ΩΡΑ...

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Το Ολοκαύτωμα της Βιάννου Ηρακλείου Κρήτης (14 -17 Σεπτεμβρίου 1943)

Αδέρφια, σαν θα πάτε στης Βιάννου τα χωριά,
Μνήματα μην πατάτε, μην πάρουνε φωθιά.
μέρα του Σεπτέμβρη που ‘λαμπε ο ουρανός
Εις τα χωριά της Βιάννου ήτανε σκοτεινός.
Οι βάρβαροι επήγαν και βάλανε φωθιά,
Σύμη, Κεφαλοβρύσι, Πεύκο και Κρεββατά.
Ευρυπίδης Πλαγιωτάκης

Η Βιάννος είναι μια ορεινή περιοχή στο νοτιοανατολικό τμήμα του Νομού Ηρακλείου, ανάμεσα στα πόδια του όρους Δίκτη στα βόρεια και το Λιβυκό Πέλαγος στο νότιο τμήμα του. 
Μετά την Μάχη της Κρήτης το 1941, κατά την οποία το νησί έπεσε στα χέρια των Άξονα, η επαρχία της Βιάννου αποτέλεσε μέρος της ιταλικής ζώνης κατοχής. Μέχρι το τέλος του 1942, οι Ιταλοί είχαν σχεδόν μηδενική παρουσία στην περιοχή, διευκολύνοντας έτσι τη δημιουργία και ενεργοποίηση αρκετών αντιστασιακών ομάδων. Μεταξύ αυτών ήταν και μία απ’ τις μεγαλύτερες ανταρτικές μονάδες της Κρήτης με επικεφαλής τον Μανόλη Μπαντουβά. 

Η Βιάννος σήμερα

Ήδη από τις αρχές του 1943, η δραστηριότητα των ανταρτών αυξήθηκε. Οι Ιταλοί συνδύασαν την ανταρτική δράση με τις φήμες ότι οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να εισβάλουν στην Κρήτη και για το λόγο αυτό ξεκίνησαν την κατασκευή παράκτιων οχυρώσεων, ενώ εγκατέστησαν ισχυρές φρουρές στην περιοχή. Παράλληλα, οι Γερμανοί που ως τότε στάθμευαν στα παραθαλάσσια χωριά Τσουτσουρός και Άρβη, εγκατέστησαν τον Μάιο του 1943 ένα φυλάκιο τριών ανδρών στο χωριό Κάτω Σύμη. Το φυλάκιο αυτό φαινομενικά φρόντιζε για τη συλλογή της πατάτας, προκειμένου να τροφοδοτούνται τα κατοχικά στρατεύματα, στην πραγματικότητα όμως διατηρούσε μια εποπτεία στο όλο περιβάλλον, στο οποίο σταδιακά εξαπλωνόταν πια οι Κρήτες αντάρτες.
Η εισβολή των Συμμάχων στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943 και η ιταλική ανακωχή  που ακολούθησε στις 8 Σεπτεμβρίου, σε συνδυασμό με τις επιχειρήσεις λαθρεμπορίου του Ιταλού διοικητή της ανατολικής Κρήτης Angelico Carta, οι οποίες έφταναν συχνά έως την Αίγυπτο, ενίσχυσαν στο νησί τις φήμες ότι επίκειται εισβολή των Συμμάχων στην Κρήτη. Με αφορμή αυτή την παρεξήγηση, ο Μπαντουβάς διέταξε επίθεση της ομάδας του εναντίον του γερμανικού φυλακίου στην Κάτω Σύμη. Σύμφωνα με βρετανικές πηγές, ενήργησε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους Βρετανούς, αλλά πιστεύοντας ότι σύντομα θα εισέβαλαν οι Σύμμαχοι στην Κρήτη επεδίωξε να εμφανιστεί με την ενέργειά του αυτή ως εθνικός ήρωας. Ο ίδιος αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε δώσει σαφή εντολή οι άνδρες του να συλλάβουν ζωντανούς τους Γερμανούς, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει απ’ Κάιρο, ισχυρισμοί που διαψεύστηκαν από τους Βρετανούς πράκτορες του SOE Patrick Michael Leigh Fermor και Thomas James Dunbabin. Μια άλλη οπτική του θέματος θέλει τον Μπαντουβά να πέφτει αφελώς στην προκλητική παγίδα που ύπουλα έστησαν οι Άγγλοι, οι οποίοι διαβλέποντας το τέλος του πολέμου επεδίωξαν την εξασφάλιση υπέρ τους της μεταπολεμικής περιόδου, εξαλείφοντας τις ολοένα και πιο δημοφιλείς τοπικές μονάδες του κομμουνιστικού ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. 
Σε κάθε περίπτωση, στις 10 Σεπτεμβρίου οι αντάρτες του Μπαντουβά σκότωσαν τους δύο στρατιώτες που βρισκόταν στο φυλάκιο τη στιγμή της επίθεσης και πέταξαν τα πτώματά τους σε έναν γκρεμό.
Όταν έγινε γνωστή η επίθεση και ανακαλύφθηκαν τα σώματα των δύο Γερμανών στρατιωτών, η γερμανική διοίκηση διέταξε μια μονάδα πεζικού να κινηθεί προς την Κάτω Σύμη προκειμένου να διερευνήσει το περιστατικό. Ο Μπαντουβάς τότε συνειδητοποίησε ότι το χωριό ήταν σε κίνδυνο και δεν απέμεινε άλλη επιλογή από το να το υπερασπιστούν. Για το λόγο αυτό στήθηκε μια ενέδρα 40 αντρών του περίμεναν τους Γερμανούς σε μια κοιλάδα κοντά στην είσοδο του χωριού.
Το ξημέρωμα της 12ης Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί εμφανίστηκαν στην κοιλάδα και δέχθηκαν επίθεση απ’ τους άντρες του Μπαντουβά. Παρά την αρχική τους έκπληξη, οι Γερμανοί κατάφεραν να οπισθοχωρήσουν και μια άγρια μάχη άρχισε που κράτησε μέχρι αργά το απόγευμα. Στο τέλος, οι Γερμανοί ηττήθηκαν έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες (οι νεκροί τους εκτιμώνται, ανάλογα με την πηγή, από 40 έως 200), ενώ πολλοί τραυματίστηκαν και 12 συνελήφθησαν ζωντανοί. Η ομάδα του Μπαντουβά έχασε μόνο έναν άντρα και μετά την μάχη συγκεντρωμένη αποσύρθηκε στα βουνά.

Μητέρα με το παιδί της στη Βιάννο, 1943

Μια μέρα μετά μια μεγάλη δύναμη Γερμανών στρατιωτών, η οποία αριθμούσε περισσότερους από 2.000 άνδρες άρχισε να συγκεντρώνεται στη Βιάννο. Ο στρατιωτικός διοικητής Ηρακλείου Friedrich-Wilhelm Müller, εξοργισμένος από την απώλεια των ανδρών του και θέλοντας να δώσει ένα μάθημα στους μέχρι πρότινος συμμάχους του, Ιταλούς, οι οποίοι μετά τη συνθηκολόγηση της χώρας τους εμφάνιζαν την πρόθεση να ενταχθούν στα ελληνικά ανταρτικά σώματα, διέταξε τα στρατεύματα του 65ου Συντάγματος της 22ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας Πεζικού να καταστρέψει τη Βιάννο και να εκτελέσει πάραυτα, χωρίς διαδικασία, όλους τους άνδρες πάνω από την ηλικία των δεκαέξι ετών, καθώς και όσους συλληφθούν στην ύπαιθρο, ανεξάρτητα απ’ την ηλικία ή το φύλο. 
Προκειμένου να επιτευχθεί το σχέδιο της συστηματικής καταστροφής της Βιάννου ομάδες Γερμανών στρατιωτών εισέβαλλαν στα χωριά της περιοχής το ξημέρωμα της 13ης Σεπτεμβρίου ταυτόχρονα από διάφορες κατευθύνσεις. Αρχικά διαβεβαίωσαν τους ντόπιους πως οι προθέσεις τους ήταν ειρηνικές, πείθοντας με τον τρόπο αυτό πολλούς από τους άνδρες που είχαν καταφύγει στα βουνά να επιστρέψουν στα σπίτια τους. 
Το επόμενο πρωινό, 14 Σεπτεμβρίου 1943, ξεκίνησε η ομαδική σφαγή των κατοίκων της επαρχίας, οι μαζικές εκτελέσεις, οι βασανισμοί, οι λεηλασίες, οι εμπρησμοί, οι βανδαλισμοί και οι κατεδαφίσεις σπιτιών. Το σχέδιο ολοκληρωτικής καταστροφής της Βιάννου έμπαινε σε λειτουργία. 
Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι αδύνατον να περιγραφούν. Τότε οι κάτοικοι της Βιάννου θυμήθηκαν την απειλή του περιβόητου Hartmann, του αστυνομικού διευθυντή Ηρακλείου, που είπε σε συγχωριανούς τους που είχαν συλληφθεί για το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Καστελλίου, τον Ιούλιο του 1943:

Στρατηγός Bruno Bräuer, διοικητής της επιχείρησης «Festung Kreta». Εγκληματίας πολέμου.

«Θα τη κάψω τη Βιάννο, γιατί υπάρχει εκεί οργανωμένη αντίσταση και υποθάλπουν αντάρτες και Άγγλους και γιατί είναι φωλιά ανταρτών τα βουνά της».
Το πρωί της Τρίτης 14 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού, οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στα χωριά Κάτω Σύμη και Πεύκος. Ταυτόχρονα, αφού κύκλωσαν τα χωριά Βαχό, Κεφαλοβρύσι, Κρεββατά και Αγ. Βασίλειο, σκότωσαν όλους τους άντρες που δεν πρόλαβαν να φύγουν.
Το ίδιο ξημέρωμα άρχισαν σε όλα τα χωριά της επαρχίας Βιάννου οι ομαδικές εκτελέσεις. Στο χωριό Αμιρά, κάτω από το Ηρώο, εκτελέστηκαν 114 άνδρες. Ύστερα οι Γερμανοί άρχισαν την εκκαθάριση όλης της περιοχής σε πλάτος 5 χιλιομέτρων από την παραλία σκοτώνοντας αδιακρίτως όποιους έβρισκαν, άνδρες, γυναίκες και παιδιά.
Τη φοβερή ώρα της δοκιμασίας, οι άνθρωποι που οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα έδειξαν το μεγαλείο της ψυχής τους. Κανείς δεν λύγισε, κανείς δεν έκλαψε, κανείς δεν παρακάλεσε. Όλοι τους δέχτηκαν το θάνατο με το θάρρος και την υπερηφάνεια που χαρακτηρίζει την ελληνική ψυχή. Όλοι τους απλά και ήρεμα, όπως ταιριάζει στους αληθινούς γενναίους, δέχτηκαν κατάστηθα τα δολοφονικά βόλια, ζητωκραυγάζοντας για την πατρίδα και την ελευθερία. Απ’ όσους επέζησαν, τους μόνους μάρτυρες των τραγικών εκείνων στιγμών, κανείς δεν ανέφερε περίπτωση λιποψυχίας. Αντίθετα, ανέφεραν περιπτώσεις αρκετών που αντέδρασαν κι έπεσαν νεκροί ύστερα από πάλη με τους δολοφόνους τους.

Μνημείο ηρώων στη Βιάννο
Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Βασίλη Πνευματικάκη στον Βαχό και του Αποστόλη Βαρδάκη στον Άγιο Βασίλειο, που επιτέθηκαν στους δολοφόνους τους.

Άξια μνείας είναι τα ενθαρρυντικά λόγια και οι ζητωκραυγές για την πατρίδα του Ηρακλή Πνευματικάκη στον Βαχό, του Νίκου Τσαγκαράκη, Μανώλη Μπαριτάκη και Νίκου Μαθιουδάκη στ’ Αμιρά, του Στάθη Μάστορα στον Άγιο Βασίλειο που έψαλε τον Εθνικό Ύμνο, η φράση «θάρρος μπαμπά, για την πατρίδα πεθαίνουμε» της 17χρονης μαθήτριας Μαρίας Χ. Παπαδημητροπούλου προς τον πατέρα της, που τον έβλεπε δακρυσμένο γιατί σκεφτόταν το χαμό της κόρης του που δεν πρόλαβε να ζήσει.
Μια όμως μαρτυρία, που βρήκε και καταχώρησε ο ιστορικός της εποχής εκείνης Γιάννης Μουρέλλος στο έργο του «Ιστορία της Κρήτης» μας περιγράφει τις σφαγές από μια άλλη οπτική. Γράφει ο Μυρέλλος:
«Όπως με διαβεβαίωσαν αυτήκοοι μάρτυρες, ένας Γερμανός έφεδρος αξιωματικός, ενώ διατελούσε σε ευθυμία από κρασί που έπινε μαζί τους, άρχισε να λέει:
‘’Έχω παρακολουθήσει πολλές εκτελέσεις σε άλλες χώρες που έχουμε κατακτήσει. Μα αυτό που συνάντησα στα χωριά της Βιάννου δεν το ‘δα πουθενά. Άντρες και γυναίκες αντίκριζαν τον θάνατο ψύχραιμα και στήναν το κορμί τους περήφανα μπροστά στις κάνες των τουφεκιών. Μήτ’ ένας τους δεν έκλαψε, μήτ’ ένας τους δεν ζήτησε οίκτο ή χάρη. Μα τη ζωηρότερη εντύπωση μου έκανε ένας ογδοντάρης σ’ ένα χωριό της Βιάννου. Βρισκότανε στη μέση, στη γραμμή των ανδρών που θα εκτελούσαμε. Ζήτησε να πει κάτι στον αξιωματικό.
Πλησίασα μ’ ένα διερμηνέα. Αυτός βγήκε από τη γραμμή και βγάζοντας το δακτυλίδι του μου το πρόσφερε λέγοντας: «Πάρε τούτο το δακτυλίδι. Σου το χαρίζω, για να θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή πως σκότωσες έναν αθώο γέρο 80 χρονών». Έπειτα ο γέρος γύρισε ατάραχος στη γραμμή του προσπαθώντας να σηκώσει το γέρικο κορμί του, όσο του επέτρεπαν τα χρόνια του. Σάστισα και πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, όσο να βρω την ψυχραιμία να θυμηθώ την εντολή που είχα λάβει. Και όμως τη στιγμή που έλεγα «πυρ» έτρεμα σύγκορμος. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την τραγική εκείνη στιγμή’’.

Αμιράς. Το μνημείο που σχεδίασε ο γλύπτης Γιάννης Παρμακέλης

Παρόμοια είναι και η ομολογία ενός άλλου Γερμανού, του στρατηγού Alexander Andrae, Διοικητή Φρουρίου Κρήτης, ο οποίος αιματοκύλισε την Κρήτη με τις εκατοντάδες των εκτελέσεων που διέταξε σε πολλά χωριά της Κρήτης. Ο Andrae  είπε στο Σουηδό αντιπρόσωπο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, όταν τον επισκέφτηκε:
«Οι Κρητικοί, όταν βρίσκονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα έχουν πάνω τους κάτι το μυθώδες. Είναι τόσο περήφανοι την τραγική εκείνη ώρα του θανάτου, που είναι αδύνατο να μην τους θαυμάσεις».
Και είναι πολλά τα περιστατικά που δείχνουν την αντρειοσύνη, την παλικαριά, και τον πραγματικό ηρωισμό των ηρώων της 14ης Σεπτέμβρη μπροστά στο θάνατο.
Είναι όμως πολλές, από την άλλη μεριά, οι βάρβαρες και απάνθρωπες εκδηλώσεις των Γερμανών εκείνες τις ημέρες. Αναφέρουμε ενδεικτικά:
Τον φόνο με ξιφολόγχη των αδελφών Βαρδάκη στο χωριό Άγιος Βασίλειος, τον βασανισμό κατά την εκτέλεση των παιδιών της οικογένειας Βερβελάκη, το ξεκοίλιασμα της εγκύου Αικατερίνης Παπαδημητροπούλου και την εκτέλεση του εξαετούς αγοριού της οικογένειας Συμβουλάκη στην αγκαλιά του πατέρα του στο χωριό Λυγιά, τον φόνο της Συγγελάκη με το μικρό στην αγκαλιά της στο χωριό Λουτράκι, τον φόνο των αδελφών Παπαδάκη στο χωριό Πάνω Σύμη με την ανάπηρη μάνα στα χέρια τους, την εκτέλεση του αναπήρου Γεωργίου Κοντάκη με ξιφολόγχη στο χωριό Κεφαλοβρύσι.
Στις 17 του Σεπτέμβρη οι ομαδικές εκτελέσεις σταμάτησαν κι ο θρήνος απλώθηκε πάνω απ’ όλη την επαρχία.

Αμιράς. Το μνημείο 

Η γριά Συγγελάκη στο χωριό Αμιράς θρηνούσε τον άντρα της και τους τέσσερις γιους της.
Η οικογένεια Βερυκοκάκη θρηνούσε 17 μέλη της.
Η οικογένεια Ραπτάκη 12 συγγενείς εξ αίματος και 10 γαμβρούς.
Η οικογένεια Ηλιάκη 10 αδερφούς και εξαδέλφους.
Η οικογένεια Βασιλάκη τρεις αδελφούς.
Η Μαρία Γ. Χαλκιαδάκη θρηνούσε τον άνδρα της, τον πεθερό της, τον κουνιάδο της, δύο πρώτους θείους της και έξι πρώτα ξαδέλφια.
Η οικογένεια Χρηστάκη τον Ματθαίο Χρηστάκη ή Σύλλα, τους δύο γιους του και τέσσερις γαμβρούς του.
Η Χατζάκη στο χωριό Άγιος Βασίλειος θρηνούσε τον άντρα της, το γιο της και τον γαμβρό της.
Η οικογένεια Ρηνάκη θρηνούσε τη Ζαχαρένια Ρηνάκη με το έξι μηνών μωρό της στην αγκαλιά της κρεμασμένο στο βυζί της που σκοτώθηκε στα χωράφια του Λουτρακίου. Δίπλα η μάνα της και η πεθερά της σκοτωμένες και αυτές.
Η οικογένεια Δημητριανάκη από τα Γδόχια θρηνούσε πέντε μέλη της.
Παρά την έκταση της καταστροφής της ζωής και της περιουσίας, το Ολοκαύτωμα της Βιάννου είναι σήμερα σε μεγάλο βαθμό άγνωστα στο ευρύ κοινό. Κι όμως τα στοιχεία αποδεικνύουν πως τις τρεις εκείνες ημέρες του Σεπτέμβρη του 1943 υπήρξε ολοκαύτωμα της περιοχής:
- 114 είναι οι εκτελεσθέντες μόνο στο χωριό Αμιράς.
- Δεκάδες σπίτια είχαν δύο νεκρούς.
- Δεκάδες οικογένειες θρήνησαν 10, 15 και 20 νεκρούς, συζύγους, γονείς αδέλφια και ξαδέλφια.
- Σε 401 ανήλθαν οι νεκροί στα χωριά της Βιάννου και της Ιεράπετρας στις τρεις αποφράδες ημέρες του 1943, για να φτάσουν τους 461 μαζί μ’ αυτούς που σκοτώθηκαν σ’ όλο το διάστημα της κατοχής.
- Οχτώ μηνών ήταν το πιο μικρό, αγέννητο, στην κοιλιά της μάνας του, 96 χρονών ήταν ο πιο μεγάλος (Εμμ. Δασκαλάκης από τ’ Αμιρά).
- 127 άτομα ήταν πάνω από 60 χρονών. Απ’ αυτούς οι 60 ήταν 60 - 69 ετών, 47 ήταν 70 - 79 ετών, 16 ήταν 80 - 89 ετών, 3 ήταν 90, 93 και 96 ετών, 20 ήταν γυναίκες.
- Οι πιο πολλοί εκτελεσθέντες ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι, ενώ υπήρξαν και επαγγελματίες, έφεδροι αξιωματικοί, 2 κληρικοί, 5 δάσκαλοι, 1 καθηγητής, 1 δικηγόρος και 1 υπάλληλος των Τ.Τ.Τ.
- Όλοι οι νεκροί ήταν κάτοικοι των χωριών Κεφαλοβρύσι, Κάτω Σύμη, Αμιράς, Πεύκος, Βαχός, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Συκολόγος, Κρεββατάς, Καλάμι και Λουτράκι στην ανατολική Βιάννο, καθώς και κάτοικοι των χωριών Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλες, Χριστός και Παρσάς (σήμερα Μεταξοχώρι) στην ανατολική Ιεράπετρα.
- Περισσότερα από 200 άτομα κρατήθηκαν ως όμηροι. 
- Περίπου 1.000 κτίρια, κυρίως κατοικίες, καταστράφηκαν. 
- Οι χωρικοί που επιβίωσαν ήταν απαγορευμένο να θάψουν τους νεκρούς τους ή να επιστρέψουν στα χωριά τους, τα περισσότερα από τα οποία είχαν καεί ολοσχερώς. 
- Μετά τον πόλεμο δεν καταβλήθηκαν ποτέ αποζημιώσεις σε όσους επέζησαν. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ανακάμψουν τα κατεστραμμένα χωριά, αν και μερικά δεν κατάφεραν ποτέ να το επιτύχουν αυτό εντελώς.
Οι γυναίκες των εκτελεσθέντων, τραγικά θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, έσκαβαν με τα νύχια τους για να θάψουν τους νεκρούς τους και να αποτρέψουν τις ορέξεις των ορνέων που καιροφυλακτούσαν. Στις πόρτες των σπιτιών υπήρχαν τόσοι σταυροί όσοι ήταν και οι εκτελεσθέντες της οικογένειας. Αμέσως μετά τις εκτελέσεις ακολούθησε ανηλεής λεηλασία στα πολύτιμα αντικείμενα των θυμάτων και κατόπιν έβαλαν φωτιά. Έκτοτε, τα χωριά της Βιάννου λέγονται και «Καϋμένα Χωριά».
Στις 15 Σεπτεμβρίου η δολοφονική μανία των Γερμανών δεν είχε κοπάσει. Συγκέντρωσαν στο κτίριο του Γυμνασίου Βιάννου 500 ακόμη πατριώτες, τους οποίους επρόκειτο να εκτελέσουν. Ωστόσο, μετά την παρέμβαση του Ερυθρού Σταυρού και του αρχιμανδρίτη και μετέπειτα αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγένιου Ψαλιδάκη, αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Στις 14 Οκτωβρίου 1943, ακριβώς ένα μήνα μετά τις φοβερές εκτελέσεις, οι Γερμανοί επέστρεψαν στον τόπο του εγκλήματος. Ειδικά συνεργεία του στρατού τους κατεδάφισαν και πυρπόλησαν τα χωριά Κεφαλοβρύσι, Κρεββατά, Πεύκο, Σύμη, Καλάμι και Συκολόγο των οποίων την εκκένωση είχαν διατάξει από τις 30 Σεπτεμβρίου. Ταυτόχρονα λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν και τα χωριά της δυτικής Ιεράπετρας Μύρτος, Γδόχια, Μουρνιές και ο οικισμός «Καημένου» της Ρίζας.

Στρατηγός Friedrich-Wilhelm Müller, ο χασάπης της Κρήτης

Ο πρωταίτιος της σφαγής, ο στρατηγός Friedrich-Wilhelm Müller, γνωστότερος με το προσωνύμιο «ο χασάπης της Κρήτης» συνελήφθη από τον Κόκκινο Στρατό στην Ανατολική Πρωσία το 1945 και αργότερα εκδόθηκε στην Ελλάδα. Δικάστηκε το 1946 από ελληνικό στρατιωτικό δικαστήριο μαζί με τον στρατηγό Bruno Bräuer, διοικητή της επιχείρησης «Festung Kreta» με την οποία έγινε δυνατή η κατάληψη της μεγαλονήσου από τους Γερμανούς και ο οποίος στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1942-1944 είχε κατηγορηθεί για εγκλήματα πολέμου. Και οι δύο καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στις 20 Μαΐου 1947, επέτειο της έναρξης της Μάχης της Κρήτης. Κανείς άλλος όμως δεν έφτασε ποτέ να λογοδοτήσει στη δικαιοσύνη για το έγκλημα στη Βιάννο και ποτέ δεν καταβλήθηκαν αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων.

Σήμερα, το κάθε χωριό έχει ένα ηρώο αφιερωμένο στον νεκρούς του, ενώ ένα μεγάλο μνημείο στη μνήμη όλων εκείνων που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Σεπτέμβρη του 1943 έχει στηθεί στο χωριό Αμιράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου