ΩΡΑ...

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Το Αηδόνι Και το Τριαντάφυλλο - Oscar Wilde

 
Ο Oscar Fingal O'Flahertie Wills Wilde γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1854 και υπήρξε μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός και κριτικός. Έμαθε άπταιστα Γαλλικά και Γερμανικά και έκανε κλασικές σπουδές. Έγινε γνωστός για την ενασχόλησή του με το ανερχόμενο ρεύμα του Αισθητισμού, το οποίο ιδρύθηκε από δυο από τους καθηγητές του, τους Walter Pater και John Ruskin. Μετά το πανεπιστήμιο μετακόμισε στο Λονδίνο όπου εντάχθηκε στους ανώτερους πνευματικούς και κοινωνικούς κύκλους. Ως εκπρόσωπος του κινήματος του αισθητισμού ασχολήθηκε με όλες τις μορφές διανόησης: εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, έδωσε ομιλίες στις Η.Π.Α. και στον Καναδά σχετικά με τον «Αγγλικό Διαφωτισμό στην Τέχνη», και έπειτα επέστρεψε στο Λονδίνο όπου έγραψε μεγάλο αριθμό άρθρων ως δημοσιογράφος. Γνωστός για το οξυδερκές πνεύμα, τις εξεζητημένες εμφανίσεις και τους πνευματώδεις διαλόγους του, έγινε μια από τις διασημότερες προσωπικότητες της εποχής του.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 τελειοποίησε τις ιδέες του σχετικά με την ανωτερότητα της τέχνης σε μια σειρά από διαλόγους και δοκίμια. Μετά στράφηκε στο θέατρο. Έγραψε το έργο «Salome» (1891) στο Παρίσι, στη γαλλική γλώσσα, έργο που δεν ανέβηκε στην Αγγλία παρά μόνο χρόνια αργότερα, εξαιτίας της απαγόρευσης έργων με Βιβλικό περιεχόμενο στο αγγλικό θέατρο. Ανεπηρέαστος από τις αντιδράσεις, έγραψε τέσσερις ακόμα κοινωνικές σάτιρες («Lady Windermere's Fan - 1892» «A Woman of No Importance - 1893», «An Ideal Husband – 1895, «The Importance of Being Earnest – 1895»)  μέχρι τα μέσα της δεκαετίας, οι οποίες τον έκαναν έναν από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς του ύστερου Βικτωριανού Λονδίνου. Ακολούθησαν τα πεζά «The Canterville Ghost – 1887», «The Happy Prince and Other Stories – 1888», «The Portrait of Mr. W. H. – 1889», «Lord Arthur Saville’s Crime and other Stories – 1891», «Intentions – 1891», «The Picture of Dorian Gray – 1891», «House of Pomegranates – 1891», «Teleny or the Reverse of the medal – 1893».
Στην προσωπική του ζωή  νυμφεύτηκε το 1881 την Constance Lloyd, με την οποία απέκτησαν δύο γιους, τον Cyril το 1885 και τον Vyvyan το1886.
Το 1894 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «The Sphinx» και ευρισκόμενος στο απόγειο της φήμης του, και ενόσω το αριστούργημά του «The importance of being Earnest» (1895) παιζόταν στο Λονδίνο, μήνυσε το Μαρκήσιο του Queensberry για συκοφαντία. Ο Μαρκήσιος ήταν ο πατέρας του εραστή του Wilde, του Lord Alfred Douglas. Η πράξη του Wilde να κινηθεί νομικά κατά του μαρκήσιου, στράφηκε τελικά εναντίον του, καθώς στη διάρκεια της δίκης παρουσιάστηκαν αποδείξεις οι οποίες ανάγκασαν τον Wilde να αποσύρει τις κατηγορίες και οδήγησαν στην σύλληψή του με την κατηγορία του σοδομισμού (η ομοφυλοφιλία ήταν τότε ποινικό αδίκημα στην Αγγλία). Ύστερα από δύο ακόμα δίκες, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα.
Το 1897, στην φυλακή, έγραψε το «De Profundis», μία μακροσκελή επιστολή που εκδόθηκε το 1905, όπου αναλύει την ψυχοσύνθεσή του στις δίκες, δημιουργώντας ένα σκοτεινό «αντίβαρο» στην πρότερη φιλοσοφία της απόλαυσης. Μετά την αποφυλάκισή του έφυγε κατευθείαν για την Γαλλία, όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εκεί έγραψε και το τελευταίο του έργο, «The Ballad of Reading Gaol» (1898), ένα μακροσκελές ποίημα όπου παρουσιάζει τις κακουχίες της ζωής στην φυλακή. Πέθανε άπορος στο Παρίσι, στις 30 Νοεμβρίου του 1900 από μηνιγγίτιδα, σε ηλικία 46 ετών.
Το Αηδόνι Και το Τριαντάφυλλο - Oscar Wilde
«Είπε ότι θα χόρευε μαζί μου αν της έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» είπε ο νεαρός φοιτητής, Αλλά σε ολόκληρο το κήπο μου δεν υπάρχει κανένα κόκκινο τριαντάφυλλο».

Από τη φωλιά του στη βελανιδιά το αηδόνι τον άκουσε, κοίταξε έξω μέσα από τα φύλλα και αναρωτήθηκε.
«Δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο σε ολόκληρο το κήπο μου!» φώναξε ο φοιτητής, και τα όμορφα μάτια του γέμισαν με δάκρυα. «Αχ, από τι μικρά πράγματα εξαρτάται η ευτυχία! Έχω διαβάσει όσα έχουν γράψει όλοι οι σοφοί και όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας είναι δικά μου, αλλά λόγω της έλλειψης ενός κόκκινου τριαντάφυλλου η ζωή μου έγινε άθλια».
«Εδώ επιτέλους υπάρχει ένας πραγματικός εραστής», είπε το αηδόνι. «Νύχτες ατελείωτες έχω τραγουδήσει για αυτόν, αν και δεν τον ήξερα: κάθε νύχτα έλεγα την ιστορία του στα αστέρια, και τώρα τον βλέπω. Τα μαλλιά του είναι σκούρα όπως ο ανθισμένος υάκινθος, και τα χείλη του είναι κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο της επιθυμίας του, αλλά το πάθος έχει κάνει το πρόσωπό του χλωμό σαν απαλό ελεφαντόδοντο και η θλίψη έχει αφήσει τη σφραγίδα της στο μέτωπο του».
«Ο πρίγκιπας δίνει έναν χορό αύριο το βράδυ», μουρμούρισε ο νεαρός φοιτητής, «και η αγάπη μου θα είναι εκεί. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, εκείνη θα χορεύει μαζί μου μέχρι το πρωί. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, θα τη κρατήσω στην αγκαλιά μου, και αυτή θα έχει το κεφάλι της από τον ώμο μου, και το χέρι της και θα είναι ενωμένο με το δικό μου. Αλλά δεν υπάρχει κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου, γι’ αυτό θα κάθομαι μόνος, κι εκείνη θα με προσπεράσει. Δε θα μου δώσει καμία προσοχή και η καρδιά μου θα σπάσει».
«Εδώ πράγματι είναι ένας αληθινός εραστής», είπε το Αηδόνι. «Αυτά που τραγουδάω και φέρνουν χαρά σε εμένα, σε αυτόν φέρνουν πόνο. Σίγουρα η αγάπη είναι ένα θαυμάσιο πράγμα. Είναι πιο πολύτιμη από σμαράγδια και πιο ακριβή από μαργαριτάρια και ρόδια και δεν μπορεί να την αποκτήσει κανείς με λεφτά. Δεν μπορεί να αγοραστεί από τους εμπόρους ούτε να ζυγιστεί στο ζύγι για το χρυσό».
«Οι μουσικοί θα κάθονται στα θεωρεία τους» είπε ο νεαρός φοιτητής, «και μετά θα παίζουν τα έγχορδα όργανά τους, και η αγάπη μου θα χορεύει υπό τον ήχο της άρπας και του βιολιού. Θα χορεύει τόσο ελαφρά που τα πόδια της δεν θα αγγίζουν το πάτωμα, όμως μαζί μου δεν θα χορέψει, γιατί δεν έχω κόκκινο τριαντάφυλλο να της δώσω» είπε και έπεσε κάτω στο γρασίδι, έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μια μικρή πράσινη σαύρα που τον προσπέρασε με την ουρά της σηκωμένη στον αέρα.
«Γιατί, πράγματι;» είπε μια πεταλούδα, η οποία κυνηγούσε μια ηλιαχτίδα.
«Γιατί, πράγματι;» ψιθύρισε μια μαργαρίτα σε ένα γείτονά της, με μια μαλακή, χαμηλή φωνή.
«Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε το αηδόνι.
«Για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο; Μα αυτό είναι πολύ γελοίο!» φώναξαν όλα μαζί και η μικρή σαύρα, που ήταν κάπως κυνική, γέλασε δυνατά.
Αλλά το αηδόνι που μπορούσε να κατανοήσει το μυστικό της θλίψης του σπουδαστή καθόταν σιωπηλό στην βελανιδιά και σκεφτόταν το μυστήριο της αγάπης.
Ξαφνικά άπλωσε τα καφέ φτερά του για να πετάξει, και εκτινάχθηκε στον αέρα. Πέρασε από τον κήπο σαν σκιά και σαν μια σκιά χάθηκε μακριά στο άλσος.
Στο κέντρο του άλσους στεκόταν μια όμορφη τριανταφυλλιά και όταν την είδε πέταξε πάνω της.
«Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» της φώναξε, «και εγώ θα σου τραγουδήσω ένα γλυκό τραγούδι μου».
Όμως το δέντρο κούνησε το κεφάλι του.
«Τα τριαντάφυλλα μου είναι λευκά,» απάντησε «άσπρα σαν τον αφρό της θάλασσας και πιο λευκά από το χιόνι στο βουνό. Δεν έχω να σου δώσω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Όμως, πήγαινε στην αδερφή μου και ίσως αυτή σου δώσει ό,τι θέλεις».
Έτσι το αηδόνι πέταξε πάνω στην άλλη τριανταφυλλιά.
«Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» της φώναξε, «και εγώ θα σου τραγουδήσω ένα γλυκό τραγούδι μου».
Όμως το δέντρο κούνησε το κεφάλι του.
«Τα τριαντάφυλλα μου είναι κίτρινα» απάντησε, «όσο κίτρινα είναι τα μαλλιά της γοργόνας που βρίσκεται πάνω σε ένα πορτοκαλί θρόνο, και σαν τα στάχια που ανθίζουν στο λιβάδι πριν έρθει η μηχανή με το δρεπάνι της. Δεν έχω να σου δώσω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Αλλά να πας στην αδερφή μου που μεγαλώνει κάτω από το παράθυρο του σπουδαστή και ίσως να σου δώσει ό,τι θέλεις».
Έτσι το αηδόνι πέταξε πάνω στη τριανταφυλλιά που ήταν κάτω από το παράθυρο του φοιτητή.
«Δώστε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο» της φώναξε «και εγώ θα σου τραγουδήσω ένα γλυκό τραγούδι μου».
Όμως το δέντρο κούνησε το κεφάλι του.
«Τα τριαντάφυλλα μου είναι κόκκινα», απάντησε, «όπως κόκκινα είναι και τα πόδια του περιστεριού και πιο κόκκινα από τα κοράλλια που βρίσκονται στο σπήλαιο, πλάι στον ωκεανό. Αλλά ο χειμώνας έχει παγώσει τις φλέβες μου, ο παγετός έχει καταστρέψει τα μπουμπούκια μου και η καταιγίδα έχει σπάσει τα κλαδιά μου. Έτσι δεν θα έχω κανένα τριαντάφυλλο φέτος.»
«Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο είναι το μόνο που θέλω», φώναξε το αηδόνι, «μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος με τον οποίο να μπορώ να το βρω;»
«Υπάρχει ένας τρόπος», απάντησε ένα δέντρο. «Αλλά είναι τόσο τρομερός που δεν τολμώ να σου τον πω».
«Πες μου» είπε το αηδόνι, «δεν φοβάμαι».
«Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε το δέντρο, «θα πρέπει να το φτιάξουμε από μουσική στο σεληνόφως και να το χρωματίσουμε με το αίμα της δικής σου καρδιάς. Πρέπει να τραγουδάς για μένα με ένα αγκάθι στο στήθος σου. Όλη τη νύχτα πρέπει να μου τραγουδάς, και το αγκάθι πρέπει να διαπερνά την καρδιά σου και πρέπει να ρέει το αίμα σου στις φλέβες μου, για να γίνει δικό μου».
«Ο θάνατος είναι ένα μεγάλο τίμημα να πληρώσει κανείς για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε το αηδόνι, «και η ζωή είναι πολύ αγαπητή σε όλους. Είναι ευχάριστο να κάθεται κανείς σε ένα ξύλο και να βλέπει τον ήλιο στο χρυσό του άρμα, καθώς και τη σελήνη στο δικό της μαργαριταρένιο άρμα. Γλυκό είναι το αεράκι που φυσάει πάνω στο λόφο. Ωστόσο, η αγάπη είναι πιο σημαντική από τη ζωή, και τι αξίζει η καρδιά ενός πουλιού σε σύγκριση με την καρδιά ενός άντρα;»
Έτσι άπλωσε τα καφέ φτερά του για να πετάξει στον αέρα.
Ο νεαρός φοιτητής ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο γρασίδι και τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει ακόμα στα όμορφα μάτια του.
«Να είσαι ευτυχισμένος!» φώναξε το αηδόνι, «να είσαι ευτυχισμένος! Θα έχεις το κόκκινο τριαντάφυλλό σου. Εγώ θα το φτιάξω με μουσική από το σεληνόφως και θα το χρωματίσω με το αίμα της δικής μου καρδιάς. Το μόνο που ζητώ από ‘σένα ως αντάλλαγμα είναι να είσαι ένας αληθινός εραστής, γιατί η αγάπη είναι πιο σοφή από τη φιλοσοφία και ισχυρότερη από ό,τι η ίδια η δύναμη».
Ο φοιτητής κοίταξε επάνω από το γρασίδι και άκουσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε το αηδόνι, γιατί το μόνο που ήξερε ήταν τα πράγματα που έχουν γραφτεί στα βιβλία.
Αλλά η βελανιδιά που κατάλαβε, λυπήθηκε, γιατί συμπαθούσε πολύ το μικρό αηδόνι που είχε χτίσει τη φωλιά του στα κλαδιά της.
«Τραγούδησέ μου ένα τελευταίο τραγούδι» ψιθύρισε. «Θα αισθάνομαι πολύ μόνη, όταν θα έχεις φύγει».
Έτσι, το αηδόνι τραγούδησε στη βελανιδιά και η φωνή του ήταν σαν νερό που ανέβλυζε από ένα ασημένιο βάζο.
Όταν τελείωσε το τραγούδι του ο φοιτητής σηκώθηκε και τράβηξε ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι από την τσέπη του.
«Τραγουδάει καλά», είπε στον εαυτό του, ενώ έφευγε από τον κήπο «αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Αλλά έχει συναίσθημα; Φοβάμαι πως όχι. Στην πραγματικότητα είναι όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες. Είναι όλο πόζα, χωρίς καμία ειλικρίνεια. Δεν θα θυσίαζε τον εαυτό του για τους άλλους. Σκέφτεται μόνο τη μουσική, και όλοι γνωρίζουν ότι οι τέχνες είναι εγωιστικές. Παρόλα αυτά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχει κάποιες καλές νότες στην όμορφη φωνή του. Τι κρίμα που δεν σημαίνουν τίποτα ή δε χρησιμεύουν κάπου πρακτικά».
Και πήγε στο δωμάτιό του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι άρχισε να σκέφτεται την αγάπη του. Και μετά από λίγη ώρα, αποκοιμήθηκε.
Και όταν το φεγγάρι έλαμψε στον ουρανό το αηδόνι πέταξε στην τριανταφυλλιά κι έγειρε το στήθος του στο αγκάθι. Όλη τη νύχτα τραγουδούσε με το στήθος του στο αγκάθι και η κρύα κρυστάλλινη σελήνη είχε κατέβει κάτω και άκουγε. Όλη τη νύχτα τραγούδησε και το αγκάθι έμπαινε όλο και περισσότερο στο στήθος του και το αίμα του έφευγε από μέσα του.
Τραγούδησε πρώτα τη γέννηση του έρωτα στην καρδιά ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού. Και στην κορυφή του δέντρου άνθισε ένα θαυμάσιο τριαντάφυλλο. Ήταν χλωμό στην αρχή, όπως η ομίχλη που κρέμεται πάνω από τον ωχρό ποταμό και ασημί, όπως τα φτερά της αυγής.
Αλλά το δέντρο φώναξε στο αηδόνι να πιέσει πιο κοντά στο στήθος του το αγκάθι. «Έλα πιο κοντά, μικρό αηδόνι», φώναξε το δέντρο «αλλιώς το χάραμα θα έρθει, πριν το τριαντάφυλλο τελειώσει».
Έτσι, το αηδόνι πίεσε υο στήθος του πιο κοντά στ’ αγκάθι και τραγούδησε πιο δυνατά και πιο δυνατά  και πιο δυνατά…
Και ένα ντελικάτο ροζ απλώθηκε στα φύλλα του τριαντάφυλλου, όπως το πρόσωπο του γαμπρού, όταν φιλάει τα χείλη της νύφης. Αλλά το αγκάθι δεν είχε ακόμη αγγίξει την καρδιά του κι έτσι η καρδιά του τριαντάφυλλου παρέμεινε λευκή, καθώς μόνο το αίμα ενός αηδονιού μπορεί να κάνει κατακόκκινη την καρδιά ενός τριαντάφυλλου.
Και το δέντρο φώναξε στο αηδόνι να πιέσει το στήθος του πιο κοντά στο αγκάθι. «Έλα πιο κοντά, μικρό αηδόνι», φώναξε το δέντρο «αλλιώς το χάραμα θα έρθει, πριν το τριαντάφυλλο τελειώσει».
Έτσι, το αηδόνι πίεσε το στήθος του πιο κοντά στο αγκάθι και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά του. Μια άγρια σουβλιά πόνου απλώθηκε μέσα του. Πικρός, πικρός ήταν ο πόνος, και πιο άγρια, και πιο άγρια συνέχισε το τραγούδι. Τραγούδησε για την αγάπη που έχει τελειοποιηθεί από τον θάνατο, την αγάπη που δεν πεθαίνει στον τάφο.
Και το υπέροχο τριαντάφυλλο έγινε κατακόκκινο, όπως το κόκκινο του ουρανού κατά την ανατολή. Πορφυρά ήταν τα πέταλα και πορφυρά σαν ρουμπίνι ήταν η καρδιά του τριαντάφυλλου.
Αλλά η φωνή του αηδονιού άρχισε να εξασθενεί και άρχισε να χτυπά λίγο τα φτερά του. Συνέχισε πιο εξασθενημένα το τραγούδι, μέχρι που ένιωσε κάτι σαν πνιγμό στο λαιμό του.
Προσπάθησε να δώσει ένα τελευταίο κρεσέντο μουσικής…
Το λευκό φεγγάρι το άκουσε και ξέχασε την αυγή, και έμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο τριαντάφυλλο το άκουσε και έτρεμε ολόκληρο με έκσταση, και άνοιξε τα πέταλα του στο κρύο πρωινό αέρα. Η ηχώ μετέφερε τη μουσική στο μοβ σπήλαιο στους λόφους και ξύπνησε τους βοσκούς από τα όνειρά τους. Έπλευσε μέσα από τις καλαμιές του ποταμού, για να μεταφέρει το μήνυμά της προς την θάλασσα.
«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε το δέντρο, «το τριαντάφυλλο τελείωσε τώρα».
Αλλά το αηδόνι δεν έδωσε καμία απάντηση, γιατί ήταν νεκρό στο γρασίδι με το αγκάθι στην καρδιά του.
Το μεσημέρι ο φοιτητής άνοιξε το παράθυρό του και κοίταξε έξω.
«Τι τύχη!» φώναξε «ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφο τριαντάφυλλο σε όλη μου τη ζωή. Είναι τόσο όμορφο που είμαι σίγουρος ότι θα έχει μια μακρά λατινική ονομασία».
Και έγειρε προς τα κάτω και το έκοψε. Στη συνέχεια έβαλε στο καπέλο του και έτρεξε μέχρι το σπίτι του καθηγητή με το τριαντάφυλλο στο χέρι του.
Η κόρη του καθηγητή καθόταν στην πόρτα και το μικρό της σκυλάκι βρισκόταν στα πόδια της.
«Είπατε ότι θα χορεύατε μαζί μου, αν σας έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», είπε ο φοιτητής. «Εδώ είναι το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο όλου του κόσμου. Θα το φορέσετε απόψε πλάι στη καρδιά σας και, ενώ θα χορεύουμε, θα σας πω πόσο σας αγαπώ».
Αλλά η κοπέλα συνοφρυώθηκε.
«Φοβάμαι ότι δεν θα πηγαίνει με το φόρεμά μου» απάντησε. «Και ο ανιψιός του Αρχιθαλαμηπόλου μου έστειλε μερικά αληθινά κοσμήματα. Όλοι, βέβαια, γνωρίζουν ότι τα κοσμήματα αξίζουν πολύ περισσότερο από τα λουλούδια».
«Λοιπόν, είσαι πολύ αχάριστη», δήλωσε ο φοιτητής οργισμένα. Και πέταξε το τριαντάφυλλο στο δρόμο, όπου μία άμαξα πέρασε από πάνω του.
«Αχάριστε!» είπε η κοπέλα. «Είσαι πολύ αγενής! Και, σε τελική ανάλυση, ποιος είσαι εσύ; Μόνο ένας φοιτητής. Γιατί δεν πιστεύω να έχεις πόρπες από ασήμι στα παπούτσια σου, όπως έχει ο ανιψιός του Αρχιθαλαμηπόλου».
Και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα της και μπήκε μέσα στο σπίτι.
«Πόσο ανόητο πράγμα είναι η αγάπη!» είπε ο φοιτητής καθώς έφευγε. «Δεν είναι ούτε το μισό χρήσιμη από τη λογική, αφού δεν αποδεικνύει τίποτα, και κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν σε πράγματα που δεν είναι αλήθεια. Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πρακτική, και, καθώς σε αυτήν την εποχή το να είσαι πρακτικός είναι τα πάντα, θα επιστρέψω στη φιλοσοφία και θα αφοσιωθώ στη μεταφυσική μελέτη».
Έτσι επέστρεψε στο δωμάτιό του, έβγαλε ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο και άρχισε να διαβάζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου