ΩΡΑ...

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Ένα test για να ελέγξετε την παρατηρητικότητα σας

Το test που ακολουθεί είναι ένα από τα πολλά tests των χρόνων της Σοβιετικής Ένωσης, που δημοσιεύονταν σε πολλά παιδικά περιοδικά της εποχής. Σκοπός της δημοσίευσης ήταν η καλλιέργεια της προσοχής και η όξυνση της παρατηρητικότητας των μικρών πολιτών, ικανότητες ιδιαίτερα χρήσιμες στην αναγνώριση πιθανών εχθρών του κράτους, αλλά και τη δημιουργία ατόμων ικανών να στελεχώσουν τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας.
Εκτός των προαναφερομένων test τα παιδικά περιοδικά δημοσίευσαν και πολλά διασκεδαστικά και πραγματικά ενδιαφέροντα puzzles, αλλά και μια σειρά καθηκόντων που αφορούσαν στους νεαρούς πολίτες. Συχνά μάλιστα η δυσκολία των tests και των  puzzles ήταν τόσο μεγάλη που αδυνατούσαν να τα λύσουν ακόμη και οι ενήλικες.
Ένα test απ’ αυτά είναι και η εικόνα που ακολουθεί.


Κοιτάξτε προσεκτικά την εικόνα και απαντήστε στις εννιά (9) ερωτήσεις που ακολουθούν:

1. Πόσοι ταξιδιώτες ζουν σε αυτόν τον καταυλισμό;
2. Ήρθαν στον καταυλισμό σήμερα ή πριν από λίγες ημέρες;
3. Με ποιο μέσον ήρθαν σ’ αυτό το μέρος;
4. Πόσο μακριά βρίσκονται από το κοντινότερο χωριό;
5. Από πού φυσάει ο άνεμος, απ’ το βορρά ή απ’ το Νότο;
6. Ποια είναι η τρέχουσα ώρα της ημέρας;
7. Τι κάνει αυτός που έχει την απόχη;
8. Ποιος είχε υπηρεσία εχθές το βράδυ; Πείτε το όνομά του.
9. Σε ποια ημερομηνία και σε ποιον μήνα πραγματοποιείται η εκδρομή αυτή;

(Αν προσπάθησες αρκετά, αλλά δεν κατάφερες να απαντήσεις, μπορείς να δεις τις απαντήσεις στα σχόλια) 

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Greek Skies: Το υπέροχο timelapse βίντεο των ελληνικών ουρανών που κέρδισε βραβείο στο Χόλιγουντ


Το υπέροχο timelapse βίντεο του Παναγιώτη Φιλίππου αφιερωμένο στον πατέρα του, που κέρδισε την Πρωτοχρονιά το βραβείο Best of the Fest των Hollywood International Independent Documentary Awards (HIIDA). Απολαύστε το (Vid)
Χρήστος Δεμέτης

365 ημέρες, 55.000 φωτογραφίες, 825 ώρες λήψεων, 8.400 χιλιόμετρα, 650 ώρες επεξεργασίας.
Ο Παναγιώτης Φιλίππου δημιούργησε ένα εντυπωσιακό timelapse βίντεο με θέμα του, τον ελληνικό ουρανό. Το έργο του συμπεριλήφθη στην επίσημη επιλογή των Los Angeles Independent Film Festival Awards για τον μήνα Δεκέμβριο και τελικά κέρδισε το βραβείο Best of the Fest των Hollywood International Independent Documentary Awards (HIIDA).

Το βίντεο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του Παναγιώτη Φιλίππου ο οποίος πέθανε από καρκίνο. Από την ίδια νόσο είχε χτυπηθεί και ο ίδιος ο Παναγιώτης, όπως αναφέρει στο προσωπικό του blog. Οι γιατροί του έδιναν τρεις έως έξι μήνες ζωής αλλά εκείνος κατάφερε να βρει τη δύναμη για να συνεχίσει και να νικήσει.
"Ο καρκίνος ήταν το πολυτιμότερο δώρο που μου έστειλε ο Θεός. Ξέρω πως ακούγεται περίεργο, αλλά μέσα από αυτή τη διαδικασία, κατάφερα να ανακαλύψω ποιος είναι ο καλύτερός μου φίλος, οι καλύτεροί μου φίλοι, αυτοί που θα έπρεπε να είναι μαζί μου και στις καλές στιγμές. Κυρίως όμως, κατάφερα να δω την ζωή από μία εντελώς διαφορετική οπτική" γράφει χαρακτηριστικά.


"Το Time Lapse video "Greek Skies" που ξεκίνησα προσπαθώντας να αποτυπώσω με μοναδικό τρόπο τους ουρανούς της Ελλάδας μας, το αφιέρωσα στον πατέρα μου, Κωνσταντίνο, ο οποίος πέθανε από καρκίνο αλλά και σε όσους έχουν πολεμήσει με τον καρκίνο ή ακόμη πολεμούν ενάντια σε αυτή την επάρατο νόσο. Σκοπός μου είναι να ιδρύσω και να ξεκινήσω στην Ελλάδα με ανθρώπους που γνωρίζω από το εξωτερικό ένα κανάλι το οποίο θα βοηθά αυτούς που έχουν την ανάγκη οποιασδήποτε μορφής κατά τον άνισο αυτό αγώνα. Ήδη κάποια πράγματα έχουν πάρει την πορεία τους κι ευελπιστώ στον δρόμο να βρεθούν και άλλοι άνθρωποι οι οποίοι θα συνδράμουν σε αυτό".


"Επιτρέψτε μου να πω πως είναι μεγάλη τιμή για εμένα που σε αυτή την προσπάθεια που είχα δίπλα αυτούς τους δυο πραγματικούς φίλους, ο ένας μου στάθηκε σε δύσκολες περιοχές όπου δεν θα πρεπε να πάει κανείς μόνος του Konstantinos Themelis Photography (Konstantinos Themelis Photography), και ο δεύτερος με καταπληκτικά πλάνα ο φίλος μου Christophe Anagnostopoulos Photography (Christophe Anagnostopoulos Photography) ο οποίος έχασε κ αυτός πρόσφατα την μητέρα του κ περάσαμε ατελείωτες ώρες μαζί πίσω από ένα φακό και ένα κινητό κοιτάζοντας τους ουρανούς!".
Το μήνυμα του στο κανάλι του στο Youtube, είναι το παρακάτω:
"Dad the video is ready, I know you are not here to see it together, but forgive me I cannot type “in memory of” for you.. cause you never left me and you never will.
Μy immunosuppression didn’t keep me down, neither the cold, nor the heat. What kept me out there dad was you, because you are out there Dad, up in the Greek Skies, every time I turned my camera up in the sky I was pointing at you.
You made Greek Skies so much more beautiful and so much more amazing.
Dad the video is you, you are the Greek Skies.
I will continue following the lesson you taught me in your last days. Support every human being that gives this battle with everything I can. And this is just the beginning…
You were there Dad. 365 Days, 55.000 Photos, 825 hours shooting photos, 8400 km, 650 hours of editing, and countless hours of praying.
You were there with me & you will always be.
Till we meet Dad!
Your Son".
Ο φωτογράφος ταξίδεψε περίπου 8.400 χιλιόμετρα, από το Πήλιο και τον Βόλο, στα Μετέωρα, το Άγιο Όρος, την Αντίπαρο, μέχρι τα Καλάβρυτα και την Πάτρα για να συλλέξει όλα τα καρέ του.
Για την δημιουργία του βίντεο χρησιμοποιήθηκαν οι μηχανές: Nikon D810, Nikon D800, Nikon D610, Nikon D7000, Nikon D7100, Canon EOS 6D και GoPro 4 Silver και από φακούς τους Nikon AF-S NIKKOR 16-35mm f/4G ED VR, Nikon AF-S NIKKOR 20mm f/1.8G ED, Nikon AF-S NIKKOR 24-70mm f/2.8G ED, Canon 17-40 f/4, Canon 50mm f/1.8, Sigma 35mm f/1.4 Art, Samyang 14mm f/2.8 - Nikon, Samyang 14mm f/2.8 - Canon.
Ειδικός εξοπλισμός: Vixen Polarie, Star Adventurer Skywatcher, Digislider Timelapse & Video Kit, Manfrotto 190XPOB ballhead, Benro Travel Angel III, Tablets & Smartphones για χρήση της εφαρμογής Triggertrap.
To τελικό βίντεο χρειάστηκε 650 ώρες επεξεργασίας για να φτάσει στην τελική του μορφή.
Μουσική: Fred Capo, capoproductionsmusic.com

Πηγή: News247.gr


Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ποιοι και πόσοι είναι οι... καλικάντζαροι! Μάθετε τα ονόματα και τις ιδιότητές τους...


Οι καλικάντζαροι είναι μια παλιά παράδοση στην πατρίδα μας. Και σε κάθε τόπο και πιο πολύ στα χωριά, υπάρχουν χίλιοι θρύλοι και έθιμα γύρω από αυτούς. Εμφανίζονται κάθε Χριστούγεννα. Μερικοί λένε ότι είναι πνεύματα, άλλα καλά και άλλα κακά. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι είναι παράξενα όντα, μαλλιαρά και ότι τρυπώνουν στα σπίτια από τις καμινάδες. Τις νύκτες πηγαίνουν και κλέβουν τα φαγητά που βρίσκουν και… πιο πολύ τα σύκα γιατί τους αρέσουν πολύ.
Έρχονται την παραμονή των Χριστουγέννων και… ζουν ανάμεσά μας 12 ημέρες: την 25,26,27, 28,29,30 και 31 Δεκεμβρίου, την 1,2, 3,4, 5 Ιανουαρίου και φεύγουν των Φώτων.
Αρχηγός τους είναι ο Μαντρακούκος, που είναι κουτσός κι άγριος και ο πιο επικίνδυνος απ’ όλη την ομάδα. Ακολουθεί ο Μαγάρας, με την τεράστια κοιλιά του, ο οποίος μαγαρίζει όλα τα φαγητά και τα γλυκά. Επίσης έρχεται ο Κωλοβελόνης, που είναι αδύνατος και σουβλερός σα μακαρόνι και περνά από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες. Άλλος είναι ο Κοψαχείλης με τεράστια κοφτερά δόντια, που κρέμονται από το στόμα του. Κανένας δεν μοιάζει με τον άλλο και έχει ο καθένας το κουσούρι του.
Οι καλικάντζαροι έχουν ονόματα σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους. Πιο συγκεκριμένα:
1. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΓΑΝΑΣ: Ο Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά.
2. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΗΣ: Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι. Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς.
3. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΑΡΟΣ: Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι.
4. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑΣ: Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται. Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.
5. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΓΑΡΑΣ: Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων.
6. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο. Είναι κοντόχοντρος, τραγοπόδαρος, καραφλός, ασχημομούρης, πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος.
7. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ: Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα. Ρεύεται και βρωμάει απαίσια.
8. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ: Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας.
9. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΥΛΟΧΕΡΗΣ: Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος, μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.
10. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΡΩΡΙΤΗΣ: Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή. Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός, αξημέρωτα κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων.
11. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΓΟΥΡΛΟΣ: Ο Γουρλός έχει τα μάτια του τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω. Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα.
12. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΟΜΕΣΙΤΗΣ: Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι.
13. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΣΤΡΑΒΟΛΑΙΜΗΣ: Το χαρακτηριστικό του Στραβολαίμη είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του.
14. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗΣ: Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του. Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι.
15. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΩΛΟΒΕΛΟΝΗΣ: Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου. Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του. Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος.
16. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΒΑΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος.
17. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΔΑΡΟΣ: Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι. Είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή.
18. ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΓΑΝΟΣ: Η αφεντιά του είναι κουτσός. Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του, αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά, για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.
Τα… τρολ: Μορφές σαν αυτές των καλικαντζάρων υπάρχουν σε όλους σχεδόν τους λαούς του κόσμου. Πιο γνωστά είναι τα Νορβηγικά τρολ. Τρολ ονομάζονται τρομακτικά όντα της Νορβηγικής μυθολογίας που πολλές φορές χαρακτηρίζονται και ως ανθρωποφάγα. Τα τελευταία χρόνια ο όρος τρολ χρησιμοποιείται για τους χρήστες του διαδικτύου, που όπως οι καλικάντζαροι, μπαίνουν σε ένα θέμα, μια συζήτηση, μια άποψη για να την καταστρέψουν προσβάλλοντας με κάθε τρόπο τον συντάκτης της.

Πηγή: Limnosreport.gr

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Η ζωή που δεν ζήσαμε

Τα είκοσι σκίτσα παρακάτω αποτελούν μια ακόμη γροθιά στο πρόσωπο της σύγχρονης κοινωνίας που βαυκαλίζεται αποχαυνωμένη στο διαδίκτυο και τα κινητά, αποξενωμένη απ' ό,τι ωραίο έχει να προσφέρει η ζωή.



















Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Καλή χρονιά!


Προπέρσινα Χριστούγεννα (Φιλική γραφή από τα Γιάννινα) - Κώστας Κρυστάλλης


Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου, όπου και έζησε μέχρι την ηλικία των 12 ετών. Ήταν γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα, και είχε άλλα 4 αδέλφια, ενώ ο ίδιος ήταν πρωτότοκος. Τα στοιχειώδη γράμματα τα έμαθε στο μεικτό δημοτικό σχολείο του χωριού του. Το 1880 γράφτηκε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Την ίδια χρονιά πέθανε η μητέρα του. Ο Κρυστάλλης φοίτησε στις 4 τάξεις του Ελληνικού Σχολείου της Ζωσιμαίας και στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου, οπότε και έμεινε επανεξεταστέος, στα 1885. Τότε διέκοψε τις σπουδές του γεγονός που σχετίζεται μάλλον με την ασθενική του υγεία. Κατ’ άλλους βιογράφους του, ο πατέρας του τον χρησιμοποίησε ως υπάλληλο στο μαγαζί του. 
Μαθητής ακόμα της Ζωσιμαίας Σχολής εξέδωσε το φλογερό πατριωτικό ποίημα «Αι σκιαί του Άδου» (1887), στο οποίο εξυμνούσε με πάθος τους εθνικούς αγώνες και τους ήρωες του 1821. Η Ήπειρος, όμως, ήταν τότε σκλαβωμένη και οι Τούρκοι καταζητούσαν το νεαρό ποιητή. Για ν’ αποφύγει τη σύλληψη αναγκάστηκε να φύγει στην Αθήνα (Ιανουάριος 1889), ενώ τα τουρκικά δικαστήρια τον καταδίκασαν ερήμην σε 25 έτη εξορίας στη Βαγδάτη.
Στην Αθήνα εργάστηκε αρχικά ως στοιχειοθέτης στο τυπογραφείο των εκδόσεων «Φέξη» και παράλληλα δημοσίευε ποιήματα. Το 1891 προσλήφθηκε ως συντάκτης στο περιοδικό «Εβδομάς» του Ιωάννη Δαμβέργη, αλλά η συνεργασία του έληξε τον ίδιο χρόνο εξαιτίας διαφωνιών με τη διεύθυνση του περιοδικού. Μετά προσελήφθη ως λημματογράφος στην εγκυκλοπαίδεια «Μπαρτ και Μπεκ» και τέλος ως υπάλληλος στα εκδοτήρια των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τα εισοδήματά του από αυτές τις δουλειές ήταν πενιχρά και μη έχοντας επαρκείς πόρους ζούσε σε ανήλιαγα υπόγεια, που σε συνδυασμό με τις δύσκολες συνθήκες ζωής του έφθειραν την υγεία. Προσβλήθηκε από φυματίωση, αρρώστια αγιάτρευτη στην εποχή του. Η μόνη του χαρά ήταν η μελέτη και η ποίηση και που και που καμιά εκδρομή στην Πεντέλη, στην Πάρνηθα ή στον Υμηττό, που του θύμιζαν την «Πίνδο του», τη βουνίσια ζωή, που είχε γίνει o μυστικός καημός του.
Απ’ αυτή την ασίγαστη λαχτάρα, γεννήθηκε η ειδυλλιακή ποίησή του. Ο Κρυστάλλης έγραψε κι άλλα έργα, όπως τα πεζογραφήματα για τους «Βλάχους της Πίνδου» και το πατριωτικό του «Ο Καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγιού», μα εκείνα που κάνουν ξεχωριστό ποιητή τον Κρυστάλλη και προσθέτουν ένα νέο τόνο στη νεοελληνική ποίηση είναι τα «Αγροτικά» (1891) και ο «Τραγουδιστής του Χωριού και της Στάνης» (1892), που τιμήθηκε με έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σ’ αυτά τα ποιήματα, που έχουν βουκολικό χρώμα και είναι γεμάτα δροσιά και χάρη, ο ηπειρώτης ποιητής ξεκινά από τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, και τα πλουτίζει με την προσωπική του τέχνη και «την άφθαστη ομορφιά της ελληνικής φύσης και των βουνών μας την περηφάνεια». Στα τέλη του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές από λαχείο κι έτσι μπόρεσε στις αρχές του επομένου έτους να δημοσιεύσει τα «Πεζογραφήματά» του.
Λίγο αργότερα, όμως, η αρρώστια του επιδεινώθηκε ραγδαία και ο ξενιτεμένος ποιητής δεν άντεχε πλέον. Μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του, η οποία όμως δεν εμφάνισε βελτίωση. Τελικά στις 22 Απριλίου 1894 πέθανε στο σπίτι της αδελφής του στην Άρτα, σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Ο κάμπος τον είχε φάει, όπως προφήτεψε θλιβερά στο «Σταυραητό» του.

Παρακαλώ σε Σταυραητέ, για χαμηλώσου λίγο
και δος μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου·
Πάρε με πάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.

Στην Πεντέλη υπάρχει από χρόνια η προτομή του. Την έχουν στήσει οι φυσιολάτρες, που τον αισθάνονται ιδιαίτερα σαν δικό τους ποιητή. Να, τι γράφει γι’ αυτό το βουνό ο Κρυστάλλης:

Νάξερες, όμορφο βουνό, τι μου θυμίζει εμένα
ένα κεδρί, ένας πεύκος σου, μια ρεματιά, μια βρύση.
Νάξερες όμορφο βουνό, τί πόθους μου ξανάφτει
κι ένας ανθός σου ταπεινός με τη μοσχοβολιά του,
Γι’ αυτό, βουνό μου, σ’ αγαπώ περίσ’ απ’ όλα τ’ άλλα.

Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη εντάσσονται στο ρομαντισμό της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και είναι γραμμένες σε καθαρεύουσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα «Αγροτικά» πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι. Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους.
Την εποχή που όλοι εκθείαζαν τα τραγούδια του, ο Ξενόπουλος είχε ήδη διαγνώσει και επισημάνει τη μεγάλη σημασία του πεζογραφικού έργου του «ποιητή του βουνού και της στάνης». Ο Κρυστάλλης δεν είναι μόνον ο πρώτος που έγραψε στη δημοτική, ενώ ακόμα όλοι οι άλλοι αλληθώριζαν προς την καθαρεύουσα, παραπαίοντας ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Μέσα στα ελάχιστα χρόνια που έζησε, πρόλαβε να μας δώσει κάποια δείγματα γραφής που φανερώνουν τον γεννημένο πεζογράφο. Στα διηγήματα του ο Κρυστάλλης είναι πληθωρικός, βιάζεται να τα πει όλα, σαν να προαισθάνεται πως δεν υπάρχει γι’ αυτόν πίστωση χρόνου - η τόσο απαραίτητη για τη δουλειά ενός πεζογράφου. Η ζωντάνια του στις περιγραφές της φύσης ξαφνιάζει. Οι διάλογοι του έχουν την απλότητα και τη σοφία του λαϊκού λόγου. Κι ήταν ακόμα μόνο 26 χρονών. Ένα παιδί!
Οι επιδράσεις που έχει δεχθεί είναι από το Δημοτικό τραγούδι, έργα κλασικών ποιητών (Όμηρος, Κορνάρος), έργα συγχρόνων του (Βαλαωρίτης, Ζαλοκώστας, Βηλαράς, ρομαντικοί της Αθηναϊκής Σχολής , όπως ο Αχιλλέας «Παράσχος).
Ασχολήθηκε επίσης με τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού: ήθη και έθιμα, δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις. Τα λαογραφικά στοιχεία του είναι πολλά και στα αφηγηματικά πεζογραφήματα και διηγήματά του , όπως «Ο Γάμος της στάνης» όπου περιγράφει τα γαμήλια έθιμα στα τσελιγκάτα της Ηπείρου με παράθεση σχετικών τραγουδιών, «Το πανηγύρι της Καστρίτσας», το οποίο περιέχει εκτενείς ενδυματολογικές πληροφορίες ή στις πιο ειδικές εργασίες του, όπως, «Οι Βλάχοι της Πίνδου», «Γραμμενοχώρια», «Τρεις Δρακολίμναι επί των κορυφών της Πίνδου».



«Νυχτών’ η Παραμονή, αγαπημένε μου. Άλλους καιρούς – θυμάσαι, τα στενά και τα σταυροδρόμια μας εγιόμοζαν κόσμον από δω από την πόλη και από τα χωρία έξω. Η Καλούτσασμη σήμερα, η Λούτσα, οι Καμάρες, το Κουρμανιό, η Σκάλα, το Σταυροπάζαρο, ο Πλάτανος, τα Γάλατα, όλα είν’ έρμα κι άλαλα σήμερα. Τα γυναικόπαιδα μοναχά της φτωχολογιάς σωριασμένα στριμώνονται στα παραπόρτια των Ελεών. Καρτερούν το μικρό το χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Κι η βροχή που απ’ την αυγή ασταμάτητη πέφτει με το δρυμόνι, δέρνει τα ασκέπαστα τα κεφάλια τους, κι από τα τρυπημένα τους ρούχα χώνεται ως μέσα στα ζάρκα κορμιά τους και τα καταπογτιάζει. Τα δύστυχα!…
Αραδαργιά στο παζάρι οι αργαστηριαρέοι κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς δουλειά, κι άλλοι με σκεφτά τα κεφάλια, λες κι ακαρτερούν βοήθεια από τον ουρανό. Μα ο ουρανός ρίχνει τη συγκρατούμενη βροχή του σκεπασμένος πέρα ως πέρ’ από σύγνεφα. Επελάγωσαν οι δρόμοι μας όλοι, μούσκεψαν οι τοίχοι κι οι σκεπές των σπιτιών. Νοτίζουν όλα τα πράγματα μας. Και μια μεγάλη υγρασία, που περνάει τη σάρκα μας ως το κόκκαλο, μας εζάρωσε ολότελα. Τα βουνά πέρα είναι τυλιγμένα σε μπόρα και δεν φαίνονται. Βρέχ’ εδώ και χιονίζει εκεί.
Έχει περάσει από δυο ώρες το δειλινό και σήμαντρο κανένα δεν εδιαλάλησε την αγιότη της αυριανής μέρας, κι οι παπάδες δεν έψαλαν τον εσπερινό σήμερα. Οι εκκλησιές είναι κλειστές. Βουβά τα σήμαντρα, βουβοί κι οι παπάδες. Οι αυλές και τα κατώφλια εχορτάργιασαν. Οι ανάχνες κλώθουν τα υφάδια τους και διάζονται στες πόρτες και στα παραθύρια. Μέσα σκουριάζουν άπλυτα τα πολύφωτα κι οι κηροστάτες, μουχλιάζουν σε εικόνες, ιδρώνουν νοτιά οι τοίχοι κι οι μεσανοί οι στύλοι, παγώνει το λάδι στα σβηστά ασημοκάνδηλα και τα δισκοπότηρα μένουν δίχως μεταλαβιά απάνου στην Προσκομιδή και στην Άγια Τράπεζα.
Ξέρεις το μοιρολόι της Πόλης, όταν την έπαιρνε ο Τούρκος. Σ’ άκουσα πολλές φορές να το λες όξω πού βγαίναμε τις ηλιοφανιές κι έβλεπα να νοτίζουν από δάκρυα τα ματόφυλλά σου όντας έλεες και ξανάλεες με θλιβερό σκοπό το πικρό γύρισμα του: «Κλάψτε μωρέ, καημένοι χριστιανοί». Ήρθε καιρός τώρα οπού το μοιρολόι και τ’ απόφωνο τούτο το λέμε και το ξαναλέμε εδώ οι Χριστιανοί όλοι. Το λέμε και κλαίμε όλοι με πυρωμένα δάκρυα.
Με τον ερχομό της νύχτας η βροχή κάπως ξέκοψε. Μα ο ουρανός είναι πάντα κρυμμένος στα σύγνεφα, λες και θρηνάει κι αυτός τα μαυρισμένα μας Χριστούγεννα.
Όσο σφίγγει το σκοτάδι, τόσο απλώνεται η ερμιά στην πόλη μας. Ως πούτακεν ώρα όπου τα Γιάννενα όμιαζαν κοιμητήρι, κι ας ήμασταν ζωντανοί όλοι στα σπίτια μας, κι ας ήμασταν ξύπνιγοι όλοι. Νεκρίλα μωρέ αδελφέ, νεκρίλα απέραντη η νυχτιά τούτη. Όξω στα καλτερίμια βροντούσαν ακόμα κάπου κάπου οι σταλαματιές κ’ οι κάναλες των κεραμιδιών, και συχναπόκοβαν την ερημιά και την σιγαλιά τα πατήματα του παζάρμπατη και του καρακολιού.
Είχαν σκολάσ’ οι νοικοκυρές τα πλυσίματα και τ’ ασπρίσματα των σπιτιών τους κι έλαμπαν τούτ’ από την παστράδα και το νοικοκυργιό. Εφώτιζε την ανατολική γωνιά της σπιτομάνας η αναμμένη καντήλα των εικονισμάτων. Έκαιγε στην εστία η φωτιά η Χριστουγεννιάτικη, καμωμένη από τετραπάνωτα σύδαυλα κι εζέστανε το σπίτι όλο. Είχαμεν γευτεί τον απλό σαρακοστιανό δείπνο μας και συμμαζωγμένοι γύρα της όλοι, άπω τα παιδιά ως τους γέρους, εκατερούσαμεν τα Χριστούγεννα. Του κάκου αγρυπνούταμαν. Χριστός δεν εγεννιόνταν για εμάς την νύκτα τούτη. Κι αν γεννιόνταν, ποιος θα να μας το φανέρωνε; Στον συγνεφιασμένον μας ουρανό δεν θα νάτουν βουλετό να δούμε ποτέ τ’ αστέρι που τόδειξε μια φορά στους Μάγους.
Τα σήμαντρα δεν θα μας το διαλαλούσαν κι οι κράχτες δεν θα μας το φώναζαν. Οι εκκλησιές μας ήταν κλειστές και στα εικονίσματα των σπιτιών μας ετοιμαζόμασταν για να πούμε την δέησή μας.
«Κλάψτε, μωρέ καημένοι χριστιανοί!»
Έχουν περάσει τα μεσάνυχτα. Η ίδια νεκρίλα στων πόλη μας. Η ίδια κουβέντα στα σπίτια, για το κλείσιμο των εκκλησιών. Και λέγουν ανάμεσα πώς κάπου κρυφοσυνάζονται και κρυφοσυντάζονται για ταραχές την αυγή. Τα μικρά τα παιδιά ξεδειλιασμέν’ από τη φωτιά κι αποσταμέν’ από τα παιγνίδια, αποκοιμιόνταν ένα - ένα στα γόνατα των γονιών τους, εκεί παραστιάς.
Ήρθεν η ώρα του όρθρου. Εβουβαθήκαμαν μονοκοπανιάς όλοι. Λόγος δεν έσκαε τότε στα χείλια μας. Εμείναμε ασάλευτοι κι ακαρτερούσαμε μήπως ακούσωμε σήμαντρο πουθενά ή κράχτην. Ξέρεις τι ώρα γιομάτη μυστήριο ιερό και θρησκευτικό γήτεμα είναι τούτη που ακαρτεράς άγρυπνος τόση νυκτιά ν’ ακούσεις νάρχεται ο κράχτης στη γειτονιά σου, χτυπώντας παντού στες αυλόπορτες το βροντερό εκείνο μπαμ-μπαμ-μπαμ! με το ξύλινο το τσοκάνι του. Πετιέσαι τότες όξω στην κρεβάτα σου ή στο παραθύρι κι ακούς να τρικυμίζουν τον αγέρα και τα σκοτάδια οι γλυκύτατοι και μαγικοί ήχοι του σημαντριού, ποιοί μακρινοί και ποιοί κοντινοί. Και βλέπεις τότε ν’ ανοίγουν πόρτες και να γιομόζουν οι δρόμοι από κόσμον, όπου πηγαίνουν ν’ ακούσουν στην εκκλησιά τα Χριστούγεννα.
Συνηθισμένοι απ’ αυτά, σαν εκαρτέρεσα βουβός τόσην ώρα και δεν ακουρμάστηκα πουθενά κράχτην απετάχτηκα στην κρεβάτα. Πίσσα το σκοτάδι όξω και το κρύο φαρμακερό. Στυλώνω τ’ αυτί κι ακαρτερώ κι εκεί ολόρθος ωσάν μαρμαρωμένος. Δεν άκουσα τίποτε ο μαύρος. Ως που μ’ ανάγκασαν οι φωνές της μανούλας μου να μπω μέσα να μην παγώσω.
«Έμπα μέσα», μου λέει, «παιδί μου, να μην παγώσεις αυτού, και Χριστούγεννα δεν έρχονται για μας φέτο».
Κι εγώ μπαίνοντας στον οντά εμουρμούρισα θλιβερά:
«Κλάψτε, μωρέ καημένοι χριστιανοί!»
Κι ένιωσα να νοτίζει δάκρυ τα ματόφυλλά μου.
Εξημέρωσεν. Η δέηση έγινε μπροστά στα κονίσματα των σπιτιών μας. Εγώ έψαλα το «η Γέννησης σου Χριστέ».
Κι ανάρια ανάρια εβγαίναμε από τα σπίτια να μάθουμε κάνα καινούργιο χαμπέρι. Κανένας δεν ήξερε τίποτε. Όλων οι όψες οι ξαγρυπνισμένες και κατσουφιασμένες από την θλίψη έμοιαζαν το μισοσυγνεφιασμένον κι αγέλαστον ουρανό μας.
Τρέχουμε στη Μητρόπολη. Κι εκεί τίποτε δεν ηξέρουν. Ο Δεσπότης ορμηνεύ’ ησυχία κι υπομονή. Η υπομονή ήταν μεγάλη μέσ’ στην καρδιά μας, μα η ησυχία που καταΐσκιωνε σαν θειο χέρι ως τώρα τα γαληνεμένα μας στήθια, άρχισε να τραβιέται απάνου και ν’ αφανίζεται σαν την αντάρα της λίμνης μας την πρωινή, κι ο βοριάς της στέρησης της εκκλησιάς άρχιζε ν’ αναταράζει τα βαθητά μας.
«Πώς θα περάσουμε χωρίς εκκλησιά τέτοιες μέρες»
Λυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι αυτός ο λόγος άναφτε μέσα στα σπλάχνα μας. Οι Τούρκοι είχαν γίν’ άφαντοι την αυγή τούτη. Εφοβήθηκαν από ταραχές. Γιατί κι όλοι μας δεν εκαρτερούσαμεν, παρά ταραχές.
«Τα χωριά δε θα λα το νταγιαντίσουν» έλεγαν άλλοι.
«Εκκλησιά πουθενά δε θα λ’ ανοίξει με το στανιό, αν είμεστε Χριστιανοί κι αν έχουμε Πατριάρχην».
«Τα χωριά αρματωμένα θαρθούν μέσα στα Γιάννινα να φοβερίζουν».
«Από την Πόλη θα λ’ αρχινίσει ο χαλασμός, αν θα λ’ αρχινίσει».
Τέτοιες κουβέντες ελέγονταν, ώσπου σίμωσε το γιόμα. Κι όλοι μας δεν καρτερούσαμε πλιά τώρα παρά χαλασμό. Επεινάσαμαν κι αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιόμα να φάμε. Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την εκκλησιά το πρωί. Φέτο, όπου δεν είδαμαν εκκλησιά ούτε για φαΐ μας πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας τη νύχτ’ απ’ ώρα σ’ ώρα, τον σήμαντρο και τον κράχτη. Κι από την αγρύπνια αυτή μας εγένονταν αγλέουρας το φαΐ μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας.
Έξαφνα, μέσ’ στο φαΐ απάνου, εν απέραντο και δυνατό σημανταριό ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
«Κάτι κακό θάρχεψε», λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά στο στόμα του.
«Χριστός και Παναγιά!» Σταυροκοπιέται η μάνα.
Εμείς και τα παιδιά επανιάσαμαν.
Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους. Πετιούμαστε με τον πατέρα στο δρόμο να μάθουμε.
Όλ’ έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους ρωτάμε τι γίνεται.
«Ανοίγουν οι εκκλησιές», μας λέγουν.
«Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;»
«Μωρ’ τι με το στανιό, που νικήσαμαν! Πήραμαν τα προνόμια».
«Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια!…»
Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι όλοι ετρέχαμαν κατά τη Μητρόπολη! Εκεί ηύραμαν ολάνοιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες. Είχε γιομίσει κόσμον η εκκλησιά και μέσα και στην αυλή ακόμα. Οι εικόνες δεν επρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς. Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζει απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και οι όψες των χριστιανών, οπ’ έλαμπαν τώρα χαρούμενες κι αυλακωμένες κάπου κάπου από δάκρυα. Και μέσ’ από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
«Θέ μου, δώσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνει από ολούθε νικήτρια, δώσε κι εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να φτουράμε της, σκλαβιάς τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως που να σωθούν καμιά μέρα οι αμαρτίες μας κι ως που να δούμε άστρο ελεθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ’ άστρο».
Την φιλική τούτη γραφή ανοίγοντας σας σήμερα ελεύθερα βουλήθηκα να σάς γυρίσω μ’ αυτήν δυο χρόνια πίσω, να σας γυρίσω με τον νου στα Χριστούγεννα της μαυρισμένης χρονιάς με το κλείσιμο των εκκλησιών.
Δάκρυσ’ αλήθεια διαβάζοντας τότες του φίλου μου τη γραφή και γέρνοντας κι εγώ κατά τον ουρανό τα μάτια εδεήθηκα τέτοια: Δώσε, θεέ, δύναμη της εκκλησιάς μας να βγαίνει απ’ ολούθε νικήτρα’ όμως δώσε και κάθε τόσο τέτοιες στον τόπο μας ταραχές, για να ξυπνάν κάπου κάπου τα σαπημένα μας αίματα και για να ξεσκουριάζει η πατσαβουργιασμένη μας η καρδιά· μπέλκιμ και βγούνε καμιά βολά για καλύτερο.
(1892)


Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Το Σπαρματσέτο - Hans Christian Andersen


Ο Hans Christian Andersen ήταν Δανός λογοτέχνης και συγγραφέας παραμυθιών. Γεννήθηκε το 1805 στο Οντένσε της Δανίας. Ο πατέρας του ήταν παπουτσής, αλλά μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του ορφανό, με τη μητέρα του μόνο του στήριγμα. Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Ο νους του ήταν διαρκώς στα ποιήματα και στο διάβασμα. Τελείωσε το σχολείο των άπορων παιδιών και δεκατεσσάρων ετών πήγε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα και σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά δεν τον δέχτηκαν. Ευτυχώς είχε ωραία φωνή κι άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης.
Οι στίχοι του άρεσαν και με μια βασιλική επιχορήγηση που κέρδισε βρέθηκε να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο. Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα: Διηγήματα, δράματα, αλλά προπάντων παραμύθια.
Όλα του τα έργα διαπνέονται από γλυκιά μελαγχολία, συγκίνηση και ειλικρίνεια. Στα παραμύθια του οι κυριότεροι ήρωες είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που έχουν όμως ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία. Στα έργα του απεικονίζει τη ρεαλιστική και σύγχρονή του ζωή της μικροαστικής τάξης των πόλεων και χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα. Μερικά από τα πολύ γνωστά παραμύθια του είναι «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα», «Οι αγριόκυκνοι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Η βασιλοπούλα και το ρεβίθι», «Η Τοσοδούλα», «Το ασχημόπαπο», «Τα κόκκινα παπούτσια», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι».
Πολλά από τα παραμύθια του μεταφράστηκαν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, όπως «Ο γιος του μπαλωματή», που περιγράφει όλη του ζωή, «Η ιστορία της μητέρας», «Η ιστορία μιας δραχμής».
Αφού εξέδωσε αρκετά βιβλία, άρχισε τα ταξίδια του. Ταξίδεψε στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Τουρκία και τις χώρες της Ανατολής. Πέθανε το 1875 στην Κοπεγχάγη.


Τσιτσίρισε καθώς οι φλόγες τύλιγαν το καζάνι... Ήταν η κούνια του Σπαρματσέτου. Και από τη ζεστή κούνια βγήκε ένα κερί χωρίς ψεγάδι. Συμπαγές, λαμπερό, λευκό και λεπτό, ήταν έτσι φτιαγμένο ώστε έκανε όσους το έβλεπαν να πιστεύουν πως υποσχόταν ένα λαμπρό, ακτινοβόλο μέλλον. Και πίστευαν πως ήταν μια υπόσχεση που αυτό το κερί θα ήθελε πραγματικά να κρατήσει και να υλοποιήσει.
Το πρόβατο - ένα καλό μικρό προβατάκι - ήταν η μητέρα του κεριού κι ένα χωνευτήρι ο πατέρας του. Από τη μητέρα του τού είχε πάρει ένα λαμπερό λευκό σώμα και μια υποψία για το τι είναι ζωή, αλλά από τον πατέρα του είχε πάρει τη λαχτάρα για τις πύρινες φλόγες, που θα διαπερνούσαν τελικά το μεδούλι του και θα το έκαναν να λάμπει στη πραγματικότητα.
Έτσι γεννήθηκε και μεγάλωσε· και με τις μεγαλύτερες και λαμπρότερες προσδοκίες, ρίχτηκε μέσα στη ζωή. Εκεί γνώρισε, τόσα, μα τόσα πολλά παράξενα πλάσματα κι απόκτησε σχέσεις μαζί τους, θέλοντας να μάθει για τη ζωή - και ίσως να βρει το μέρος στο οποίο θα ταίριαζε καλύτερα. Όμως, το Σπαρματσέτο είχε τόσο πολλή πίστη στον κόσμο που νοιαζόταν μόνο για αυτόν και όχι για το ίδιο. Ένας κόσμος που αδυνατούσε να καταλάβει την αξία του, κι επομένως προσπαθούσε να το χρησιμοποιήσει για δικό του όφελος, κρατώντας το με λάθος τρόπο· μαύρα δάχτυλα που άφηναν όλο και μεγαλύτερα σημάδια στη κάτασπρη παρθενική του αθωότητα, που τελικά ξεθώριασε, εντελώς καλυμμένη από τη βρωμιά του γύρω κόσμου που είχε έρθει υπερβολικά κοντά· πιο κοντά απ´ ό,τι μπορούσε να αντέξει το κερί, αφού ήταν ανίκανο να ξεχωρίσει τη βρωμιά από την αγνότητα - αν και παρέμενε πεντακάθαρο και άθικτο εσωτερικά.
Οι ψεύτικοι φίλοι ανακάλυψαν ότι δε μπορούσαν να αγγίξουν τον βαθύτερο εαυτό του και θυμωμένα πετούσαν το κερί παράμερα λες κι ήταν κάτι άχρηστο.
Το λερωμένο και λιγδιασμένο δέρμα του κράτησε όλους τους καλούς μακριά - φοβισμένοι καθώς ήταν μη τυχόν λερωθούν από τις βρωμιές και τους λεκέδες - και στέκονταν μακριά από το κερί.
Έτσι ήταν λοιπόν το Σπαρματσέτο, μοναχό και έρημο, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Καθώς οι καλοί το είχαν απορρίψει, καταλάβαινε τώρα πια ότι το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να δυναμώνει τους κακούς. Ένιωθε τόσο απίστευτα δυστυχισμένο, επειδή είχε ξοδέψει τη ζωή του ανώφελα - στη πραγματικότητα, ίσως και να είχε βλάψει και πολλούς από τους γύρω του. Απλά δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο είχε γεννηθεί ή πού ανήκε· για ποιο λόγο είχε έρθει σε αυτή τη γη. Ίσως ο σκοπός του ήταν να καταστρέψει τον εαυτό του και άλλους.
Όλο περισσότερο, όλο και βαθύτερα, το κερί αναλογιζόταν - αλλά όσο περισσότερο σκεφτόταν την ύπαρξή του, τόσο πιο απελπισμένο ένιωθε, χωρίς να μπορεί να βρει τίποτα καλό, καμία ουσία στον εαυτό του, κανένα πραγματικό σκοπό για την ύπαρξη που του είχε δοθεί με την γέννηση του. Λες και το στρώμα βρωμιάς να είχε καλύψει ακόμη και τα μάτια του.
Τότε όμως συνάντησε μια μικρή φλόγα, ένα τσακμάκι. Αυτό γνώριζε το κερί καλύτερα απ’ ό,τι το Σπαρματσέτο τον εαυτό του. Το τσακμάκι ήταν τόσο καθαρό - μέχρι και το εξωτερικό του περίβλημα - και μέσα του εύρισκες τόση καλοσύνη. Καθώς αυτό πλησίασε, δημιουργήθηκε μια φωτεινή προσδοκία στο κερί - άναψε και η καρδιά του έλιωσε.
Περήφανα άναψε η φλόγα, όπως ένας θριαμβευτικός πυρσός σε μια χαρούμενη τελετή γάμου. Το φως ξεχύθηκε ολόγυρα λαμπρό και καθαρό, δείχνοντας το δρόμο μπροστά καθώς έλουζε με φως όλο το χώρο που τον περιβάλλει - τον αληθινό του φίλο - που μπορούσε πια να αναζητήσει την αλήθεια στη λάμψη του κεριού.
Ο κορμός του κεριού ήταν κι αυτός αρκετά δυνατός ώστε να κρατήσει την πύρινη φλόγα. Η μια σταγόνα μετά την άλλη, όπως οι σπόροι μιας νέας ζωής, κυλούσαν πάνω στο κερί, μεγάλες και στρογγυλές, καλύπτοντας την παλιά βρωμιά με τη μάζα τους.
Δεν ήταν μόνο το φυσικό, αλλά και το πνευματικό ζήτημα της ένωσης αυτής.
Και το Σπαρματσέτο βρήκε τη σωστή θέση του σε αυτή τη ζωή - και έδειξε ότι ήταν ένα αληθινό κερί. Συνέχισε να λάμπει για πολλά ακόμα χρόνια, δίνοντας χαρά στο ίδιο, αλλά και σε όλους τους άλλους γύρω του. 

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα στο αλβανικό μέτωπο


«Στην Αθήνα τρώνε γάλους και στο μέτωπο Ιταλούς». Αυτό ήταν το αστείο που έλεγαν οι στρατιώτες μεταξύ τους τα Χριστούγεννα του ’40. Εκείνες οι γιορτές βρήκαν τους Έλληνες ανήσυχους για την έκβαση του πολέμου. Οι στρατιώτες ήταν μακριά από την οικογένειά τους στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου. Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει δύο μήνες πριν και η Ελλάδα πολεμούσε με όλη της τη δύναμη τους Ιταλούς. Όλοι γιόρταζαν συγκρατημένα και προσεύχονταν για τη νίκη.
Βομβαρδισμοί, τσουχτερό κρύο, ψείρες και πείνα μάστιζαν τους στρατιώτες. Το πυροβολικό συνέχιζε τη δράση του και οι στρατιωτικές μονάδες προήλαυναν ασταμάτητες στην Ήπειρο. Λίγες μέρες πριν είχαν καταλάβει το Αργυρόκαστρο, τους Αγίους Σαράντα και το Πόγραδετς. Παραμονή Χριστουγέννων κατέλαβαν και τη Χειμάρρα και ο αγώνας καλά κρατούσε. Τα εξώφυλλα των εφημερίδων ήταν διθυραμβικά για τις νίκες στο μέτωπο.
Παρά τις κακουχίες, οι φαντάροι πέρασαν την ημέρα των Χριστουγέννων με ανεβασμένη διάθεση. Είχαν καταφέρει να αναγκάσουν τους Ιταλούς σε υποχώρηση, υπερασπίστηκαν την πατρίδα και είχαν λίγες απώλειες. Στις 25 Δεκεμβρίου βρήκαν την ευκαιρία να χαλαρώσουν, αλλά στη γιορτή τα τραγούδια δεν ήταν τα συνηθισμένα.
Ο Μουσολίνι ή αλλιώς ο Ντούτσε, είχε την «τιμητική» του, στα σατυρικά τραγούδια. Ιερείς έψαλλαν τη Θεία Λειτουργία και φυσικά, η ευχή ήταν η Ελλάδα να κερδίσει τον πόλεμο. Ωστόσο ήταν μια χριστιανική γιορτή. Η γιορτή της αγάπης και οι Έλληνες έφαγαν μαζί με τους Ιταλούς αιχμαλώτους.
Αυτούς που είχαν έρθει για να κάνουν περίπατο μέχρι την Αθήνα. Περίεργο για τα ήθη του πολέμου, αλλά οι Έλληνες δεν τους μισούσαν και μοιράστηκαν το συσσίτιο μαζί τους. Οι στρατιώτες έλαβαν τρόφιμα και δώρα από τα σπίτια τους. Το πιο πολύτιμο φυσικά ήταν η αλληλογραφία από την οικογένεια και την αγαπημένη τους. Μπορεί να ήταν ζωντανοί, αλλά κάθε γράμμα στο μέτωπο ήταν πολύτιμο, γιατί κατά βάθος όλοι ήξεραν πως κάθε γράμμα μπορεί να ήταν το τελευταίο.

Πηγή: Mixanitouxronou.gr