ΩΡΑ...

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Η Σταχτοπούτα - Αδελφοί Γκριμ



Ζούσε κάποτε σε μια μακρινή χώρα ένας καλός κι ευγενικός έμπορος με τη γυναίκα του και τη μικρή τους κόρη. Η γυναίκα του όμως αρρώστησε και πέθανε κι ο άντρας της αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί, για να έχει η αγαπημένη του κόρη μια μητέρα. Δεν ήξερε όμως τι τον περίμενε... Η νέα του γυναίκα ήταν κακιά και φαντασμένη και οι δύο της κόρες ήταν όμορφες στην όψη, μα άσχημες στην καρδιά.
 


Δεν πέρασε λίγος καιρός και ο έμπορος αναγκάστηκε να φύγει για ένα μακρινό ταξίδι. Έτσι άφησε τη κόρη του μόνη με τη μητριά και τις δυο της κόρες. Μόλις έφυγε ο πατέρας της κοπέλας, η μητριά της που τη ζήλευε γιατί ήταν όμορφη και καλή, την έντυσε με κουρέλια και την έβαζε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού σαν να ήταν υπηρέτρια. Της φερόταν πολύ άσχημα και επειδή η καημένη ήταν συνέχεια κουρασμένη και βρόμικη από τις στάχτες της κουζίνας τη φώναζαν Σταχτοπούτα.

Ο καιρός κυλούσε κι ο πατέρας της Σταχτοπούτας δεν έλεγε να επιστρέψει απ’ το ταξίδι του. Στο μεταξύ το φτωχό κορίτσι υπέφερε στα  χέρια της μητριάς του και των δύο κοριτσιών της, που ήταν πολύ κακομαθημένες και έδειχναν ανοιχτά πια πως τη μισούσαν. Η καημένη η Σταχτοπούτα είχε γίνει η υπηρέτριά τους.
 
Μια μέρα ο βασιλιάς της χώρας αποφάσισε να διοργανώσει ένα μεγάλο χορό για να βρει γυναίκα ταιριαστή για το γιο του τον πρίγκιπα. Μόλις άκουσαν τα νέα οι αδερφές τις Σταχτοπούτας άρχισαν αμέσως να ετοιμάζονται για το χορό. Η μητέρα τους πίστευε πως σίγουρα μια από τις δυο τους θα κατάφερνε να συγκινήσει τον πρίγκιπα και θα γινόταν πριγκίπισσα. Η Σταχτοπούτα δούλεψε πολύ σκληρά για να ετοιμάσει τα φουστάνια τους και να τις κάνει όσο πιο όμορφες μπορούσε για το χορό. 


Κι όταν ρώτησε τη μητριά της αν μπορούσε να πάει κι αυτή μαζί τους, εκείνη όλο κακία γέλασε και είπε: 
«Είσαι πολύ άσχημη και πολύ βρόμικη για να σε πάρουμε μαζί μας, Σταχτοπούτα. Όχι, όχι. Δεν μπορείς να έρθεις στο παλάτι. Θα μείνεις κλειδωμένη στην κουζίνα μέχρι να γυρίσουμε…»
Η μητριά και οι κόρες της έφυγαν ντυμένες και στολισμένες για το χορό ενώ η Σταχτοπούτα γύρισε στην κουζίνα και έβαλε τα κλάματα.
«Αχ, να μπορούσα να πάω και εγώ στο χορό του πρίγκιπα!» μονολογούσε μέσα στα αναφιλητά της.


Ξαφνικά εκεί που έκλαιγε είδε ένα φως και μπροστά της παρουσιάστηκε μια όμορφη γυναίκα. Τρομαγμένη η Σταχτοπούτα προσπάθησε να τρέξει μακριά, όταν η όμορφη γυναίκα της μίλησε:
«Σταχτοπούτα, δε με γνωρίζεις, αλλά είμαι η νονά σου και είμαι νεράιδα. Ξέρω τι περνάς με αυτές τις μέγαιρες. Θα σε βοηθήσω εγώ κορίτσι μου να πας στο χορό του πρίγκιπα».

Βγήκαν μαζί στο κήπο και η νονά της άγγιξε με το μαγικό της ραβδάκι μια κολοκύθα, που αμέσως μεταμορφώθηκε σε μια μεγάλη άμαξα. Κάτι ποντικάκια που έπαιζαν εκεί γύρω έγιναν με ένα κούνημα του μαγικού ραβδιού της νεράιδας όμορφα άλογα. Τέλος άγγιξε και τη Σταχτοπούτα με το ραβδί της. Έκπληκτη εκείνη κοιτάχτηκε και είδε πως φορούσε ένα χρυσό φόρεμα και δυο κρυστάλλινα γοβάκια.
 

«Και τώρα μικρή μου είσαι έτοιμη για το χορό! Αλλά πρόσεξε! Πρέπει να φύγεις από το χορό οπωσδήποτε πριν από τα μεσάνυχτα, γιατί μόλις το μεγάλο ρολόι του παλατιού ολοκληρώσει του δώδεκα χτύπους του τα μάγια θα λυθούν. Η άμαξα θα γίνει ξανά κολοκύθα, τα άλογα ποντικάκια και τα ρούχα σου κουρέλια!»
Η Σταχτοπούτα ευτυχισμένη που θα πήγαινε στο χορό ανέβηκε στην άμαξα και έφυγε, αφού πρώτα ευχαρίστησε τη νονά της. Της υποσχέθηκε πως θα γυρνούσε σίγουρα πριν από τα μεσάνυχτα.


Όταν έφτασε στο παλάτι οι δυο αδερφές της συναγωνίζονταν για την εύνοια του πρίγκιπα και έδειχναν ότι μπορούσαν να τα καταφέρουν. Ξαφνικά όμως, καθώς μιλούσαν με τον πρίγκιπα, ένα επιφώνημα θαυμασμού απλώθηκε σε όλο το παλάτι. Η Σταχτοπούτα μπήκε στην αίθουσα του χορού και όλοι έμειναν άφωνοι από την ομορφιά της. Αναρωτιόταν  ποια ήταν η όμορφη νέα και από πού είχε έρθει. Η μητριά και οι κόρες της που δεν την αναγνώρισαν με το αστραφτερό της φόρεμα είχαν σκάσει από τη ζήλια τους! Είδαν πως ο πρίγκιπας τις είχε εγκαταλείψει, αμέσως μετά την είσοδο της Σταχτοπούτας, πως είχε μαγευτεί απ’ την ομορφιά της και όλο το βράδυ χόρευε μόνο μαζί της. 


Η Σταχτοπούτα ερωτεύτηκε αμέσως τον πρίγκιπα το ίδιο κι αυτός εκείνη. Χόρευαν ευτυχισμένοι ώσπου ξαφνικά... Ντιν, Νταν! Το ρολόι του παλατιού άρχισε να σημαίνει μεσάνυχτα! Η Σταχτοπούτα χωρίς να πει λέξη, τρομαγμένη, άρχισε να τρέχει για να φύγει, πριν λυθούν τα μάγια και γίνει ξανά η φτωχή κοπέλα με τα κουρέλια της. «Στάσου!» φώναξε ο πρίγκιπας, μα δεν την πρόλαβε. Το μόνο που βρήκε απ’ τη Σταχτοπούτα ήταν το γοβάκι της που τρέχοντας για να φύγει είχε πέσει στις σκάλες. 


Η Σταχτοπούτα ίσα - ίσα πρόλαβε να μπει στην κουζίνα, πριν φτάσουν οι αδερφές της και η μητριά της στο σπίτι, εξαιρετικά θυμωμένες με ό,τι είχε συμβεί στο παλάτι. Μιλούσαν για την όμορφη κοπέλα που έκλεψε τον πρίγκιπα, αγνοώντας ότι η κοπέλα αυτή ήταν η Σταχτοπούτα που μόνη της στην κουζίνα έκλαιγε την τύχη της, καθώς ήξερε πως δεν ήταν δυνατό να ξαναδεί τον πρίγκιπα.
Όμως την επόμενη μέρα ο πρίγκιπας ξετρελαμένος με την όμορφη κοπέλα έστειλε τους αυλικούς του να ψάξουν σε όλο το βασίλειο και να του φέρουν όποια κοπέλα θα ταίριαζε στο πόδι της το κρυστάλλινο γοβάκι. Οι αυλικοί άρχισαν να γυρίζουν όλο το βασίλειο, αλλά μάταια. Καθώς οι μέρες περνούσαν και η  κοπέλα δεν βρίσκονταν αναπτερώνονταν οι ελπίδες της μητριάς και των κορών της, ότι μπορούσαν να γίνουν πριγκίπισσες. Όλη μέρα πια δοκίμαζαν γοβάκια, άλλοτε πιο μεγάλα και άλλοτε πιο μικρά, ώστε να προσποιηθούν ότι το γοβάκι ήταν δικό τους.


Με τα πολλά οι αυλικοί του βασιλιά έφτασαν και στο σπίτι της Σταχτοπούτας.
Οι αδερφές της δοκίμασαν το γοβάκι, αλλά παρά τις ατέλειωτες πρόβες τους, το γοβάκι τούς ήταν πολύ μικρό. Η Σταχτοπούτα ήθελε και αυτή να το δοκιμάσει άλλα η μητριά της δεν την άφησε.
«Τι δουλειά έχεις εσύ να ανακατεύεσαι με πρίγκιπες; Εσένα η δουλειά σου είναι στη κουζίνα» της είπε με κακία.
Ο αρχιαυλικός όμως που άκουσε τυχαία τη συζήτηση αγνόησε τη κακιά μητριά, φώναξε τη Σταχτοπούτα και της έδωσε το γοβάκι. Η Σταχτοπούτα το φόρεσε και το κρυστάλλινο γοβάκι ταίριαξε τέλεια στο πόδι της. Όταν είδαν πως της έκανε, η μητριά και οι κόρες της πρασίνισαν από το κακό τους!


Γεμάτος χαρά ο αρχιαυλικός οδήγησε αμέσως τη Σταχτοπούτα στο παλάτι και ο πρίγκιπας την αναγνώρισε. Ο αρραβώνας τους ανακοινώθηκε την ίδια ημέρα με τελάληδες που γύρισαν όλη τη χώρα. Οι δύο αδερφές και η μητριά της έσκασαν από το κακό τους και έφυγαν άρον άρον απ’ το βασίλειο κι ούτε που ξανάκουσε ποτέ κανείς γι’ αυτές.
Όσο για τη Σταχτοπούτα παντρεύτηκε τελικά τον πρίγκιπα και έμειναν στο παλάτι μαζί με τον πατέρα της που γύρισε επιτέλους απ’ το ταξίδι του.  Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου