ΩΡΑ...

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Στέλιος Κυριακίδης (1910 - 1987) – Ο "γιος" του Φειδιππίδη

«Πώς θα μπορούσα να κερδίσω ποτέ έναν τέτοιον αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για μια ολόκληρη πατρίδα».
                                                                    Τζόνι Κέλι (μαραθωνοδρόμος)


Ο Στέλιος Κυριακίδης ήταν αθλητής δρόμων ημιαντοχής και αντοχής, με ιδιαίτερη έφεση στον μαραθώνιο. Παγκοσμίως γνωστός έγινε όταν κέρδισε τον διάσημο Μαραθώνιο της Βοστόνης, το 1946. Ο Κυριακίδης χρησιμοποίησε αυτήν την περιφανή νίκη ως μέσο ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για την δραματική κατάσταση της Ελλάδας.
Γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1910 στο χωριό Στατός της Πάφου στην Κύπρο. Ήταν γιος των αγροτών Γιάννη και Ελένης Κυριακίδη. Από μικρός είχε πάθος με το τρέξιμο. Οι συγχωριανοί του τον θυμόνταν να τρέχει με την παραμικρή αιτία κι αφορμή. Συνήθως έτρεχε έως το απέναντι χωριό που απείχε 15 – 20 χιλιόμετρα. Έβγαλε το Γυμνάσιο στην Πάφο κι από την εφηβική του ηλικία άρχισε να παίρνει μέρος σε αγώνες, αρχικά ως αθλητής του χωριού του και από το 1930 ως αθλητής του Γυμναστικού Συλλόγου «Ολύμπια» της Λεμεσού. Το σύλλογο αυτό δεν τον εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της αθλητικής του σταδιοδρομίας, παρότι σύντομα μετακόμισε στην Αθήνα, έχοντας εργαστεί προηγουμένως, για ένα διάστημα, ως υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού.
Στην Αθήνα εργάστηκε ως εισπράκτορας της Ηλεκτρικής Εταιρείας (Δ.Ε.Η.), χωρίς να εγκαταλείψει τον αθλητισμό και τις μεγάλες αποστάσεις. Στον αθλητισμό σάρωσε τα μετάλλια σε Ελλάδα και Βαλκάνια με τα χρώματα της Ελλάδας, όπου για αρκετά χρόνια ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρωταθλητής. Ο Κυριακίδης ήταν αυτός που κατέρριψε την πανελλήνια επίδοση του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο, μια επίδοση σαράντα περίπου χρόνων. Ο Λούης μάλιστα, υποδεχόμενος τον Κυριακίδη στο σπίτι του στο Μαρούσι χαμογέλασε και του είπε: «Παιδί μου Στέλιο, να τρέχεις πάντα, γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Μόνο έτσι καταφέραμε να ζήσουμε τόσους αιώνες».


Λίγο μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, το 1941, ο Στέλιος Κυριακίδης νυμφεύτηκε τη σύντροφό του Ιφιγένεια. Μαζί απόκτησαν τρία παιδιά: Την Ελένη, την Μαίρη και τον Δημήτρη. Τα χρόνια της Κατοχής ήταν πολύ δύσκολα για τον Κυριακίδη, όπως και για όλους τους Έλληνες. Όπως έλεγε κι ίδιος, το γαμήλιο δώρο του ήταν ένα ψωμί (κι αυτό μισό), ενώ λόγω της σχετικής αναγνωρισιμότητάς του, κατάφερνε να εξασφαλίζει πού και πού, μερικά λαχανικά. Η αθλητική ιδιότητα του έσωσε τη ζωή, όταν τον συνέλαβαν οι Γερμανοί στο Χαλάνδρι, το 1943, με άλλα 49 άτομα ως αντίποινα για το φόνο ενός Γερμανού. Ο Γερμανός αξιωματικός που είχε υπηρεσία την ημέρα εκείνη ήταν συμπτωματικά κι ο ίδιος μαραθωνοδρόμος. Έτσι τον άφησε ελεύθερο μόλις διαπίστωσε ότι ο Κυριακίδης είχε συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο (για καλή του τύχη, είχε στο πορτοφόλι του που το έψαξαν, εκτός από την ταυτότητά του και την κάρτα διαπίστευσης στους αγώνες). Οι υπόλοιποι πατριώτες εκτελέστηκαν. Όπως αναφέρει ο γιος του, Δημήτρης Κυριακίδης:
«Μιαν άλλη φορά, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο σπίτι μας, βρήκαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην πρώτη σελίδα ήταν ο Χίτλερ.“Χάιλ Χίτλερ!” είπαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι εδόθη εντολή να μην πηγαίνει κανείς στο σπίτι του Κυριακίδη. Από τότε ο πατέρας μου έκρυβε στο υπόγειό μας τους συμμάχους που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα και έφευγαν αργότερα στην Αίγυπτο».
Το 1946, κι ενώ η Ελλάδα μαστίζεται από φτώχεια κι ανέχεια, συνέπειες της γερμανικής Κατοχής που έληξε το 1944 και του Εμφυλίου Πολέμου, που ακολούθησε αμέσως μετά, ο Κυριακίδης αποφασίζει να συμμετάσχει στον πεντηκοστό - και περίφημο - Διεθνή Μαραθώνιο της Βοστόνης στις Η.Π.Α., στις 20 Απριλίου 1956, μετά από τιμητική πρόσκληση των διοργανωτών. Τα κίνητρά του όμως, δεν ήταν μόνον αθλητικά. Ήθελε με τη συμμετοχή του να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο και την διεθνή κοινή γνώμη για το ελληνικό δράμα. Οι δυσκολίες και τα εμπόδια αρκετά. Ο Κυριακίδης είχε ν’ αγωνιστεί σε Μαραθώνιο δρόμο σχεδόν πέντε χρόνια. Επίσης ήταν σχεδόν απροπόνητος, αδύναμος και υποσιτισμένος. Η σύζυγός του διαπιστώνοντας την αδυναμία του άρχισε να φωνάζει:
«Είσαι τρελός; Έτσι κοκαλιάρης όπως είσαι θα πεθάνεις!».
Ο Κυριακίδης όμως το έχει βάλει σκοπό και ξεκίνησε τις προπονήσεις ακόμη και μέσα στο χιόνι, φτάνοντας στο σημείο κάποια στιγμή να λιποθυμήσει απ’ την εξάντληση.
Οι πρώτες δυσκολίες προέκυψαν όταν ο ΣΕΓΑΣ δήλωσε αδυναμία να ταχυδρομήσει την απαραίτητη βεβαίωση, με την οποία πιστοποιούνταν ότι ο Κυριακίδης ήταν ερασιτέχνης αθλητής, καθώς δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για γραμματόσημα! Δεύτερο πρόβλημα προέκυψε με τη βίζα του. Η απάντηση της αμερικανικής πρεσβείας τον απογοήτευσε, καθώς βίζα χορηγούνταν μόνο σε Αμερικανούς υπηκόους. Τελικά, ο Κυριακίδης εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον Αμερικανό πρόξενο κι αφού εξασφάλισε και την απαραίτητη ενυπόγραφη συγκατάθεση της συζύγου του, απόκτησε την πολυπόθητη βίζα. Σύντομα όμως ήρθε αντιμέτωπος με άλλο πρόβλημα. Συνειδητοποίησε ότι αν ταξίδευε με πλοίο, θα έχανε πολλές και αναγκαίες προπονήσεις, ενώ δεν αποκλείεται να έχανε και τον ίδιο τον αγώνα. Η λύση ήταν μία: Να μεταβεί αεροπορικώς από το Παρίσι. Το απαραίτητο ποσό όμως ήταν τεράστιο: 575 δολάρια, όταν ο μισθός του ήταν μόλις 50. Όπως έλεγε ο Κυριακίδης:
 «Όταν άκουσα το ποσόν τρελάθηκα. Εκείνη την ημέρα θα πήγα 30 φορές πάνω κάτω την οδό Σταδίου». 


Αποφάσισε να πουλήσει την ηλεκτρική του κουζίνα και το ραδιόφωνο. Σκόνταψε όμως στις αντιρρήσεις της συζύγου του, που δεν ήταν καθόλου διατεθειμένη να αποχωριστεί την κουζίνα της και δεν πείστηκε καθόλου από τις υποσχέσεις του, ότι θα της πάρει καινούργια όταν επιστρέψει από την Αμερική. Τα χρήματα όμως, έτσι κι αλλιώς, και πάλι δεν θα ήταν αρκετά για να καλύψουν το κόστος των εισιτηρίων. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια στράφηκε στην Ηλεκτρική Εταιρία, η οποία του είχε ήδη κάνει δώρο δυο μήνες άδεια και 200 δολάρια. Μετά από ικεσίες, ο Κυριακίδης, κατόρθωσε να πάρει μια επιταγή των 1.000 δολαρίων. Η «Οδύσσειά» του όμως δεν τελείωσε εδώ, καθώς η τράπεζα αρνήθηκε να του δώσει συνάλλαγμα. Αγανακτισμένος ο Κυριακίδης πήγε στο διευθυντή και του είπε:
«Τρέχω για την Ελλάδα από το 1933· αγωνίζομαι για τη γαλανόλευκη· δεν είμαι κανένας τυχοδιώκτης».
Τελικά, με τα πολλά, ξεπεράστηκε κι αυτό το εμπόδιο, ο Κυριακίδης πήρε τα χρήματα και στις 4 Απριλίου 1946, σε ηλικία 36 ετών, επιβιβάστηκε για πρώτη φορά στη ζωή του σε αεροπλάνο, για να πετάξει για την Αμερική.
Εκεί, οι γιατροί εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους για τη συμμετοχή του στον αγώνα, καθώς ήταν εξαιρετικά αδύναμος και καχεκτικός και υπήρχαν φόβοι πως δε θα μπορούσε ν’ αντέξει την εξαντλητική διαδρομή. Οι αντιρρήσεις κάμφθηκαν με την παρέμβαση της αθλητικής ομοσπονδίας. Οι ομογενείς τον υποδέχτηκαν ως ήρωα. Ο Κυριακίδης είχε ξανατρέξει, πριν τον πόλεμο, στον Μαραθώνιο της Βοστόνης του 1930, αλλά εγκατέλειψε γιατί τον πλήγωσαν τα καινούργια αθλητικά παπούτσια που φορούσε. Αυτή τη φορά όμως ήταν αποφασισμένος. Έδωσε υπόσχεση, πως δεν θα εγκαταλείψει αυτή το φορά. Αυτή τη φορά είχε κι έναν επιπλέον λόγο όμως:
«ΗΡΘΑ ΝΑ ΤΡΕΞΩ ΓΙΑ ΕΦΤΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ», δήλωσε κατά την παραμονή του στην Αμερική. 

Οι ομογενείς τον βοήθησαν όπως μπορούσαν στη μεγαλειώδη προσπάθειά του, με πρώτον και καλύτερον έναν εκ των μαγείρων του ξενοδοχείου όπου διέμεινε καθ’ όλη την διάρκεια της παραμονής του, μέχρι τον αγώνα. Ο μάγειρας, ο οποίος τύχαινε να είναι και Έλληνας, φρόντισε να κάνει ό,τι μπορούσε για να δυναμώσει το χλωμό και κοκαλιάρη Κυριακίδη. Και δεν τα κατάφερε κι άσχημα… Πέντε κιλά πήρε μέσα σε λίγες ημέρες… Ακόμη όμως και την ημέρα του αγώνα οι γιατροί εξέφρασαν και πάλι τις αντιρρήσεις τους, κάτι που οδήγησε τον Κυριακίδη να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση, πως είναι απόλυτα ενήμερος για τους κινδύνους, αναλαμβάνοντας όλη την ευθύνη.
Η έναρξη του αγώνα δόθηκε στις 12 το μεσημέρι της 20ής Απριλίου 1946. Ο Κυριακίδης κρατούσε στο χέρι του διπλωμένο ένα χαρτάκι που του έδωσε κάποιος πριν τον αγώνα, με την υπόσχεση να το διαβάσει λίγο πριν την έναρξη. Το χαρτάκι έγραφε απ’ την μια πλευρά «Ή ταν ή επί τας» κι απ’ την άλλη «Νενικήκαμεν»… Ο Κυριακίδης συναγωνίζεται με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής: Τον Άγγλο Κένεθ Μπέιλι, τον Αμερικανό Τζόνι Κέλι - παλιό νικητή της διαδρομής -, τον Καναδό Κοτέ κ.ά. Παίρνοντας τον αριθμό 77 (θεωρούσε τον αριθμό 7, ως τον τυχερό αριθμό των Ελλήνων· άρα με το 77, δυο φορές τυχερός), ξεκίνησε τον αγώνα επιφυλακτικά. Ακολουθώντας την τακτική που ακολουθούσε πάντοτε, φρόντισε να μη σπαταλήσει δυνάμεις από την αρχή. Δεν κοίταζε πίσω, μόνο μπροστά, γιατί πίστευε ότι «όταν ένας μαραθωνοδρόμος κοιτάζει πίσω του, δίνει φτερά στον αντίπαλο». Αποφάσισε να επιταχύνει από το μέσον της διαδρομής (όπως έλεγε κι ίδιος, είχε βάλει σαν «σημάδια» διάφορα κτήρια και τοποθεσίες, αλλά και τα… παντελονάκια ων συναγωνιστών του).


Προσπέρασε διαδοχικά τους αντιπάλους του και στα τελευταία χιλιόμετρα της διαδρομής, προπορευόταν με τον Τζόνι Κέλι. Οι ομογενείς αλλά και οι Αμερικανοί που παρακολουθούσαν με αγωνία τον αγώνα, προσπαθούσαν να τον ενθαρρύνουν. Ένας ομογενής, θέλοντας να τον βοηθήσει, του προσέφερε ένα πορτοκάλι, τον χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη και μπερδεύτηκε στα πόδια του, κάνοντάς τον να χάσει το ρυθμό του και πολύτιμο έδαφος. Δεν το έβαλε όμως κάτω και συνέχισε προσπερνώντας τους αντιπάλους του. Ένας άλλος Έλληνας σε κάποια στιγμή του είπε: «Καλά πας, Στέλιο! Έστω δεύτερος…». Ο Κυριακίδης πείσμωσε αφάνταστα με την κουβέντα αυτή και ξεχύθηκε μπροστά.
Λίγο παρακάτω, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος που παρακολουθούσε τον αγώνα με αυτοκίνητο, τον πληροφορεί πως «ο Κέλι “έσπασε”» και πως «είναι ώρα να φύγει». Και πράγματι έφυγε, προσπερνώντας τον έκπληκτο Κέλι. Τότε συνέβη και κάτι, που ο ίδιος ο Κυριακίδης θυμόταν πάντα με συγκίνηση… Ένας ηλικιωμένος Έλληνας πετάχτηκε μπροστά του και σχεδόν ικετεύοντάς τον, του φώναξε: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΕΛΙΟ ΜΟΥ! ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ!»… Αυτή η ικεσία -έκκληση έβαλε φτερά στα πόδια του Στέλιου Κυριακίδη που τα έδωσε όλα για να θωρακίσει και να κατακτήσει την νίκη. Και την κατάκτησε, τερματίζοντας πρώτος με χρόνο 2:29:27, φωνάζοντας στον τερματισμό «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!» (For Greece). Ο χρόνος του αποτέλεσε την καλύτερη πανευρωπαϊκά επίδοση και ταυτόχρονα πανελλήνια. Κράτησε 22 ολόκληρα χρόνια (ο ίδιος μάλιστα, ήταν κριτής, όταν καταρρίφθηκε η επίδοσή του από τον Δημήτρη Βούρο).

 Ήταν πλέον γεγονός… Ο «νέος Φειδιππίδης» όπως τον ονόμασαν οι Αμερικανοί, ήταν ο μεγάλος νικητής, σκορπίζοντας ρίγη συγκινήσεως στους απανταχού Έλληνες. Μια από τις πρώτες ερωτήσεις που δέχθηκε ο Κυριακίδης μετά τον θρίαμβό του ήταν: «Τι θα ήθελες να κάνουμε για σένα;». Ο Κυριακίδης, απαντώντας λακωνικά, είπε: «Για μένα τίποτα. Μόνο για την Ελλάδα…»., ενώ δεν παρέλειπε να λέει σε όσους πήγαιναν να τον συγχαρούν: «Σας παρακαλώ, μην ξεχάσετε τη χώρα μου». Ο μεγάλος του αντίπαλος, Τζόνι Κέλι σε μια επίδειξη ευγενούς άμιλλας, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα -όντας ο επικρατέστερος υποψήφιος για την νίκη - και τον Κυριακίδη, απάντησε: «Πώς θα μπορούσα να κερδίσω ποτέ έναν τέτοιον αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για μια ολόκληρη πατρίδα». Ο Στέλιος Κυριακίδης, δεν παρέλειψε να ενημερώσει την Ηλεκτρική Εταιρεία, με τα χρήματα της οποίας βρέθηκε στην Αμερική, μ’ ένα τηλεγράφημα: «Ενίκησα με δεύτερον τον Κέλι και τρίτον τον Κοτέ. Αγών σκληρός. Ευτυχής διότι ενίκησα».
Στην εφημερίδα της Βοστόνης «Boston Sunday Post», στις 21 Απριλίου 1946, ο δημοσιογράφος Άρθουρ Ντάφι, σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Η νίκη ανήκει σε δύο έθνη» («Victory Belongs To Two Nations»), έγραψε:
«Έχω ξαναδεί πολλούς αθλητές να κλαίνε είτε από χαρά για το θρίαμβό τους είτε από λύπη για την ήττα τους. Αυτός ο Αθηναίος με τα ευγενή αισθήματα δάκρυσε αληθινά, με δάκρυα που έβγαιναν μέσα από τη δυνατή ελληνική καρδιά του. Μια καρδιά που δεν τον πρόδωσε στα 26 μίλια που διήνυσε, αλλά που κόντεψε να σπάσει όταν έφτασε στο τέρμα, τόσο από περηφάνια για τη νίκη του όσο και από θλίψη για τις κακουχίες που περνούσε η πατρίδα του».
 Ο συγκινητικός αγώνας και η ανιδιοτελής νίκη του Κυριακίδη, προκάλεσε ένα κύμα συμπάθειας στους Αμερικανούς και πολύ περισσότερο στους Έλληνες ομογενείς. Ο Στέλιος Κυριακίδης, μετά την νίκη του, παρέμεινε για σχεδόν έναν μήνα στην Αμερική, με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και να συγκεντρώσει βοήθεια για την δοκιμαζόμενη Ελλάδα. Οι Αμερικανοί θέλησαν να τον κάνουν επαγγελματία αθλητή, προσφέροντάς του χρήματα, ενώ δεν έλειψαν και οι προτάσεις να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Ο Κυριακίδης αρνήθηκε κάθε πρόταση. Δεν είχε σκοπό να μείνει στην Αμερική. Ήθελε να πάρει βοήθεια και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Και τα κατάφερε αρκετά καλά. Συγκεντρώθηκε ένα σεβαστό ποσό της τάξεως των 250.000 δολαρίων, ενώ κατάφερε να γεμίσει και δύο πλοία - προσφορά της οικογένειας Λιβανού - με είδη πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα, τα οποία αποτέλεσαν μια μικρή ανάσα εκείνη την εποχή για τους εξαθλιωμένους Έλληνες. Η βοήθεια αυτή που κατάφερε να συγκεντρώσει ο Κύπριος αθλητής, ονομάστηκε «Πακέτο Κυριακίδη». Εξαιτίας μάλιστα, της δημοσιότητας που έδωσε ο Κυριακίδης για την τραγική κατάσταση στην Ελλάδα, έναν χρόνο αργότερα (Μάιος 1947), επισπεύσθηκε και επίδοση 400.000 δολαρίων ως μέρος της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας (επί συνόλου 1,4 εκατομμυρίου δολαρίων), γνωστής ως «Σχέδιο Μάρσαλ».


Στην Ελλάδα επέστρεψε στις 23 Μαΐου 1946. Εκείνη την ημέρα ο Στέλιος Κυριακίδης ήταν ολόκληρη η Ελλάδα. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι τον περίμεναν για να τον αποθεώσουν, να τον τιμήσουν και να τον ευχαριστήσουν, όταν πάτησε και πάλι το πόδι στην Ελλάδα, αποβιβαζόμενος από το αμερικανικό αεροπλάνο «Ακρόπολις». Η μεγαλειώδης πομπή, ξεκίνησε από το αεροδρόμιο, πέρασε από τον Άγνωστο Στρατιώτη, τη Βουλή των Ελλήνων και το Δημαρχείο Αθηναίων. Η επίσημη τελετή έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Κυριακίδης μίλησε με λόγια συγκινητικά, που έφεραν δάκρυα σε όσους τον ακούσανε. Ένα κορίτσι του προσέφερε μιαν ανθοδέσμη εκ μέρους του σχολείου της. Ο Κυριακίδης την ευχαρίστησε και ξέσπασε σε κλάματα, ενώ σε κάθε στιγμή δεν σταμάτησε να δηλώνει: «Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλλην»… Ο συγκεντρωμένος κόσμος τον φιλούσε, τον χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Είναι χαρακτηριστικό, ότι χρειάστηκε οχτώ ώρες για να φτάσει έως το σπίτι του στη Φιλοθέη. Για πρώτη φορά μάλιστα, μετά την Κατοχή, φωταγωγήθηκε προς τιμήν του και η Ακρόπολη.
 Ο Στέλιος Κυριακίδης τιμήθηκε πολλές φορές από διάφορους φορείς για την προσφορά του, όπως με τον «Μεγαλόσταυρο του Φοίνικος», από το βασιλιά των Ελλήνων, καθώς και με άλλες διακρίσεις από διάφορους δήμους (Αθηνών, Πειραιώς, Φιλοθέης, Πατρών κ.ά.), από τον κυβερνήτη της πολιτείας της Μασαχουσέτης (ΗΠΑ), από την Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων κ.ά. Στο αθλητικό μουσείο της Μασαχουσέτης των Η.Π.Α., υπάρχει μόνιμη έκθεση προς τιμήν του Στέλιου Κυριακίδη, με ονομασία «Στυλιανός Κυριακίδης - Τρέχοντας για την ανθρωπότητα». Ο δήμος του Χόπκιντον στη Μασαχουσέτη, έχει τοποθετήσει ένα γλυπτό που παρουσιάζει τον Στέλιο Κυριακίδη να τρέχει και δίπλα του τον Σπύρο Λούη να του δείχνει τον δρόμο προς την νίκη, κοντά στο σημείο εκκίνησης του Μαραθωνίου της Βοστόνης. Ένα αντίγραφο του ίδιου γλυπτού έχει τοποθετηθεί και στον «αδελφό» δήμο Μαραθώνα, στην Ελλάδα.


Ο Στέλιος Κυριακίδης, κατά την διάρκεια της αθλητικής του σταδιοδρομίας, εκτός από το χρυσό μετάλλιο στο Μαραθώνιο της Βοστόνης, κέρδισε ακόμη:
- 1 χρυσό στα 1.000 μέτρα, στο Παγκύπριο Πρωτάθλημα.
- 1 χρυσό (1934) και 1 αργυρό μετάλλιο (1935) στα 1.500 μέτρα στο Παγκύπριο Πρωτάθλημα.
- 6 χρυσά μετάλλια στα 5.000 μέτρα: 3 στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα (1934, 1936, 1937, 1938) και 2 στο Παγκύπριο Πρωτάθλημα (1934, 1935).
- 8 χρυσά μετάλλια στα 10.000 μέτρα: 4 στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα (1934, 1936, 1937, 1938), 1 στο Παγκύπριο Πρωτάθλημα (1935), 2 στους Βαλκανικούς Αγώνες (1934, 1936) και 1 στους Ελληνο-Αιγυπτιακούς Αγώνες (1938).
- 9 χρυσά μετάλλια σε μαραθώνιους αγώνες: 3 στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα (1933, 1934, 1936), 2 στο Παγκύπριο Πρωτάθλημα (1934, 1935) και 4 στους Βαλκανικούς Αγώνες (1934, 1936, 1937, 1939).
Σημείωσε συνολικά 36 εθνικές επιδόσεις, ενώ με τα χρώματα της ελληνικής εθνικής ομάδας είχε συμμετάσχει και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου (1936) και του Λονδίνου (1948), τερματίζοντας ενδέκατος και δέκατος όγδοος αντίστοιχα.
Ο ίδιος, μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν σταμάτησε να ασχολείται με τον αθλητισμό, πότε ως προπονητής και πότε ως διοικητικός παράγοντας. Ο Στέλιος Κυριακίδης, δεν σταμάτησε ούτε το φιλανθρωπικό του έργο, όταν κόπασε ο θόρυβος γύρω του. Ειδικά μετά την απόσυρσή του από τους αγωνιστικούς χώρους, δεν σταμάτησε να βοηθά όπως μπορούσε, όσους αναξιοπαθείς είχαν ανάγκη, ενώ δεν σταματούσε να προτρέπει τα παιδιά να στραφούν στον αθλητισμό. Δημιούργησε το γυμναστήριο και τον «Αθλητικό Όμιλο Φιλοθέης», ενώ ασχολήθηκε και με τον προσκοπισμό.


Ο Στέλιος Κυριακίδης πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου του 1987, στη Αθήνα και τάφηκε στον Πύργο Κορινθίας, όπου είχε το εξοχικό του. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου