ΩΡΑ...

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Σπάρτακος, ένα παράδειγμα για τις μέρες μας


O Σπάρτακος, το αιώνιο σύμβολο του επαναστατημένου σκλάβου, ήταν ένας μονομάχος θρακικής καταγωγής, ο οποίος υπήρξε ο ηγέτης της μεγαλύτερης επανάστασης δούλων και άλλων κοινωνικώς καταπιεσμένων ατόμων εναντίον των Ρωμαίων. Ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν περιορίζεται στα γεγονότα της επανάστασης της οποίας ο ίδιος ηγήθηκε (73 π.Χ. - 71 π.Χ.), η οποία έγινε γνωστή και ως «Επανάσταση του Σπάρτακου» ή «Επανάσταση των Μονομάχων». Για δύο χρόνια ο ηγέτης των επαναστατημένων μονομάχων οδήγησε έναν στρατό δούλων σε αλλεπάλληλες νίκες κατά των ρωμαϊκών λεγεώνων, απειλώντας το κύρος και την υπόσταση της ίδιας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας!
Η επανάσταση του Σπάρτακου είναι μία από τις μεγαλύτερες και μαζικότερες της αρχαιότητας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την τραγική της κατάληξη, ενέπνευσε πολλά κινήματα αλλά και διανοούμενους και καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια των αιώνων.
Ο Σπάρτακος δεν γεννήθηκε δούλος. Ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος απ’ τη Θράκη, πιθανότατα λιποτάκτης του ρωμαϊκού στρατού, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε ως σκλάβος για να πεθάνει στην αρένα. Ο Σπάρτακος, όχι όμως δεν πέθανε, αλλά με την επανάστασή του απείλησε ευθέως την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η επανάσταση των σκλάβων βεβαίως, παγιδευμένη στο μέσον της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δεν τελεσφόρησε, αλλά το όνομα του Σπάρτακου επιβίωσε στους αιώνες ως το διαχρονικό σύμβολο του ανθρώπου που δεν σκύβει το κεφάλι σε κανένα ζυγό, όσο τρομακτικός κι αν είναι...
Πηγές για τη ζωή του στα χρόνια της επανάστασής του αποτελούν ο Πλούταρχος στο έργο του «Βίοι Παράλληλοι - Μάρκος Κράσσος», ο Gaius Sallustius Crispus στα περισωθέντα τμήματα του έργου του ‘’Historia’’, ο Lucius Annaeus Florus στο έργο του ‘’Rerum Romanorum libri IV’’ (ή αλλιώς ‘’Epitome de Gestis Romanorum’’) και ο Αππιανός ο Αλεξανδρεύς στο έργο του «Εμφυλίων Α΄-Ε΄».
Για την προηγούμενη ζωή του Σπάρτακου γνωρίζουμε ελάχιστα και συχνά αντιφατικά. Ο Σπάρτακος καταγόταν από τη θρακική φυλή των Μαιδών, που διαβιούσαν στις όχθες του Στρυμόνα. Γεννήθηκε περίπου το 109 π.Χ. στη Θράκη και εκτιμάται ότι ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, διότι  αρκετοί Θράκες βασιλείς έφεραν το όνομα «Σπάρτακος» ή «Σπάρτοκος». Πιθανότατα αιχμαλωτίστηκε σε μάχη με τους Ρωμαίους και αρχικά κατέληξε δούλος σε ορυχείο. Αργότερα πουλήθηκε σε ιδιοκτήτη σχολής μονομάχων, απ’ όπου λιποτάκτησε, αλλά τελικά συνελήφθη και κατέληξε στην περίφημη σχολή μονομάχων που διατηρούσε ο Gnaeus Lentulus Batiatus στην Capua της Campania.
 

Οι εκπαιδευόμενοι μονομάχοι της σχολής αυτής σχημάτιζαν ομάδες (familia gladiatorium), κάτω από τον απόλυτο έλεγχο ενός διοικητή (lanista), ο οποίος είχε και την ευθύνη για τη στρατολόγηση, την εκπαίδευση και τις ίδιες τις μονομαχίες. Οι σχολές μονομάχων ήταν ταυτόχρονα και στρατώνες (μερικές φορές και φυλακές), με τους ετοιμοπόλεμους και καλά εκπαιδευμένους μονομάχους να κρατούνται τιθασευμένοι από το άγρυπνο μάτι του ρωμαϊκού νόμου.
Παρά το ιδιαίτερα αυστηρό καθεστώς της σχολής, ο Σπάρτακος κατάφερε να συνωμοτήσει με άλλους 200 σκλάβους, προκειμένου να δραπετεύσουν. Το σχέδιο απόδρασης όμως προδόθηκε και το μεγαλύτερο μέρος των δούλων συνελήφθη. Ο ίδιος ο Σπάρτακος μαζί με άλλους, 30 - 78 (ανάλογα με τον συγγραφέα) δούλους, κατάφεραν να δραπετεύσουν το 73 π.Χ., έπειτα από μικρής έκτασης μάχης με τους φρουρούς της σχολής, χρησιμοποιώντας ως όπλα τους τα κουζινομάχαιρα της σχολής.
Γρήγορα βρήκαν όπλα ληστεύοντας μια εφοδιοπομπή που μετέφερε οπλισμό μονομάχων σε κάποια άλλη πόλη. Έπειτα κατέφυγαν στις πλαγιές του Βεζούβιου (κοντά στη Napoli), απ’ όπου διενεργούσαν επιδρομές λεηλατώντας τα γειτονικά κτήματα. Ο Σπάρτακος αναδείχθηκε σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη τους, ενώ από τους υπόλοιπους σκλάβους ξεχώριζαν οι Γαλάτες Crixus και Oenomaus, ενώ αργότερα στη διοικητική ομάδα προστέθηκαν και οι μονομάχοι Castus and Gannicus.

Ο αριθμός των επαναστατών άρχισε να μεγαλώνει καθώς στις τάξεις τους προσχωρούσαν δούλοι, άποροι και κατατρεγμένοι, φέρνοντας ακόμα και τα γυναικόπαιδά τους. Οι μονομάχοι τους εκπαίδευαν και εξαπολύοντας αλλεπάλληλες επιθέσεις σε ρωμαϊκά χωριά απ’ όπου έπαιρναν οπλισμό, κατάφεραν πολύ σύντομα να δημιουργήσουν ένα μικρό στρατό.
Οι Ρωμαίοι αρχικά αντέδρασαν με νωθρότητα, επειδή θεώρησαν πως ήταν μια ακόμα μικροεξέγερση δούλων, αλλά και επειδή ο κύριος όγκος του ρωμαϊκού στρατού βρισκόταν σε εκστρατείες στον Πόντο, την Ισπανία και τη Μικρά Ασία. Γι’ αυτό έστειλαν εναντίον τους έναν στρατό 3.000 αντρών, οι οποίοι στρατολογήθηκαν βιαστικά και δεν είχαν επαρκή στρατιωτική εκπαίδευση. Επικεφαλής τους ορίστηκε ο πραίτορας Gaius Claudius Glaber.  Οι Ρωμαίοι γρήγορα εγκλώβισαν τους επαναστάτες σε μια απότομη πλαγιά του Βεζούβιου. Αυτοί όμως με μια παράτολμη ενέργεια κατέβηκαν απ’ την απόκρημνη και αφύλαχτη πλευρά του βουνού με τη βοήθεια αυτοσχέδιων σχοινιών από κληματσίδες και αιφνιδίασαν το ρωμαϊκό στρατό. Αποτέλεσμα ήταν η εξολόθρευση του συνόλου σχεδόν των Ρωμαίων και του διοικητή τους.
Η ήττα αφύπνισε κάπως τη Ρώμη που έστειλε εναντίον των επαναστατών νέα, μεγαλύτερη δύναμη. Ο πραίτορας Publius Varinius όμως είδε τους επαναστάτες να νικάνε και πάλι το ρωμαϊκό στρατό, τους υποδιοικητές του να πέφτουν νεκροί, ενώ κι ο ίδιος μόλις που κατάφερε να διασωθεί.
Οι δυο αυτές νίκες τόνωσαν το ηθικό των εξεγερμένων που αποκόμισε μεγάλο στρατιωτικό οπλισμό. Μέχρι την άνοιξη του επόμενου χρόνου (72 π.Χ.) οι σκλάβοι ήταν κύριοι όλης της Campania. Ανέρχονταν πια στους 70.000 ανθρώπους και είχαν πλήθος πολεμικού υλικού. Συγκρότησαν μάλιστα και πολυάριθμο ιππικό που το αποτελούσαν βοσκοί και ζωοκλέφτες από την περιοχή Lucania της νότιας Ιταλίας.
Με αρχηγούς τους υπάτους Lucius Gellius Publicola και Gnaeus Cornelius Lentulus Clodianus οι Ρωμαίοι επιχείρησαν εκ νέου να καταπνίξουν την επανάσταση των σκλάβων τους. Κάθε ύπατος είχε υπό τη διοίκησή του δύο λεγεώνες, ενώ υπήρχε και ένα ισχυρό επικουρικό σώμα υπό τον Quintus Arrius.
 

Στο στρατόπεδο των σκλάβων ο αριθμός τους μεγάλωνε καθημερινά. Ο Σπάρτακος επιζητούσε να αποφύγει μια ανοιχτή σύγκρουση με τα πολύ πιο οργανωμένα και πειθαρχημένα ρωμαϊκά στρατεύματα, αλλά και να οδηγήσει τους οπαδούς του προς τον Βορρά, απ’ όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν με ασφάλεια στις πατρίδες τους. Βιαζόταν λοιπόν να βγει από τη ρωμαϊκή επικράτεια, πριν οι Ρωμαίοι ανασυγκροτηθούν και επιτεθούν εκ νέου. Όμως δεν συμμερίζονταν και όλοι οι υπόλοιποι σκλάβοι τις ανησυχίες του Σπάρτακου. Ένα μεγάλο τμήμα τους, 30.000 άνδρες, κυρίως κέλτικης και γερμανικής καταγωγής, ακολούθησε εντελώς δική του πορεία υπό τον Crixus. Με την καταστροφή και τη λεηλασία μικρών πόλεων και αγροκτημάτων της περιοχής Puglia έδειχναν ξεκάθαρα ότι δεν είχαν καμιά διάθεση να απομακρυνθούν, όπως επιθυμούσε ο Σπάρτακος. Εναντίον τους στράφηκε ο Lucius Gellius Publicola με τις δύο λεγεώνες του. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στη σημερινή Foggia και αρχικά νίκησαν οι επαναστάτες, κυριεύοντας μάλιστα το στρατόπεδο των Ρωμαίων. Θεωρώντας τον εαυτό τους ανίκητο οι πρώην σκλάβοι επιδόθηκαν σε ένα όργιο κάθε είδους απολαύσεων και καταχρήσεων με αποτέλεσμα σύντομα να καταστούν ανίκανοι να πολεμήσουν. Όταν λοιπόν ο Lucius Gellius Publicola αντεπιτέθηκε, η μάχη μετατράπηκε σύντομα σε σφαγή στην οποία εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των σκλάβων, μεταξύ των οποίων και ο Crixus.
Αμέσως μετά οι δυο Ρωμαίοι ύπατοι χωριστά άρχισαν την καταδίωξη του Σπάρτακου. Οι σκλάβοι συναντήθηκαν με τους αφέντες τους δυο φορές στο πεδίο της μάχης και ισάριθμες φορές νίκησαν. Οι μανιασμένοι επαναστάτες καταδίωξαν ανηλεώς τους ηττημένους Ρωμαίους σκοτώνοντας πολλούς, εκδικούμενοι τον θάνατο των συντρόφων τους υπό τον Crixus. Ίδια τύχη είχαν και οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι που εκτελέστηκαν αμέσως μετά τη μάχη.
 

Η νικηφόρα πορεία του Σπάρτακου συνεχίστηκε στην περιοχή των Άλπεων. Ο πραίτορας Mantius και ακολούθως ο Gaius Cassius Longinus, διοικητής της περιοχής με τακτικό στρατό 10.000 ανδρών γνώρισαν τη συντριβή κοντά στη Mutina (σημερινή Modena). Ο Gaius Cassius Longinus κατάφερε την τελευταία στιγμή να διαφύγει. Ο Σπάρτακος είχε φτάσει πια στον ποταμό Πάδο και σε λίγο θα άφηνε πίσω του τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Τότε όμως, αντί οι επαναστάτες να περάσουν από τις Άλπεις στη σωτηρία και την ελευθερία, όπως επιθυμούσε ο Σπάρτακος, ο στρατός του στράφηκε προς τα πίσω και επέστρεψε στην Ιταλία, εκτός από κάποια μικρά τμήματα αμάχων. Ο λόγος ήταν η δίψα των οπαδών του για λεηλασία που τους τύφλωνε, έχοντας υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις τους. Ο Σπάρτακος αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει στη νέα περιπέτεια. Ταυτόχρονα εκπόνησε ένα νέο σχέδιο σωτηρίας που σκοπό είχε το πέρασμα στην πλούσια Σικελία, η οποία είχε τεράστιο αριθμό σκλάβων και μετρούσε δύο μεγάλες επαναστάσεις σκλάβων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Για το σκοπό αυτό ήρθε σε συνεννόηση με Κίλικες πειρατές, προκειμένου να αναλάβουν τη μεταφορά των επαναστατών στη Σικελία.
Καθώς ο επαναστατικός όγκος κατέβαινε προς τον νότο προσέγγισε τη Ρώμη. Μάλιστα μετά τη συντριβή του στρατού υπό τον Quintus Arrius που έσπευσε να τους ανακόψει, ο Σπάρτακος απείχε ελάχιστα απ’ τη Ρώμη. Η απροστάτευτη πόλη όμως δεν ήταν στα σχέδια των επαναστατών, οι οποίοι φοβήθηκαν μάλλον το όνομά της, παρά τη δύναμή της και την προσπέρασαν συνεχίζοντας την πορεία τους προς τον νότο. Θορυβημένη η Σύγκλητος απ’ τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεξε ανακάλεσε άμεσα τον ρωμαϊκό στρατό από τον Πόντο, την Ισπανία και την Μικρά Ασία και του ανέθεσε την πάταξη της εξέγερσης. Επικεφαλής ορίστηκε ο πραίτορας και έμπειρος στρατηγός Marcus Licinius Crassus, ο οποίος απέκτησε αυξημένες εξουσίες. Παράλληλα ανακλήθηκαν εσπευσμένα οι πραίτορες Cnaeus Pompeius Magnus και Marcus Terentius Varro Lucullus.
Ο Marcus Licinius Crassus με δύναμη 40.000 ανδρών έσπευσε στην Campania, επειδή εκεί υπολόγιζε ότι θα κατευθυνόταν ο Σπάρτακος προκειμένου να περάσει στη Σικελία. Έστειλε μήνυμα στον Lucius Mummius Achaicus, διοικητή των υπολειμμάτων του υπατικού στρατού που βρισκόταν κοντά στην Ancona, να κινηθεί νότια και όταν οι δύο στρατοί ενώθηκαν ανέθεσε στον υπαρχηγό του πλέον Lucius Mummius Achaicus να επιτηρεί τις κινήσεις των αντιπάλων, απαγορεύοντάς του όμως να δώσει μάχη. Ήθελε να παγιδεύσει τους επαναστάτες και να τους αναγκάσει να πολεμήσουν όταν θα βρίσκονταν σε δυσχερή θέση. Ο Lucius Mummius Achaicus όμως, παράκουσε τις εντολές του αρχηγού του με αποτέλεσμα να δεχτεί ταπεινωτική ήττα. Ο Marcus Licinius Crassus αποκατέστησε την πειθαρχεία επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους επιζώντες λεγεωνάριους του Lucius Mummius Achaicus και επέμεινε στην καταδίωξη του Σπάρτακου, που βρέθηκε εγκλωβισμένος κοντά στο Reggio di Calabria (αρχές του 71 π.Χ.), καθώς οι πειρατές με τους οποίους είχε συμφωνήσει τον εξαπάτησαν, εισέπραξαν τα ναύλα και εξαφανίστηκαν.
 

Ο Crassus έβαλε τους στρατιώτες του να σκάψουν μία τάφρο και να κατασκευάσουν ένα τείχος μήκους 53 χιλιομέτρων, προκειμένου να εγκλωβίσει τους επαναστάτες. Αυτοί όμως, υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου, κατάφεραν και ξέφυγαν από την παγίδα, γεμίζοντας μέσα σε μια νύχτα με χώμα και ξύλα ένα σημείο της τάφρου, απ’ το οποίο διέφυγαν προς το Βρινδήσιο (σημερινό Brindisi).
Τότε όμως οι επαναστάτες διασπάστηκαν για μια ακόμη φορά. Ένα τμήμα περίπου 12.000 ανδρών με αρχηγούς τους Γαλάτες Castus και Gannicus, αποκόπηκε από το κυρίως σώμα προκειμένου να επιδοθούν σε λεηλασίες. Ο Marcus Licinius Crassus εξαπέλυσε αμέσως επίθεση εναντίον τους και μολονότι οι επαναστάτες πολέμησαν γενναία επιφέροντας μεγάλες απώλειες στους διώκτες τους, εξοντώθηκαν σχεδόν μέχρι ενός. Χαρακτηριστικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης είναι η μαρτυρία ότι μόνον δύο από τους νεκρούς σκλάβους έφεραν θανατηφόρα τραύματα στην πλάτη.
Ακολούθως ο Marcus Licinius Crassus θέλησε να επιτεθεί στον κύριο όγκο των επαναστατών, οι οποίοι όμως, υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου, κατέφυγαν στα βουνά Petelia (σημερινό Strongoli) κυνηγημένοι απ’ τους διοικητές του Crassus Gnaeus Tremellius Scrofa και Quintus Marcius Rufus. Όμως κι εκεί ο Σπάρτακος κατάφερε να νικήσει στρεφόμενος ξαφνικά εναντίον των διωκτών του με το σύνολο των δυνάμεών του. Οι έκπληκτοι Ρωμαίοι από κυνηγοί μετατράπηκαν σε θηράματα και ντροπιασμένοι υποχώρησαν στο στρατόπεδό τους.
Η επιτυχία όμως αυτή υπήρξε μοιραία για την τύχη των επαναστατών. Χάνοντας το μέτρο εξαιτίας των αλλεπάλληλων πολεμικών επιτυχιών τους, αγνόησαν ακόμα μία φορά τις υποδείξεις του Σπάρτακου και αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν να περάσουν στη Σικελία. Στην περιοχή όμως είχε ήδη καταφθάσει ο Marcus Terentius Varro Lucullus και έφτανε σύντομα και ο Cnaeus Pompeius Magnus. Αντιλαμβανόμενος την κατάσταση ο Σπάρτακος επιχείρησε να έρθει σε συμφωνία με τον Crassus. Οι σύντροφοί του, όμως, ήθελαν να πολεμήσουν τους Ρωμαίους θεωρώντας πως θα νικούσαν ξανά. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο υποχρέωσαν με τα ξίφη τον αρχηγό τους να τους οδηγήσει στη μάχη. Αλλά ούτε ο Crassus είχε διάθεση να διαπραγματευτεί με τους σκλάβους. Αντίθετα επεδίωκε τη συντριβή τους και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια των άλλων δύο υπάτων, ώστε να καρπωθεί μόνος του όλη τη δόξα. Στ’ αυτιά του άλλωστε αντηχούσε ακόμη η κατηγορία που του επέρριψε η Σύγκλητος, λέγοντάς του ότι ο πόλεμος με τους σκλάβους διαρκούσε ήδη πολύ.
 

Η τελική μάχη έγινε στη Basilicata (Lucania) κοντά στις όχθες του ποταμού Silaro την άνοιξη του 71 π.Χ. και ήταν πολύωρη και αιματηρή. Οι 35.000 επαναστάτες πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα κι αυταπάρνηση αλλά τελικά η συνοχή και η πειθαρχία των ρωμαϊκών στρατευμάτων τους έδωσε τη νίκη. Ο Σπάρτακος σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να βρει τον Marcus Licinius Crassus στο πεδίο της μάχης. Το σώμα του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ. Οι περίπου 6.000 αιχμάλωτοι δούλοι σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού, ενώ εκτιμάται ότι οι νεκροί στο πεδίο της μάχης ήταν πολύ περισσότεροι. Οι σταυροί με τα αποσυντιθέμενα πτώματα παρέμεναν επί χρόνια στην Αππία Οδό, προς παραδειγματισμό.
Από την καταστροφή κατάφερε να διαφύγει ένα τμήμα 5.000 δούλων περίπου και κατευθύνθηκε βόρεια, αλλά διαλύθηκε από τον Pompeius, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στη Ιταλία. Προς μεγάλη απογοήτευση του Marcus Licinius Crassus, οι Ρωμαίοι επεφύλαξαν σ’ αυτόν μόνον κάποιες επευφημίες ενώ η οριστική πάταξη της εξέγερσης πιστώθηκε στον Pompeius ο οποίος είχε επιπλέον το δικαίωμα να τελέσει θρίαμβο για τις επιτυχίες του στην Ισπανία.
Η επανάσταση του Σπάρτακου, η μεγαλύτερη επανάσταση δούλων της ρωμαϊκής Ιστορίας, αν και τελικά απέτυχε, προκάλεσε τεράστια αναστάτωση και φόβο στους Ρωμαίους και τους προβλημάτισε για πιθανή επανάληψή της στο μέλλον. Για το λόγο αυτό η άρχουσα τάξη περιόρισε τον αριθμό των δούλων που προέρχονταν από αιχμαλώτους πολέμου και αύξησε τον αριθμό των δούλων που γεννιόντουσαν από δούλους γονείς, ενώ απαγόρευσε τις μεγάλες συγκεντρώσεις σκλάβων στην ύπαιθρο. Παράλληλα υπήρξε μια σχετική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των δούλων. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι από το σύνολο σχεδόν των αρχαίων πηγών, ο Σπάρτακος παρουσιάζεται ως ληστής και εγκληματίας, χειρότερος ακόμη και από τον Αννίβα. Γενικά για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη η μορφή του Σπάρτακου συνδέθηκε και παρομοιάστηκε με τις χειρότερες συμφορές σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε το όνομά του να μετατραπεί τελικά σε ύβρη. Ενδεικτικά «Σπάρτακο» αποκάλεσε ο Μάρκος Αντώνιος τον νεαρό Οκταβιανό για να στρέψει εναντίον του τους μεγαλοϊδιοκτήτες δούλων, ενώ με τον ίδιο χαρακτηρισμό ο Κικέρων καταφέρονταν εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.
Εξαίρεση σ’ αυτό το κλίμα αποτελούν οι Marcus Terentius Varro και Πλούταρχος. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Σπάρτακος καταδικάστηκε άδικα να μονομαχεί, ενώ ο δεύτερος σκιαγραφεί μια ιδιαίτερα ευγενική προσωπικότητα για τον ελεύθερο σκλάβο. Τον χαρακτηρίζει «ελληνικότερο», ανδρείο, πράο, συνετό με υψηλό φρόνημα και περιγράφει πολλά περιστατικά που δικαιολογούν τον ισχυρισμό αυτό. Βέβαια, η αντιμετώπιση αυτή αποτελούσε στερεότυπο για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, αφού κάθε μη Ρωμαίος ή μη Έλληνας που επιτύγχανε κάτι σπουδαίο, παρουσιαζόταν ως εξυπνότερος από τους υπόλοιπους βαρβάρους. Αν ληφθεί υπόψιν και η αντιπάθεια του Πλουτάρχου προς τον Marcus Licinius Crassus, οι εκτιμήσεις αυτές τίθενται υπό αμφισβήτηση.
 

Σύμφωνα με τον Gaius Sallustius Crispus, ο Σπάρτακος ήταν αντίθετος προς την κακοποίηση των αιχμαλώτων, καθώς και με κάθε καταστροφή κατοικημένης περιοχής. Επίσης από τις περιγραφές, φαίνεται ότι ο Σπάρτακος διέθετε αξιοσημείωτη στρατηγική αντίληψη και ευφυΐα. Κατανίκησε επανειλημμένως και με διάφορα τεχνάσματα όσους στρατούς, υπό διάφορους διοικητές, έστειλε εναντίον του η Σύγκλητος. Ακόμη και για τον έμπειρο Marcus Licinius Crassus η πάταξη της επανάστασης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Καθώς φαίνεται όμως, κυρίως από τις περιγραφές του Πλουτάρχου, δεν ασκούσε ισχυρό έλεγχο επί των συντρόφων του με αποτέλεσμα την τελική ήττα. Αν αληθεύουν οι προαναφερθείσες περιγραφές, τότε η αξία του ως στρατηγού ενδεχομένως να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι στρατιωτικές και διοικητικές αρετές του αποδίδονται από άλλες πηγές στην υπηρεσία του στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού.
 

Η αρνητική εικόνα του Σπάρτακου παρέμεινε απαράλλαχτη καθ’ όλο τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Μόνον από τον 18ο αιώνα κι έπειτα άλλαξε αυτή η οπτική. Συγκεκριμένα το 1760 ο Γάλλος Bernard-Joseph Saurin, βασιζόμενος στην ιστορία του Πλουτάρχου παρουσιάζει τον Σπάρτακο στην ομώνυμη τραγωδία του ως ευγενή ήρωα. Το έργο αυτό αποτέλεσε την απαρχή στην αλλαγή της αντιμετώπισης του Σπάρτακου και της επανάστασής του.
Έτσι η μορφή του Σπάρτακου πέρασε στον θρύλο και ενέπνευσε πολλά κινήματα, οργανώσεις και καλλιτέχνες κατά τους νεότερους χρόνους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου