ΩΡΑ...

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Η Μάχη του Μαραθώνα (Σεπτέμβριος 490 π.Χ.)


Η περίοδος της ελληνικής Ιστορίας μεταξύ 492-479 π.Χ είναι γνωστή ως «Περσικοί Πόλεμοι». Οι πόλεμοι αυτοί αφορούσαν στις ελληνικές πόλεις απ’ τη μια και στην πανίσχυρη Περσική Αυτοκρατορία απ’ την άλλη. Αιτία των πολέμων ήταν η επεκτατική πολιτική των Περσών, οι οποίοι αδυνατώντας πια να επεκταθούν προς τα ανατολικά (Ινδία), τα νότια (Αίγυπτο) και τα βόρεια (Χώρα των Σκύθων), είχαν πια μοναδική επιλογή τη δύση, με την Ελλάδα να αποτελεί το μόνο σοβαρό εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσουν για να επιτύχουν το στόχο τους.

Την αφορμή έδωσε η Ιωνική Επανάσταση (499 π.Χ - 493 π.Χ). Οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας επαναστάτησαν κατά των Περσών και η Αθήνα για να τις βοηθήσει έστειλε 20 πλοία, ενώ 5 πλοία έστειλε η Ερέτρια. Οι επαναστάτες στην αρχή σημείωσαν κάποιες επιτυχίες με κυριότερη αυτή της πυρπόλησης των Σάρδεων, πρωτεύουσα του σατράπη της Ιωνίας. Γρήγορα ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν και οι Πέρσες κατέπνιξαν την επανάσταση. Ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος, μαθαίνοντας ότι κάποιες ελληνικές πόλεις είχαν στείλει βοήθεια στους επαναστάτες, θύμωσε τόσο πολύ ώστε έριξε με το τόξο του ένα βέλος στον ουρανό και ορκίστηκε να τους τιμωρήσει. Μάλιστα ο θυμός του ήταν τόσος ώστε κάθε βράδυ έβαζε έναν από τους υπηρέτες του να του λέει: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων!»

Για να εκδικηθεί ο Δαρείος οργάνωσε μεγάλο στρατό τον οποίον απέστειλε το 492 π.Χ. εναντίον της Ελλάδας, με επικεφαλής τον γαμπρό του Μαρδόνιο. Η εκστρατεία όμως απέτυχε καθώς ο στόλος του καταστράφηκε από τρικυμία παραπλέοντας τον Άθω.

Δυο χρόνια αργότερα οι Πέρσες ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν, πάλι από τη θάλασσα. Μετά την αποτυχία της εκστρατείας του Μαρδόνιου, ο Δαρείος διέταξε να αρχίσουν νέες προετοιμασίες και σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής με κήρυκες ζήτησε απ’ τους Έλληνες «γην και ύδωρ», ως δείγμα υποταγής. Αν και κάποιες πόλεις φοβήθηκαν και δήλωσαν υποταγή, άλλες πόλεις με κυριότερες την Αθήνα και τη Σπάρτη αρνήθηκαν. Οι Αθηναίοι μάλιστα θεώρησαν τόσο προσβλητική την απαίτηση των Περσών ώστε έριξαν τους κήρυκες στο βάραθρο της Ακρόπολης και καταδίκασαν σε θάνατο τους άτυχους διερμηνείς επειδή βρώμισαν την ελληνική γλώσσα! Οι Σπαρτιάτες απ’ την πλευρά τους έριξαν τους κήρυκες στο πιο κοντινό πηγάδι, για να βρουν άφθονη «γη και ύδωρ», όπως είπαν ειρωνικά. Μετά από αυτό ο πόλεμος ήταν πλέον αναπόφευκτος.


Την άνοιξη του 490 π.Χ. ο Περσικός στρατός με επικεφαλής τον Δάτη (έναν ικανό Μήδο ναύαρχο) και τον Αρταφέρνη (ανιψιό του Μεγάλου Βασιλιά και γιο του σατράπη των Σαρδέων) ξεκίνησε για δεύτερη φορά εναντίον της Ελλάδας, ακολουθώντας μια διαδρομή δια των νησιών του νοτίου και κεντρικού Αιγαίου πελάγους με διαταγές να καταλάβουν τις Κυκλάδες, να τιμωρήσουν τη Νάξο για την αντίσταση κατά των Περσών πριν την Ιωνική Επανάσταση και να τιμωρήσουν τις πόλεις της Αθήνας και της Ερέτριας.

Τα πιο πολλά νησιά που βρέθηκαν στον διάπλου των Περσών υποτάχθηκαν. Η Ερέτρια αντίθετα αντιστάθηκε γενναία για έξι ημέρες, έως ότου κάποιοι κάτοικοί της πρόδωσαν και βοήθησαν τους Πέρσες να περάσουν τα τείχη της πόλης. Ακολούθησε καταστροφή της πόλης εκ θεμελίων και οι κάτοικοι που επέζησαν της σφαγής που ακολούθησε πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

Από την Ερέτρια ο Περσικός στόλος πέρασε στο Μαραθώνα όπου αγκυροβόλησε και αποβίβασε τον στρατό. Το σημείο που έγινε η αποβίβαση βρισκόταν 35 χιλιόμετρα περίπου ΒΑ των Αθηνών. Οι Πέρσες επέλεξαν αυτήν την τοποθεσία ακολουθώντας τις οδηγίες του εξόριστου απ’ τους Αθηναίους Ιππία, γιου του Πεισίστρατου, τυράννου της Αθήνας, ο οποίος μαζί με τους λιγοστούς οπαδούς του στην Αθήνα, ονειρευόταν να αναλάβει πάλι την εξουσία με τη βοήθεια των Περσών. Ο Ιππίας μάλιστα είχε ακολουθήσει τους Πέρσες στην εκστρατεία ως σύμβουλος με την ελπίδα ότι οι Αθηναίοι θα απομακρύνονταν απ’ την πόλη τους, η οποία θα αλώνονταν εύκολα απ’ τους οπαδούς του.


Οι Αθηναίοι μόλις πληροφορήθηκαν την αποβίβαση των Περσών έστειλαν αγγελιαφόρο στη Σπάρτη να ζητήσει βοήθεια, ενώ οι ίδιοι αποφάσισαν να πάνε στον Μαραθώνα, ελπίζοντας να αιφνιδιάσουν τους Πέρσες και παράλληλα ευελπιστώντας να έρθουν γρήγορα οι Σπαρτιάτες.

Ο Αθηναίος αγγελιαφόρος έφτασε στη Σπάρτη μετά από δύο ημέρες και ζήτησε βοήθεια, αλλά οι Σπαρτιάτες, επικαλούμενοι θρησκευτικούς λόγους, απάντησαν ότι θα στείλουν στρατό μετά την πανσέληνο. Οι Αθηναίοι ωστόσο έλαβαν απρόσμενη βοήθεια όταν δύναμη 1.000 Πλαταιέων συμπαρατάχθηκαν μαζί τους εναντίον των Περσών.

Η στρατιωτική τακτική του Περσικού στρατού ήταν κατά βάση αμυντική. Συνήθως περίμεναν τον εχθρό να πλησιάσει και να τον αποδεκατίσουν με ένα σύννεφο βελών. Η διάταξή του είχε ενισχυμένο κέντρο, με τα πλέον εμπόλεμα τμήματα του στρατού που αποτελούνταν από Πέρσες και Σάκες, ενώ οι πτέρυγες ήταν πιο αδύναμες και αποτελούνταν απ’ τους υποτελείς λαούς των Περσών.

Αντίθετα οι Αθηναίοι είχαν ως ισχυρό τους όπλο τη φάλαγγα και προτιμούσαν τη μάχη από κοντά. Οι Αθηναίοι ήταν χωρισμένοι σε δέκα φυλές, με την κάθε φυλή να διαθέτει στον κοινό αγώνα 1.000 οπλίτες και έναν επικεφαλής στρατηγό. Έτσι ο στρατός των Αθηναίων αποτελούταν από 10.000 οπλίτες, τους οποίους διοικούσαν 10 στρατηγοί. Στη διάρκεια ενός πολέμου, κάθε ημέρα οριζόταν ένας στρατηγός ως διοικητής όλου του στρατού για την ημέρα εκείνη. Επειδή οι αποφάσεις λαμβάνονταν με ψηφοφορία, για αποφυγή ισοψηφίας η πόλη διόριζε ένα άλλο στρατηγό, που είχε τον τίτλο του Πολέμαρχου, και ο οποίος είχε δικαίωμα ψήφου. Έτσι επειδή οι ψήφοι ήταν έντεκα δεν υπήρχε περίπτωση ισοψηφίας.

Έτσι το μέγεθος του αθηναϊκού στρατού ανήρθε συνολικά στους 10.000 οπλίτες (και άλλοι 1.000 Πλαταιείς), ενώ το μέγεθος του περσικού στρατού ανέρχονταν σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς μεταξύ 200.000 και 600.000 με πιο πιθανό αριθμό τους 300.000. Επιπλέον ο περσικός στόλος αριθμούσε 600 τριήρεις, ενώ υπήρχαν και 1.000 ιππείς. Οι σύγχρονοι ιστορικοί όμως κατεβάζουν αισθητά την περσική δύναμη σε 100.000 οπλίτες περίπου. Πάντως ακόμα και αν οι Αθηναίοι μπορούσαν να συγκεντρώσουν όλους τους διαθέσιμους οπλίτες τους στο Μαραθώνα, η αριθμητική υπεροχή των Περσών θα ήταν τουλάχιστον δύο προς ένα. Βέβαια η συγκέντρωση όλου του στρατού στο Μαραθώνα, θα οδηγούσε τους Πέρσες σε μια άνετη επίθεση στην Αθήνα από το Σούνιο και θα σηματοδοτούσε την καταστροφή της Αθήνας. Για το λόγο αυτό οι Αθηναίοι αποφάσισαν να κλείσουν τις δύο εξόδους των στενών, όπου μπορούσαν να περιμένουν τους Σπαρτιάτες και ταυτόχρονα να εμποδίζουν την επίθεση των Περσών στην Αθήνα. Πολέμαρχος λίγο πριν τη σύγκρουση ήταν ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος.

Ο Μιλτιάδης ήταν ένας από τους δέκα στρατηγούς της Αθήνας. Η οικογένειά του ήταν μία από τις πιο ευγενείς οικογένειες των Αθηνών κάτι που του επέτρεψε να είναι αρκετά πλούσιος και να απολαμβάνει δημόσια αξιώματα. Σε ηλικία μόλις 22 ετών διαδέχθηκε τον αδελφό του Στησαγόρα στη διακυβέρνηση της Θρακικής Χερσονήσου όπου ο θείος τους Μιλτιάδης ο πρεσβύτερος είχε ιδρύσει ένα ημιανεξάρτητο κρατίδιο (σημερινά Δαρδανέλια). Ως κυβερνήτης αναγκάστηκε να υποταχθεί στον Δαρείο και να ακολουθήσει τον Περσικό στρατό στις εκστρατείες του εναντίον των Σκυθών, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τις πολεμικές τους τακτικές. Η συνετή του διοίκηση και η κατάκτηση για λογαριασμό της Αθήνας των νησιών Λήμνου και Ίμβρου τον κατέστησαν εξαιρετικά αγαπητό στην Αθήνα και συντέλεσαν ουσιαστικά στην εκλογή του ως στρατηγού.

Το πεδίο αντιπαράθεσης των δυο στρατών, η πεδιάδα του Μαραθώνα, είχε σχήμα μισοφέγγαρου με μήκος περίπου 10 χιλιομέτρων και μέγιστο πλάτος τριών χιλιομέτρων στο μέσο της. Η πεδιάδα ήταν στενότερη στα άκρα της, όπου την εποχή εκείνη υπήρχαν έλη, τα οποία κατά την περίοδο της μάχης ήταν πλημμυρισμένα και συνεπώς ακατάλληλα για το ιππικό, κάτι που οι Πέρσες αγνοούσαν. Στο πολεμικό συμβούλιο των Αθηναίων υπήρξε ισοψηφία: πέντε στρατηγοί με πρώτο το Μιλτιάδη επέλεγαν να επιτεθούν αμέσως, ενώ οι άλλοι πέντε επέλεγαν να προσμένουν τη βοήθεια των Σπαρτιατών. Τότε ο Μιλτιάδης, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στράφηκε στον πολέμαρχο Καλλίμαχο, η ψήφος του οποίου θα ήταν αποφασιστική, και του είπε:

«Από εσένα εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, είτε να οδηγήσεις την Αθήνα στην σκλαβιά, είτε να εξασφαλίσεις την ελευθερία της και να αφήσεις στις επερχόμενες γενιές μια ανάμνηση κατά πολύ πιο έντονη από την ανάμνηση εκείνων που έκαναν την Αθήνα δημοκρατία. Γιατί ποτέ από τότε που οι Αθηναίοι έγιναν λαός δεν αντιμετώπισαν ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο όσο σήμερα...».

Μετά από αυτό το λόγο ο Καλλίμαχος ψήφισε υπέρ της άμεσης μάχης.

Επί πέντε ημέρες (κατ’ άλλους οχτώ) οι δυο στρατοί ήταν ακίνητοι, ο ένας απέναντι στον άλλον. Τελικά οι Πέρσες άρχισαν να επιβιβάζονται στα πλοία. Έγινε φανερό ότι μια ικανή δύναμη Περσών θα κρατούσε τους Αθηναίους στο Μαραθώνα ενώ ο υπόλοιπος στρατός θα έπλεε προς την Αθήνα για να καταλάβει την ανυπεράσπιστη πόλη. Η κατάσταση απαιτούσε άμεση ενέργεια και ο Μιλτιάδης που εκείνη την ημέρα είχε έρθει η σειρά του να γίνει αρχιστράτηγος, διέταξε το στρατό των 10.000 Αθηναίων και των 1.000 Πλαταιέων να αναπτυχθεί για μάχη.



Η απόσταση μεταξύ των δύο στρατών ήταν λιγότερη από οκτώ στάδια (1,5 χιλιόμετρα). Ο Μιλτιάδης εξασθένισε σκόπιμα το κέντρο της Αθηναϊκής παράταξης τοποθετώντας εκεί οπλίτες της Λεοντίδας φυλής (με αρχηγό τον Θεμιστοκλή) και της Αντιοχίδας φυλής (με αρχηγό τον Αριστείδη), οι οποίοι ήταν παραταγμένοι σε βάθος μόνο τεσσάρων ανδρών, ενώ ενίσχυσε τα πλευρά τοποθετώντας οπλίτες σε βάθος οχτώ ανδρών. Ο πολέμαρχος Καλλίμαχος κατέλαβε την τιμητική θέση στη δεξιά πτέρυγα.

Με τη διαταγή του Μιλτιάδη όλος ο στρατός κινήθηκε εναντίον του εχθρού. Τον ύμνο - σύνθημα διέσωσε ο μεγάλος τραγωδός Αισχύλος, που πολέμησε και ο ίδιος στο Μαραθώνα, στην τραγωδία του «Πέρσες»:

«Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων ο αγών!»

Ο Ηρόδοτος αναφέρει:

«Όταν οι Πέρσες είδαν τους Αθηναίους να κατεβαίνουν χωρίς ιππικό ή τοξότες και με μικρή δύναμη, πίστεψαν ότι ήταν ένας στρατός τρελών που έτρεχε να συναντήσει την καταστροφή του». Γρήγορα σχημάτισαν τις πολεμικές τους γραμμές προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους «τρελούς». Οι Αθηναίοι πλησίασαν και έφτασαν κοντά στις περσικές γραμμές - οι πρώτοι Έλληνες που άντεξαν τους Μήδους, το όνομα των οποίων μέχρι τότε προκαλούσε τρόμο.

Γνωρίζοντας την περσική πολεμική τακτική ο Μιλτιάδης, γνώριζε πως οι Πέρσες θα προσπαθούσαν να νικήσουν με τα τόξα τους και τον καταιγισμό των βελών. Το βεληνεκές των περσικών τόξων ήταν περίπου 150-200 μέτρα. Υπήρχε συνεπώς μια απόσταση πριν μπορέσουν οι Αθηναίοι να εμπλακούν με τους Πέρσες σε μάχη σώμα με σώμα. Και η απόσταση αυτή μόνο με έναν τρόπο μπορούσε να καλυφθεί για να υπάρξουν ελάχιστες απώλειες: τρέχοντας.

Μόλις η φάλαγγα έφτασε στο βεληνεκές των βελών των Περσών άρχισε να τρέχει, και έπεσε με ορμή πάνω στους Πέρσες. Ο καταιγισμός των βελών έπεφτε πάντα δυο βήματα πίσω απ’ τη φάλαγγα που κινούνταν εξαιρετικά γρήγορα. Οι Πέρσες τα έχασαν. Το κύριο όπλο τους αχρηστεύτηκε.

Στην κορύφωση της μάχης οι οπλίτες της Λεοντίδας και της Αντιοχίδας φυλής υποχώρησαν και αναδιοργανώθηκαν για να συνεχίσουν τη μάχη. Την ίδια ώρα οι πτέρυγες έτρεπαν σε φυγή τους αντιπάλους τους. Μετά από διαταγή του Μιλτιάδη οι οπλίτες των πτερύγων σταμάτησαν την καταδίωξη του εχθρού και στράφηκαν στο κέντρο, χτυπώντας τους Πέρσες απ’ τα νώτα. Οι περικυκλωμένοι Πέρσες δεν είχαν πια καμιά τύχη. Παρότι πολέμησαν σκληρά τελικά υπέκυψαν και οι μέχρι τότε αήττητοι Πέρσες, πέταξαν τα όπλα τους, γύρισαν τις πλάτες τους και τράπηκαν σε φυγή. Αρκετοί απ’ αυτούς σκοτώθηκαν στους βάλτους, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσαν. Οι Αθηναίοι τους ακολούθησαν μέχρι τα πλοία. Εκεί έγινε η σκληρότερη μάχη και εκεί οι Αθηναίοι είχαν τις πιο βαριές απώλειές τους. Οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στα περσικά πλοία και κατάφεραν να καταστρέψουν επτά απ’ αυτά. Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Κυναίγειρο, αδερφό του Αισχύλου, ο οποίος προσπαθώντας να εμποδίσει ένα περσικό πλοίο να αποπλεύσει το άρπαξε με το χέρι του, περιμένοντας να φτάσουν οι συμπολεμιστές του και να το καταλάβουν. Όταν ένας Πέρσης του ακρωτηρίασε το χέρι τότε ο Κυναίγειρος έπιασε το πλοίο με το άλλο του χέρι. Όταν ο Πέρσης του έκοψε και το δεύτερο τότε ο Κυναίγειρος προσπάθησε να κρατήσει το πλοίο με τα δόντια του. Ξεψύχησε όταν ο Πέρσης του έκοψε το κεφάλι.

Οι Πέρσες άφησαν 6.400 άνδρες νεκρούς στο πεδίο της μάχης, ενώ παραμένει άγνωστος ο αριθμός των νεκρών κατά την υποχώρηση. Οι απώλειες των Αθηναίων ήταν 192 νεκροί (μεταξύ των οποίων ο πολέμαρχος Καλλίμαχος και ο στρατηγός Στησίλεως του Θρασύλου), 11 Πλαταιείς και αδιευκρίνιστος αριθμός δούλων.

Μετά τη μάχη, ο Μιλτιάδης αντιλήφθηκε ότι ο Περσικός στόλος θα έπλεε στην Αθήνα προκειμένου να καταλάβει την ανυπεράσπιστη πόλη. Για το λόγο αυτό άφησε τους οπλίτες της Λεοντίδας και της Αντιοχίδας φυλής, που είχαν δοκιμαστεί σκληρά στο κέντρο της φάλαγγας, να φυλάνε τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους και με τον υπόλοιπο στρατό κινήθηκε προς την πόλη.

Με την απόφαση αυτή του Mιλτιάδη σχετίζεται το παρακάτω περιστατικό: Καθώς η μάχη πλησίαζε στο τέλος της κάποιος που βρισκόταν στην κορφή της Πεντέλης σήκωσε ψηλά μια ασπίδα και έστειλε ένα οπτικό σήμα. Κατ’ άλλους ήταν ένα σινιάλο προς τους Πέρσες από κάποιο οπαδό του Ιππία προκειμένου να βαδίσουν στην ανυπεράσπιστη πόλη και κατ’ άλλους σινιάλο από κάποιον Αθηναίο παρατηρητή, ειδικά τοποθετημένο εκεί, προκειμένου να ελέγχει την κατεύθυνση του Περσικού στόλου.

Οι Πέρσες πραγματικά έπλευσαν προς την Αθήνα και έφτασαν στον Φαληρικό όρμο. Οι Αθηναίοι όμως, γνωρίζοντας ότι η πόλη τους βρισκόταν υπό απειλή, βάδισαν ολονυχτίς, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στην Αθήνα, προκειμένου να την υπερασπιστούν. Κατάφεραν τελικά να φθάσουν νωρίτερα στην πόλη απ’ τους Πέρσες, οι οποίοι με το ξημέρωμα στον Φαληρικό όρμο είδαν με έκπληξη στους τριγύρω λόφους τις ασπίδες των Αθηναίων να λάμπουν στον ήλιο. Απογοητευμένοι συγκέντρωσαν το στόλο τους και επέστρεψαν στην Περσία.

Το ίδιο βράδυ έφτασε και η βοήθεια από τη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν την άδεια να επισκεφθούν το πεδίο της μάχης και όταν τους δόθηκε και είδαν τα πτώματα των Περσών εξέφρασαν το θαυμασμό τους για το κατόρθωμα των Αθηναίων.

Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να θάψουν τους νεκρούς του Μαραθώνα κοντά στο πεδίο της μάχης σε τρεις τύμβους. Στον ένα έθαψαν τους Αθηναίους πολίτες, στον άλλο τους Πλαταιείς και στον τρίτο τους δούλους. Ο τύμβος των Αθηναίων σώζεται μέχρι σήμερα. Πιστεύεται ότι ο τύμβος των Πλαταιέων βρίσκεται στους πρόποδες της Πεντέλης. Ο τύμβος των δούλων δεν έχει εντοπιστεί ακόμα. Ανάμεσά τους ήταν ένα μικρό παιδί που σκοτώθηκε από Περσικό βέλος ενώ έδινε νερό στους μαχητές στη διάρκεια της μάχης.

Στον τύμβο των Αθηναίων, ο Σιμωνίδης έγραψε το παρακάτω επίγραμμα:

Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι,

χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν

(Αμυνόμενοι υπέρ των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα,

κατέστρεψαν τη δύναμη των χρυσοντυμένων Περσών).

Η Μάχη του Μαραθώνα που έγινε τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. αποδείχθηκε πολύ σημαντική για τους Έλληνες. Σ’ αυτή συγκρούστηκαν δυο στρατοί και δυο πολιτισμοί μαζί, οι Έλληνες (Αθηναίοι και Πλαταιείς) από τη μια και οι Πέρσες απ’ την άλλη, η Ανατολή και η Δύση.

Η μάχη κατέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο τι μπορεί να πετύχει η ενότητα και η αυτοπεποίθηση ενός λαού. Σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, «η νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα έδωσε στους Έλληνες την ευκαιρία να επιζήσουν για τρεις αιώνες, όποτε και ανάπτυξαν αξιόλογο πολιτισμό, στη βάση του οποίου υπάρχει ο δυτικός πολιτισμός». Ο Edward Shepherd Creasy συμπεριλαμβάνει τη μάχη του Μαραθώνα στο έργο The Fifteen Decisive Battles of the World: from Marathon to Waterloo (Οι Δεκαπέντε πιο Αποφασιστικές Μάχες του Κόσμου: από τον Μαραθώνα στο Βατερλώ), ενώ ο Τζων Στιούαρτ Μιλ είχε δηλώσει ότι «η μάχη του Μαραθώνα αποτελεί σημαντικότερο γεγονός για τη βρετανική ιστορία από τη μάχη του Χάστινγκς».

Εξίσου σημαντική όμως φαίνεται ότι θεωρούνταν η νίκη αυτή απ’ τους αρχαίους Αθηναίους. Ο Αισχύλος θεωρώντας ότι η συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα ήταν το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή του, έγραψε το παρακάτω επίγραμμα:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει

μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·

ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι

καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος

(Αυτό ο τάφος στην καρποφόρα Γέλα

τον Αθηναίο Αισχύλο του Ευφορίωνα σκεπάζει.

Για την ξακουστή παλληκαριά του το άλσος του Μαραθώνα θα μιλήσει,

και οι μακρομάλληδες Μήδοι, που καλά τη γνωρίζουν).

Μετά τη μάχη υπήρξαν πολλοί θρύλοι που σχετίζονταν μ’ αυτή. Ένας απ’ τους κυριότερους αναφέρεται στην πορεία του δρομέα Φειδιππίδη από την Αθήνα στη Σπάρτη. Κατά τη διάρκειά της ο Αθηναίος δρομέας συνάντησε στον δρόμο του τον θεό Πάνα, ο οποίος τον ρώτησε τους λόγους για τους οποίους οι Αθηναίοι δεν τον τιμούσαν. Ο δρομέας απάντησε ότι οι Αθηναίοι θα τον τιμούσαν απ’ εδώ και πέρα. Σε ανταπόδοση ο Πάνας προκάλεσε πανικό στους Πέρσες κατά τη διάρκεια της μάχης και για να τον τιμήσουν οι Αθηναίοι έφτιαξαν ένα τέμενος στα βόρεια της Ακρόπολης.

Μετά τη νίκη, η γιορτή της Αγροτέρας Αρτέμιδος πήρε νέα μορφή. Πριν τη μάχη, οι Αθηναίοι ορκίστηκαν να θυσιάζουν ένα αριθμό αιγών ίσο με τον αριθμό των νεκρών Περσών. Μετά τη μάχη, λόγω του μεγάλου αριθμού των νεκρών Περσών, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να προσφέρουν πενήντα αίγες κάθε χρόνο. Ο Ξενοφών αναφέρει ότι, ενενήντα χρόνια μετά τη μάχη, αυτή η παράδοση συνεχίζονταν.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι Αθηναίοι είχαν δει το φάντασμα του Θησέα, το οποίο τους οδήγησε κατά των Περσών. Η σκηνή αυτή απεικονίζεται στην τοιχογραφία της Ποικίλης Στοάς.

Κατά τον Ηρόδοτο, ο Φειδιππίδης έτρεξε την απόσταση 40 μιλίων, από την Αθήνα μέχρι τη Σπάρτη, μέσα σε δύο μέρες. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Φειδιππίδης έτρεξε στην Αθήνα μετά τη μάχη, φώναξε τη λέξη «Νενικήκαμεν» (Νικήσαμε!) και ξεψύχησε. Αυτή η ιστορία συναντιέται στο έργο «Στη δόξα της Αθήνας» (1ος αιώνας μ.Χ) του Πλούταρχου, το οποίο αποτελείται από αποσπάσματα του χαμένου έργου του Ηρακλείδη του Ποντικού, μόνο που εκεί ο δρομέας αναφέρεται ως Θέρσιππος και Ευκλής. Ο Λουκιανός πάλι δηλώνει με βεβαιότητα ότι ο δρομέας ονομαζόταν Φιλιππίδης και όχι Φειδιππίδης.

Όπως κι αν ήταν όμως το όνομα του οπλίτη, το ουσιαστικό είναι η συλλογική μνήμη για τον αγώνα του. Το 1894 που αναπτύχθηκε η ιδέα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, οι διοργανωτές έψαχναν ένα άθλημα που θα θύμιζε τη δόξα της Αρχαίας Ελλάδας. Ο Μισέλ Μπρεάλ πρότεινε «την επανάληψη του διάσημου εκείνου δρόμου που εξετέλεσε ο στρατιώτης του Μαραθώνος» στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και μαζί του συμφώνησαν ο Πιερ ντε Κουμπερτέν, ο Δημήτριος Βικέλας και ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο οποίος αθλοθέτησε και το κύπελλο. Το άθλημα τελικά έγινε πολύ δημοφιλές και πολλές μεγάλες πόλεις άρχισαν να διοργανώνουν τον δικό τους μαραθώνιο ενώ η απόσταση που καθορίστηκε για τη διεξαγωγή του ανέρχεται στα 42,195 χιλιόμετρα.

Στις 8 Δεκεμβρίου 2010, κατά την 2500ή επέτειο της μάχης του Μαραθώνα, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ δήλωσε ότι η μάχη αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου