ΩΡΑ...

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Τα τρία αινίγματα



Μια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας απ’ τους δυο ήταν έξυπνος, ο άλλος ήταν κουτός. Μια μέρα λέει ο έξυπνος του κουτού:
«Αδερφέ, θέλω να μοιράσουμε το κτήμα».
«Να το μοιράσουμε, αδερφέ μου», λέει ο καημένος ο κουτός.
Πάει λοιπόν κάποια μέρα ο έξυπνος και μοιράζει το κτήμα και διαλέγει κιόλας. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό· το μισό ήταν πρώτης γραμμής γη και τ’ άλλο ήταν ένα παλιοχώραφο. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι άφησε τ’ αλλουνού το άχρηστο, το παλιοχώραφο. Ο καημένος ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό κι αφού δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά.
Ο βασιλιάς μόλις έμαθε τι έγινε στέλνει ευθύς ένα στρατιώτη και καλεί τον άλλο αδερφό και προσπάθησε να τους συμβιβάσει, μα αυτοί τίποτε! Ήθελαν και οι δυο το καλό χωράφι. Τους λέει τότε να μοιράσουν το κτήμα αλλιώτικα, να πάρουν κι οι δυο κι από το καλό κι από τ’ αχαμνό. Μα αυτοί τίποτε! Ήθελαν και οι δύο το καλό. Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς σκέφτηκε να τους πει ένα αίνιγμα κι όποιος το εξηγήσει, να πάρει το καλό χωράφι. Τους λέει λοιπόν:
«Για να μη μαλώνετε, θα σας πω ένα αίνιγμα κι όποιος το εξηγήσει, θα πάρει το καλό χωράφι».
Είπαν κι οι δυο «ναι». Ο έξυπνος ήταν όλος χαρά! Σου λέει, ο αδερφός μου είναι κουτός· εγώ θα το εξηγήσω. Τους λέει λοιπόν ο βασιλιάς:
«Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου, και σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε».
Φεύγουν αυτοί, πάνε στα σπίτια τους. Αρχίζει ο έξυπνος να σκέφτεται. Αυτό είναι, εκείνο είναι, τ’ άλλο είναι… Ο καημένος ο κουτός δεν ήταν άξιος να σκεφθεί τίποτε. Στενοχωριόταν λοιπόν κι αναστέναζε όλη μέρα κι όλη νύχτα.


Η θυγατέρα του, που η ομορφιά της δεν είχε ταίρι στον κόσμο τον άκουσε που αναστέναζε και τον ρώτησε:
«Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;»
Της λέει λοιπόν την ιστορία, πως τους είπε ο βασιλιάς να του εξηγήσουν ένα αίνιγμα κι όποιος το εξηγήσει, θα πάρει το καλό χωράφι.
«Και τι είναι το αίνιγμα αυτό, πατέρα;»
«Θέλει να του πούμε ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου».
«Μη στενοχωριέσαι, πατέρα μου», του λέει, «και την ημέρα που θα ‘ναι για να πας στο βασιλιά, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις».
Το άκουσε ο κουτός κι αναστέναξε γεμάτος ικανοποίηση. Πέρασαν οι μέρες, ήρθε η ώρα που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε και ρωτάει τη θυγατέρα του, κι εκείνη του λέει:
«Θα πεις, πατέρα, πως το πιο γρήγορο πράγμα του κόσμου είναι ο νους».
Πάνε λοιπόν στο παλάτι, και τους ρωτάει ο βασιλιάς αν βρήκαν την απάντηση. Αμέσως ο έξυπνος λέει πως το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου είναι το πουλί.
«Όχι», του λέει ο βασιλιάς.
«Είναι τ’ άλογο».
« Όχι», του ξαναλέει ο βασιλιάς. «Δεν είναι ούτε το άλογο. Για λέγε εσύ», λέει του άλλου.
«Πολυχρονεμένε μου βασιλιά», λέει ο κουτός, «το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, ο νους μας μπορεί να ’ναι στην Αμερική!»
«Μάλιστα», λέει ο βασιλιάς, «το βρήκες. Θα σας πω όμως άλλο ένα. Θα μου πείτε ποιο είναι το βαρύτερο πράμα του κόσμου».
Ο έξυπνος λέει πάλι μέσα του: «Όσο γι’ αυτό θα το ‘βρω». Πάει λοιπόν πάλι σπίτι του κι αρχίζει να σκέφτεται. Ο καημένος ο κουτός ήταν σίγουρος. «Εγώ έχω τη θυγατέρα μου που θα μου πει», έλεγε από μέσα του. Της το λέει λοιπόν πως αυτό κι αυτό έγινε και τώρα θέλει ο βασιλιάς να του πούμε ποιο είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμου.
Του λέει λοιπόν η θυγατέρα του, πως την ημέρα που θα είναι να πάνε στο βασιλιά, θα του πει την απάντηση. Η καημένη η κοπέλα φοβόταν· μπορεί, έλεγε, να το πει, να τ’ ακούσει ο θείος μου και να το πει εκείνος στο βασιλιά, να κερδίσει.
Πέρασαν πάλι οι οχτώ μέρες που τους είχε ορίσει ως προθεσμία ο βασιλιάς και πάει ο κουτός και ρωτά τη θυγατέρα του για την απάντηση. Αυτή του λέει:
«Να πας στο βασιλιά και να του πεις πως το βαρύτερο πράγμα του κόσμου είναι η φωτιά. Κι αν σε ρωτήσει γιατί, να του πεις πως είναι το βαρύτερο πράγμα, γιατί δεν μπορεί κανείς να σηκώσει πολλή».
Φεύγουν, πάνε στο παλάτι, τους ρωτάει ο βασιλιάς. Πρώτος λέει ο έξυπνος, πως το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι.
«Όχι», του λέει ο βασιλιάς.
«Το σίδερο».
«Μήτε αυτό».
Τότε λέει ο κουτός:
«Το βαρύτερο πράμα του κόσμου είναι η φωτιά».
«Μα γιατί;» τον ρωτάει ο βασιλιάς.
«Γιατί δε μπορούμε να τη σηκώνουμε».
«Ναι, αυτό είναι», λέει ο βασιλιάς. «Θα σας πω όμως άλλο ένα και θα ’ρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θα μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου».
Φεύγουν πάλι, πάνε στα σπίτια τους. Πέφτει πάλι ο έξυπνος σε συλλογή. Σκέφτεται: «Τι είναι; Τι δεν είναι; Τα λεφτά είναι!» Ο άλλος το λέει στη θυγατέρα του. «Θα σου πω, πατέρα, όταν έρθει η ώρα», του απαντά εκείνη.
Ήρθε πάλι η ώρα, πάει, τη ρωτάει· του λέει η κοπέλα:
«Θα πεις πως είναι το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι η γη, κι αν εκείνος θα σε ρωτήσει το γιατί, εσύ θα πεις πως, αν δεν υπήρχε η γη, πού θα στεκόμασταν;»
Πάνε πάλι στο παλάτι. Λέει ο έξυπνος πως το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι τα λεφτά.
«Όχι», του λέει ο βασιλιάς.
«Ε, τότε είναι το ψωμί».
«Όχι».
Λέει λοιπόν κι ο καημένος ο κουτός πως το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι η γη.
«Ναι», λέει ο βασιλιάς. «Η γη είναι. Τώρα είναι δικό σου το καλό χωράφι».
Μετά την κρίση του βασιλιά ο έξυπνος αδερφός κατάλαβε ότι έχασε και έσκυψε το κεφάλι του.
Πριν φύγουν από το παλάτι, παίρνει ο βασιλιάς τον κερδισμένο και πάνε σε μια άλλη κάμαρα του παλατιού και του λέει:
«Θέλω να μου πεις ποιος σου εξήγησε τα αινίγματα αυτά κι ήρθες και τα είπες;»
«Μοναχός μου, βασιλιά μου, τα σκέφτηκα» απαντά ο κουτός.
«Δε λες αλήθεια», λέει ο βασιλιάς. «Θέλω να μου πεις ποιος σου τα είπε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου».
Αρχίζει λοιπόν ο άνθρωπος να του λέει πως έχει μια θυγατέρα κι εκείνη του τα είπε.
«Να την φέρεις αύριο στο παλάτι, να τη δω, διατάζει ο βασιλιάς.
Την άλλη μέρα παίρνει ο καημένος ο γέρος τη θυγατέρα του και πάνε στο παλάτι.


Μόλις την είδε ο βασιλιάς, ζαλίστηκε απ’ την ομορφιά της. Της κάνει αμέσως πρόταση να γίνει γυναίκα του.
«Αυτό δεν μπορεί να γίνει», είπε η κοπέλα. «Του λόγου σου είσαι βασιλιάς, ενώ εγώ μια φτωχή κοπέλα. Όχι! Δε γίνεται!»
«Αφού σε θέλω εγώ, που είμαι βασιλιάς τι σε νοιάζει εσένα; Θα γίνει και κανείς δε θα πει τίποτε. Μόνο ένα πράγμα σου ζητώ. Θα συντάξουμε ένα συμβόλαιο και θα υπογράψεις πως δε θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου· αν θελήσεις ποτέ σου ν’ ανακατευτείς, θα διαλέξεις ό,τι θέλεις να πάρεις απ’ το παλάτι μου και θα φύγεις».
«Πολύ καλά», είπε η κόρη.
Έκαναν λοιπόν το συμβόλαιο και υπογράφει η κοπέλα. Έγινε ο γάμος τους και ζούσανε καλά κι ευτυχισμένα. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν στις δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος.
Αφού πέρασαν λίγα χρόνια, μια μέρα καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και βλέπει να έρχεται ένας άνθρωπος με το γαϊδουράκι του φορτωμένο· μα έξαφνα του ψοφά ο γάιδαρος εκειδά που περπατούσε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά - αριστερά, για να του δώσει κάποιος βοήθεια. Εκείνη δα την ώρα περνούσε άλλος άνθρωπος με το γάιδαρό του και βλέπει που ο ψόφιος γάιδαρος είχε καινούργιο σαμάρι. Βγάζει λοιπόν το παλιό του δικού του και παίρνει το καινούργιο.
Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του.
Η βασίλισσα από πάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:
«Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι, γιατί ήταν δικό του».
Κι έτσι έγινε, αφού το διάταξε η βασίλισσα. Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκανε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι ευθύς λέει της βασίλισσας:
«Να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν κράτησες τη συμφωνία μας».
Μα η βασίλισσα, έξυπνη, του λέει:
«Θα φύγω ευθύς, μόνο το βράδυ να φάμε μαζί».
«Καλά», απαντά ο βασιλιάς.
Η βασίλισσα όμως, όταν έτρωγαν, έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και, μόλις αυτός το ήπιε, αμέσως κοιμήθηκε. Ευθύς εκείνη διάταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Αφού την ετοιμάσανε, διατάζει και πιάνουν το βασιλιά, όπως ήταν κοιμισμένος, και τον βάζουν μέσα και μια και δυο πηγαίνει στο σπίτι του πατέρα της. Ο πατέρας της άμα την είδε, τρόμαξε και τη ρώτησε:
«Τι τρέχει παιδί μου;»
Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να σωπάσει. Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους.
Το πρωί άμα ξύπνησε ο βασιλιάς, κοίταζε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του κι ευθύς πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:
«Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;»
«Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι», λέει ο βασιλιάς θυμωμένος.
«Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου».
«Και ποιος σου έδωσε την άδεια να με φέρεις εδώ», ρωτάει αγριεμένος ο βασιλιάς.
Ευθύς εκείνη του δείχνει το συμβόλαιο που είχαν κάνει και το οποίο έγραφε ότι μπορούσε να διαλέξει ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει· και του λέει:
«Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα πήρα».
Γέλασε συγκινημένος τότε ο βασιλιάς και της λέει:
«Μπράβο σου! Εσύ είσαι πιο έξυπνη από μένα! Στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες τις υποθέσεις του βασιλείου μας».
Σηκώνονται λοιπόν και πάνε πίσω στο παλάτι τους. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου