ΩΡΑ...

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο αλεπού, ο λύκος και το κατώι του παπά


Μια φορά και έναν καιρό ο λύκος περπατώντας στο δάσος συνάντησε την αλεπού. Την είδε καλοθρεμμένη και χαρούμενη ενώ ο ίδιος ήταν αδύνατος και κακοπαθημένος.
«Τι έγινε κυρά αλεπού;» την ρώτησε. «Πώς τα καταφέρνεις και καλοτρώς, ενώ όλα τα άλλα αγρίμια του δάσους βρίσκουμε τόσο  δύσκολα τροφή που μόλις μας φτάνει για να στεκόμαστε στα πόδια μας;»
Η αλεπού είδε τον λύκο αδυνατισμένο και πεινασμένο και τον λυπήθηκε.
«Άκουσε να δεις» του λέει, «επειδή σε λυπάμαι έτσι που σε βλέπω θα σου πω ένα μυστικό. Ανακάλυψα μια τρύπα στον τοίχο στο  κατώι του παπά. Πάω λοιπόν κάθε βράδυ και τρώω από τα καλούδια που έχει αποθηκεύσει εκεί. Έλα μαζί μου απόψε, να σου δείξω».
Με μεγάλη χαρά ακολούθησε την αλεπού ο λύκος εκείνο το βράδυ. Μπήκαν από την τρύπα στο κατώι του παπά, όπου είχε κάθε λογής καλούδια, παστό, λουκάνικα, τυριά, τόσα που ο λύκος δεν είχε δει ποτέ του. Έπεσε λοιπόν με τα μούτρα στο φαγητό.
Και η αλεπού έτρωγε, αλλά αυτή είχε τον νου της και κάθε λίγο πήγαινε και έλεγχε να δει αν χωράει να περάσει από την τρύπα. Ο λύκος τίποτε, την είχε πέσει στο φαγητό χωρίς άλλη σκέψη.
Κάποια στιγμή ο παπάς άκουσε θόρυβο στο κελάρι.
«Α!», είπε, «θα είναι αυτός ο κλέφτης που ταράζει τις προμήθειές μου κάθε βράδυ. Τώρα θα δει» και κατέβηκε να πιάσει τον κλέφτη. Η αλεπού μόλις άκουσε τα βήματα να πλησιάζουν, πραφ πέρασε από την τρύπα και έτρεξε μακριά να σωθεί. Έτρεξε και ο λύκος, όμως καθώς είχε φουσκώσει η κοιλιά του απ’ το πολύ φαΐ, κόλλησε στην τρύπα. Έτσι κολλημένο τον βρήκε ο παπάς, άρπαξε μια βρεγμένη σανίδα και τον έκανε μαύρο στο ξύλο. Πλήρωσε εκείνος τα σπασμένα, όχι μόνο για ότι έφαγε ο ίδιος, αλλά και γιατί ο παπάς θεώρησε ότι αυτός ήταν ο κλέφτης που τον επισκεπτόταν κάθε βράδυ.
Η πονηρή αλεπού, δεν μπορούσε βέβαια να κάνει κάτι γι’ αυτό,  ακούγοντας λοιπόν τον παπά να δέρνει τον λύκο σχολίασε σκωπτικά:

«Στου παπά τα κατωγάκια παίζουν τα κωλοραβδάκια!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου