ΩΡΑ...

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Όταν οι Έλληνες ήταν μετανάστες

Όταν η Ελλάδα ήταν χώρα αποστολής κι όχι υποδοχής μεταναστών
Νίκη Παπάζογλου
 
 

«Λευκή γυναίκα εθεάθη με Έλληνα!» έγραφε το πρωτοσέλιδο αμερικανικής εφημερίδας την εποχή που οι Έλληνες μετέβαιναν κατά χιλιάδες στην ξένη ήπειρο για να κυνηγήσουν το «αμερικάνικο όνειρο». Ένα άλλο δημοσίευμα της εφημερίδας Αστήρ του Σικάγου με ημερομηνία 5/3/1909, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Μιχάλη Γ. Τσάκαλου «Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας», από τις εκδόσεις Αιγέας αποτυπώνει γλαφυρά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι έλληνες μετανάστες:
 
«Τη φρικιώδη κατάστασιν των Ελλήνων αναγιγνώσκομεν εν τη Δέμβερ του Κολοράδου συναδέλφω “Νέα”. Κατά την εν συναδέλφον ταύτην, ήτις δημοσιεύει εν πλάτει την έκθεσιν του εκεί αστυάτρου, 800 Έλληνες ζώσιν υπό τους χειρίστους της υγιεινής και ανθρωπότητος κανόνας.
Η αστυνομία εύρε περί τους 25 Έλληνας κοιμώμενους και διαιτωμένους εις εν στενότατον δωμάτιον.
Αμέσως η αστυνομία εξεδίωξε τούτους εκείθεν και απολύμανε καταλλήλως το δωμάτιον τούτο, εξ ου ηπειλείτο η υγεία του περίοικου πληθυσμού. Ένεκα τούτου η συνάδελφος εφημερίς επιτίθεται δριμύτατα κατά των Ελλήνων, λέγει δ’ ότι εκ της ελεεινής τούτων υγιεινής καταστάσεως απειλείται η υγεία όλης της πόλης»

Μερικές δεκαετίες αργότερα, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στην Γερμανία για να προσδιορίσουν τους έλληνες και ιταλούς μετανάστες χρησιμοποιούσαν τον βαυαρικό υποτιμητικό ιδιωματισμό Katzelmacher που χαρακτήριζε όσους προέρχονταν από φτωχές χώρες του νότου. Κι αυτά είναι μερικά από όσα «συνόδευσαν» τα μεταναστευτικά ρεύματα των Ελλήνων που μπάρκαραν να κυνηγήσουν το εκτός ελληνικών συνόρων όνειρο.
Όπως υπογράμμιζε κι ο D.Barley ήδη από το 1966 στο βιβλίο του «Βασικές αρχές και προβλήματα της κοινωνιολογίας», «το Ξένο και το Άγνωστο θεωρείται γενικά ύποπτο, απειλή για την γνωστή, σταθερή τάξη πραγμάτων», κάτι που παρατηρεί κανείς να συμβαίνει και σήμερα όπου ο φόβος είναι παρών σαρώνοντας την ελληνική επικράτεια, λησμονώντας τις μελανές σελίδες της ιστορίας των ελληνικών μεταναστευτικών ρευμάτων.
 
Το γερμανικό παράδειγμα
 
Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η Ελλάδα βιώνει άλλη μια τραγική περίοδο της ιστορίας της. Ανεργία, κοινωνική ανασφάλεια, ανέχεια μαστίζουν κυρίως τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού τα οποία, ως είθισται, βρίσκουν διέξοδο για μια καλύτερη ζωή στην μετανάστευση. Το 1960 μάλιστα, την εποχή της μεγάλης εξόδου, υπογράφεται η ελληνογερμανική συμφωνία «Περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στην Γερμανία». Μόνο στην Γερμανία θα μεταναστεύσουν περίπου 1.000.000 Έλληνες. Η Αμερική, ο Καναδάς, η Αυστραλία, το Βέλγιο θα αποτελέσουν με τη σειρά τους κέντρα υποδοχής μεταναστών.
Κατά την άφιξή τους οι μετανάστες θα ζήσουν ομαδικά σε δωμάτια, θα δουλέψουν κάτω από σκληρές συνθήκες για να εξοικονομήσουν χρήματα το οποία στέλνουν στις οικογένειές τους. Τα παιδιά των μεταναστών έχοντας βρεθεί αίφνης ανάμεσα σε δύο πατρίδες, αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες μη γνωρίζοντας καλά καμία από τις δύο γλώσσες. Ακόμα και η συνθήκη που έχει υπογραφεί δεν δεσμεύει τις γερμανικές αρχές, οι οποίες δεν θα χαρακτηρίσουν ποτέ την Γερμανία ως χώρα υποδοχής μεταναστών με την δικαιολογία ότι η παραμονή τους ξένων εργατών είναι προσωρινή. Εξαιτίας αυτού άλλωστε δεν αναγνωρίζεται σχεδόν κανένα δικαίωμα, πολιτικό ή κοινωνικό στους μετανάστες.
Την περίοδο εκείνη, στο γερμανικό λεξιλόγιο θα προστεθεί η λέξη γκασταρμπάιτερ. Αρχικά θα προσδιορίσει τον φιλοξενούμενο εργάτη αλλά με τα χρόνια θα πάρει διάφορες αρνητικές ερμηνείες.
 
 
 

Το αμερικανικό όνειρο

Αυτό το σύγχρονο μεταναστευτικό ρεύμα, αν και αντιμετώπισε δυσκολίες και ρατσιστικές συμπεριφορές μάλλον ήταν λιγότερες από εκείνες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωπα τα προηγούμενα. Η Αμερική άλλωστε είχε γίνει πόλος έλξης για τους έλληνες μετανάστες ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, όπου άφηναν τα χωριά τους στην αναζήτηση για καλύτερες συνθήκες ζωής. Το πρώτο μαζικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική πρωτοεμφανίζεται στη δεκαετία του 1890. Μέχρι το 1920 περίπου 400.000 Έλληνες, από το μισό εκατομμύριο που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα δουλεύουν στις ΗΠΑ. Στην αμερικανική απογραφή του 1910 αναφέρονται μόλις 5.000 περίπου Έλληνες που έχουν αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα, ενώ στην επόμενη απογραφή, του 1920, ο αριθμός δεν φθάνει τις 30.000, οι περισσότεροι απ’ αυτούς την είχαν αποκτήσει, υπηρετώντας στον στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πλειονότητά τους οι μετανάστες ήταν άντρες και άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Νέα Υόρκη, στις περιοχές πάνω από την κοιλάδα του Μισισίπι και κυρίως στο Σικάγο και στο Σαν Φρανσίσκο, στην Οκλαχόμα στο Ομπάχο.
Κατά την άφιξή τους στην Αμερική, δουλεύουν στους σιδηροδρόμους, στα σφαγεία ή σε άλλες μικροεπιχειρήσεις. Οι υπόλοιποι, τριγυρνούν σε διάφορα σημεία της πόλης αναμένοντας ένα νεύμα. Χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα, προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες και συχνά προέκυπταν απρόβλεπτες καταστάσεις. Όμως οι νοικοκυραίοι τάσσονται εναντίον των «ύποπτων και επικίνδυνων ξένων», που απειλούν τον «νόμο και την τάξη». Από πολλούς αντιμετωπίζονται ως υποδεέστερη φυλή, ανάξια των προγόνων της. Μαρτυρίες της εποχής θέλουν νεαρούς Έλληνες να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης πατρώνων που τους έπαιρναν το μεροκάματο από το γυάλισμα των παπουτσιών, ενώ τους απαγόρευαν την επαφή με πολύ κόσμο από φόβο μην τους χάσουν από την δούλεψή τους.

«Στο Ροντάϊλαντ, όπου οι Ελληνες ασχολούνται εις την αλιείαν αστακών, οι Αμερικανοί αλιείς εξηγέρθησαν ζητούντες την εκδίωξίν των, ως μη όντων Αμερικανών πολιτών. Ευτυχώς ο διωγμός εματαιώθη»…

«Εις την Φλώριδαν κατά το έτος 1911 οι ιθαγενείς (ντόπιοι) εβύθισαν Ελληνικόν σπογγαλιευτικόν του οποίου τα πλήρωμα επνίγη».

 
 
 
 
Πέραν του ανθελληνικού μένους όμως δεν ήταν σπάνιες και οι παραβατικές συμπεριφορές των Ελλήνων, σύμφωνα με το τότε αστυνομικό δελτίο. Η διανυκτέρευση σε αστυνομικά τμήματα μέχρι να επιβεβαιωθεί ο τόπος κατοικίας και εργασίας ήταν συχνό φαινόμενο και φυσικά δεν έλλειπε και η εμπλοκή των ομογενών σε παράνομες δραστηριότητες με κυριότερη την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων.
Στα καταγεγραμμένα περιστατικά βρίσκει κανείς κι αυτό της απεργίας του Σικάγου του 1904, το οποίο αύξησε το ρατσιστικό αίσθημα των κατοίκων της περιοχής. Κατά την διάρκεια της απεργίας στα καταστήματα καυσίμων της πόλης πολλοί εργαζόμενοι που συμμετείχαν, αντικαταστάθηκαν από έλληνες μετανάστες που εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα και πήραν τις δουλειές των απεργών. Η αντίδραση του εργατικού συνδικάτου και του Τύπου εκφράστηκε αδιακρίτως εναντίων όλων των Ελλήνων. Εξαιτίας αυτού, μερικοί έλληνες μικροκαταστηματάρχες, που είχαν ήδη νιώσει το απειλητικό χέρι των γηγενών, ανήσυχοι για την ανθελληνική υστερία, καταδίκασαν τους συμπατριώτες τους απεργοσπάστες ενώ συγχρόνως διαμαρτυρήθηκαν στον Τύπο για την επίθεσή του σε όλους αδιακρίτως τους Έλληνες. Αλλά η οικονομική κρίση που ξέσπασε στην Αμερική έκανε όλο και πιο συχνά τέτοιες ρατσιστικές συμπεριφορές και χαρακτηρισμούς.
 
Λευκή γυναίκα εθεάθη με Έλληνα!
 
Ένα άλλο που έγινε αφορμή για τον διωγμό των Ελλήνων από μια περιοχή ήταν η δολοφονία ενός αμερικανού αστυνομικού από έναν Έλληνα ονόματι Γιάννης Μασουρίδης. Σύμφωνα με όσα γράφτηκαν μετά τη δολοφονία του αστυνομικού, ο Γιάννης Μασουρίδης, ο οποίος βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1906, συνελήφθη έπειτα από καταγγελία ότι «διατηρούσε σχέσεις» με 17χρονη Αμερικανίδα. Καθ’ οδόν προς το αστυνομικό τμήμα, ο Έλληνας τραυματίστηκε ενώ ο αστυνομικός έπεσε νεκρός ύστερα από ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο Μασουρίδης διαφεύγει και επιστρέφει στο σπίτι του όπου τον συλλαμβάνουν και πάλι οι αστυνομικοί και τον κακοποιούν μέχρι αναισθησίας. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες εξαγριωμένοι κάτοικοι σπεύδουν έξω από το σπίτι με σκοπό να τον λιντσάρουν. Τελικά, φυγαδεύεται ζωντανός από την αστυνομία στην πρωτεύουσα της Πολιτείας. Με αφορμή αυτό το περιστατικό εξαπολύεται προπαγανδιστική εκστρατεία η οποία προβάλλει την αξίωση να εξοριστούν οι Έλληνες από την περιοχή. Την επόμενη μέρα συγκαλείται συλλαλητήριο κατά την διάρκεια του οποίου σημειώνονται επεισόδια με πολλούς τραυματίες και καταστροφές καταστημάτων, ενώ σημειώνεται πογκρόμ κατά των Ελλήνων και όσων έμοιαζαν με Έλληνες. Περίπου 1.300 Έλληνες αναγκάζονται τότε να εγκαταλείψουν την πόλη μαζί με άλλους Βαλκάνιους. Ο απεσταλμένος της ελληνικής πρεσβείας των ΗΠΑ, που φθάνει τον Μάρτιο στην πόλη για να καταγράψει τις καταστροφές, συστήνει στους εναπομείναντες Έλληνες να είναι «κόσμιοι» και «να μη ομιλώσιν εις τας γυναίκας» όταν τις συναντούν στο δρόμο. Εντέλει ο Μασουρίδης καταδικάζεται σε θάνατο δι’ απαγχονισμού με την κατηγορία πως πυροβόλησε και σκότωσε τον αστυνομικό επιχειρώντας να διαφύγει. Σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου όταν συνελήφθη επιχείρησε να πετάξει το όπλο του για να αποφύγει το πρόστιμο. Τότε ο αστυνομικός τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε. Έτσι αμυνόμενος, πυροβόλησε με τη σειρά του και βρήκε τον αστυνομικό στην καρδιά. Η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε λόγω ανεπαρκών στοιχείων και ο Μασουρίδης εξέτισε ποινή 5 ετών και μόλις αποφυλακίστηκε  επέστρεψε στην Ελλάδα.
 

 
 
Οι αφηγήσεις των επιζώντων της εποχής εκείνης αλλά των ιστορικών μαρτυρούν πολλά περιστατικά ρατσιστικών διακρίσεων και προκαταλήψεων θύματα των οποίων υπήρξαν Έλληνες και μετανάστες από φτωχές χώρες του νότου. Η καραντίνα, οι εξονυχιστικές ιατρικές εξετάσεις και οι ανακρίσεις στις οποίες υποβάλλονταν με την άφιξή τους οι Έλληνες  ήταν σύνηθες φαινόμενο. Όσοι κατάφερναν να τις περάσουν προσλαμβάνονταν με χαμηλότατους μισθούς στις ανθυγιεινές δουλειές που δεν προτιμούσαν οι Αμερικανοί. Η έννοια του λευκού που σήμερα περιγράφει κάθε άτομο ευρωπαϊκής καταγωγής, τότε περιοριζόταν αποκλειστικά για τους ανθρώπους με αγγλοσαξονική ή βορειοευρωπαϊκή προέλευση. Οι Έλληνες θεωρούντο φυλετικά ανάμεικτοι, γενετικά κατώτεροι από τους δήθεν αμιγείς προγόνους τους, και, ως εκ τούτου, ανίκανοι ακόμα και να προσεγγίσουν τα επιτεύγματά τους. Το 1913 στην είσοδο ενός εστιατορίου στην Καλιφόρνια έγραφε:
«Αμιγώς Αμερικανικό! Όχι Έλληνες».
Ένας Ελληνοαμερικανός καθηγητής από την περιοχή, που θα ασχοληθεί πολλά χρόνια αργότερα συστηματικά με τα επεισόδια και τους διωγμούς, με κυριότερο αυτόν της Ν. Ομάχα, που σημειώνονταν τότε θα τα παραλληλίσει με τη «νύχτα των κρυστάλλων του 1938» στη ναζιστική Γερμανία.
«Στο Πίτσμπουργκ (Πενσιλβάνια) οι εντόπιοι εύρον ως αφορμήν τον φόνον ενός μαύρου διά να δημιουργήσουν ταραχάς κατά των Ελλήνων και ολίγον δειν θα είχωμεν επανάληψιν των θλιβερών σκηνών της Ομάχας…».
Για «αθρόους διωγμούς» γίνεται λόγος στην πρώτη αξιόλογη μελέτη για το μεταναστευτικό, απ’ όπου αντλούνται και τα προηγούμενα περιστατικά. Πρόκειται για το συλλογικό έργο φοιτητών «Η Ελληνική μετανάστευσις», με πρόλογο του καθηγητή Ανδρέα Ανδρεάδη. Όπως σημειώνεται, διαβάζοντας κάποιος τον Τύπο θα «πεισθή ακραδάντως ότι κυοφορείται γενική εξέγερσις κατά των ξένων εργατών και ιδία των Ελλήνων». Προβλέπεται ότι αυτή θα έχει «ως άμεσον αποτέλεσμα την εκτόπισιν των εργατών τούτων από των διαφόρων εργασιών, εξαιρουμένων των αγροτικών».
Τους διωγμούς των Ελλήνων στην Ν. Ομάχα κατέγραψε αναλυτικά και ο ελληνοαμερικανός καθηγητής Τζον Μπίτζες, σε μια μελέτη του, η οποία δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του 1970 και βραβεύτηκε.
 
 
 
Άλλες μελέτες βέβαια που είχαν εκπονηθεί στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1940 παρουσίαζαν τους Έλληνες ως τους πλέον επιρρεπείς στη διάπραξη απεχθών εγκληματικών πράξεων και μάλιστα στο σύνολο των αδικημάτων οι Έλληνες προηγούνταν τόσο των Ιταλών όσο και των Ρώσων. Οι Έλληνες κατηγορούνται ότι οι περισσότερες από τις παραβατικές πράξεις τους αναφέρονται σε ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα, όπως ανθρωποκτονίες, βιασμοί, επιθέσεις, κλοπές, ληστείες και εμπορία ναρκωτικών. Η αντικειμενικότητα βέβαια αυτών των κατά πολλούς μονομερών μελετών αμφισβητείται, όπως συμβαίνει με κάθε είδους μελέτη εγκληματικότητας που αφορά την παραβατικότητα των μεταναστών σε ξένες χώρες, κατά τις οποίες οι μετανάστες πέφτουν θύματα ρατσισμού και αδίστακτης δυσφημιστικής προπαγάνδας.
Αν και η πρόβλεψη της αποχώρησης των Ελλήνων , δεν επαληθεύτηκε ποτέ, είναι ενδεικτική για τις προκαταλήψεις και την εχθρότητα που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν ως μετανάστες δεύτερης κατηγορίας, σ’ ένα έθνος μεταναστών, όπως οι ΗΠΑ.
Ακόμα και στην Αυστραλία, τα πράγματα για τους Έλληνες δεν σημειώνονται καλύτερα. Στα 1925, ο υφυπουργός προεδρίας του Queensland έγραφε:
«Οι Έλληνες της Βόρειας Κουϊνσλάνδης είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς μετανάστες. Ζουν στις πόλεις της περιοχής και επιδίδονται σε επιχειρήσεις καφενείων, πανδοχείων και άλλων λιγότερο ευυπόληπτων δραστηριοτήτων. Δεν είναι γεωργοί και δεν συνεισφέρουν τίποτα στον πλούτο ή την ασφάλεια αυτής της χώρας. Δεν επιδίδονται σε καμιά χρήσιμη εργασία η οποία θα διεκπεραιωνόταν λιγότερο καλά χωρίς τη βοήθειά τους.
Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφτηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Το βιοτικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας, αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς» αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Τσάκαλου.
Οι «λαθραίοι» έλληνες μετανάστες σε ΗΠΑ και Αυστραλία, όπου το διάστημα 1950 - 1974 υπολογίζονται σε τουλάχιστον 50.000, περιέγραφαν την ζωή στην ξένη χώρα σαν ένα διαρκές δίλλημα.
«Όλοι εμείς οι λαθραίοι βλέπουμε δυο εφιάλτες. Ο ένας είναι ότι θα πεθάνουμε στην Αμερική ξένοι και ανεπιθύμητοι, και ο άλλος είναι ότι θα μας πιάσει το Ιμιγρέσο (immigration service) και θα μας στείλει πίσω στην Ελλάδα να πεθάνουμε εκεί».
 
 
 
Χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή μιας Ελληνίδας εργάτριας στην Ολλανδία τη δεκαετία του 1960:

«Όταν ήρθα να δουλέψω στη Φίλιπς, είχα κάτι μάτια να! Και επειδή είχα τόσο καλά μάτια, ο προϊστάμενος μου ανέθετε όλη τη λεπτή δουλειά. Δεν μετακινήθηκα ποτέ σε άλλο πόστο. Επί δέκα χρόνια καθόμουνα σκυμμένη πάνω σε κείνα τα μικρά λαμπερά εξαρτήματα και τα διάλεγα. Ήμασταν δυο. Αν φτιάχναμε μαζί 15.000 κομμάτια την ημέρα, εγώ έκανα τα 11.000. Οπότε καταλαβαίνεις! Την άλλη γυναίκα την άλλαξαν γρήγορα, αλλά εμένα μ’ αφήσανε. Πολλές φορές ζήτησα να μου δώσουν άλλη δουλειά, γιατί κουραζόμουν πολύ να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Αλλά τότε ο προϊστάμενος μου έλεγε: Όχι εσένα δεν σ’ αλλάζουμε με καμιά κυβέρνηση. Εσύ κάνεις 11.000 κομμάτια. Είσαι η καλύτερη εργάτρια μας. Και όταν τον είδα τελευταία και του είπα ότι έχω σχεδόν τυφλωθεί στα δυο μάτια, μου είπε: ‘’Τι λες, κορίτσι μου, δεν το περίμενα να χάσουμε τέτοια καλή εργάτρια…’’».

Στην Αμερική, στην Αυστραλία, στην Γερμανία και σε όλες τις άλλες χώρες που δέχτηκαν τους έλληνες μετανάστες, κατά τις περιόδους οικονομικής κρίσης τα μέσα ενημέρωσης αναφέρονταν στην άνοδο της εγκληματικότητας αφού όπως συνηθίζεται, η ανεκτικότητα σταματά εκεί που σταματούν τα πλεονεκτήματα από τα φτηνά εργατικά χέρια. Καθώς περνούσαν τα χρόνια βέβαια η ζωή έπαιρνε το δρόμο της, ενώ οι Έλληνες σταδιακά ενσωματώνονταν.
Όμως η αρχή σε κάθε περίπτωση ήταν πανομοιότυπη. Έντονη ξενοφοβία με αποδέκτες Έλληνες που ανασύρει στη μνήμη μας  ουκ ολίγα περιστατικά αντιμεταναστευτικής υστερίας που εκφράζει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, μια χώρα που αν και σήμερα καταγράφεται ως κέντρο υποδοχής μεταναστών παλαιότερα πέρασε στην ιστορία ως χώρα αποστολής…
Η 18η Δεκεμβρίου ανακηρύχθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως Παγκόσμια Ημέρα Μετανάστη, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η εκστρατεία του ΟΗΕ για την προστασία του παγκόσμιου μετανάστη. Την ημερομηνία αυτή το 1990 υιοθετήθηκε από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ η «Διεθνής Συνθήκη για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Μεταναστών Εργατών και των μελών των Οικογενειών τους». Υπολογίζεται ότι το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού, γύρω στα 150 εκατομμύρια ψυχές, ζουν εκτός της πατρίδας τους.
Πηγή: Newsbeast.gr

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου