ΩΡΑ...

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Αίσωπος - Ο σκύλος και ο λύκος





Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα, οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες, δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.
Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.  Όμως παρά τις προσπάθειές του δεν κατάφερε να βρει φαγητό, γιατί τα σκυλιά της περιοχής φύλαγαν τόσο καλά τα κοπάδια με τα πρόβατα και τις γίδες, ώστε δε μπορούσε να αρπάξει κανένα.
Έτσι ο κακόμοιρος είχε γίνει πετσί και κόκαλο από την πείνα. Τριγυρνούσε λοιπόν απελπισμένος από ‘δω κι από ‘κει, όταν ξαφνικά, αντίκρισε μπροστά του ένα σκύλο, που έτρεχε πότε δεξιά και πότε αριστερά, σαν να ‘χε χάσει το δρόμο του. Όταν τον είδε ο λύκος, σκέφτηκε αμέσως πως θα μπορούσε να χορτάσει μ’ αυτόν την πείνα του. Αλλά δεν τόλμησε να του ριχτεί, γιατί ο σκύλος φαινόταν πολύ δυνατός. Πήγε λοιπόν κοντά του κι άρχισε να τον παινεύει.


«Γεια σου ξάδερφε!» του είπε ο λύκος μιας και οι σκύλοι με τους λύκους μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια. «Είσαι πολύ όμορφος και πολύ καλοθρεμμένος. Θα ‘θελα να γίνουμε φίλοι. Αλλά εγώ βλέπεις είμαι τόσο αδύνατος, που δε θα με καταδέχεσαι. Αλήθεια, τι κάνεις εδώ πέρα;»
Ο σκύλος τον κοίταξε παραξενεμένος.
«Κάνω μια βολτίτσα εδώ. Δεν είναι αλήθεια όμως πως δεν σε καταδέχομαι. Αν θέλεις έλα παρέα».
«Και γιατί κάνεις βόλτα, αν μου επιτρέπεις να ρωτήσω;»
«Μα και βέβαια, φίλε μου» απάντησε ο σκύλος. «Κάνω βόλτες για να χωνέψω μετά το φαγητό».
Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.
« Ώστε… τρως πολύ, ε;» ξαναρώτησε.
«Η αλήθεια είναι πως ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι» απάντησε ο σκύλος. 
Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:
«Και τι τρως, αν επιτρέπεται;»
«Μωρέ, ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου το φέρνει το αφεντικό μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά…»
«Και δεν μου λες…» έκανε ξέπνοα πια ο λύκος «κάθε πότε τρως;»
Ο σκύλος τον κοίταξε παραξενεμένος.
«Τι ερώτηση είναι αυτή; Τρώω τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ».
Ο λύκος ενθουσιάστηκε και ρώτησε:
«Και δεν μου λες ρε ξάδερφε… Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;»
«Μετά χαράς!» αποκρίθηκε ο σκύλος. «Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου».


Ξεκίνησαν χαρούμενοι κι οι δυο για το πλουσιόσπιτο όταν ο λύκος πρόσεξε πως ο λαιμός του σκύλου ήταν μαδημένος.
«Γιατί είναι μαδημένος ο λαιμός σου;» ρώτησε γεμάτος απορία.
«Αυτό; Δεν είναι τίποτα. Μαδήθηκε λίγο το τρίχωμα απ’ την αλυσίδα».
«Την αλυσίδα; Ποια αλυσίδα;» ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.
«Τι ποια αλυσίδα; Μα την αλυσίδα που με δένουν φυσικά» είπε ο σκύλος σαν να ‘λεγε το φυσικότερο πράγμα του κόσμου.
Ο λύκος κοντοστάθηκε.
«Ώστε δεν είσαι ελεύθερος να τριγυρνάς όπου θέλεις;»
«Όχι πάντοτε. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας με έχουν δεμένο και τη νύχτα με λύνουν».


«Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Αν είναι έτσι, δε μου αρέσει καθόλου να είμαι σκύλος. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά!»
Κα το έβαλε στα πόδια για να ξαναγυρίσει στο δάσος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου