ΩΡΑ...

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Μια πολύ χρήσιμη και διδακτική ιστορία: Το παλάτι του Όθωνα


«Στον προϋπολογισμό του 1836 αναγράφτηκαν πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές για ν’ αρχίσει η ανοικοδόμηση. Αυτές ξοδεύτηκαν για να διαμορφωθεί ο χώρος και να μπούνε τα θεμέλια. Ο υπουργός των Οικονομικών γύρεψε από το Συμβούλιο της Επικρατείας να εγκρίνει το ίδιο ποσό για το 1837. Μα ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Ο Όθωνας, που στ’ αναμεταξύ είχε παντρευτεί, στην απελπισία του γύρεψε, στις 18 του Φλεβάρη 1837, δάνειο από τον πατέρα του 1.670.000 φιορίνια που ισοδυναμούσαν με 3.900.000 δραχμές. Στο γράμμα του παρακαλούσε τον Λουδοβίκο ν’ αποφασίσει το πιο γλήγορα «διότι άλλως», του ‘λεγε, «θα ευρεθώ υποχρεωμένος ν’ αναστείλω τας οικοδομικάς εργασίας, πράγμα το οποίον θα ήτο επιζήμιον δι’ εμέ και θα είχε δυσμενή απήχησιν επί της δημοσίας γνώμης».

Ο Λουδοβίκος σύντρεξε το γιό του και του δάνεισε τα χρήματα που του γύρεψε, με τούτον, όμως εδώ τον περίεργο τρόπο. Δεν τα ‘δωσε από δικά του κι ούτε τα γύρεψε από την κυβέρνησή του, παρά τα πήρε, δίχως να ρωτήσει κανέναν, από χρήματα που σύμφωνα με τη συνθήκη της Βιέννης η Γαλλία είχε αποζημιώσει τη Γερμανική Ομοσπονδία κι αυτή του τα είχε εμπιστευτεί για να φτιάσει πάνω στο Ρήνο το κάστρο του Γέρμερσχαιμ.

Και τώρα θα ρωτήσεις: Το δάνειο αυτό το ξόφλησε ποτέ ο Όθωνας: Ο Όθωνας όχι, η Ελλάδα όμως ναι. Κι άκου να δεις πως γίνηκε. Όταν το 1848 ο Λουδοβίκος εκθρονίστηκε, για τις χάρες της χορεύτριας Λόλας Μοντές, το θυμήθηκε, γιατί τόσο ο γιός του Μαξιμιλιανός που ανέβηκε στο θρόνο όσο κι η κυβέρνηση της Βαυαρίας του γύρευαν τα ξένα λεφτά που άρπαξε. «Ο υιός μου Βασιλεύς και η Κυβέρνησίς του», έγραφε στον Όθωνα στις 20 του Φλεβάρη 1849, «με πιέζουσι ν’ αποδώσω το δάνειον εις το δημόσιον ταμείον εκ της ιδίας μου περιουσίας (…) Εφ’ όσον ήσο απόλυτος Μονάρχης εγένετο το δάνειον, κατόρθωσε νυν τουλάχιστον να το αναγνωρίση η Βουλή και να καταβληθώσιν οι καθυστερούμενοι τρέχοντες τόκοι, εάν μή το κεφάλαιον. Είμαι πνιγμένος».

Τα οικονομικά όμως του τόπου ήταν τότες χειρότερα από ποτέ. Όχι μονάχα κανείς πια δε μας έδινε πενταράκι, παρά μας γύρευαν τους καθυστερημένους τόκους και τα χρεολύσια από κείνο το περίφημο δάνειο των εξήντα εκατομμυρίων. Φτάνει να σου πω, για να δεις ποια ήταν τα χάλια μας, πως ο προϋπολογισμός παρουσίασε έλλειμμα κείνον το χρόνο δυο εκατομμύρια δραχμές. Με κανέναν λοιπόν τρόπο δε μπορούσε να δεχτεί η Βουλή να ξοφλήσουμε ένα δάνειο, που γι’ αυτό το ελληνικό κράτος δεν είχε πάρει την παραμικρή υποχρέωση κι ήταν, στο κάτω κάτω της γραφής, μια ιδιωτική υπόθεση ανάμεσα στον Λουδοβίκο και το γιο του. Τα χρήματα, καθώς είπανε, δεν πήγαν σ’ εθνικές ανάγκες, μα σε βασιλικές οικοδομές.

– Το σκάσαμε λοιπόν κανόνι;

– Όχι και στάσου να δεις τι νόστιμα που μας ανάγκασαν οι Γερμανοί να το πλερώσουμε.

Το 1867 πέθανε εξόριστος ο Όθωνας κι έπειτα από λίγο πέθανε κι ο Λουδοβίκος. Το δάνειο για το παλάτι είχε πια ολότελα ξεχαστεί. Κι όμως ο «σιδηρούς» καγκελάριος Μπίσμαρκ, έπειτα από την ένωση της Γερμανίας, το θυμήθηκε στην κατάλληλη ώρα. Όταν ύστερα από το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 - 1878 ακολούθησαν η συνθήκη του Βερολίνου κι έπειτα οι διαπραγματεύσεις των μεγάλων Δυνάμεων για το Ελληνικό ζήτημα, που κατέληξαν στην παραχώρηση της Θεσσαλίας, ο Μπίσμαρκ ξέθαψε την υπόθεση του μυστικού δανείου ανάμεσα στους πεθαμένους πια από καιρό Λουδοβίκο και Όθωνα και μας ανάγκασε να το πλερώσουμε, το 1883, στους κληρονόμους του Λουδοβίκου, διαφορετικά δεν παίρναμε, λέει, μήτε σπιθαμή από την Τουρκιά!

Καθώς βλέπεις, μπορούν πολλά πράγματα να ξεχνάνε οι μεγάλοι, το παραδάκι όμως δεν το λησμονάνε ποτέ».


Φωτιάδης Δημήτρης, Όθωνας - Η Μοναρχία, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1975, σελίδες 160 - 161.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου