ΩΡΑ...

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

21η Φεβρουαρίου - Βίκι Βάββα


Ξημέρωσε Παρασκευή. 21η Φεβρουαρίου, η επέτειος της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων από τον τουρκικό ζυγό. Βγήκε στο μπαλκόνι με τη ζακέτα και αντίκρισε το Μιτσικέλι.
Αυτό ήταν ο δικός της ο ζυγός. Θαλασσινή αυτή, μαθημένη να ατενίζει χωρίς όριο, βρέθηκε εδώ, μες τα βουνά. Ανοίγει το μάτι, ανοίγει και το μυαλό, έτσι πίστευε. Περιορίζεται το βλέμμα, κλεισούρα στο μυαλό, έτσι το ‘νιωθε.
Στα 19 της χρόνια ήρθε πρώτη φορά στην πόλη ως φοιτήτρια. Στην πορεία αγάπησε κι έμεινε. Ερωτική μετανάστης,  που λένε στην πόλη χαριτολογώντας, για τις πολλές, αντίστοιχες με τη δική της, περιπτώσεις. Τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους πηγαίνανε συνέχεια βόλτες στον παραλίμνιο. Έρωτας απίστευτος, δεν είχε ξανανιώσει έτσι η Αννούλα. Τον κοιτούσε κι έλιωνε, τον άκουγε και υπνωτιζόταν, τον άγγιζε και νόμιζε πως θα της κοπεί η ανάσα. Τότε έβλεπε τη λίμνη, δεν εστίαζε στο βουνό. Έτσι είναι αυτά. Οι αισθήσεις γίνονται άκρως επιλεκτικές και μεροληπτικές όταν λαβώνονται από τα παραισθησιογόνα βέλη του έρωτα. Βλέπεις, ακούς και γεύεσαι αυτά που θέλεις, όσα σου χρειάζονται για να επιβεβαιώσεις ότι αυτός είναι. Ο ένας και μοναδικός. Ο άνθρωπος που θα σε κάνει ν’ απαρνηθείς τη θάλασσα και να λατρέψεις τα βουνά. Ο άνθρωπός σου.
Στα 35 πια, το έχει πάρει απόφαση. Το Μιτσικέλι δεν πρόκειται να το βάλει στην ψυχή της. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, τη θάλασσα θα νοσταλγεί. Ειδικά τώρα, που ο έρωτας, ο υπαίτιος της εγκατάστασής της έκανε φτερά… ζόρικα τα πράγματα. Όλα όσα κατάπινε τα περασμένα χρόνια για χάρη του, ενώθηκαν σε έναν δύσπεπτο κόμπο που όλο κι ανεβαίνει, όλο και πιέζει, όλο και πνίγει. Βγαίνει κι αυτή να χορτάσει αέρα στο μπαλκόνι, βλέπει τον όγκο απέναντί της και χειροτερεύει η δύσπνοια.
Σήμερα όμως παραείναι ζορισμένη. Δε φτάνει το πανηγυρικό κλίμα απελευθέρωσης – η γαλανόλευκη παραλίγο να «αρπάξει» πάνω στην καύτρα του τσιγάρου της έτσι που ανεμίζει τρελαμένη – είναι κι η παρέλαση. Και δεν φτάνει η παρέλαση, είναι και τριώδιο, χτες ήταν Τσικονοπέμπτη, οι κλόουν κρατάνε ελληνικές σημαίες στους στύλους των κεντρικών οδών της πόλης και μέσα στα δάφνινα στεφάνια του θριάμβου ποζάρουν παιχνιδιάρηδες αρλεκίνοι. Κωμικοτραγικό σκηνικό, σαν τη ζωή της τα τελευταία χρόνια. 
Στις 11 είναι άπαντες στην πόρτα, έτοιμοι για την οικογενειακή έξοδο. Η Άννα είναι όμορφη και στυλάτη. Έχει ντύσει το αγκυλωμένο της κορμί με καλοραμμένα και ακριβούτσικα ρούχα, έχει μακιγιάρει τη μοναξιά της με concealer και make-up. Δεν ξέρει μόνο με τι προσωπείο να κυκλοφορήσει σήμερα. Με τη σοβαρότητα και την περηφάνια που αρμόζουν στην επέτειο ή με την επίπλαστη χαρά και ελαφρότητα του καρναβαλιού; Ο Αντώνης κομψός και κουρασμένος. Σαν να νοσταλγεί κι αυτός τη θάλασσα, κι ας μην την έχει στο αίμα του. Η Κατερίνα ντυμένη πριγκίπισσα με ραβδάκι και φουσκωτό μπουφάν για το κρύο, ενθουσιασμένη με τη διπλή γιορτή. Ο Λάμπρος αποτελεί την εμβληματική μορφή της ημέρας: ντυμένος σκελετός, με το πλαστικό σημαιάκι του στο χέρι, έτοιμος να τιμήσει την πόλη του και να τρομοκρατήσει τους πολίτες της.
Μπαίνουν στο αυτοκίνητο και κατευθύνονται προς το κέντρο. Πού θα παρκάρουν μέσα στο χαμό; Τα πρώτα χρόνια, ανύπαντροι ακόμη, μένανε μέσα στο κάστρο, σε ένα μικρό δυαράκι με αυλίτσα. Της Άννας της άρεσε πολύ εκεί, το ‘νιωθε φωλίτσα, τα είχε κι όλα κοντά και επειδή με την οδήγηση δεν είχε καλές σχέσεις, το είχε αγαπήσει το κάστρο, το δυάρι, τα στενά σοκάκια, το μικρό καφέ με το πάτωμα που τρίζει και τα αρωματικά σερμπέτια για το χειμώνα, τον ηλιόλουστο καφέ ή το ουζάκι στο Ιτς Καλέ την άνοιξη, τον Αντώνη. Τον είχε αγαπήσει, ναι. Και τον είχε πιστέψει. Είχε εναποθέσει στα δυνατά του χέρια τις προσδοκίες και τα όνειρα μιας ζωής. Μετά παντρεύτηκαν. Άνοιξε η δουλειά του Αντώνη, υπήρχε ένα οικόπεδο έξω απ’ την πόλη, ετοιμάζονταν και για μωρό και το αποφάσισαν. Έχτισαν ένα σπίτι μεγάλο, να χωράει τις ανάγκες και τα θέλω, να ‘χει άπλα και ενεργειακό τζάκι, υπόγειο, αποθήκη και παράθυρα οροφής στις κρεβατοκάμαρες του πάνω ορόφου. Εκεί πρωτοφέρανε το Λάμπρο τους μωρό, εκεί και το Κατερινάκι. Εκεί πέρασε η Άννα ώρες, μέρες, μήνες και χρόνια, αφού αποφασίσανε από κοινού να μη δουλέψει τα πρώτα χρόνια για να αναστήσει τα παιδιά. Μετά ήρθε η κρίση και οι δουλειές έγιναν είδος υπό εξαφάνιση, οπότε ξέμεινε η Αννούλα άνεργη στο μεγάλο της σπίτι, να το συγυρίζει με βαρεμάρα, να το βλέπει κι αυτό σαν το Μιτσικέλι, εχθρικό και ογκώδες, βαρύ και περιοριστικό, να παρατηρεί κάθε βράδυ από τα παράθυρα οροφής ένα ένα τα αστέρια να σβήνουν από τον ουρανό της.
Τελικά το βάλανε σε ένα πάρκινγκ κοντά στην πλατεία το αυτοκίνητο, και ξεμπερδέψανε. Μικροί μεγάλοι συρρέουν στην πλατεία για να παρακολουθήσουν την ηρωική παρέλαση. Καλοντυμένοι ενήλικες και μικροκαμωμένοι μασκαράδες έρχονται από παντού για να υπογραμμίσουν την οξύμωρη παραφωνία τούτης της μέρας. Η μικρή πεταλουδίτσα ουρλιάζει γιατί την «κόβουν» τα φτερά, οι επίσημοι βάλανε τη σοβαροφάνεια και πήραν θέση, «ζήτω η Ελλάδα» και «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», το σιντριβάνι της πλατείας λες και πετάει πιο ψηλά σήμερα το νερό του, οι ανάπηροι πολέμου λούζονται με χαρτοπόλεμο, οι φαντάροι ακολουθούν το ρυθμό της φιλαρμονικής αλλά θαρρείς πως θέλουν να αμαυρώσουν την ιερότητα της στιγμής χορεύοντας το ανίερο τραγούδι της Δόμνας Σαμίου «Το μουνί το λένε Γιώτα», οι γονείς καμαρώνουν, οι Γιαννιώτες καμαρώνουν, οι επίσημοι καμαρώνουν, ο Αντώνης φωτογραφίζει μια την παρέλαση, μια τα παιδιά, ολαρία ολαρά, η Άννα είναι εκεί και δεν εκεί, έχει αφήσει μέσα στο πλήθος το συνολάκι της και είναι μόνη στο σπίτι, γυμνή μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου, κάνει την καθιερωμένη ψηλάφηση μαστού σύμφωνα με το ενημερωτικό καρτελάκι και τις οδηγίες του γιατρού, απαλές κυκλικές κινήσεις ρουτίνας, είναι προσεκτική με αυτά, κάνει και κανά check – up πού και πού, ποτέ δεν ξέρεις, εκεί λοιπόν, μέσα στο μεγάλο μπάνιο με τα γυαλιστερά είδη υγιεινής και τα πλακάκια που τα παραγγείλανε από Ιταλία, εκεί, στο πλάι της χτιστής μπανιέρας, ούτε ένα μήνα πριν τη σημερινή διπλή γιορτή, το έπιασε για πρώτη φορά, αυτό το μικρό αλλά σαφώς ψηλαφητό ογκίδιο στο στήθος, αυτό το καρκινάκι, αυτόν τον όγκο σαν το Μιτσικέλι σε μικρογραφία που πήγε και τρύπωσε στο βυζί της, αυτόν τον νέο της ζυγό. 
Στην αρχή δεν είπε τίποτα για να μην τους ανησυχήσει δίχως λόγο. Ήθελε πρώτα να σιγουρευτεί. Μετά που σιγουρεύτηκε, ναι, είναι καρκίνος, επιθετικός, ναι, έχει πιάσει λεμφαδένες και ψάχνουμε τα υπόλοιπα, άρχισε να το σκέφτεται. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Μα σαν η απόσταση μεταξύ τους είχε γίνει κάτι σαν το Γκραντ Κάνυον, η στιγμή αυτή ποτέ δεν έφτανε. Και πότε δηλαδή; Ο Αντώνης έλειπε όλη μέρα στη δουλειά κι αυτή μετά το μεσημέρι με τα παιδιά, ετοιμασίες, διαβάσματα, δραστηριότητες, παιχνίδια, καυγάδες και το βράδυ πτώμα. Ξάπλωνε στον καναπέ και χάιδευε δειλά το καρκινάκι της, μην κι είχε φύγει ξαφνικά, όπως ήρθε. Και τα πρωινά στους γιατρούς, μόνη, αγχωμένη, φοβισμένη. Μα και δραστήρια, όσο ποτέ. Σαν να απόκτησε ένα νόημα η ανόητη ζωή της. Είχε κι αυτή έναν προορισμό, ένα πρόγραμμα, έναν στόχο, όταν ξυπνούσε το πρωί. Ξεφοβήθηκε και με το αυτοκίνητο και άρχισε να το παίρνει για να πηγαίνει στα ραντεβού της και μετά στο μώλο. Εκεί, στην άκρη της λίμνης, να ενώσει τα υγρά και να κάνει αλχημείες, να ανακατέψει τα δάκρυα με το υγρό στοιχείο της πόλης μπας και βγάλει άκρη. Δεν έβγαζε. Ο γιατρός την πίεζε ότι πρέπει να μπει για μαστεκτομή και άμεσα να ξεκινήσει χημειοθεραπείες. Κι αυτή, καθυστερούσε, γιατί ήταν πιο τρομαγμένη και σοκαρισμένη από ποτέ. Όχι γιατί είχε καρκίνο. Αυτό λίγο πολύ το περίμενε κάποια στιγμή, όχι στα 35, αλλά κάποτε, με γιαγιά και μάνα χαμένες από αυτόν το λόγο, ήταν σχεδόν σίγουρη. Αλλά δεν ήταν έτσι λόγω του καρκίνου. Ήταν επειδή συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κάποιον να το πει. Κάποιον που να θέλει, να έχει ανάγκη να το μοιραστεί. Δεν ήθελε να το πει στον άντρα της, δεν ήθελε να ρίξει την απελπισμένη γέφυρα της ασθένειας για να γεφυρώσει τα αγεφύρωτα. Γονείς δεν είχε. Οι φίλες σκόρπιες με τρεχάματα κι οικογένειες, είχε χαθεί η ουσία των σχέσεων, είχε απομείνει μόνο ο τίτλος. Τόσο μόνη, λοιπόν. Μια μικρή κουκίδα με ένα καρκινάκι για συντροφιά, στο χάρτη της γραφικής πόλης που σήμερα γιορτάζει την απελευθέρωσή της. Μήπως κι ο καρκίνος ήρθε για να απελευθερώσει αντί να υποτάξει; Μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, κατάθλιψη και καταχνιά. Έπρεπε να μιλήσει και μάλιστα γρήγορα. Το ήξερε. Ήξερε και πως είναι τρομερά εγωιστικό αυτό που κάνει. Σκεφτόταν το Λάμπρο και την Κατερίνα και την πλημμύριζαν οι τύψεις. Τι κάνει; Δικαιούται να αφήνεται σε ένα σαγηνευτικό φλερτ με το θάνατο; Μπορεί και να είναι μια ευκαιρία να ξαναδούν κάποια πράγματα με τον Αντώνη, να μιλήσουν επί της ουσίας, γιατί όχι; Ή μπορεί και να αποφασίσουν να το διαλύσουν, με αφορμή όλο αυτό. Να αναγνωρίσουν την αποτυχία τους και να πάνε παρακάτω – να πάει ο Αντώνης δηλαδή, για την Άννα δεν είναι σίγουρο. Να επικοινωνήσουν πάντως. Ξανά. Η Άννα και ο Αντώνης, οι σύζυγοι. Μαζί δεν οφείλουν να αντιμετωπίζουν τους ζυγούς; Να μιλήσει. Να ζητήσει βοήθεια. Συνήθισε σε μια περίεργη μοναξιά και ξέχασε πώς μιλάνε οι άνθρωποι. Επιφανειακή επικοινωνία ανταλλαγής πληροφοριών, αυτό μόνο ξέρει να κάνει. Διεκπεραίωση. Ρομποτική επανάληψη της καθημερινότητας. Γι’ αυτό κι ένα της κομμάτι «ξύπνησε» με αφορμή τα τρεχάματα στους γιατρούς. Μόνη της παραδόθηκε και τώρα πρέπει η ίδια να σπάσει τα δεσμά της. Να ξαναβρεί το νόημα. Να το δημιουργήσει ίσως… 
Ντύνεται και βγαίνει από το μεγαλειώδες μπάνιο του σπιτιού τους. Δανείζεται τα φτερά της μικρής πεταλουδίτσας που ούρλιαζε πριν από λίγο και πετάει πάνω από την πόλη. «Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά κι εσύ τον πήρες σοβαρά…». Δεν θέλει να πεθάνει. Τουλάχιστον δεν το θέλει περισσότερο από όσο θέλει να ζήσει. Τουλάχιστον όχι έτσι, αμαχητί. Τουλάχιστον όχι τόσο μόνη. Από εκεί ψηλά βλέπει τον κόσμο να διαλύεται, η παρέλαση τελείωσε. Μικροί και μεγάλοι σκορπίζουν στα καφέ και τα τσιπουράδικα, στο μώλο και την πλατεία, στον ήλιο και τη σκιά. 
Του πιάνει το χέρι και τον τραβάει προς το μέρος της. Για λίγο νομίζει ότι μυρίζει πάλι όπως τότε, όταν πρωτογνωρίστηκαν, μια μυρωδιά μεθυστική που δεν περιγράφεται με λόγια. Την κοιτάζει έκπληκτος, σχεδόν τρομαγμένος, θαρρείς και ξύπνησε από λήθαργο. «Αντώνη», του λέει, «θέλω να σου μιλήσω».

Πηγή: agon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου