράστηκα πολύ.
Τα βρήκα μπαστούνια: Δυσκολεύτηκα.
Τα είδα όλα: Έμεινα έκπληκτος.
Τα πήρα στο κρανίο: Εκνευρίστηκα, νευρίασα.
Τα σπάει: Είναι κορυφαίο.
Τα σπάσαμε: Χωρίσαμε.
Τα στήλωσα: Πεισμάτωσα.
Τα τίναξε: Πέθανε.
Τα χώνω: Επιπλήττω.
Τάβλα: Γυναίκα με μικρό στήθος.
Ταλιατέλα: Πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία.
Τέσπα: Τέλος πάντων.
Τζίζους: Κάτι είναι ελεεινό.
Τζιτζί, τζάμι: Πάρα πολύ ωραίο, τέλειο.
Τη βάψαμε: Είμαστε σε δύσκολη θέση, δεν την γλιτώνουμε.
Τη σούταρα: Την έδιωξα.
Την είδα Σορίν Ματέι: Έγινα πολύ κακός.
Την έχει ακούσει dolby digital: Έχει καβαλήσει το καλάμι.
Την κάνω μπραφ: Την κοπανάω.
Την κάνω: Φεύγω.
Την κάτσαμε: Είμαστε σε δύσκολη θέση.
Την πάτησα: Απέτυχα, αστόχησα, έκανα λάθος.
Την πέταξες: Είπες χαζομάρα.
Την τίλιασα: Έφαγα μέχρι σκασμού.
Τι με κοιτάς σαν πόκεμον;: Τι με κοιτάς σαν χάνος;
Το ‘χει κάψει: Τα εγκεφαλικά του κύτταρα έχουν καταστραφεί.
Το ‘χω: Μπορώ να κάνω κάτι.
Το πήρα το fax: Το πήρα το μήνυμα, το κατάλαβα.
Τον έκανε εμετό: Τον τρέλανε.
Τον έστειλε για τσάι: Τον τρέλανε.
Τον έχει θάψει για τα καλά: Τον έχει κακολογήσει πολύ.
Τον κόβω: Τον κοιτάω.
Τον σακουλιάσανε: Τον πιάσανε, τον συλλάβανε.
Τον χόρεψε: Τον τρέλανε.
Τούβλο: Διανοητικά ανίκανος.
Τσάγια: Άντε γεια.
Τσιμέντο: Ανίκανος διανοητικά.
Τσίου: Άντε γεια.
Τσίσα: Τέλος.
Τσίσους Κράϊστ (Chesus Christ): Αυτός που έχει πιει πολύ. 
Τσόφλι: Αυτός που δεν έχει καμιά αξία, ο κενός.



Φ.Ε.Τ.Α.: Φανατικός εκπρόσωπος της ασχήμιας.
Φακώνω: Συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον.
Φατσοκόφτης: Ο πορτιέρης των club.
Φεύγας: Ο ασταθής τύπος.
Φευγάτος: Ο παλαβός.
Φλάσαρα: Μου ήρθε απότομα.
Φλόμπα: Ελεεινή γκόμενα.
Φρικάρισα: Τρελάθηκα.

Χάλασε το γρανάζι: Κόλλησε το μυαλό μου.
Χαλές: Τιποτένιος, βρώμικος.
Χάλιας: Αυτός που δεν βλέπεται.
Χαλίλης: Ο τύπος που φοράει πολλά χρυσά τιμαλφή.
Χανούμι: Φίλαθλος της ΑΕΚ.
Χεσμένος: Αυτός που έχει πιει πολύ.
Χιόνι: Ασταθής χαρακτήρας.
Χλωμό το κόβω: Είναι δύσκολο να γίνει.
Χωνί: Γυναίκα που έχει πολλούς εραστές.

Ψιλικοκό: Ο αυνανισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου