Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς,μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Κωστής Παλαμάς
Πάλι μέτρησα τ’ αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε
μόνο τα δικά σου χέρια δε μ’ εγκαταλείπουνε
πώς μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου στη βροχή να βρέχονται
τα φεγγάρια στο κορμί σου να πηγαινοέρχονται.
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας.
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας.
Τα φιλιά σου στο λαιμό μου μοιάζουνε με θαύματα
σαν τριαντάφυλλα που ανοίγουν πριν απ’ τα χαράματα
στων ματιών σου το γαλάζιο έριξα τα δίχτυα μου
στις δικές σου παραλίες θέλω τα ξενύχτια μου.
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας.
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας.
Με τραγούδια λυπημένα
ανταμώναμε τα βράδια
και με χάδια κουρασμένα
απ’ της μέρας τα σημάδια
Τα τσιγάρα μοιρασμένα
η κιθάρα δανεική
όνειρα μπογιατισμένα
σε μια ασπρόμαυρη ζωή.
Τώρα πάψαν τα τραγούδια
ξέβαψαν τα χρώματα
δρόμοι και παλιές πλατείες
άλλαξαν ονόματα
Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει
Μού ‘χες πει πως όλα αλλάζουν,
τρομαγμένα και βουβά
κι ό,τι πιότερο αγαπάμε
μας πληγώνει πιο βαθιά.
Μού ‘χες πει πως όλα αλλάζουν
φτάνει μόνο μια αφορμή
μα τα δυο σου μάτια μοιάζουν
φάροι σ’ άγονη γραμμή
Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει.
Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει.
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γώ στο χέρι;
Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Απόψε τα
μεσάνυχτα (Παραδοσιακό) Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Περιοχή: Σινασός
Καππαδοκίας
Είδος: Τραγούδι
της ξενιτιάς και της αγάπης.
Απόψεν, απόψε τα μεσάνυχτα
σηκώθηκα να γράψω, τρυγονάκι μου
σηκώθηκα να γράψω στο πουλάκι μου.
Και κοντυ - και κοντυλιά δεν έριξα
χωρίς ν’ αναστενάξω, τρυγονάκι μου
χωρίς ν’ αναστενάξω, για σε πουλάκι μου.
Συλήβρια - Συληβριανή μου Παναγιά
στο μπόι του λαμπάδα, τρυγονάκι μου
στο μπόι του λαμπάδα, για το πουλάκι μου.
Φύλαγε - φύλαγε την αγάπη μου
που είναι μακριά στα ξένα, τρυγονάκι μου
που είναι μακριά στα ξένα, το πουλάκι μου.
Κοίτα τι έχω πάθει
Κάθομαι και κλαίω...
Να, που ο πόνος γράφει
μέσα μου καιρό
κι επιτέλους, κλαίω...
Κοίτα που έχω μάθει
μόνο εγώ να φταίω
κι όλα της τα λάθη
να τα συγχωρώ.
Τι έχω πάθει... Κλαίω!
Άντρας που δεν έκλαψε μέσα στην αγάπη
κατά βάθος, έμεινε, άνθρωπος μισός.
Μόνο αυτός που μέτρησε τον καημό με δάκρυ,
μόνο αυτός που ξέχασε τι είν’ εγωισμός,
άξιζε για αγάπη
Πριν να τη γνωρίσω
πίστευα πως ζούσα,
μα ούτε να δακρύσω
είχα τον καιρό,
τότε δεν μπορούσα.