ΩΡΑ...

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Έθιμα της Πρωτομαγιάς


Μαγιάτικο στεφάνι ή μαγιοστέφανο - «Πιάνω το Μάη»
Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς έχει να κάνει με την ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, τη βλάστηση. Απότοκο των δοξασιών αυτών είναι το μαγιάτικο στεφάνι στην πόρτα των σπιτιών από διάφορα άνθη και καρπούς.
Την πρώτη μέρα του Μάη, αναζητούμε στη φύση την ομορφιά και τη δροσιά της Άνοιξης. Κόβουμε λουλούδια από τους αγρούς για να πλέξουμε πολύχρωμα στεφάνια που θα κρεμάσουμε στη συνέχεια στις πόρτες των σπιτιών.


Το έθιμο της Πρωτομαγιάς να στολίζουμε τις πόρτες των σπιτιών με στεφάνια λουλουδιών έρχεται από τα πολύ παλιά χρόνια και τότε συμβόλιζε την υποδοχή της δύναμης της φύσης στο σπιτικό.
Στα μέρη της Μικράς Ασίας σε κάθε στεφάνι έβαζαν, εκτός από λουλούδια, ένα σκόρδο για τη βασκανία, ένα αγκάθι για τον εχθρό κι ένα στάχυ για την καλή σοδειά. Το μαγιάτικο στεφάνι στόλιζε τις πόρτες των σπιτιών ως του Αϊ - Γιαννιού του Θεριστή και τότε το καίγανε στις φωτιές του αγίου.
Το μαγιοστέφανο, φτιάχνεται από εφτά ειδών λουλούδια και έχει δύναμη μαγική - αποτρεπτική. Σε κάθε στεφάνι βάζουν σκόρδο για τη βασκανία, αγκάθι για τον εχθρό, στάχυ για να φέρει ευφορία. Για να πιάσουν οι ευχές που έκαναν οι νοικοκυρές παλιότερα, το μαγιάτικο στεφάνι έπρεπε να γίνεται από συγκεκριμένα λουλούδια:


Ανθισμένο σπίτι: Τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, βιόλες, πασχαλιές (λιλά), γεράνια.
Ευτυχία του σπιτιού: Kλωνάρια ανθισμένα από αγιόκλημα και από ελιά.
Γεμάτο σπίτι: Στάχυα και λουλούδια του κάμπου, όπως μαργαρίτες, παπαρούνες.
Για τη γλωσσοφαγιά: Μια κουκιά (φυτό) με τις ρίζες και τους καρπούς της.
Για την αγάπη των κοριτσιών του σπιτιού: Ένα κλωνάρι λυγαριά.
Για το μάτι: Ένα κεφάλι σκόρδο, κρεμασμένο στη μέση στο στεφάνι για να φαίνεται.
Στα Δωδεκάνησα, μαζεύουν ένα λουλούδι που το λένε «ανοιχτομάτη» και πιστεύουν πως όποιος το έχει είναι πάντα γερός και τυχερός.


Το αμίλητο νερό
Σε νησιά του Αιγαίου την Πρωτομαγιά, τα κορίτσια σηκώνονταν την αυγή και έπαιρναν μαζί τους τα λουλούδια, που είχαν μαζέψει από την παραμονή και πήγαιναν στα πηγάδια να φέρουν το «αμίλητο νερό» (αμίλητο γιατί το κουβαλούσαν χωρίς να μιλούν). Όταν το έφερναν στο σπίτι, πλένονταν όλοι με αυτό.
Σύμφωνα με τη δοξασία αυτή το πρωινό νερό και η πρωινή του δροσιά έχει εξαγνιστική και ανανεωτική δύναμη. 


Ο Μάης των Αγροτών
Οι αγρότες επιλέγουν να φτιάξουν το Μάη τους με πρασινάδες και καρπούς, σκόρδο για τη βασκανία και αγκάθι για τον εχθρό.
Στο Ρέισδερε της Σμύρνης, οι αγρότες, την παραμονή της Πρωτομαγιάς πήγαιναν στην εξοχή για να κόψουν οτιδήποτε είχε καρπό: σιτάρι, κριθάρι, κλαδιά συκιάς με τα σύκα, σκόρδα, κρεμμύδια, κλαδιά αμυγδαλιάς με τα αμύγδαλα, κλαδιά ροδιάς με τα ρόδια.
Στην Αγιάσο, κάνουν στεφάνια από όλα τα λουλούδια και βάζουν μέσα «δαιμοναριά», άγριο χόρτο με πλατιά φύλλα και κίτρινα λουλούδια για να δαιμονίζονται οι γαμπροί.
Στη Σέριφο, αποβραδίς, κρεμούν στην πόρτα ένα στεφάνι από λουλούδια τσουκνίδες, σκόρδο και κριθάρι. 


Μαγιόξυλο
Σε χωριά της Κέρκυρας, οι κάτοικοι περιφέρουν έναν κορμό κυπαρισσιού, ο οποίος είναι σκεπασμένος με κίτρινες μαργαρίτες και γύρω του έχει ένα στεφάνι με χλωρά κλαδιά. Με το μαγιόξυλο αυτό, οι νέοι εργάτες ντυμένοι με κάτασπρα παντελόνια και πουκάμισα και κόκκινα μαντήλια στο λαιμό βγαίνουν στους δρόμους, τραγουδώντας το Μάη.


Μαγιόπουλο
Τα έθιμα της Πρωτομαγιάς περιλαμβάνουν μιμικές πράξεις για άμεση και παραστατική αναπαράσταση της αναγέννησης της φύσης. Ένα απ’ αυτά αναφέρεται στην ανάσταση του Μαγιόπουλου (που το ονομάζουν ακόμα Φουσκοδένδρι ή Ζαφείρη).
Ένας έφηβος στολισμένος με λουλούδια μιμούνταν στους αγρούς τον πεθαμένο Διόνυσο. Χορός από προσωπιδοφόρους τον συνόδευε τραγουδώντας. Οι κόρες του χωριού, οι «Ευανθίες», (ως μυροφόρες) τον στόλιζαν με άνθη και του τραγουδούσαν τον «Κομμό», δηλαδή το θρήνο και τον οδυρμό, όσο να αναστηθεί και μαζί με αυτόν όλη η φύση.
Κομμός:
«Ποιος σόκοψε τις ρίζες σου και στέγνωσε η κορφή σου.
Τι μόκαμες λεβέντη μου, τι μόκαμες ψυχή μου.
Ξεσφάλισε τα μάτια σου». 


Παλιά κάθε νέος έβαζε στο πέτο του σακακιού του ένα γαρύφαλλο ή ένα μπουμπούκι τριαντάφυλλο που το λένε «Μαγιόπουλο» και τα κορίτσια στόλιζαν τα μαλλιά τους με άνθη και τις λένε «Μαγιοπούλες». Χόρευαν και λέγανε το μαγιάτικο τραγούδι:
Τώρα είναι Μάης και άνοιξη, τώρα είναι το καλοκαίρι,
τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει.
Βάζει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια
και τα χαλινοχάμουρα κι αυτά μαλαματένια.
Σύμφωνα με τους λαογράφους, το έθιμο αυτό έχει την αρχή του στα Αδώνια των αρχαίων.
«Τον Ζαφείρη τον παρίσταναν και διά μικρού ξύλινου ειδώλου νέου ανδρός, που το επήγαινον εις την εκκλησίαν να λειτουργηθεί. Έπειτα το μετέφεραν εις το λιβάδι όπου ετελείτο το δρώμενον».


Στον Άγιο Λαυρέντιο του Βόλου, ο Μάης ενσαρκώνεται στο Μαγιόπουλο, ένα παιδί στολισμένο με λουλούδια. Στη Ναύπακτο, το μαγιόπουλο συνοδεύουν γέροι με φουστανέλες βαστώντας στο ένα χέρι κουδούνια, στολισμένα με ανθισμένη ιτιά.
Στο Ζαγόρι της Ηπείρου, τα κορίτσια του χωριού παίζουν το Ζαρείφη.
Ένα παιδί, ξαπλώνει στο χλωρό χορτάρι και τα κορίτσια το στολίζουν με άνθη και πράσινα κλαδιά. Ύστερα, κάθονται γύρω του και αρχίζουν το θρήνο και τον οδυρμό.
Το ίδιο έθιμο, τελείται την Πρωτομαγιά και στην Καστανιά Στυμφαλίας και ονομάζεται Φουσκοδέντρι.


Το Πήδημα της φωτιάς
Παραμονή Πρωτομαγιάς, νέοι και γυναίκες μεγάλης ηλικίας μαζεύονται μόλις δύσει ο ήλιος και ανάβουν φωτιές με ξερά κλαδιά που έχουν συγκεντρώσει αρκετές μέρες πριν. Όσο η φωτιά είναι αναμμένη οι γυναίκες χορεύουν κυκλικούς χορούς γύρω από τη φωτιά και τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια για την Πρωτομαγιά.
Το Μάη που σήμερα προβάλλει στη γη χορεύει το πρόβατο,
τ’ αρνάκι βελάζει κι η νύφη που στόλισαν χορεύει και πάλι.
Ο Μάιος μας έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ
να τον προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή.
Πάμε κι εμείς να πάρουμε μη χάνουμε καιρό.
Μας λείπει ένα τριαντάφυλλο κι ένα κλαρί χλωρό.
Όξω ψύλλοι, μέσα Μάη.
Τα νέα παιδιά, αφού βρέξουν τα μαλλιά και τα ρούχα τους, πηδούν πάνω από τις φωτιές σαν μία συμβολική πράξη που αποσκοπεί στο να διώξει τον χειμώνα και την αρρώστια. Στην συνέχεια όλοι παίρνουν έναν δαυλό από φωτιά και την πηγαίνουν στο σπίτι τους για να φύγουν όλα τα κακά. 


Έθιμα Αναγέννησης Μάη
Πολλά έθιμα της Πρωτομαγιάς, ξεκινούν από την αντίληψη ότι ο Μάιος κάνει τα πάντα νέα. Μια νέα ζωή αρχίζει για τον άνθρωπο, όπως και για τη Φύση. Σε πολλά μέρη, όλα μέσα στο σπίτι πρέπει να ανανεωθούν.
Στα Άγραφα, την Πρωτομαγιά, αδειάζουν από το βράδυ τα δοχεία. Δεν αφήνουν στάλα νερό μέσα. Τα ξημερώματα, τα κορίτσια παίρνουν τις στάμνες και πηγαίνουν στη βρύση. Την αλείφουν με βούτυρο, τη στολίζουν με λουλούδια, παίρνουν νερό και το πηγαίνουν σπίτι. Με το νερό αυτό, βάζουν μικρά παιδιά, τα οποία είναι καθαρά, να βρέξουν τους κάδους, όπου κοπανούν το γάλα και τα ζώα. 


Στο Ξηροχώρι της Εύβοιας, τα κορίτσια στολίζουν με λουλούδια και τα πηγάδια.
Στην Κορώνη, το ράντισμα αυτό γίνεται με θαλασσινό νερό το οποίο ρίχνουν για το καλό, ακόμα και στα κεφάλια των παιδιών τους. Την ημέρα της πρωτομαγιάς πρωί - πρωί, οι νοικοκυρές των σπιτιών σηκώνονταν νωρίς  για να δουν τι τους είχαν εναποθέσει άλλοι έξω από την πόρτα τους. Στεφάνι, τριαντάφυλλο, αν είχαν λεύτερες κόρες ή αγκάθι, κάποιοι που δεν συμπαθούσαν την οικογένεια.

Την Πρωτομαγιά, στη Σκόπελο, πλέκουν στεφάνια με λουλούδια και τα χαρίζει η νύφη στην πεθερά. Το στεφάνι πρέπει να έχει οπωσδήποτε μια μεγάλη κορδέλα, που την δένουν φιόγκο και στερεώνουν επάνω του ένα χρυσό νόμισμα, τον πρώτο χρόνο. Συνοδεύεται με καλαθάκι γεμάτο κουλουράκια και την απαραίτητη κανάτα, που περιέχει γάλα και καφέ.
Τα χαράματα της Πρωτομαγιάς στην Κοζάνη, όλα τα κορίτσια του χωριού ντύνονται με τοπικές παραδοσιακές φορεσιές και βγαίνουν έξω από το χωριό. Εκεί μαζεύουν λουλούδια και κάνουν στεφάνια. Τρίβουν τα μάγουλά τους για να κοκκινίσουν με τις «κουκλίτσες» (παπαρούνες) και δένουν στο κεφάλι ή στη μέση χλωρή βρίζα για να μην πονούν. Στη συνέχεια χορεύουν και τραγουδούν παλαιά δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στο Μάη και αργότερα, μέσα στο πρωινό, κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού όπου και χορεύουν κρατώντας λουλούδια .
«Μαγικό» διώξιμο των φιδιών, ποντικών και ενοχλητικών ζωυφίων - Ξόρκια Πρωτομαγιάς
Στην Ήπειρο, την παραμονή της Πρωτομαγιάς, τα παιδιά πηγαίνουν στους κήπους, χτυπώντας μαγειρικά σκεύη και λέγοντας:
«Όξω ψύλλος και ποντίκι,
μες αρνί με το κατσίκι»
Ενήλικες και παιδιά για να προστατεύονται όλο το χρόνο από τα φίδια, τη Πρωτομαγιά δεν έμπαιναν για δουλειές στα χωράφια και με την ευκαιρία έλεγαν το ξόρκι εναντίον των φιδιών:
Σήμερα Πρωτομαγιά, βγαίνουν τα φίδια απ’ τη φωλιά.
Ούτε ήλιος να τα δει ούτε μπροστά μου να φανεί.


Μάγια
Δοξασίες σχετικές με τα μάγια, εξαιτίας της παρετυμολογίας του ονόματός του μήνα, συνδέονταν στην παράδοση του λαού με τον Μάιο και τη βλαπτική του ιδιότητα. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά τα ρωμαϊκά χρόνια τελούνταν γιορτές προς τιμήν των νεκρών. Ήταν ο μήνας των νεκρών και οι θνητοί δεν έπρεπε να τους προσβάλλουν. Σε πολλά μέρη δε γίνονται γάμοι το μήνα Μάιο.
Παλιότερα, που η πίστη διατηρούσε στοιχεία δεισιδαιμονίας, μία από τις κουλούρες της Μεγάλης Πέμπτης φυλαγόταν στο εικονοστάσι για να καταναλωθεί την Πρωτομαγιά, για να προστατεύονται τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.
Πολλοί πιστεύουν ακόμη και σήμερα ότι ο Μάιος είναι ο μήνας που πιάνουν τα μάγια και οι μάγισσες. Πιστεύουν ότι τη νύχτα της Πρωτομαγιάς, μπορούν να κλέψουν τη σοδειά, όπως το γάλα των ζώων τους.


Το έθιμο του Κλήδονα
Την παραμονή της πρωτομαγιάς τα κορίτσια του χωριού στο δήμο Κόζιακα, μαζεύουν κλήδονα (είδος λουλουδιού) και άλλα λουλούδια και τα βάζουν μέσα σε μια στάμνα. Στη συνέχεια, κάνουν το γύρο του χωριού κρατώντας την και τραγουδώντας:
«Συμμαζευτείτε λυγερές να βάλουμε τα κλήδονα.
Να μπουν ξανθά, να μπουν λαμπρά καλορίζικα...»
Έπειτα, μαζεύονται στην πλατεία του χωριού και χορεύουν γύρω από την καλύβα, την οποία έφτιαξαν την ίδια ημέρα τα αγόρια του χωριού. Όταν τελειώσουν το χορό, κρύβουν τη στάμνα με τα λουλούδια από τα αγόρια και εκείνα ψάχνουν να τη βρουν. Το επόμενο βράδυ, τα κορίτσια με τη στάμνα γεμάτη λουλούδια γυρίζουν στους δρόμους του χωριού τραγουδώντας αυτήν τη φορά:


«Συμμαζευτείτε λυγερές για να βγάλουμε τα κλήδονα.
Να βγουν ξανθά, να βγουν λαμπρά καλορίζικα...»
Τέλος, μαζεύονται στην πλατεία όπου φανερώνουν τη στάμνα και βγάζουν από μέσα τα λουλούδια, ευχόμενες για την καλή τους τύχη. Στη συνέχεια, θα κάψουν την καλύβα και γύρω από αυτή θα στηθεί χορός από τα κορίτσια και τα αγόρια.


Το Πρωτομαγιάτικο έθιμο της «πιπεριάς»
Από τα χαράματα της Πρωτομαγιάς, ντύνουν έναν άνθρωπο του χωριού «πιπεριά». Βάζουν σε όλο το σώμα του φτέρες, τόσες πολλές που τον σκεπάζουν ολόκληρο. Του κρεμάνε ένα κουδούνι και αυτός είναι ο «πιπεριάς». Ακολουθεί ένας άλλος συγχωριανός, που βαστάει ένα τσαπί, ακουμπισμένο στην πλάτη του.
Αυτός είναι ο «γεωργός». Πίσω τους ακολουθεί μια μεγάλη ομάδα.
Μπροστά ο «πιπεριάς» με το «γεωργό» και πίσω οι άλλοι, γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι σε όλο το χωριό και τραγουδάνε:
«Πιπεριά γλυκιά ροδιά γλήγορα στον Αη - Λια
κι Αη - Λιάς στον ουρανό για να βρέξει θιος νερό
για τα στάρια, για τα κθάρια, για τ’ φτωχού τα παρασπόρια
κάθε στάχυ και πινάκι και χειρόβολο δεμάτι.
Γούρνες γούρνες το κρασί, αυλάκια αυλάκια το νερό
κι ο γιωργός με το τσαπί να στουμών’ καλά τη γη».
Μόλις λένε το τραγούδι, ο νοικοκύρης του σπιτιού τους ραντίζει με νερό. Ο «γεωργός» τότε με το τσαπί βαράει δύο τσαπιές στο χώμα έξω από το σπίτι. Ο νοικοκύρης ύστερα τους φίλευε και φεύγουν. Με τα χρήματα που θα μαζέψουν κάνουν γλέντι το μεσημέρι στην πλατεία του χωριού και μαζεύονται όλοι οι χωριανοί για να φάνε και να πιούνε.


Στις Ροβιές ο «πιπεριάς» φοράει κι αδιάβροχο, γιατί τον καταβρέχουν με τις μάνικες. Εκτός από φτέρες, τον σκεπάζουν με στάρια, κριθάρια και κλωνάρια από φοινικιές. Του φοράνε πολλά κουδούνια και το σχοινί που τα δένουν είναι αρκετά μακρύ, για να τον τραβάνε όσοι τον ακολουθούν. Το τραγούδι που τραγουδούν είναι:
«Πιπεριά, πιπεριά, πιπεριά στον Αη-Λια
και ο Αη-Λιάς στον Ουρανό για να ρίξ’ ο θιός νερό
για τα στάρια, για κθάρια του θεού τα παραγάδια
κι ο Ψαρός με το τσαπί να χαλάει την αυλή»
Στην Ιστιαία «πιπεριά» ντύνεται μια γυναίκα λυγερόκορμη. Το τραγούδι που λένε μοιάζει με του Αρτεμισίου, με τη διαφορά ότι δεν ακούγονται οι στίχοι
«κάθε στάχυ και πινάκι / και χειρόβολο δεμάτι»,
ενώ οι δύο τελευταίοι στίχοι είναι
«πιπερός με το τσαπί / να στομώσει το νερό».


Πρωτομαγιά στα Ξηρονορίτηκα χωριά - έθιμα της ημέρας
Την παραμονή της πρωτομαγιάς στα Ξηρονορίτηκα χωριά λούζονταν, άλλαζαν, σταματούσαν να γνέθουν και άναβαν το καντήλι. Πρωί - πρωί οι νοικοκυρές έκοβαν κοτσικόβεργες, αγριολούλουδα από τις αποκράδες, έπλεκαν και κρέμαγαν πάνω από την κύρια είσοδο του σπιτιού το Μαγιάτικο στεφάνι. Νύχτα ακόμη πριν φέξει η μέρα, δάγκωναν σκόρδο για το μάτι και κουμπώναν. Με το κούμπωμα επιτίθενται για να κατανικήσουν ανθρώπους, πνεύματα, πουλιά, ζώα και φυσικά φαινόμενα ή να αποκρούσουν τις κακές διαθέσεις που στρέφονταν εναντίον τους. Επαναλάμβαναν τρεις φορές:
Σε κούμπωσα σε κλείδωσα, σαΐτα στο λαιμό σου...

Με το κούμπωμα της Πρωτομαγιάς στρέφονταν εναντίον των πουλιών που κελαηδούν και εναντίον των γαϊδάρων που γκαρίζουν. Οι ενήλικες έτρωγαν καλά το πρωί και είχαν μεγάλο φόβο μην ακούσουν λάλημα τρυγονιού (είναι η μεγάλη Εαρινή αποδημία προς βορρά των μεταναστευτικών πουλιών αυτές ακριβώς τις μέρες). Εάν άκουγαν να κελαηδεί τρυγόνα τότε έτρεχαν να δουν το κλαδί που καθόταν το πουλί. Εάν το κλαδί ήταν χλωρό, τότε πάει καλά, εάν όμως το κλαδί ήταν ξερό τότε αυτός κουμπωνόταν και περίμενε να πεθάνει πολύ γρήγορα. Οι γυναίκες κούμπωναν, απέκρουαν τον γάιδαρο, γιατί το γκάρισμά του τον Μάη είναι ξεδιάντροπο κάλεσμα ερωτικού συντρόφου. Τα παιδιά κούμπωναν τον κούκο, απόκρουαν και ευθαρσώς δήλωναν την αποστροφή τους για την ζωή του κούκου. Ο κούκος είναι ακραία μοναχικός, φωλιά δεν φτιάχνει, τα αυγά του τα γεννάει σε φωλιές άλλων πουλιών και τα παιδιά του τα μεγαλώνουν άλλα πουλιά. Τα παιδιά μετά το πρώτο κούμπωμα έκαναν και δεύτερο δικό τους. Έτρωγαν ζουγκάρια και κουμπώναν τα φίδια επαναλαμβάνοντας τρεις φορές:
Ζώγκο, ζώγκο έφαγα και φίδι δε φοβάμαι.


Κατά τις οχτώ το πρωί οι κοπέλες οι ανύπανδρες, έφηβες και μεγαλύτερες μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι και στόλιζαν με λουλούδια και πρασινάδες ένα κορίτσι οχτώ έως εννέα χρονών, την Πιπεργιά. Μια κοπέλα έπαιρνε ένα κανάτι γεμάτο νερό, μια άλλη ένα σκαλιστήρι, δύο τρεις άλλες, καλάθια για τα φιλέματα και όλη η παρέα περιφερόταν στις αυλές των σπιτιών και τραγουδούσε την Πιπεριά.
Τη στιγμή που τραγουδούσαν η κοπέλα με το σκαλιστήρι σκάλιζε το χώμα της αυλής και η κοπέλα με το κανάτι κατάβρεχε την πιπεριά και το σκαλισμένο χώμα.
Πιπεριά και λιγιργιά γλήγορα στον αι λιά
κι Αι Λιας στον ουρανό για να βρέξ’ θεός νερό
για τα στάρια τα κριθάρια του θεού τα παρασπόρια
αυλάκι, αυλάκι το νερό να το γέννημα σωρό
γούρνες, γούρνες το νερό, κούπες κούπες το κρασί
πιπεριά με το τσαπί να στομώνει το νερό.

Το γιόμα τελείωνε η γύρα και όσες κοπέλες συμμετείχαν στην Πιπεριά μαζί με άλλες παντρεμένες και ελεύθερες αλλά έμπειρες νοικοκυρές, μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι και επιδίδονταν να φτιάξουν σε φαγητά τα φιλέματα αλλά και άλλα που έφερναν από τα σπίτια τους. Οι κοπέλες που δε μαγείρευαν κάθονταν σ’ ένα δωμάτιο ολόγυρα και τραγούδαγαν μέχρι να ετοιμαστούν τα φαγητά. Μετά έτρωγαν και έπιαναν το χορό, τραγούδαγαν και χόρευαν. Το απόγευμα κατέφθαναν οι μητέρες των κοριτσιών, άλλες ζωηρές γυναίκες και γριές και μετέφεραν τον χορό στην αυλή για ένα γενικό ξεφάντωμα των γυναικών μέχρι το βράδυ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου