ΩΡΑ...

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Κωστής Παλαμάς - Απόσπασμα από τον Προφητικό - Ο Δωδεκάλογος του γύφτου




Μες στις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις , κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμα της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.

Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι .
Θα ‘ρθει κι η ώρα εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου γέρνεις όμως
το πρωί για να σε δε θα γυρίσει.


Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητιές
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από δροσοσταλαματιές
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ άχνα βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμή
και της χυτής σου της φωτιάς το θάμα
και στο κάστρο σου σπρωγμέν’ η Ανατολή
λυσσομάναε με τη Δύση αντάμα.
Και κρατούσες των αρμάτων την πλημμύρα ,
κι ορθός κι άσειστος της δύναμής σου ο κάβος
λυγισμένοι ομπρός σου
να κι ο Τούρκος , να κι ο Φράγκος , να κι ο Σλάβος.
Στην χυτή σου τη φωτιά, ω! τι μοίρα!
καιρούς κι αιώνες έκαιες τον οχτρό σου
στη χυτή σου τη φωτιά, ω!  τι μοίρα!
μόνη σου θα πέσεις να καείς ,
τρισαπελασμένη της ζωής.

Και χορό τριγύρω σου στήνουν
με βιολιά και με ζουρνάδες
γύφτοι, οβραίοι, αράπηδες, πασάδες,
και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν,
και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες
και τ’ αγόρια σου τ’ αγνά θα τα μολέψουν
με τ’ αγκάλιασμα τους οι σουλτάνοι,
και τα λείψανά σου θα στα κλέψουν
οι ζητιάνοι .

Χώρα τρισκατάρατη, απ’ τα ύψη
σε ποια βύθη , χώρα αμαρτωλή!
Και κανένας να σου δώσει δε θα σκύψει
του θανάτου το στερνό φιλί.

Και το πέσιμό σου θα βροντήξει
κι ένα μοιρολόι σου θα ουρλιάσει
και το μοιρολόι σου θα το πνίξει
από πάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση.
Μια καινούργια πλάση, μια γεννήτρα
θα φουντώσει απ’ τα χαλάσματά σου ,
κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα,
διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου.
Πλάση αταίριαστη μ’ εσέ και ξένη,
κι ας την έχεις με το γάλα σου ποτίσει
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση.

Κι η Ψυχή σου, ω Πολιτεία
κολασμένη από την αμαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέσαι κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους,
θα σπαράζει και θα πλέει μες στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι μέσα στ’ άδεια,
μες' στην άβυσσο μια βάρκα
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα
κι η βάρκα ύστερα θα φτάνει
σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι.
Και θα ζεις ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα μοιρολογάς, των ξεπεσμών
ω ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,
δε θα ‘βρει ν’ αναπαυτεί
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνει,
κι όπου πάει κι όπου σταθεί,
σε κορμί χειρότερο θα μπαίνει.

Και θα ‘ρθει μια μέρα, μαύρη μέρα!
Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
θα κατασταλάξει πέρα, πέρα
στη καμαρωμένη Γη,
στου ήλιου τη χαρά, στ’ Απρίλη τον αέρα.
Και στο φως θα βγει
και ξαφνίζοντας τον ήλιο,
σα θρεμμένο απ’ το δικό σου αίμα,
ένα γέλιο, ένα παράλλαμα, ένα ψέμα,
ένα κλάμα , ένα Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο .

Ο δικέφαλος αητός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ’ άξια και με τ’ άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους , κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
- και τα νύχια του είν’ αρπαγιά -
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά
και το γέλιο, και το ψέμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μες στον ήλιο,
κοίτα, Θεέ! θα σέρνεσαι μπροστά
σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Μ’ όλα  σου δε θα ζει μεγαλοσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι και αρλεκίνοι.
Και σοφοί του κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του ευνούχοι.

Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις βαθιά
στου Κακού τη σκάλα -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Ανθολογία Κωστή Παλαμά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου