ΩΡΑ...

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Παροιμίες (Γριά)


Γριά
Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι κι αγάλια κάνει η γριά τον νεαρό και θέλει.
Άκουσε η γριά φωνή κι αναρρούφα να τηνε πει.
Αλλού πονάει η γριά κι αλλού την τρίβει ο γέρος.
Άμα εγέρασε η σαμάμα (γριά), εφόρεσεν καγιουράδιν (βαρύτιμο μεταξωτό πέπλο).
Αναπάψου, γριά, το θέρος κι αγριοπείνα το χειμώνα.
Ας τρώει η γριά κι ας βογκάει (μουρμουρίζει) ο γέρος.
Αφού την έπαθε η γριά, έβαζε το μάνταλο.
Βάρ’ τη νια με το καλάμι και τη γριά με τη μα­τσούκα.
Βγήκε ο γέρος στο κλωτσάτο κι η γριά στο κοπελάτο.
Γάιδαρος είναι γάιδαρος, ας εφορεί και σέλλα και η γριά κι αν ομορφίζεται δεν γίνεται κοπέλα.
Γλυκάθη η γριά στο μέλι κι έφαγε και την κυ­ψέλη.
Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι έφαγε και τα συκόφυλλα.
Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι όλη νύχτα τ’ αναζήτα.
Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι.
Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι και θα φάει και το καρβέλι.
Γριά δεν είχε βάσανα κι αγόραζε γουρούνι.
Γριά κι αν τσατσανεύεσαι (νεανίζεις), τα μάγουλά σου φαίνονται.
Γριάς μαντέματα και γέρου παραμύθια.
Δεν αξίζει ούτε την κλανιά της γριάς.
Δέσε, γέρο, το βρακί σου κι ό,τι δει η γριά το θέλει.
- Δε σου δίνω, γριά, ψωμί  - Βρέξε μου το στο ζουμί. – Δε σου δίνω ούτε σταλιά. - Βρέξε μου το πιο καλά.
Δώσαμε της γριάς αυγό και το ’θελε μελάτο…
Είπαν της γριάς να χέσει κι έκατσε κι εξεκωλώθη.
Είχαμε τη γριά μας έπεσε κι ο γέρος.
Εκατό χρονών γριά και γυρεύει παντρειά.
Έμαθε η γριά στο μέλι, σώνει και καλά το θέλει.
Εσύ γριά που διακονείς έχεις αλεύρι και πουλείς.
Η γκαστρωμένη χόρευε και η γριά σφίγγονταν.
Η γραία τον Καλαντάρην σύκα εγύρευεν.
Η γριά για τ’ αλεύρι κι ο γέρος για την πίτα.
Η γριά δεν είχε διάβολο κι αγόρασε ένα γέρο.
Η γριά δεν είχε δόντια κι ήθελε και παξιμάδια.
Η γριά δεν έλπιζε να παντρευτεί και αρραβώνα γύρευε.
Η γριά δεν το ‘λπιζε να παντρευτεί κι ήβρε άντρα χορευτή.
Η γριά έδωκε ένα άσπρο να μπει στο χορό και για να βγει δίνει δέκα.
Η γριά η κότα έχει το ζουμί, μα η πουλάδα κάνει τον πετεινό και λαλεί!
Η γριά η Νέντζω χάλευε, κεράσι το μεσοχείμωνο.
Η γριά κάνει εκατό για να πιάσει χορό και διακόσια για να σχολάσει.
Η γριά κι αν ερωτεύεται, στ’ ανήφορο της φαίνεται.
Η γριά κι αν ομορφίζεται, δε γίνεται κοπέλα.
Η γριά κι αν στολίζεται στον ανήφορο γνωρίζεται.
Η γριά κι αν στολιστεί δε γίνεται κοπέλα.
Η γριά με την καλή ψυχή ευρέθη γκαστρωμένη.
Η γριά με την καλή ψυχή εβρέθη πεινασμένη.
Η γριά να παντρευτεί δεν το ‘λπιζε και πανωπροίκια γύρευε.
Η γριά ξεροχτενίζεται κι ο γέρος ξεροποντίζεται.
Η γριά παντρειά δεν ήλπιζε, πανωπροίκι γύρευε.
Η γριά που κορκαλίζει (τρώει σκληρά πράγ­ματα) το δοντάκι της θα το ‘βρει.
Η γριά σαν χαιρότανε, τα νιάτα της θυμότανε.
Η γριά στο μεσοχείμωνο θυμήθηκε πεπόνι.
Η γριά στο μεσοχείμωνο, ξυλάγγουρα γυρεύει.
Η γριά στο μεσοχείμωνο, τ’ αγγούρι ενεθυμήθη.
Η γριά σφεντόνα έφτιαχνε, όταν τα σύκα τέλειωναν.
Ήλεγε κι απόλεγε η γριά πεπόνι.
Θέλει η γριά και παίζει ο γέρος.
Κάηκε η γριά στο κουρκούτι και φυσάει και το γιαούρτι.
Κάκιωσε η γριά κι έσπασε γαβάθα με κουκιά.
Καλόμαθε η γριά στα σύκα και εμπαινόβγαινε κι εζήτα.
Κάτσε γριά, περίμενε, να κάνω γιο να παντρευτείς.
Κάτσε γριά, περίμενε, να πάρεις νιο να σ’ αγαπά.
Λέγε, λέγε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει.
Λίγα ήταν της γριάς και γέννησε κι ο γέρος.
Μάραθο το μάραθο γεμίζει η γριά τον κάλαθο.
Μια γριά δεν ήξερε κι όμως ορμήνευε.
Μια γριά μονοδοντού άντρα γύρευε η πορδού.
Μια γριά μονοδοντού, άντρα γύρευε παντού.
Μια φορά γελιέται η γριά κι ύστερα μανταλώνεται.
Ο κόσμος με τον κόσμο του κι η γριά με το κουρκούτι.
Όλα τα στραβά καρβέλια η γριά μας τα έκανε.
Όλη μέρα δώσ’ και πάρε και το βράδυ άψε μου, γριά, το λύχνο.
Όλοι κοιτάζουν τον καβγά και η γριά το μέλι.
Όλος ο κόσμος καίγεται κι η γριά χτενίζεται.
Ο Μάρτης έβαλε τη γριά μες στο καζάνι.
Όντας η γριά εγγαστρώθη, έπειτα εκλειδομανταλώθη.
Όντας η γριά επομπεύθη, ύστερα εμανταλώθη.
Όντας το ‘παθε η γριά, μαντάλωνε.
Όπου γέρος κακό σκάνταλο, όπου γριά κακή βουλή.
Όσο βιάζεται η γριά, τόσο κόβεται η κλωστή.
Ότι είχε η γριά στο νου της, το έβλεπε και στο όνειρό της.
Όχι γριά, ζαρωμένη.
Πετάχθη η γριά απ’ το φράχτη με τη ρόκα το αδράχτι.
Σαν τη πάθει η γριά, σιγουροπερατώνεται.
Σαν φάει η γριά το σύκο της, είναι μισοχείμωνο.
Σκουλί, σκουλί το μάραθο γέμισε η γριά τον κάλαθο.
Στην ανυδριά καλή ‘ναι κι η γριά.
Στης γριάς το διάσελο το Μάρτη πέφτει χιόνι.
Σύμπα, γριά, το μονοδαύλι, όσο να ‘ρθει το τριδαύλι.
Τα ‘χε η γριά στο λογισμό της, τα ‘βλεπε και στ’ όνειρό της.
Της γριάς ο κώλος ξέρει παραμύθια.
Της γριάς της τάξανε δέκα να χορέψει και χίλια για να σταματήσει.
Της γριάς τον έπαινο ανήφορος το δείχνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου