ΩΡΑ...

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Η βασίλισσα των Γοργόνων

          
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν κι ένα γιο. Όσο ήταν ο βασιλιάς κι βασίλισσα καλοί άνθρωποι, τόσο ήταν ο γιος παλιάνθρωπος. Στο ίδιο παλάτι καθότανε και ο βεζίρης του βασιλιά κι είχε κι αυτός ένα γιο. Όσο το βασιλόπουλο ήτανε κακό και άσχημο τόσο το βεζιρόπουλο ήτανε όμορφο και καλό. Το βασιλόπουλο μισούσε το καλό βεζιρόπουλο και γύρευε με κάθε τρόπο να το καταστρέψει.
Μια μέρα βγήκε το βεζιρόπουλο με το δάσκαλό του για κυνήγι. Εκεί που πήγαινε, βλέπει χάμω ένα πολύ όμορφο φτερό, χρυσό· λέει του δασκάλου του: «Να το πάρω το φτερό, δάσκαλε, που ’ναι τόσο όμορφο;»
«Τι να σου πω, παιδί μου! Αν το πάρεις θα μετανιώσεις κι αν δεν το πάρεις πάλι θα το μετανιώσεις».
«Ε, λέει το παιδί· ας το πάρω κι ας μετανιώσω, αφού είναι τόσο όμορφο». 

Κατέβηκε από τ’ άλογό του, το πήρε και το ’βαλε στο κεφάλι του. Το βασιλόπουλο στο παλάτι ήταν ανεβασμένο ψηλά στο κιόσκι, είχε κιάλια και κοίταζε κατά τα βουνά. Έτυχε να πέσουν τα κιάλια του σ’ ένα πράμα που έλαμπε στον ήλιο σαν διαμαντικό... δεν ήξερε κι εκείνος τι να ’ναι· κοιτάζει καλύτερα και βλέπει το βεζιρόπουλο, που είχε στο κεφάλι του ένα χρυσό στεφάνι σαν ένα μεγάλο φτερό.
«Βρε, το διάβολο!» λέει, «πού το βρήκε αυτό; Εγώ είμαι βασιλόπουλο κι ο μπαμπάς μου βασιλιάς και τέτοιο πράμα δεν έχω. Σαν έρθει στο παλάτι θα του το πάρω».
Γύρισε το παιδί στο παλάτι με το δάσκαλό του. Του μηνάει να πάει ευθύς πάνω το βασιλόπουλο που τον θέλει. Μόλις τον είδε ρώτησε:
«Τι ήταν εκείνο που φόραγες στο κεφάλι σου κι έλαμπε σα διαμαντικό;»
«Τίποτα σημαντικό. Ένα φτερό», είπε το παιδί.
«Φτερό! Άιντε, πήγαινε, φέρ’ το να το δούμε».
Κατεβαίνει το βεζιρόπουλο κάτω στην κάμαρά του, παίρνει το φτερό και το πηγαίνει του βασιλόπουλου και του λέει:
«Αφού σ’ αρέσει πάρ’ το, βασιλόπουλό μου».
«Μπα! τι να το κάνω το φτερό. Να πας να μου φέρεις το πουλί που ’χει τέτοιο φτερό, κι αν δε μου το φέρεις το πουλί, δε χωράς πια μέσα σ’ αυτό το παλάτι». 


Κατεβαίνει το βεζιρόπουλο στην κάμαρά του κι αρχίζει να κλαίει και να βλαστημάει την ώρα που πήρε το φτερό απ’ το δρόμο. Εκεί που έκλαιγε, ήρθε ο δάσκαλός του.
«Τι έχεις, παιδί μου και κλαις;» ρώτησε.
«Τι να ‘χω, δεν ήτανε καλύτερα να σ’ ακούσω και να μην πάρω το φτερό!»
Το βεζιρόπουλο εξήγησε τι έγινε και ότι έπρεπε τώρα να βρει το πουλί που είχε το φτερό αυτό, αλλιώς το βασιλόπουλο θα τον διώξει απ’ το παλάτι. Ο δάσκαλος τότε είπε:
«Άσε τα κλάματα και πάμε να βρούμε τον πατέρα σου να δούμε τι θα κάνουμε».
Τότε αποφασίσανε να πάρουν κάμποσα τουλούμια κρασί και να πάνε σε μια μεγάλη στέρνα που γνώριζε ο δάσκαλος ότι πήγαιναν τα πουλιά και έπιναν νερό. Πήραν το κρασί και πήγαν σ’ εκείνη τη στέρνα, την άνοιξαν και σταματώντας τη ροή του νερού άδειασαν απ’ τα τουλούμια το κρασί μέσα και πήγαν μακριά και κοιτάζανε.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και άστραψε ο τόπος. Κοιτάνε, τι να δούνε! Ένας ωραίος αητός ήρθε στη στέρνα να λουστεί και να πιει νερό. Ο αητός πήγε στη στέρνα, ήπιε και σηκώθηκε ψηλά. Σε λίγο κατέβηκε πάλι κάτω, ήπιε πάλι κρασί και καθώς προσπάθησε να ξαναπετάξει δεν τα κατάφερε.
 Δε χάνει καιρό ο δάσκαλος, τρέχει κι αρπάζει τον αητό. Τον φέρνει στο παιδί, τον παίρνουν και πάνε στο παλάτι.

Η βασίλισσα των Γοργόνων και των πουλιών είχε βγει περίπατο και μόλις γύρισε της είπαν πως το μεγάλο χρυσό αητό τον πιάσανε και τον πάνε στο παλάτι. Απ’ το θυμό της βγαίνει η ζώνη απ’ τη μέση της και της δίνει μια, την πετάει και τρέχει στο παλάτι της και κλείνεται μέσα, γιατί αγαπούσε πολύ τον αητό.
Το κακό βασιλόπουλο ήταν πολύ ευχαριστημένο που του έφεραν τον αητό, αλλά θυμωμένο που το βεζιρόπουλο τα κατάφερε.
Πέρασαν έτσι κάμποσες ημέρες· το βεζιρόπουλο πήρε το δάσκαλό του, και πήγε πάλι για κυνήγι· μπαίνοντας σε κάτι λαγκάδια είδε ένα πράμα που γυάλιζε. «Τι πράμα είναι ετούτο;» σκέφτηκε. «Ας πάω κοντά να ιδώ».
Πάει κοντά και βλέπει μια ζώνη γεμάτη διαμάντια και μαργαριτάρια κι απάνω της ζωγραφισμένα με μαργαριτάρια ψάρια και γοργόνες. Το βεζιρόπουλο πήρε τη ζώνη, έτρεξε στο δάσκαλό του και τον ρώτησε:
«Κοίταξε, δάσκαλε, τι βρήκα! Να την πάρω ή όχι;»
«Τι να σου πω, παιδί μου! Αν την πάρεις θα μετανιώσεις κι αν δεν την πάρεις πάλι θα το μετανιώσεις».
«Ε, λέει το παιδί· ας την πάρω κι ας μετανιώσω, αφού είναι τόσο όμορφη».
Έτσι το βεζιρόπουλο πήρε τη ζώνη, τη ζώστηκε στη μέση του και ξεκίνησε να πάει κατά το παλάτι. Το βασιλόπουλο πάλι από το κιόσκι τον είδε.
«Μωρέ! λέει, τι είναι εκείνο που φοράει πάλι στη μέση του! Σαν έρθει θα του το πάρω».
Ήρθε στο παλάτι το παιδί, δίπλωσε τη ζώνη και την έβαλε στην κασέλα του. Τότε του μήνυσε το βασιλόπουλο να πάει πάνω.
«Τι ήτανε εκείνο που φόραγες στη μέση σου;» ρώτησε άγρια το βασιλόπουλο.
«Τίποτα, μια ζώνη που βρήκα στο δάσος, εκεί που κυνηγούσα».
«Άιντε να μου τη φέρεις να τη δω».
Πάει το παιδί και φέρνει τη ζώνη. Τη βλέπει το βασιλόπουλο, χάρηκε.
«Βρε», λέει, «φαντάζομαι την κυρά που είχε αυτή τη ζώνη τι θα είναι! Να πας χωρίς άλλο να μου τη βρεις και να μου τη φέρεις».
«Βρε αμάν βασιλόπουλό μου, πώς μπορώ να βρω την γυναίκα που το είχε αυτό και να στη φέρω!»
«Μπορείς, δεν μπορείς, πρέπει να πας να τη φέρεις, αλλιώς θα το μετανιώσεις». 
Το βεζιρόπουλο τρέχει στον πατέρα του και στο δάσκαλό του και τους διηγείται τι του είπε το βασιλόπουλο. Όλοι μαζί αποφάσισαν πως τα κλάματα δεν ωφελούν και πως έπρεπε να ψάξουν να βρουν την κυρά αυτή.
Εκεί που ψάχνανε από δω κι από κει να βρούνε κανένα σημάδι, βλέπουν ένα ωραίο παλάτι και έξω στην αυλή του παλατιού, είδαν μια ωραία αρχόντισσα που σεργιάνιζε ολομόναχη. Αυτή λένε θα ήτανε εκείνη που είχε τη ζώνη. Δε χάνουνε καιρό, την αρπάζουν, την τυλίγουν μ’ ένα πανωφόρι και τη βάζουν πάνω στ’ άλογό τους. , Κάθισε πίσω της το βεζιρόπουλο και τη βάσταγε καλά να μη φύγει. Φώναζε εκείνη, φοβέριζε. Τότες το βεζιρόπουλο, της εξήγησε για ποιο λόγο την είχαν αρπάξει κι εκείνη θυμωμένη τράβηξε το κολιέ με τα μαργαριτάρια που φορούσε στο λαιμό της, το έσπασε και πέταξε τα μαργαριτάρια στο δρόμο απ’ το θυμό της.
Μόλις φτάσανε στο παλάτι, την είδε το βασιλόπουλο κι έχασε το νου του απ’ την ομορφιά της. Ο πατέρας του ο βασιλιάς της είπε να παντρευτεί το γιο του και να γίνει βασίλισσα, αλλά εκείνη ζήτησε για ν’ αποφασίσει να πάνε να της φέρουν τα μαργαριτάρια που ’χασε στο δρόμο και να μη λείπει ούτε ένα.
Φωνάξανε το βεζιρόπουλο και του ανέθεσαν να βρει τα μαργαριτάρια, χωρίς να λείπει ούτε ένα. Το βεζιρόπουλο μαζί με το δάσκαλό του πήγαν, έψαξαν από δω, έψαξαν από κει, τίποτα…

Πάνω που είχαν απελπιστεί βλέπουν μια μυρμηγκοφωλιά και βαλμένα τα μαργαριτάρια τριγύρω απ’ τη φωλιά. Ευθύς το βεζιρόπουλο κατεβαίνει απ’ τ’ άλογό του, τα μαζεύει όλα και τα φέρνει στο παλάτι. Η κυρά μετράει τα μαργαριτάρια, βλέπει ότι δε λείπει κανένα και γυρίζοντας στο βασιλόπουλο του λέει:
«Για να σε πάρω άντρα μου πρέπει να τιμωρήσουμε εκείνον που μου ’καμε τόσα κακά».
«Πρόσταξε, βασίλισσά μου, λέει το βασιλόπουλο κι ό,τι τιμωρία ειπείς θα του κάμω, φτάνει μόνο να προστάξεις».
«Ν’ ανάψουν ένα φούρνο που να καίει εφτά μερόνυχτα και στις εφτά μέρες να τον ρίξουνε μέσα στο φούρνο να καεί».
Αμέσως το βασιλόπουλο πρόσταξε ν’ ανάψουν ένα φούρνο για εφτά μερόνυχτα. Φαντάσου πια τη λύπη που είχαν και το κακό, το βεζιρόπουλο, ο πατέρας του, ο δάσκαλος και όλοι, γιατί όλοι αγαπούσαν το βεζιρόπουλο.
Μία μέρα η νέα βασίλισσα γύρεψε να πάει στη θάλασσα να περπατήσει λίγο. Εκεί άρχισε και έλεγε λόγια που δεν τα καταλάβαινε κανένας, λόγια μαγικά. Όταν τη ρώτησε το βασιλόπουλο τι έλεγε αυτή του απάντησε πως έλεγε την προσευχή της. Το βασιλόπουλο δε μίλησε. 

Όταν πέρασαν οι εφτά μέρες ο φούρνος δεν έκαιε, γιατί η βασίλισσα των Γοργόνων είπε στις Γοργόνες να κουβαλούν νερό και να το ρίχνουν μέσ’ στο φούρνο. Από μπροστά οι άνθρωποι του παλατιού βάζανε φωτιές και από πίσω αυτές τις σβήνανε. Έτσι μόλις έριξαν το παιδί στο φούρνο, το άφησαν όλη τη νύχτα να καεί, αλλά την αυγή βγήκε ζωντανό. Όλοι απόρησαν που το είδαν ζωντανό και χαρά μεγάλη έγινε στο παλάτι.
Τότε το βασιλόπουλο ζήτησε απ’ τη νέα βασίλισσα να ορίσει την ημερομηνία του γάμου τους.
«Μα έχουμε ακόμη να κάμουμε μια δοκιμή αν μ’ αγαπάς», του είπε αυτή.
«Εγώ αν σ’ αγαπώ!» της είπε το βασιλόπουλο, «τρελαίνομαι για σένα. Για την αγάπη σου δεν έβαλα να κάψουν τον καλύτερό μου φίλο;»

«Δε φτάνει αυτό, του λέει η βασίλισσα. Για το βεζιρόπουλο κάψανε εφτά μερόνυχτα το φούρνο. Για σένα να τον κάψουν δυο ώρες μονάχα και να μπεις μέσα αν μ’ αγαπάς, ειδεμή αν δεν το κάμεις αυτό, έχω τον τρόπο να φύγω και να πάω από ‘κει που μ’ έφεραν».
Τότες εκείνος τι να κάνει, πολέμησε να της αλλάξει τη γνώμη, αλλά του κάκου· του είπε πως αυτή είναι η τελευταία της γνώμη. Τότε πια το βασιλόπουλο είδε πως δεν μπορεί να κάνει αλλιώτικα και φώναξε τους δούλους και είπε να βάζουν λίγα ξυλαράκια, να μην καεί πολύ ο φούρνος. Όταν αυτό έγινε τον πήρε από το χέρι η βασίλισσα και κατέβηκαν κάτω στους φούρνους και είδε το βασιλόπουλο πως ήταν ο φούρνος κρύος.
Η βασίλισσα χαμογελώντας του είπε:

«Ορίστε, ο φούρνος είναι κρύος. Μπες μέσα και δε θα πάθεις τίποτε. Δε θα σου το ζητούσα, αλλά έχω ευχή και κατάρα από τους γονιούς μου, ο άντρας που θα παντρευτώ να μπει πρώτα μέσα σ’ ένα φούρνο».
Έτσι μπήκε το βασιλόπουλο στο φούρνο. Μόλις η πόρτα του φούρνου έκλεισε χτύπησε η βασίλισσα τα χέρια της κι ευθύς άναψε μια φοβερή φωτιά μέσ’ στο φούρνο που έκαμε το βασιλόπουλο κάρβουνο. Αυτή δεν έχασε καιρό. Βγήκε απ’ την αυλή και πήγε στο περιβόλι όπου καθόταν σ’ ένα δέντρο από κάτω το βεζιρόπουλο. Τον έπιασε απ’ το χέρι, χτύπησε παλαμάκια και αμέσως ένας σίφουνας άρπαξε και τους δυο και τους πήγε στο παλάτι της. Εκεί του είπε:
«Εσύ που ήσουν άξιος και έκανες τόσα πράματα, θα είσαι άξιος να βασιλέψεις μαζί μου στις Γοργόνες και στα πουλιά, γιατί εγώ είμαι η βασίλισσα όλων των Γοργόνων και όλων των πουλιών. Εγώ επειδή σ’ αγάπησα πρόσταξα τις Γοργόνες και φέρανε νερό στο φούρνο που μπήκες εσύ και έτσι δεν κάηκες, ενώ μόλις μπήκε το βασιλόπουλο φέρνανε φωτιά και κάηκε. Αν με θέλεις για γυναίκα σου, καλώς· ειδεμή είσαι ελεύθερος να πας πίσω στο παλάτι σου, στους γονιούς σου». 

Τότε εκείνος έπεσε στα πόδια της και την προσκύνησε και της είπε:
«Όχι άντρας σου, αλλά και δούλος σου δέχομαι να γίνω που μου ’σωσες τη ζωή».
Αμέσως αρχίσανε να κελαηδούνε όλα τα πουλιά κι έτσι την πήρε γυναίκα του. Φέρανε και το δάσκαλό του και τον πατέρα του και βασιλεύανε και βασιλεύουνε ακόμα και στις Γοργόνες και στα πουλιά.
Και ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου