ΩΡΑ...

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο Παπουτσωμένος Γάτος




Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας γέρος μυλωνάς με τους τρεις γιους του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει νέα από αρρώστια και καθώς ήταν φτωχός η οικογένειά του ζούσε μόνο με τα λιγοστά εισοδήματα που άφηνε ο μύλος. Κάποτε όμως ήρθε ο καιρός κι ο μυλωνάς αρρώστησε βαριά και πέθανε. Οι τρεις γιοι του τον έκλαψαν πολύ, πολύ περισσότερο που έμεναν πια εντελώς ορφανοί. Όταν άνοιξαν τη διαθήκη του είδαν ότι στο μεγαλύτερο γιο του άφηνε το μύλο του, στο δεύτερο γιο άφηνε τον γάιδαρό του και στο μικρότερο γιο άφηνε… μόνο τον γάτο του!
Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια πήραν το μερίδιό τους και ο ένας έγινε μυλωνάς, ενώ ο άλλος μετέφερε εμπορεύματα με το γάιδαρό του για να μπορέσει να ζήσει. Ο μικρός όμως γιος του μυλωνά έπεσε σε βαθιά απελπισία. Πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς το μύλο και το γάιδαρο; Δεν ήξερε καμιά άλλη δουλειά να κάνει και σίγουρα θα πέθαινε απ’ την πείνα.


Ο γάτος όμως που κληρονόμησε από τον πατέρα του δεν ήταν σαν τους συνηθισμένους γάτους που γνωρίζουμε. Ήταν πολύ έξυπνος και μιλούσε με ανθρώπινη λαλιά.
«Αφεντικό, μην απελπίζεσαι», είπε στο νεαρό αφεντικό του, που καθόταν σε μια πέτρα έξω απ’ το μύλο κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.
«Πώς να μην απελπίζομαι;» του απάντησε εκείνος. «Πώς θα ζήσω τώρα που πέθανε ο πατέρας μου; Δεν ξέρω να κάνω τίποτε».
«Έχε μου εμπιστοσύνη, αφεντικό και θα δεις ότι η τύχη σου δεν είναι τόσο κακή. Το μόνο που ζητάω από εσένα είναι ένα ζευγάρι μπότες και ένα σακί».
Ο νεαρός, μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, έδωσε στο γάτο ό,τι ζήτησε και αυτός τον χαιρέτησε κι έφυγε.
«Σε λίγες μέρες θα γυρίσω» φώναξε καθώς έστριβε στη στροφή του δρόμου. «Μέχρι τότε κάνε υπομονή!»
Ο νεαρός κούνησε το κεφάλι του αρνούμενος να πιστέψει ότι κάτι μπορούσε να γίνει και συνέχισε το κλάμα του έξω απ’ το μύλο του αδερφού του. Ο γάτος όμως, χωρίς να χάσει ούτε στιγμή, πήγε στην εξοχή. Κρύφτηκε σ’ ένα λιβάδι και περίμενε υπομονετικά. Λίγη ώρα αργότερα είδε να ξεπροβάλλει ένα κουνέλι. Το άφησε να πλησιάσει και ξαφνικά έδωσε ένα σάλτο και το γράπωσε! Το έκλεισε τότε σ’ ένα μικρό τσουβάλι και πήγε κατευθείαν στο παλάτι του βασιλιά.
«Αφήστε με να δω το βασιλιά», παρακάλεσε το φρουρό του παλατιού. «Του φέρνω ένα ωραίο δώρο!»


Ο φρουρός παραξενεύτηκε που είδε ένα γάτο που φορούσε μπότες, πολύ περισσότερο μάλιστα που τον άκουσε να μιλάει ανθρώπινα. Τον άφησε λοιπόν να περάσει και σε λίγο ο γάτος μπήκε στο παλάτι και παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα. Έκπληκτοι εκείνοι αντίκρισαν ένα «Παπουτσωμένο γάτο» να υποκλίνεται μπροστά τους.
«Μου είπαν ότι μου φέρνεις ένα δώρο», είπε σε λίγο ο βασιλιάς καθώς βρήκε την αυτοκυριαρχία του. «Για τι δώρο πρόκειται;»
«Μεγαλειότατε, σας έφερα ένα μεγάλο και παχύ αγριοκούνελο!», είπε ο γάτος και υποκλίθηκε ξανά.
Ο βασιλιάς καταχάρηκε με το δώρο του γάτου.
«Μπράβο, μπράβο, είναι πολύ καλό το δώρο σου», του είπε γελώντας. «Θα το δώσω στο μάγειρα να μου το ετοιμάσει για το μεσημέρι. Αλλά αλήθεια, ποιος μου στέλνει το υπέροχο αυτό δώρο;»
Ο γάτος έσκυψε το κεφάλι ντροπαλά.
 «Ο κύριός μου, μεγαλειότατε».
«Και… ποιος είναι ο κύριός σου;» ξαναρώτησε ο βασιλιάς.
«Ο μαρκήσιος του Καράμπα», του απάντησε ο πονηρός γάτος.
«Ο μαρκήσιος του Καράμπα… Δεν έχω ξανακούσει το όνομά του», είπε ο βασιλιάς ύστερα από λίγη σκέψη.
«Α, είναι πολύ πλούσιος ο κύριός μου, μεγαλειότατε. Ανοιχτοχέρης, πλούσιος, νέος και όμορφος».
«Α, ναι; Να του πεις ότι τον ευχαριστώ πολύ και θα ‘θελα να τον γνωρίσω κάποτε» είπε τότε ο βασιλιάς.
«Θα τον γνωρίσετε σύντομα, μεγαλειότατε» υποσχέθηκε ο γάτος κι αφού έκανε μια βαθιά υπόκλιση βγήκε από το παλάτι χαμογελώντας κάτω από τα μουστάκια του!
Ο πονηρός γάτος συνέχισε τους επόμενους μήνες να πηγαίνει δώρα στον βασιλιά και κάθε φορά έλεγε στο βασιλιά ότι του τα στέλνει ο μαρκήσιος του Καράμπα. Σε μία απ’ τις τελευταίες επισκέψεις του στο παλάτι ο Παπουτσωμένος Γάτος έμαθε ότι ο βασιλιάς αποφάσισε να κάνει μια βόλτα με την άμαξά του έξω από την πόλη. Τότε, έτρεξε γρήγορα στο αφεντικό του και τον παρακάλεσε να βγάλει τα ρούχα του και να μπει στο ποτάμι που περνούσε δίπλα από το δρόμο που θα περνούσε με την άμαξά του ο βασιλιάς.


Ο νεαρός έκανε αυτό που του είπε ο γάτος και τότε ο γάτος πήρε τα φτωχικά ρούχα του αφεντικού του και τα έκρυψε κάτω από μια πέτρα.
«Να θυμάσαι», είπε ο γάτος στο γιο του μυλωνά που τον κοιτούσε αποσβολωμένος, «ότι σε λένε μαρκήσιο του Καράμπα. Για όλα τα άλλα μη φοβάσαι, θα φροντίσω εγώ».
Όταν λοιπόν πλησίασε η συνοδεία του βασιλιά ο Παπουτσωμένος Γάτος πετάχτηκε στην μέση του δρόμου και άρχισε να φωνάζει βοήθεια.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο βασιλιάς τους υπηρέτες που τον συνόδευαν.
«Είναι ο Παπουτσωμένος γάτος, ο υπηρέτης του μαρκήσιου του Καράμπα» απάντησαν αμέσως εκείνοι αναγνωρίζοντας τον πονηρό γάτο που φώναζε όλο και πιο δραματικά καλώντας σε βοήθεια.
«Φέρτε τον αμέσως μπροστά μου» διέταξε ο βασιλιάς.
Οι υπηρέτες οδήγησαν το γάτο στο βασιλιά κι αυτός κλαίγοντας ψεύτικα έπεσε μπροστά στα πόδια του.
«Αχ βασιλιά μου, στον κύριό μου, το μαρκήσιο του Καράμπα, επιτέθηκαν ληστές, του έκλεψαν τα ρούχα, τα χρήματα και την άμαξα και τον έριξαν μέσα στο ποτάμι», είπε ο πονηρός γάτος.
Αμέσως ο βασιλιάς έδωσε εντολή να βγάλουν απ’ το ποτάμι το μαρκήσιο και αφού τον ντύσουν με τα καλύτερα ρούχα να τον οδηγήσουν κοντά του. Όταν ο νεαρός ντύθηκε ο βασιλιάς τον πήρε μαζί του στην άμαξα και συνέχισαν μαζί τη βόλτα.
Όμως πάνω στην άμαξα του βασιλιά ήταν και η πανέμορφη κόρη του, που μόλις είδε τον μαρκήσιο του Καράμπα ντυμένο όμορφα τον ερωτεύτηκε αμέσως.


Καθώς η βόλτα του βασιλιά συνεχίζονταν, ο Παπουτσωμένος Γάτος έτρεξε μπροστά από τη συνοδεία του βασιλιά. Σ’ ένα λιβάδι βρήκε μερικούς χωρικούς να κόβουν σανό.
«Ακούστε», τους παρακάλεσε, «σε λίγη ώρα θα περάσει από εδώ ο βασιλιάς. Αν σας ρωτήσει τίνος είναι τα λιβάδια αυτά εδώ, να του πείτε πως ανήκουν όλα στον μαρκήσιο του Καράμπα».
«Μα… γιατί να πούμε τέτοιο ψέμα;» απόρησαν εκείνοι.
«Κάνετέ μου σας παρακαλώ τη χάρη και μη ρωτάτε πολλά. Έχω το λόγο μου. Δεν πρόκειται να σας στοιχίσει τίποτε αυτό που σας ζήτησα. Άλλωστε είναι επιθυμία του αφέντη σας, του γίγαντα».
Λίγο πιο κάτω, βρήκε άλλους χωρικούς που θέριζαν το σιτάρι τους. Ζήτησε και από αυτούς το ίδιο:
«Αν σας ρωτήσει ο βασιλιάς τίνος είναι τα χωράφια με το σιτάρι, να του πείτε πως όλα είναι του μαρκήσιου του Καράμπα».
Έτσι και έγινε. Όταν έφτασε ο βασιλιάς στα λιβάδια και ρώτησε σε ποιον ανήκουν, οι χωρικοί του απάντησαν πως ανήκουν όλα στο μαρκήσιο του Καράμπα. Το ίδιο του απάντησαν και οι χωρικοί που θέριζαν το σιτάρι.
«Πολύ ωραία τα κτήματά σου», είπε ο βασιλιάς στον μαρκήσιο του Καράμπα. «Θα πρέπει να είσαι πολύ πλούσιος».


Ο Παπουτσωμένος Γάτος, στο μεταξύ, παρακολουθούσε από μακριά τη βασιλική συνοδεία και συνέχισε τα πονηρά του σχέδια. Έτρεξε γρήγορα - γρήγορα σε ένα μεγάλο πύργο που ήταν παρακάτω. Σ’ αυτό τον πύργο έμενε ένας πελώριος κακός γίγαντας, που μπορούσε να παίρνει τις μορφές διαφόρων ζώων. Ο γίγαντας ήταν πάρα πολύ πλούσιος και όλα τα κτήματα μέσα από τα οποία περνούσε ο βασιλιάς ήταν δικά του.
Μια και δυο ο γάτος χτυπάει την πόρτα του πύργου και παρουσιάζεται μπροστά στο γίγαντα.
«Τι θέλεις εδώ;» τον ρώτησε αγριεμένος ο γίγαντας.
«Έμαθα ότι είσαι μάγος και ότι μπορείς και παίρνεις τη μορφή όποιου ζώου θέλεις», του είπε ο γάτος.
«Και βέβαια είμαι» απάντησε όλο έπαρση ο γίγαντας.
«Ναι, καλά. Ποιος ξέρει τι κόλπα σκαρφίζεσαι και μ’ αυτά ξεγελάς τους αθώους αγράμματους χωρικούς» είπε τότε ο Παπουτσωμένος γάτος. Εγώ πάντως δεν πρόκειται ποτέ να πιστέψω κάτι τέτοιο, παρά μόνο αν το δω με τα μάτια μου».
«Ώστε έτσι, μικρέ ανόητε γάτε!» είπε θυμωμένος ο γίγαντας. «Για δες λοιπόν με τα μάτια σου για να πιστέψεις». Και αμέσως, με μια μόνο κίνηση, μεταμορφώθηκε σε ένα πελώριο λιοντάρι.
«Ω», έκανε ο γάτος και παρίστανε τον εντυπωσιασμένο. «Είσαι πράγματι σπουδαίος. Αναρωτιέμαι όμως», είπε πονηρά, «αν το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μεταμορφώνεσαι σε τόσο μεγάλα ζώα. Σίγουρα δε θα είναι το ίδιο εύκολο να μεταμορφώσεις τον εαυτό σου σε κάτι μικρό, ας πούμε σε ένα μικρό ποντικάκι».


Ο γίγαντας γέλασε τρανταχτά.
«Και βέβαια μπορώ να το κάνω. Για δες!» απάντησε ο γίγαντας και αμέσως μεταμορφώθηκε σε ποντικάκι.
Τότε ο πονηρός γάτος όρμησε πάνω του, τον άρπαξε αμέσως και τον έκανε μια χαψιά!
Λίγη ώρα αργότερα η βασιλική συνοδεία έφτασε στον πύργο. Ο Παπουτσωμένος Γάτος άνοιξε την πόρτα και καλωσόρισε τον βασιλιά στον πύργο του μαρκήσιου του Καράμπα. Ο βασιλιάς έμεινε ενθουσιασμένος από τα πλούτη του μαρκήσιου και αμέσως του πρότεινε να παντρευτεί την κόρη του. Ο γιος του μυλωνά που είχε γοητευτεί από την όμορφη πριγκίπισσα δέχτηκε και σε λίγες μέρες έγινε ο γάμος τους.
Έτσι, ο Παπουτσωμένος Γάτος κατάφερε να βοηθήσει τον κύριό του, όπως του είχε υποσχεθεί και από την ημέρα εκείνη έζησαν και οι δύο αχώριστοι και ευτυχισμένοι στο νέο τους πύργο.


Μάλιστα, ο γάτος από ντυνόταν με τα ομορφότερα ρούχα, ενώ ο… μαρκήσιος του Καράμπα, όπως έλεγαν τώρα πια το νεαρό γιο του μυλωνά, είχε στην υπηρεσία του έναν ειδικό μάγειρα για να μαγειρεύει νόστιμους μεζέδες για τον Παπουτσωμένο Γάτο.
Ο «πανούργος παπουτσωμένος γάτος», ένα γαλλικό παραμύθι του 1697, από τον Charles Perrault

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου