ΩΡΑ...

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Υπόθεση «Otto Adolf Eichmann» ή τι απέγιναν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Ναζί αξιωματούχοι (2)


Η Αργεντινή διαμαρτυρήθηκε έντονα για την απαγωγή του Eichmann και, ύστερα από άκαρπες διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, ζήτησε τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ διότι, όπως υποστήριξε, παραβιάσθηκαν τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους τους, αλλά  και το Διεθνές Δίκαιο, που απαγόρευε την απαγωγή πολίτη από επικράτεια ουδέτερης χώρας, χωρίς ενημέρωση των αρχών της.
Στη διαμάχη που ακολούθησε, η εκπρόσωπος του Ισραήλ Golda Meir (μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ) υποστήριξε ότι πράγματι έγινε παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους της Αργεντινής, αυτή όμως, δεν διαπράχθηκε από το κράτος του Ισραήλ, αλλά από απλούς Ισραηλινούς  πολίτες (εννοώντας τους «Εκδικητές»), και όχι από κρατικούς υπαλλήλους. 


Πλαστά διαβατήρια που χρησιμοποιήθηκαν στην επιχείρηση για να συλληφθεί ο Eichmann. Το διαβατήριο με τη φωτογραφία του και με το ψευδώνυμο Zeev Zichroni χρησιμοποιήθηκε για να βγάλουν τον Eichmann από την Αργεντινή.
 

Τελικά το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε ένα συμβιβαστικό ψήφισμα, με το οποίο ζητούσε «επανόρθωση από το Ισραηλινό κράτος» και «δίκη για τον Adolf Eichmann, για να κριθούν δημόσια τα εγκλήματα που φέρεται ότι έχει διαπράξει». Ωστόσο, το δίλημμα νομιμότητας, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, που δημιούργησε η απαγωγή του Eichmann (απαγωγή πολίτη από επικράτεια ουδέτερης χώρας, χωρίς ενημέρωση των αρχών της ή με συνεργασία των εμπλεκομένων στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου), δεν διευθετήθηκε ποτέ. Το Ισραήλ ζήτησε συγγνώμη από την Αργεντινή, αρνήθηκε, όμως, να επιστρέψει τον κρατούμενο, τον οποίο, όπως δήλωσε, θα παρέπεμπε σε δίκη, σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ.


Οι δικαστές του Eichmann.

Πράγματι το Ισραήλ συγκρότησε, σύμφωνα με τον Ισραηλινό ποινικό νόμο, τριμελές Δικαστήριο, το οποίο απαρτίζονταν από τους Moshe Landau, ως προεδρεύοντα, Benjamin Halevi και Yitzhak Raveh, ως μέλη. Ως Δημόσιος Κατήγορος ορίστηκε ο Gideon Hausner, ιδρυτής του ‘’Yad Vashem’’, της Αρχής «για τη διάσωση της μνήμης των ηρώων και των μαρτύρων του Ολοκαυτώματος». Την υπεράσπιση του Eichmann ανέλαβε ο Γερμανός δικηγόρος dr. Robert Servatius. Παράλληλα η Knesset ψήφισε ειδικό νόμο, με τον οποίο επιτρεπόταν η ποινή του θανάτου, για όποιον κριθεί ένοχος για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας.


Ο Eichmann στη δίκη του (1961).

Η δίκη, η οποία απασχόλησε ολόκληρη τη διεθνή κοινή γνώμη, άρχισε στις 11 Απριλίου 1961. Ο Eichmann βρισκόταν έγκλειστος σε ειδικά κατασκευασμένο γυάλινο αλεξίσφαιρο κλωβό. Εκπληκτικά ήταν, για την εποχή εκείνη, και τα μέτρα ασφάλειας, επειδή αφενός πολλοί εξαγριωμένοι Ισραηλινοί ήθελαν να σκοτώσουν τον κατηγορούμενο, αφετέρου άλλοι πρώην Ναζί, με πρωτοστάτη τον Ναζί καταδρομέα Otto Skorzeny, ήθελαν επίσης να σκοτώσουν τον Eichmann, για να μην προβεί σε αποκαλύψεις. Η κατηγορία αφορούσε δεκαπέντε αδικήματα συνολικά, ανάμεσα στα οποία εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, εγκλήματα κατά των Εβραίων και συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση (SS). Η υπεράσπιση του Eichmann επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι, ως υφιστάμενος, εκτελούσε απλώς διαταγές ανωτέρων του. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί καταρρίφθηκαν από πρώην συνεργάτες του στα SS, οι οποίοι κατέθεσαν όσα σχετικά είχαν δει.
 

Ο Eichmann στη δίκη του (1961).
 
Ο κατήγορος προσκόμισε, επίσης, μεγάλο όγκο εγγράφων, με τα οποία απεδείκνυε την εμπλοκή του κατηγορουμένου στις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνταν. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 14 Αυγούστου 1961, λόγω των συνεχών ενστάσεων του Servatius. Η απόφαση ανακοινώθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1961 και ήταν καταδικαστική για τον Eichmann. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για όλες τις κατηγορίες και για το λόγο αυτό στις 15 Δεκεμβρίου του ανακοινώθηκε η ποινή του θανάτου με απαγχονισμό.
Κατόπιν προσφυγής του ο Eichmann δικάστηκε και σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, το οποίο διατήρησε την ποινή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (29 Μαΐου 1962). Η τελική αίτηση για απονομή χάριτος απερρίφθη από τον πρόεδρο του Ισραήλ, Yitzhak Ben - Zvi, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις για επιείκεια.


Ο Eichmann στο κελί του (1961).

Λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, στις 31 Μαΐου 1962, ο Eichmann εκτελέστηκε στις φυλακές της πόλης Ramla, με απαγχονισμό. Πριν από την εκτέλεσή του, ο Eichmann αρνήθηκε το τελευταίο γεύμα και αντ’ αυτού προτίμησε να πιει μισό μπουκάλι από ένα τοπικό κόκκινο κρασί. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Ζήτω η Γερμανία, Ζήτω η Αυστρία, Ζήτω η Αργεντινή. Είναι οι τρεις χώρες που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Υπάκουσα στους κανόνες του πολέμου και της σημαίας μου. Είμαι έτοιμος».
Η περίπτωση Eichmann συνιστά τη μοναδική εκτέλεση θανατικής ποινής που έχει γίνει μέχρι σήμερα στο κράτος του Ισραήλ, καθώς η εσχάτη των ποινών δεν επιβάλλεται στα κοινά εγκλήματα. Η σορός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της διασκορπίστηκαν στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου «για να αποτραπεί η κατασκευή οποιουδήποτε μνημείου θα μπορούσε να θυμίζει τον αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος».


Ο Eichmann στο κελί του (1961).

Τα χρόνια που ακολούθησαν η δράση και η προσωπικότητα του Eichmann απασχόλησαν πολύ τους ιστορικούς. Στο ερώτημα κατά πόσο ήταν υπεύθυνος για το Ολοκαύτωμα, κάποιοι απάντησαν καταφατικά, υποστηρίζοντας ότι γνώριζε τι έπραττε. Οι υπερασπιστές του, ανάμεσά τους και οι γιοι του, αντέτειναν ότι δεν έπρεπε να δικασθεί και να καταδικασθεί σε θάνατο, γιατί εκτελούσε απλώς το καθήκον του ως στρατιώτης.


Hannah Arendt

Η διάσημη γερμανοεβραία πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt, που παρακολούθησε τη δίκη για λογαριασμό του περιοδικού ‘’New Yorker’’, είδε μια άλλη εικόνα του Eichmann. Η Arendt αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του Eichmann, αλλά σ αυτήν ακριβώς τη συμπεριφορά θεωρεί ότι κρύβεται το «μεγάλο κακό»: ο Eichmann αρνήθηκε να σκεφθεί τις διαταγές, αρνήθηκε να είναι πρόσωπο, υποβίβασε τον εαυτό του σε ένα άβουλο εκτελεστικό όργανο, αρνήθηκε το χαρακτηριστικό εκείνο που κάνει τη διαφορά στην ανθρώπινη υπόταση, αρνήθηκε τη σκέψη. Ο Eichmann ήταν μια μετριότητα που εκτέλεσε το καθήκον της, έκανε δηλαδή το πιο μεγάλο κακό, χωρίς σκέψη, μηχανικά. Δεν ήταν ένας φανατικός, διψασμένος για αίμα Ναζί, αλλά ένας γραφειοκράτης που ήθελε απλά να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του. Απαριθμούσε τρένα που οδηγούσαν ανθρώπους στο θάνατο, λες και μιλούσε για φορτία με φρούτα. Ήταν, ασφαλώς, ένας άνθρωπος που είχε στείλει εκατομμύρια Εβραίους στους θαλάμους αερίων, αλλά το κίνητρό του δεν ήταν ο αντισημιτισμός. Έγινε Ναζί επειδή του άρεσε να πηγαίνει με το πλήθος. Έτσι έπαψε να είναι άνθρωπος και έγινε κτήνος. Ο  Eichmann είναι εγκληματίας, αλλά υποκρίνεται ότι δεν το ξέρει. Αυτό συνέβηκε τότε σ’ ολόκληρη τη Γερμανία. Όλοι οι Γερμανοί πολίτες ήταν με τον τρόπο τους Eichmann. Έκαναν το καθήκον τους απέναντι στην «πατρίδα» εκτελώντας τις εντολές της ηγεσίας, χωρίς να σκεφτούν. Η Arendt μέσα από την περίπτωση του Eichmann οδηγήθηκε σε μια γενικότερη ερμηνεία του κακού, την «Κοινοτυπία του Κακού».


Bettina Stangneth

Αντίθετη άποψη διατύπωσε η Γερμανίδα φιλόσοφος Bettina Stangneth στο βιβλίο της ‘’Eichmann before Jerusalem. The unexamined life of a mass murderer’’ με το οποίο αμφισβήτησε τη συλλογιστική της Hannah Arendt. Η Stangneth συμπέρανε ότι από τη μελέτη του «άλλου» Eichmann, αυτού στην Αργεντινή, ο Eichmann ήταν ένας «ανελέητος, ευφυής και συνειδητοποιημένος εγκληματίας» και όχι ένας ασήμαντος γραφειοκράτης με φτωχή σκέψη και αδυναμία έκφρασης, όπως τον παρουσίασε η Arendt. Κατ αυτήν ο Eichmann ήταν απλά ένα προσωπείο, που χρησιμοποιούσε ένας πολύπλοκος χαρακτήρας με στόχο να αποφύγει τις συνέπειες των αποτρόπαιων πράξεών του. 
Μισό αιώνα μετά, έγιναν γνωστές ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τη στενότατη σχέση μεταξύ της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας CIA και πλήθους διαβόητων ναζιστών εγκληματιών πολέμου, μεταξύ άλλων και του Eichmann.
Η πολύ βολική εξαφάνιση όλων αυτών των εγκληματιών στη Λατινική Αμερική δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα υπερατλαντικό «μονοπάτι» διαφυγής στρωμένο από τις μυστικές υπηρεσίες των Αμερικανών, που τότε ακόμη ονομάζονταν «Γραφείο Στρατηγικών Μελετών» ή OSS, αλλά και το Βατικανό. Για τους φανατικούς αντικομμουνιστές Αμερικανούς αλλά και για τους υπερσυντηρητικούς καρδινάλιους του Πάπα Πίου XII, οι ναζιστές ήταν επαγγελματίες αντικομμουνιστές με πολύτιμη τεχνογνωσία, απαραίτητοι στον νέο «υπέρ πάντων αγώνα» κατά των άθεων τέως «συμμάχων» Σοβιετικών, που πολύ αργότερα ονομάστηκε «Ψυχρός Πόλεμος»


Ο Eichmann είχε κεντρικό ρόλο στην εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Κάποτε μεθυσμένος παραδέχτηκε σε φίλο του ότι θανατώθηκαν 6.000.000 Εβραίοι.

Τα μεγάλα, λοιπόν, ερωτήματα της εποχής του τέλους του πολέμου, πού κρυβόταν πριν τη διαφυγή του ο Eichmann, ποιος τον έκρυβε, ποιος και γιατί τον φυγάδευσε στην Αργεντινή και γιατί, φαίνεται να λαμβάνουν τελικά απάντηση, έστω και μετά από πολλά χρόνια. Κι αν τα δεκάδες βιβλία και τα εκατοντάδες άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον πόλεμο, δεν κατάφεραν να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις αναφορικά με την τύχη του Eichmann, αλλά και εκατοντάδων ακόμη κορυφαίων ναζιστών, που ξεγλίστρησαν μέσα από τα χέρια των διωκτών τους, η απάντηση ήταν απλή. Όλοι αυτοί, όπως και ο Eichmann έγιναν έμμισθοι υπάλληλοι της CIA. Οι Αμερικανοί, όχι μόνο γνώριζαν το κρησφύγετο και το ψευδώνυμο του φυγόδικου ναζιστή, αλλά έκαναν τα πάντα για να το αποκρύψουν από τους φίλους και συμμάχους τους Ισραηλινούς.
Και ο «γραφειοκράτης του θανάτου» θα πέθαινε σίγουρα στο κρεβάτι του, όπως τόσοι και τόσοι ασύλληπτοι ομοϊδεάτες του, αν δεν αποκάλυπτε την ταυτότητά του ο Εισαγγελέας Fritz Bauer, ο οποίος φέρεται να είναι ο άνθρωπος που ξεσκέπασε το προσωπείο του Eichmann. 


Fritz Bauer

H «γραφειοκρατική αδράνεια» Αμερικανών και Γερμανών στην περίπτωση Eichmann δεν ήταν βέβαια κάποιο τυχαίο ή έστω μεμονωμένο περιστατικό. Οι δύο χώρες είχαν κάθε λόγο να «σιωπήσουν» για την κρυψώνα του, αφού έτρεμαν μήπως ο πρώην αντισυνταγματάρχης, αν έπεφτε τελικά στα χέρια των Ισραηλινών, μιλούσε για παλιούς του συνεργάτες στην Υπηρεσία Εβραϊκών Υποθέσεων του Τρίτου Ράιχ, που είχαν μετατραπεί σε πράκτορες της CIA πια.
Σύμφωνα με απόρρητα έγγραφα της CIA που έγιναν γνωστά, ο μεγαλύτερος φόβος των Αμερικανών ήταν μήπως ο Eichmann κατέδιδε το ναζιστικό παρελθόν του Hans Globke, ενός πρώην συνεργάτη του στο Ολοκαύτωμα, που όχι μόνο δεν απέδρασε από την Ευρώπη, αλλά παρέμεινε στη Γερμανία και χάρη στην «εύνοια» των νέων αφεντικών του έγινε το 1960 το «δεξί χέρι» του καγκελάριου Konrad Adenauer, καταλαμβάνοντας το πανίσχυρο πόστο του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας και αποτελώντας ουσιαστικά τον κύριο σύνδεσμο επικοινωνίας μεταξύ Βόννης, ΝΑΤΟ και CIA, στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου! 


Hans Globke

H συνεργασία των Αμερικανών αλλά και των Άγγλων (χαρακτηριστική περίπτωση η «αξιοποίηση» των Ελλήνων ταγματασφαλιτών κατά του Ε.Λ.Α.Σ.) με τους ναζιστές και τους συνεργάτες τους είναι κάτι παραπάνω από τεκμηριωμένη, ιδίως μετά το 1980, όταν εμφανίστηκαν ολοκληρωμένες εργασίες πάνω στο θέμα, όπως το περίφημο βιβλίο «Blowback» του Christopher Simpson, και χάρη σε δημόσιες δίκες, όπως αυτή του «Χασάπη της Λυών» Klaus Barbie. Aν κάτι λοιπόν έχει πραγματική σημασία στην όλη υπόθεση των αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, είναι πως όσα ως σήμερα αποτελούσαν «θεωρίες συνωμοσίας» τώρα αποκαλύπτονται ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα, με την υπογραφή των ίδιων των πρωταγωνιστών τους, όπως π.χ. του ιστορικού ηγέτη της CIA (και βασικού στρατολόγου των ναζιστών) Allen Dulles.
Η Γερμανίδα δημοσιογράφος GabrieleGabyWeber αποκάλυψε ότι ο καγκελάριος Adenauer «εξαργύρωσε» την παράδοσή του Eichmann στο Ισραήλ με βαθιά σιωπή για άλλους συνεργάτες του. Η Weber, που ασχολήθηκε για πολλά χρόνια με μεγάλη επιμονή στην υπόθεση αυτή, κατάφερε, όπως ισχυρίζεται, να βρει την «άκρη του νήματος», βάσει των απόρρητων εγγράφων της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας BND. 


Το «δεξί χέρι» του καγκελάριου Adenauer ήταν ο Ναζί Hans Globke

Σύμφωνα με τη Weber, η CIA, η γερμανική BND και η “Mossad” αρνήθηκαν να της δώσουν τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση. Τον Μάιο του 2008, μίλησε με έναν εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας της Καγκελαρίας, ο οποίος της υποσχέθηκε να εξετάσει το αίτημά της. Δεν τήρησε, όμως, την υπόσχεσή του. Τον Οκτώβριο του 2008, η Weber αναγκάστηκε να προσφύγει στη γερμανική Δικαιοσύνη, ζητώντας να της δώσει η BND τη δυνατότητα να δει και να εξετάσει τα απόρρητα έγγραφα της υπόθεσης, κάτι που τελικά συνέβη. Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, οι 3.400 σελίδες της υπόθεσης αφορούν κυρίως τη δεκαετία του ‘50 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Από τα έγγραφα προκύπτει ότι ο τότε καγκελάριος της Γερμανίας, Konrad Adenauer - ο οποίος είχε ταχθεί κατά του φασισμού και είχε φυλακιστεί - παρέδωσε στο Ισραήλ τον Adolf Eichmann, μαζί με μυστικά για την κατασκευή της πυρηνικής βόμβας και τις χρηματικές αποζημιώσεις, ώστε να μην αποκαλυφθεί ότι στην κυβέρνησή του είχε αξιωματούχους που υπηρέτησαν το ναζιστικό καθεστώς. 


Οι Ναζί αξιωματούχοι κατάφεραν με ψεύτικα έγγραφα διεθνών οργανισμών να δραπετεύσουν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.
Στην εικόνα το ταξιδιωτικό έγγραφο του Ερυθρού Σταυρού με το ψευδώνυμο Ricardo Klement. Το έγγραφο αυτό επέτρεψε στον Eichmann να εγκαταλείψει την Ευρώπη μέσω Ιταλίας και να ταξιδέψει στην Αργεντινή.

Αμέσως μετά την αιφνιδιαστική απαγωγή του Eichmann και τη μεταφορά του στην Ιερουσαλήμ, τα αρχεία δείχνουν πως η CIA διέταξε επείγουσα έρευνα στους φακέλους της για να ανακαλύψει τυχόν ενοχοποιητικά για την ίδια στοιχεία - για να «ανακαλύψει» με τρόμο πως σχεδόν όλο το επιτελείο του Eichmann δούλευε γι’ αυτήν! Πολλοί από αυτούς, όπως ο συνεργάτης του Himmler Otto von Albrecht Alfred Bolschwing, ανήκαν μάλιστα στην περιβόητη «Gehlen Organization», αρχηγός της οποίας ήταν ο ίδιος ο επικεφαλής της στρατιωτικής κατασκοπείας των ναζιστών στο ανατολικό μέτωπο Reinhard Gehlen.
«Οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ θεωρούσαν τον Gehlen αυθεντία στον Κόκκινο Στρατό και γι’ αυτό προσέλαβαν τον ίδιο και δεκάδες ακόμη εγκληματίες πολέμου στο συγκεκριμένο δίκτυο» εξηγεί ένας από τους ιστορικούς που πίεσαν για τη δημοσιοποίηση των αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, ο Robert Paul Wolff. 


Η νέα ζωή των Ναζί δεν είχε καμιά σχέση με την προηγούμενη. Στη φωτογραφία ο Eichmann στην πόλη Tucuman της Αργεντινής.

Καταζητούμενοι ναζιστές αποτέλεσαν επίσης τον σκληρό πυρήνα των λεγόμενων δικτύων «stay behind» στη Γερμανία - δικτύων αντίστοιχων με τη δική μας «Κόκκινη Προβιά» και την ιταλική οργάνωση «Gladio», που ήταν επιφορτισμένα να αναλάβουν δράση με σαμποτάζ κ.ά. σε περίπτωση κατάληψης της Ευρώπης απ τις σοβιετικές στρατιές. Ένα απ αυτά τα δίκτυα, το λεγόμενο «Kibitz-15», είχε επικεφαλής τον πρώην αντισυνταγματάρχη Walter Kopp, για τον οποίο οι ίδιοι οι «ελεγκτές» του στη CIA έγραφαν πως είναι «αδιόρθωτος ναζιστής»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου