ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Περί αγνοίας


Στη μήτρα μιας μητέρας βρίσκονται δύο μωρά. Το ένα ρωτά το άλλο: «Πιστεύεις στη ζωή μετά τον τοκετό;» κι εκείνο απάντησε, «Γιατί ρωτάς; Φυσικά. Κάτι θα υπάρχει μετά τον τοκετό. Μπορεί να είμαστε εδώ για να προετοιμαστούμε, για αυτό τι θα ακολουθήσει αργότερα».
«Ανοησίες», είπε το πρώτο. «Δεν υπάρχει ζωή μετά τον τοκετό. Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή»;
Το δεύτερο είπε, «Δεν ξέρω, αλλά θα υπάρχει περισσότερο φως από ό,τι εδώ. Ίσως να περπατάμε με τα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα. Ίσως να έχουμε περισσότερες αισθήσεις που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τώρα».
Το πρώτο απάντησε: «Αυτό είναι παράλογο! Το περπάτημα είναι αδύνατο. Και να τρώμε με το στόμα; Γελοίο! Ο ομφάλιος λώρος μας δίνει την τροφή και όλα όσα χρειαζόμαστε. Αλλά ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός. Οπότε, η ζωή μετά τον τοκετό, λογικά, αποκλείεται».
Το δεύτερο όμως επέμενε, «Λοιπόν, νομίζω ότι υπάρχει κάτι και ίσως είναι διαφορετικό από ό,τι είναι εδώ. Ίσως να μη μας χρειάζεται αυτό το φυσικό 'καλώδιο' πια».
Και το πρώτο απάντησε, «Ανοησίες. Και επιπλέον, αν υπάρχει ζωή, τότε γιατί ποτέ κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω από εκεί; Ο τοκετός είναι το τέλος της ζωής, και μετά από τον τοκετό & δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι, σιωπή και λήθη. Δεν οδηγεί πουθενά».
«Λοιπόν, δεν ξέρω», λέει το δεύτερο, «αλλά σίγουρα θα συναντήσουμε τη μητέρα και αυτή θα μας φροντίσει».
Τότε το πρώτο μωρό απάντησε, «Μητέρα; Πιστεύεις στη μητέρα; Αυτό είναι γελοίο. Αν η μητέρα υπάρχει, τότε πού είναι τώρα»;
Το δεύτερο είπε: «Είναι παντού γύρω μας. Είμαστε περικυκλωμένοι από αυτήν. Είμαστε μέρος της. Είναι μέσα της που ζούμε. Χωρίς αυτήν, αυτός ο κόσμος δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει».
Τότε είπε το πρώτο, «Λοιπόν, εγώ δεν την βλέπω, έτσι είναι λογικό ότι δεν υπάρχει».
Και τότε το δεύτερο μωρό απάντησε, «Μερικές φορές, όταν κάνεις ησυχία και επικεντρωθείς και ακούσεις πραγματικά, μπορείς να αντιληφθείς την παρουσία της, και μπορείς να ακούσεις την αγαπημένη της φωνή, να σε καλεί από πάνω».

Του Ούγγρου συγγραφέα Útmutató a Léleknek.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Νικόλας Ανδρέας Δάνδολος (Nick the Greek) (2)



«Η τύχη είναι μια κυρία και αυτός είναι ο έρωτας της ζωής μου».
 Nick ‘’the Greek’’ Dandοlo

Το 1931 ο τζόγος έγινε νόμιμος στην πολιτεία της Nevada. Ο θάνατος του Arnold Rothstein από πυροβολισμό και η μείωση του τζόγου στην ανατολική ακτή οδήγησε τον Nick να επισκέπτεται όλο και πιο συχνά και τελικά το 1943 να μετοικήσει στο Las Vegas, παρότι ποτέ του δεν του άρεσε ως πόλη. Φάνταζε ωστόσο ως το καλύτερο μέρος για κάποιον που επιζητούσε την δράση. Η εγκατάσταση του στο Las Vegas άνοιγε ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που θα επηρέαζε όχι μόνο την ζωή του αλλά και το τζόγο γενικά της χώρας.
“Ο Nick θα μπορούσε να έχει αγοράσει το Las Vegas από άκρη εις άκρη”, έλεγε κάποιος από τους ιδιοκτήτες ξενοδοχείων στο Las Vegas θέλοντας να καταδείξει τα τεράστια ποσά που κέρδισε εκεί ο Nick, “αλλά φαίνεται ότι δεν ενδιαφερόταν για επενδύσεις σε ακίνητα”.
Η ζωή του όμως πια είχε πάρει μυθικές διαστάσεις. Κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες του Las Vegas κατέβαλαν κάθε προσπάθεια προκειμένου να καταφέρουν να τον δουν από κοντά. Έφτασαν να αγνοήσουν τη δοκιμή της ατομικής βόμβας που έγινε εκεί κοντά προκειμένου να τρέξουν στο ‘’Flamingo Casino’’ για να δουν τον Nick να χάνει αρχικά έως και 120.000 δολάρια και τελικά να κερδίζει στο παιχνίδι με τα ζάρια.
“Ξοδεύουμε κάθε εβδομάδα 40.000 δολάρια σε shows”, είπε ο ιδιοκτήτης ενός καζίνου, “αλλά ο Nick εξακολουθεί να είναι ο καλύτερος κράχτης στην πόλη”.
Στις αρχές του καλοκαιριού του 1953 μία εφημερίδα του Las Vegas έκανε μία δημοσκόπηση σε πάνω από 100 εκτός πολιτείας τουρίστες με την εξής ερώτηση: «Ποιο μεγάλο φυσικό θαύμα της South Nevada θα επιθυμούσατε περισσότερο απ’ όλα να δείτε;»
Το αποτέλεσμα της δημοσκόπησης άφησε έκπληκτο όλον τον κόσμο: Ο Nick συγκέντρωσε οχτώ ψήφους περισσότερους από το διάσημο φράγμα Hoover!
Στον κόσμο του τζόγου μάλιστα ήταν τόσο διάσημος που και η παραμικρή του κίνηση μπορούσε να έχει αντίκτυπο σε όλη τη χώρα. Κάποτε χόρευε με την Ava Gardner σε ξενοδοχείο του Las Vegas. Είχε άψογο βραδινό ντύσιμο εκτός από τα παπούτσια του, σε χρώμα καφέ - άσπρο, τα οποία παραμέλησε ν’ αλλάξει.
Τρεις μέρες αργότερα ένας δημοσιογράφος από την New York City αποκάλυψε ότι η τύχη δεν ευνοούσε τον Nick εκείνον τον καιρό και ο Έλληνας φόρεσε παπούτσια διαφορετικού χρώματος, ένα μαύρο και ένα άσπρο, προκειμένου να ξορκίσει το κακό. Μερικές μέρες αργότερα οι μισοί από τους τακτικούς πελάτες στον ιππόδρομο του Belmont της συνοικίας Bronx της New York City εμφανίστηκαν με ένα μαύρο και ένα άσπρο παπούτσι.
Υπάρχουν πολλές ιστορίες από παιχνίδια του που όλες κατατείνουν πως ο Nick the Greek υπήρξε ένας εξαιρετικά τολμηρός παίχτης, ένας άνθρωπος που μπορούσε να ρισκάρει σε ένα χαρτί ή μια ζαριά κολοσσιαία ποσά. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες δύο ιστορίες:

 

Κάποτε έπαιζε με έναν Νεοϋορκέζο πολυεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη ενός δικηγορικού γραφείου, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με πολλούς θεατές. Μετά από αρκετή ώρα ο Nick κέρδιζε ένα ποσό περίπου 550.000 δολαρίων. Τότε, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, ο δικηγόρος τον ρώτησε:
«Πάντα τρέχεις να φύγεις όταν κερδίζεις;»
Ο Nick ξαναγύρισε στο τραπέζι, ανακάτεψε την τράπουλα και την άφησε μπροστά στον δικηγόρο.
«Διάλεξε ένα» του είπε. «Το μεγαλύτερο φύλλο κερδίζει 550.000 δολάρια».
Περίμενε τρία λεπτά μέσα σε απόλυτη σιωπή το δικηγόρο να κάνει την κίνηση του, αλλά αυτός φαινόταν μαρμαρωμένος. Ο κάτωχρος δικηγόρος κοιτούσε ακόμη ανήμπορος την τράπουλα καθώς ο Nick άφηνε το δωμάτιο.
Μια άλλη φορά στη New York City, ο Nick αναμετρήθηκε με τον «νονό» της νεοϋορκέζικης Μαφίας, Frank Costello, έχοντας πολλούς V.I.P. θεατές, όπως ο βασιλιάς της Αιγύπτου Farouk. Όταν ο μαφιόζος έχασε ό,τι είχε είπε στον Nick ειρωνικά:
«Έλληνα, φεύγεις και δεν συνεχίζεις γιατί είσαι δειλός!»
Τότε ο Nick παρακάλεσε τον Farouk να ανακατέψει την τράπουλα.
«Και τώρα amigo», είπε στον Costello, «έλα να τραβήξουμε από ένα χαρτί. Το μεγαλύτερο θα κερδίσει 500.000 δολάρια»!
Ο μαφιόζος τον κοίταξε έντονα, άναψε το πούρο του, έριξε το παλτό στους ώμους του κι αποχώρησε με τη συνοδεία του.
Την άλλη κιόλας μέρα, οι «New York Times» εξυμνούσαν τον έλληνα τζογαδόρο ως τον αδιαφιλονίκητο βασιλιά του πόκερ που ταπείνωσε τον Costello! Τότε είναι που τον γνώρισαν και έγιναν φίλοι και θαυμαστές του οι Frank Sinatra, Τέλης Σαβάλας, Αριστοτέλης Ωνάσης, Groucho Marx, Chico Marx και Albert Einstein, τον οποίον ο Nick ξενάγησε στο Las Vegas συστήνοντάς τον στους ανθρώπους που έκαναν κουμάντο στη νύχτα ως «ο μικρός Al από το Princeton, που ελέγχει τη δράση στο New Jersey!», για να μην τον κοροϊδέψουν που ήταν επιστήμονας και άσχετος με τον τζόγο!
Ο Nick παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ανεξάρτητος τζογαδόρος και ποτέ του δεν εργάστηκε για λογαριασμό του καζίνο ή της Μαφίας. Το 1951, σε συζήτηση που είχε με τον διαβόητο Benny Binion, αφεντικό της Μαφίας του Las Vegas και τρομερό τζογαδόρο, του είπε πως ήταν πρόθυμος να τα βάλει με όποιον παίκτη ήθελε ο «νονός». Ο Binion αποδέχτηκε την πρόκληση και κάλεσε τον καλύτερο, μετά τον Nick, παίχτη των ΗΠΑ, τον επίσης θρύλο Johnny Moss, τον μόνο άνθρωπο που κατά κοινή ομολογία θα μπορούσε να παίξει στα ίσα τον Έλληνα τζογαδόρο. Κι αυτός όμως, μόλις έφτασε στο Las Vegas και πληροφορήθηκε την πρόθεση του Nick για τα χρηματικά ποσά που θα έπαιζε αναφώνησε πως θα ήταν προτιμότερο να έφευγε απ’ την πόλη εκείνη την ώρα, παρά να παίξει με τον Έλληνα. Ο Binion ωστόσο κατάφερε να τον κρατήσει υποσχόμενος να τον καλύπτει οικονομικά στη διάρκεια όλου του τουρνουά, πράγμα που αναγκάστηκε να κάνει πολλές φορές, καθώς η επίθεση του Nick χρεοκόπησε πολλές φορές τον Moss, ο οποίος για να μη βγει απ’ το παιχνίδι έπαιρνε νέα υπέρογκα ποσά απ’ τον μαφιόζο.
Ο μαφιόζος έστησε έτσι το παιχνίδι ώστε να βγει ο ίδιος κερδισμένος ό,τι κι αν γινόταν: η παρτίδα, όσο κι αν κρατούσε, θα διεξάγονταν στο λόμπι του καζίνου ‘’Horseshoe’’, ιδιοκτησίας του Binion, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να το παρακολουθούν οι θαμώνες. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει πασίγνωστο το καζίνο του «νονού», κάτι που δεν είχαν καταφέρει να κάνουν οι έως τότε τεράστιες διαφημιστικές καμπάνιες που είχε κάνει μέχρι τότε.
Κι αυτό γιατί η μάχη του 68χρονου πια Nick με τον 44χρονο Moss, ο οποίος στα 44 χρόνια του διένυε την καλύτερη του περίοδο στο πόκερ, κράτησε περισσότερο από πέντε μήνες (Ιανουάριος - Μάιος 1951), με διαλείμματα μόνο για φαγητό και ύπνο! Ήταν μια μονομαχία που απαιτούσε τεράστια ικανότητα, καλή ψυχολογία και, βέβαια, αντοχή μυαλού και σώματος. Οι δύο τζογαδόροι για να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού σε αμείωτα επίπεδα, αναμετρήθηκαν σε μια σειρά παραλλαγών της πόκας, καθώς φάνηκε νωρίς ότι στο poker ήταν σχεδόν ισοδύναμοι. Μέρα με τη μέρα, τεράστια ποσά άλλαζαν χέρια και χιλιάδες άνθρωποι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα την παρτίδα που δεν έλεγε να τελειώσει. Το παιχνίδι απαιτούσε υψηλή συγκέντρωση, κάτι που επέφερε κόπωση. Στις διακοπές για να ξεκουραστούν ο νεαρότερος Moss χρειαζόταν πολύωρο ύπνο για να επανέλθει στο τραπέζι, όπου με έκπληξη έβρισκε πάντα τον Nick να τον περιμένει παίζοντας ζάρια, έχοντας κοιμηθεί και ξεκουραστεί ελάχιστα.   
Τελικά, ένα απόγευμα, με τον Έλληνα τζογαδόρο σχεδόν απένταρο, καθώς είχε ήδη χάσει 4.000.000 δολάρια, ο Nick σηκώθηκε και είπε ιπποτικά στον αντίπαλό του:
«Κύριε Moss, θα πρέπει να σας αφήσω να φύγετε».
Κατόπιν αποτραβήχτηκε σε μιαν άκρη και αναζήτησε παρηγοριά σε ένα σύγγραμμα του Πλάτωνα.
Χρόνια αργότερα, η αξιομνημόνευτη μάχη θα γεννούσε έναν σημερινό θρύλο του πόκερ, το ‘’World Series of Poker’’.
Συχνά υπερέβαλε εαυτόν και κάποτε βρέθηκε σε πολύ δυσάρεστη θέση. Η τύχη εκείνο το βράδυ ήταν μαζί του, αλλά το σώμα του έστελνε δυσάρεστα μηνύματα. Το ένα του πόδι, πρησμένο και πονεμένο, κυριαρχούσε στις αισθήσεις του και έφθειρε την προσήλωση του στο παιχνίδι.
Είχε έρθει η ώρα να αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Γνώριζε ωστόσο ότι αν έφευγε απ’ το τραπέζι για να πάει στο γιατρό δεν θα έβρισκε ξανά την τύχη που είχε το βράδυ εκείνο να τον περιμένει, όταν θα ξαναγύριζε μία εβδομάδα αργότερα. Έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει 55 ώρες στο τραπέζι κερδίζοντας διαρκώς, ενώ όλες αυτές τις ώρες ο γιατρός του ξενοδοχείου του χορηγούσε πενικιλίνη.
«Σαν και τραυματισμένος κέρδισα 54.000 δολάρια», έλεγε γελώντας «και το πόδι μου γιατρεύτηκε μέχρι την ώρα που τελείωσε το κερδοφόρο μου σερί. Μπορούσα πια να πάω στο σπίτι μου για να ξεκουραστώ».
Αληθεύει επίσης πως κάποτε έπαιξε το παιχνίδι ‘’Φάρο’’ για οκτώ μέρες και νύχτες χωρίς να κοιμηθεί καθόλου.
Άλλη φορά, όταν ρωτήθηκε για τον τρόπο που κατάφερνε σχεδόν πάντα να κερδίζει απάντησε πως το μυστικό μεταξύ ενός χαμένου και ενός κερδισμένου είναι η πειθαρχία. Αυτό σημαίνει ότι ο κερδισμένος διαχειρίζεται τα χρήματα του, ενώ ο χαμένος αφήνει τα χρήματα να τον διαχειρίζονται.
Η διαχείριση των χρημάτων, σύμφωνα μ’ αυτόν, είναι ένα από τα απώτερα τεστ για τον ανθρώπινο χαρακτήρα και την νοημοσύνη του ανθρώπου. Απαιτεί όμως να διακατέχεται κανείς απ’ την βασική πρόθεση, την πρόθεση της νίκης. Πίστευε δηλαδή, ότι μπορεί κάποιος να κερδίσει μόνο εάν έχει την πρόθεση να το κάνει. Αντίθετα, ο χαμένος χάνει επειδή στο πίσω μέρος του μυαλού του θέλει να κάνει ακριβώς αυτό, να τιμωρήσει, δηλαδή, τον εαυτό του για κάτι. Μπορεί η αποτυχία να καταδεικνύει, για την δική του ικανοποίηση, το πόσο ανάξιος είναι. Όπως και να έχει το πράγμα υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να έχει κάποιος για να επιθυμεί να χάσει. Ακόμη κι αν αυτός ο άνθρωπος είχε τη μεγαλύτερη τύχη στον κόσμο θα του ήταν άχρηστη, καθώς θα ήταν φοβισμένος να φύγει κερδισμένος. Για το λόγο αυτό θα έμενε στο τραπέζι για ώρες, μέχρι τελικά να αποκτήσει αυτό που θέλει, μία άδεια τσέπη και έναν άδειο λογαριασμό.
Ο Nick ήταν πεπεισμένος ότι ο οποιοσδήποτε παίχτης με κάποια γνώση του παιχνιδιού ξέρει πότε έρχεται η ώρα γι’ αυτόν να φύγει από το παιχνίδι. Οι νικητές πιστεύει ότι προσέχουν αυτήν την γνώση, ενώ οι χαμένοι την παραβλέπουν.
«Χρειάζεται πραγματικός χαρακτήρας για να σταματήσεις και να φύγεις κερδισμένος. Εάν το κάνεις αυτό, θα πρέπει να περιμένεις τον θαυμασμό και τον φθόνο των άλλων παικτών, ακόμη και από την διεύθυνση του καζίνο. Κανείς δεν θα σκεφτεί να λυπηθεί έναν κερδισμένο. Έτσι ερχόμαστε στο ζήτημα του τι πραγματικά επιθυμείς, θαυμασμό ή λύπηση; Σκέψου το, κι όταν καταλήξεις, η μισή δουλειά έχει γίνει».
Ως απόδειξη του ισχυρισμού του αφηγούνταν ότι το 1924 πήγε στο San Francisco με περίπου 500.000 δολάρια σε μετρητά και μία φήμη ως του μεγαλύτερου παίκτη πόκερ στην Αμερική. Οι τοπικοί τζογαδόροι το είδαν ως μια πρόκληση στην οποία έπρεπε να απαντήσουν. Έτσι ένας περίοπτος κακοποιός της πόλης τον επισκέφτηκε μεθυσμένος στο ξενοδοχείο που διέμενε και του ζήτησε να παίξουν. Ο Nick γνώριζε ότι ο κακοποιός γινόταν επικίνδυνος όταν έπινε και για το λόγο αυτό προετοιμάστηκε να χάσει. Δεν τα κατάφερε όμως καθώς κέρδιζε διαρκώς. Καθώς ο κακοποιός έχανε όλο και περισσότερα τόσο πιο πολύ έπινε και τόσο πιο συχνά έριχνε το βλέμμα του στο όπλο του, που το είχε δίπλα του. Μετά από δεκαοχτώ ώρες παιχνιδιού, ο Nick κέρδιζε 190.000 δολάρια και μπροστά σε ένα πιθανό ρίσκο για τη ζωή του, εμπνεύστηκε ένα σχέδιο.
Έδωσε στον κακοποιό μία ευκαιρία να τον κλέψει, παίρνοντας τα χρήματά του πίσω, χωρίς ταυτόχρονα να δείξει ο Nick ότι αντιλήφθηκε την κλοπή. Έτσι του ανακοίνωσε ότι νύσταξε και έπρεπε να κοιμηθεί, αλλά τον προέτρεψε να μην σταματήσει, αλλά να παίξει ρίχνοντας και για τους δυο τα ζάρια και ποντάροντας ό,τι ποσό επιθυμούσε.
«Δεν υπολόγισα όμως στην διεστραμμένη αντίληψη τιμής του ανθρώπου αυτού. Μετά από περίπου μία ώρα με ταρακούνησε λέγοντάς μου ‘’Nick, το παιχνίδι αυτό παραείναι μεγάλο για μένα. Πρέπει να με αφήσεις να φύγω. Έχασα και άλλες 20.000 δολάρια“», έλεγε γελώντας ο Nick, επιβεβαιώνοντας έτσι τον ισχυρισμό του για τη βασική πρόθεση του παίχτη.
Μετά το παιχνίδι αυτό ο Nick πήγε για πρώτη φορά διακοπές σε μία απόμερη λίμνη στα βουνά Adirondacks.
Οι γνώσεις του Nick για όλους τους λαβυρινθώδεις δρόμους του τζόγου του είχε αποδώσει τη φήμη της παγκόσμιας αυθεντίας στο αντικείμενο αυτό. Τουλάχιστον δύο φορές τον μήνα, καλούνταν στις διαφωνίες μεταξύ παικτών όπου και αν βρισκόταν, προκειμένου να διασαφηνίσει μία ανεπαίσθητη λεπτομέρεια από την οποία κρεμόταν ένα ποντάρισμα ή ένα στοίχημα. Οι αποφάσεις του σε τέτοιες κλήσεις ήταν πάντα τελεσίδικες. Εάν υπήρχε κάποια ένσταση, ο Nick ήταν πρόθυμος να στοιχηματίσει με τον διαφωνούντα το διπλό από το ποσό που παιζόταν, ότι η κρίση του ήταν σωστή. Πάντως, ποτέ δεν αποδέχτηκε κάποιος το στοίχημα αυτό!
Κοντά στα τέλη της ζωής του, για άλλη μια φορά στην ψάθα, ο Nick the Greek εντοπίστηκε να παίζει πόκερ με μικροποσά στην Καλιφόρνια. Όταν μάλιστα τον ανακάλυψε εκεί ένας πρωταθλητής του πόκερ, αλλοτινός του φίλος, τον ρώτησε γεμάτος περιέργεια πώς μπορούσε να παίζει τώρα για ψίχουλα αυτός που κάποτε έπαιζε εκατομμύρια. Ο Δάνδολος του αντιγύρισε απλά:
«Παραμένει πόκερ, έτσι δεν είναι;»
Αυτή ήταν η φιλοσοφία του έλληνα τζογαδόρου. Δεν είχε καμία σημασία αν θα κέρδιζες ή θα έχανες, σημασία είχε μόνο το ταξίδι. Το απέδειξε άλλωστε περίτρανα με τον τρόπο ζωής του. Υπήρξε ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, εάν ληφθούν υπόψη η διάρκεια, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μαζί. Ο «τζέντλεμαν της τσόχας», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν ο πρώτος παίκτης που περιλήφθηκε στο ‘’Poker Hall of Fame’’ το 1979 (παρέα με τον Johnny Moss).
Το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του έκλεισε τα Χριστούγεννα του 1966 σε νοσοκομείο του Los Angeles, με τον ίδιο ξοφλημένο πια και αδέκαρο.
Κι όμως, ο «βασιλιάς των τζογαδόρων», όπως τον αποκάλεσε ο εκδότης του «Las Vegas Sun Newspaper», Hank Greenspun, την ώρα που ο Δάνδολος κειτόταν στο νεκροκρέβατο του νοσοκομείου, είδε να περνούν από τα χέρια του περίπου 500.000.000 δολάρια, τα οποία αγγίζουν σε σημερινές τιμές τα 87.000.000.000 δολάρια! Το ποσό αυτό, εάν βέβαια είχε κρατήσει τα πλούτη του, θα καθιστούσε τον ‘’Nick The Greek’’ μακράν τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου, γεγονός ωστόσο που δεν τον απασχόλησε ποτέ.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Νικόλας Ανδρέας Δάνδολος (Nick the Greek) (1)

«Το αμέσως καλύτερο πράγμα από το να παίζεις και να κερδίζεις είναι να παίζεις και να χάνεις. Το βασικό είναι να παίζεις».
Nick ‘’the Greek’’ Dandοlo

Ο Νικόλας Ανδρέας Δάνδολος ή κατά κόσμο Nick the Greek γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης στις 27 Απριλίου του 1883. Η οικογένειά του καταγόταν από τη Σμύρνη και ήταν αρκετά εύπορη (ο πατέρας του ήταν έμπορος χαλιών).
Σε ηλικία 8 ετών ο Νικόλας πήγε στη Σμύρνη για να ζήσει μαζί με τον πλούσιο εφοπλιστή νονό του. Εκεί φοίτησε στο Αγγλικό σχολείο ‘’Baxter’’ και κατόπιν σπούδασε κλασική φιλοσοφία στο «Ελληνικό Ευαγγελικό Κολλέγιο» της Σμύρνης. Είχε ταλέντο στις γλώσσες και έμαθε Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ισπανικά, Τούρκικα, λίγα Εβραϊκά και Αρχαία Ελληνικά. Του άρεσε επίσης να γράφει ποίηση. Οι σπουδές του τον ακολούθησαν, ως συνήθεια πια, σε όλη του τη ζωή κι ο Νικόλας ποτέ δεν εγκατέλειψε τη συνήθεια να ξεκουράζει το πνεύμα του με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Συχνά κουβαλούσε μαζί του τα βιβλία τους στους περίφημους χαρτοπαιχτικούς μαραθωνίους του.
Ο νονός του είχε μεγάλα σχέδια γι’ αυτόν και σε ηλικία 18 ετών αποφάσισε ότι έπρεπε να περιοδέψει στον κόσμο, ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα για τις επερχόμενες σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Για να γνωρίσει τον κόσμο ο Νικόλας λάμβανε κάθε εβδομάδα 150 δολάρια, ένα μεγάλο ποσό για την εποχή, συν τα ταξιδιωτικά έξοδά του.
Αρχικά εγκαταστάθηκε στο Σικάγο, αλλά σχετικά σύντομα μετακόμισε στο Μόντρεαλ του Καναδά, θέλοντας να ‘’πικάρει’’ μια Ελληνίδα που γνώρισε στο Σικάγο και που θα αποτελούσε γι’ αυτόν τη γυναίκα της ζωής του. Εκεί ο Νικόλας γνώρισε τον διάσημο αναβάτη ιπποδρομιών Phil Musgrave και συνδέθηκε μαζί του φιλικά. Η φιλία του με τον διάσημο αναβάτη έμελλε να αποτελέσει σταθμό στη ζωή του. Ο Νικόλας εξ’ αιτίας του γνώρισε τον κόσμο των ιπποδρομιών και των στοιχημάτων και η ενασχόλησή του με το νέο του πάθος αποδείχτηκε αρκετά επικερδής για τον ίδιο αφού κατάφερε να κερδίσει μετά από δεκάμηνη παραμονή του στο Μόντρεαλ, 1.200.000 δολάρια. Το εύκολο κέρδος τον γοήτευσε και τον οδήγησε στην απόφαση αναφορικά με το τι θα έκανε στην υπόλοιπη ζωή του.
Η οικογένειά του ωστόσο, μαθαίνοντας ότι ο Νικόλας ήταν στο Μόντρεαλ και έπαιζε στοιχήματα θορυβήθηκε και διαρκή ήταν τα γράμματα που ερχόταν απ’ την Κρήτη γεμάτα παράπονα κι ανησυχίες για το στραβό δρόμο που είχε πάρει ο Νικόλας. Σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει την απογοήτευση της οικογένειάς του ο Νικόλας πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο Σικάγο, προκειμένου να καταλαγιάσει κάπως τις ανησυχίες των γονιών του. Ταυτόχρονα δέχτηκε διπλό το χτύπημα της μοίρας καθώς απ’ τη μια πέθανε ο νονός του στη Σμύρνη αφήνοντάς του 50.000 δολάρια κι απ’ την άλλη πληροφορήθηκε ότι η κοπέλα που αγαπούσε στο Σικάγο έπασχε από έναν ξαφνικό δυνατό πυρετό και κινδύνευε η ζωή της. Πριν προλάβει να επιστρέψει στο Σικάγο η κοπέλα πέθανε, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στην καρδιά του, που δεν κάλυψε ποτέ του και που αποτέλεσε το βασικό λόγο που έμεινε ανύπαντρος σ’ όλη του τη ζωή.  
Άρχισε να πίνει και να παίζει ζάρια και χαρτιά, χάνοντας όλα τα χρήματα που είχε κερδίσει στον Καναδά, κάτι που θα επαναλαμβανόταν έκτοτε συνεχώς στη ζωή του.
Ο Δάνδολος όμως δεν ήταν ένας ακόμη χαρτοπαίκτης του συρμού. Οι σπουδές και η κατάρτισή του, η ακόρεστη δίψα του για γνώση και για ζωή, το εξαίρετο μαθηματικό του ταλέντο, τον οδήγησαν σύντομα να αντιληφθεί ότι αν δεν σπούδαζε το αντικείμενο, δεν θα είχε ποτέ του τύχη απέναντι σε χαρτοπαίχτες ολκής, που συνωθούνταν στα καζίνο και τις λέσχες του Σικάγο. Για το λόγο αυτό αποφάσισε να μαθητεύσει δίπλα στους καλύτερους. Έτσι προσέλαβε έναν θρύλο του πόκερ για να του δείξει τα βασικά, έναν τύπο που ισχυριζόταν δηλαδή ότι «αν ο Θεός θέλει να μάθει να παίζει, θα έρθει σε μένα». Γρήγορα εξοικειώθηκε με τους νόμους των πιθανοτήτων και τα ποσοστά επιτυχίας, παίζοντας ταυτοχρόνως στα δάχτυλα τους γραπτούς και άγραφους κανόνες του τζόγου.
Σύντομα έγινε γνωστός σε όλο το Σικάγο. Οι κυρίες όλων των επαγγελματικών ασχολιών έκαναν το κάθε τι ώστε να πέσει ένα βλέμμα του Nick πάνω τους.
Ο ίδιος όμως αδιαφορούσε. Άρχισε να στέλνει χρήματα στους γονείς του και ο πατέρας του ήταν κατευχαριστημένος επειδή νόμιζε ότι ο Νικόλας ασχολούνταν με ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Όταν όμως έλαβε ένα τσεκ 20.000 δολαρίων προβληματίστηκε. Σε λίγο καιρό πήγε στο Σικάγο για να δει αν ο γιος του ήταν σε καλό δρόμο και επεδίωξε να βρει ένα καλό κορίτσι για να τον παντρέψει. Η αποκάλυψη της πραγματικότητας τον εξόργισε και τον έκανε να επιστρέψει άπραγος πίσω στην Κρήτη, αφού πρώτα έβαλε το γιο του να εργαστεί στο εστιατόριο ενός Έλληνα στο Σικάγο.
Την επόμενη μόλις χρονιά ο Νικόλας επέκτεινε τη χαρτοπαιχτική του δραστηριότητα παίζοντας όχι μόνο στο Σικάγο, αλλά σε όλες τις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ. Μάλιστα ήταν ο άνθρωπος που νομιμοποίησε το παιχνίδι των ζαριών, κάνοντάς το γνωστό στην υψηλή κοινωνία.
Δαιμόνιος τζογαδόρος καθώς ήταν και ειδήμων της μπλόφας, πολύ σύντομα μετατράπηκε σε δεξιοτέχνη των τυχερών παιχνιδιών, με έφεση κυρίως στο πόκερ και τα ζάρια. Οι χαρτοπαιχτικές λέσχες και τα μεγάλα καζίνο του Σικάγο μάλιστα πολλές φορές του πρόσφεραν θέση εργασίας με εξαιρετικά παχυλούς μισθούς, προκειμένου να περιορίσουν τη ζημιά που τους έκανε ως παίχτης, χωρίς ωστόσο ο Δάνδολος να δεχτεί. Σταδιακά όλοι οι ειδήμονες του χώρου αναγνώρισαν ότι αυτός ο νεαρός Έλληνας είχε το κάτι παραπάνω στον τζόγο, καθώς δεν δίσταζε να ποντάρει τα πάντα χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα αν θα κερδίσει ή θα χάσει.
Έπαιζε αδιάκοπα με πάθος και χαρά, πάντα για μεγάλα ποσά, δίνοντας ένα θρησκευτικό χαρακτήρα στην ενασχόλησή του. Ο ίδιος υπολόγιζε ότι στα 60 χρόνια της σταδιοδρομίας του κέρδισε και έχασε γύρω στα 500.000.000 δολάρια, κάνοντας την διαδρομή από την φτώχεια στον πλούτο 73 φορές.
Κάποτε είχε στην κατοχή του 50.000.000 δολάρια, τα οποία κρατούσε σε μία ασφαλή θυρίδα. Οποιοσδήποτε άλλος θα είχε αποσυρθεί επενδύοντάς τα. Η δική του όμως οπτική παρέμεινε αμετάλλακτη και μοναδική. Τα λεφτά σήμαιναν για εκείνον απλώς μία ευκαιρία να παίξει σε μεγαλύτερα και καλύτερα παιχνίδια.
«Όπως έχω πει κατ’ επανάληψη, τα λεφτά έχουν γίνει ένα υποκατάστατο στην κοινωνία μας για σχεδόν οτιδήποτε μπορείς να ονομάσεις. Ακόμη και για τον χαρακτήρα. Απλά λυπάμαι που πρέπει να τα χρησιμοποιούμε για τον τζόγο. Είναι μόνο μία κάβα, ένα ποσό».
Κέρδιζε και έχανε με την ίδια φλόγα, και στα γεράματα ήταν υπερήφανος τόσο για τις ήττες του όσο και για τις νίκες. Μιλούσε μάλιστα για τις ήττες του με τόση υπερηφάνεια, όση κάποιο άλλοι θα μιλούσαν για τα εγγόνια τους.
Κάποτε έχασε 280.000 από τον Arnold Rothstein μια ριξιά ζαριών. Όταν τον ρώτησε ένας δημοσιογράφος γιατί πόνταρε 280.000, ο Νικόλας απάντησε πως μέχρι τόσα ήθελε να πάει ο Arnold.
Πάντα πλήρωνε τα χρέη του στην ώρα τους και κανείς δεν έχασε ποτέ λεφτά απ’ αυτόν. Παράλληλα έκανε μεγάλες φιλανθρωπίες, τόσο σε ιδρύματα όσο και σε ιδιώτες, σε φίλους αλλά και σε οποιονδήποτε του χτυπούσε την πόρτα. Δεν επέμενε για την επιστροφή των χρημάτων ακόμη και όταν τα έδινε ως δανεικά, εκτός από τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν δεν μπορούσε να βρει εύκολα πλέον χρήματα και ζητούσε να του επιστραφούν τα όποια δανεικά και χρέη είχαν προς αυτόν άλλοι τζογαδόροι.
Βασιζόταν όμως μόνο στον λόγο τους, χωρίς να έχει καμία υπογραφή τους και έτσι με δυσκολία έπαιρνε πίσω κάποια, λίγα έστω, απ’ τα χρήματά του, με τη βοήθεια ενός φίλου του δικηγόρου που του εξηγούσε ότι ο λόγος τιμής ενός τζογαδόρου δεν έχει πλέον καμία αξία. Μόνο σε ιδρύματα έδωσε 5.000.000 δολάρια και άλλα 2.000.000 σε απλούς ανθρώπους.
Έστειλε περίπου 30 παιδιά φίλων στο κολλέγιο, πλήρωσε πάντα ανώνυμα, χρέη σε νοσοκομεία για πάνω από 1.000 άτομα και βοήθησε άλλους 300 να φτιάξουν την δική τους επιχείρηση.
Όταν τελικά μαθεύτηκε ότι μόνος του έκανε τζίρο περισσότερα λεφτά από πολλές τράπεζες, ήταν πλέον απόλυτα αναμενόμενο να ανακηρυχθεί ως ο κορυφαίος στο παίξιμο χρημάτων παίκτης της χώρας, λαμβάνοντας το προσωνύμιο που θα τον ακολουθούσε έκτοτε: ‘’Nick The Greek’’.
Ο ίδιος πάντως δεν φαινόταν πάντα να απολαμβάνει το προσωνύμιό του αυτό. Στις περιόδους αυτές όποιος τολμούσε να αναφέρει παρουσία του την προσωνυμία ‘’The Greek’’ ήταν σίγουρο πως θα δεχόταν αυστηρή επίπληξη.
«Το όνομα μου είναι Δάνδολος», θα τον διέκοπτε ο Nick προφέροντας αργά και προμελετημένα: “Δ-ά-ν-δ-ο-λ-ο-ς-‘’.
Στο διάστημα που ο Nick έμενε στην Καλιφόρνια σύχναζε σε ένα μαγαζί στο Χόλυγουντ. Εκεί ένα αγόρι που δούλευε ως «παιδί για τα θελήματα» συχνά ξεχνούσε την απέχθεια του Nick για το προσωνύμιό του. Κάθε φορά λοιπόν που ο Δάνδολος δεχόταν ένα τηλεφώνημα το αγόρι έτρεχε στον πολυσύχναστο χώρο φωνάζοντας:
‘’Τηλεφώνημα για τον Nick The Greek, τηλεφώνημα για τον Nick The Greek!”
Ο Nick τον διόρθωνε εκνευρισμένος υπενθυμίζοντάς του το όνομά του. Όλα αυτά όμως άλλαξαν όταν ο ηρωικός ελληνικός στρατός, αν και πολύ μικρότερος και με πολύ λιγότερα πολεμικά μέσα, νίκησε τους Ιταλούς και κατέβαλε ηρωική αντίσταση εναντίον των Γερμανών. Τότε, καθώς ο Nick διάβαζε ένα άρθρο που εξυμνούσε τον ηρωισμό του ελληνικού στρατού, το αγόρι ξαναήρθε και φώναξε: “Τηλεφώνημα για τον κύριο Δάνδολο”. Αυτή τη φορά ο Nick τον αγριοκοίταξε και του είπε: ‘’Από τώρα και στο εξής, γιε μου, καλύτερα να με φωνάζεις Nick The Greek’’.
«Έζησε ως ένας μοντέρνος Σωκράτης. Δεν πίστευε σε τίποτα το υλικό» είπε κάποιος φίλος του. «Η περιουσία του, όταν πέθανε, μπορούσε να χωρέσει μέσα σε ένα παπούτσι».
Τα πιο πολύτιμα αγαθά του ήταν αυτά που μπορούσε να πάρει μαζί του, και τα πήρε. Δύο απ’ τα αγαθά που πήρε μαζί του ήταν το ελεύθερο και ενθουσιώδες πνεύμα της περιπετειώδης νιότης, που ήταν ένα μοναδικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα για όλο τον καιρό της δράσης του, όπως και το μυστικό να βρίσκει κάθε φορά καινούρια κάβα, ώστε να ξεκινάει πάλι ένα ταξίδι προς την κορύφωση, μια πορεία που ακολουθούν μόνο αυτοί που τολμούν να αμφισβητήσουν την μοίρα.
«Αυτό το πρώτο μυστικό θα το πάρω μαζί μου, καθώς δεν μπορώ να δώσω συμβουλές που μπορεί να φανούν σε κάποιον χρήσιμες. Είναι κάτι που εδρεύει στον χαρακτήρα και όχι στην προσωπικότητα και γι’ αυτόν το λόγο δεν μπορούν να αποκτηθούν από άλλον…
Και πιστέψτε με, και για το δεύτερο, μια αποκάλυψη των πηγών μου θα ήταν χωρίς νόημα, καθώς αυτές θα είναι πάντα πιο κοντά σε μένα απ’ οποιονδήποτε άλλον και όταν εγώ θα έχω φύγει, δεν θα μου χρειάζονται πια».
Πάντως οι φήμες τον ήθελαν να βρίσκει χρήματα είτε από ένα μικρό γκρουπ πλούσιων Ελλήνων, είτε από ένα μεγάλο γκρουπ φτωχών Ελλήνων, είτε από μία πλούσια Νεοϋορκέζα χήρα που δεν έχει δει ποτέ κανείς, είτε από διάφορους, εκτός των καθιερωμένων, μαφιόζους. Ο Nick γελούσε με όλες αυτές τις εικοτολογίες και επέμενε ότι έπαιζε μόνο δικά του χρήματα.
Το 1919, αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, στο μικρό πριγκιπάτο του Μονακό, είχε συγκεντρωθεί πλήθος βασιλέων και αριστοκρατών, καθώς και πολλοί ζάπλουτοι επιχειρηματίες. Ανάμεσά τους κι ο Δάνδολος που επισκέπτονταν το καζίνο κάθε βράδυ παρακολουθώντας την δράση, παίζοντας μόνο μερικές εκατοντάδες δολάρια. Η φήμη του τον ακολουθούσε και στο Μόντε Κάρλο κι όλοι αναρωτιόνταν πότε θα έβλεπαν τον πραγματικό Nick. Πέρασαν όμως μέρες και εβδομάδες χωρίς να υπάρχει καμία αλλαγή στην συμπεριφορά του. Ο ίδιος όμως έβλεπε και μετρούσε όλες τις παραμέτρους του παιχνιδιού.
Υπολογίζοντας τις πιθανότητες τίναξε την μπάνκα των 500.000 φράγκων (20.000 δολάρια) τρεις φορές. Μετά από αυτό επέστρεψε για πέντε συνεχόμενες ημέρες για ένα τελικό νικηφόρο αποτέλεσμα 320.000 δολαρίων.
Είναι ένα ρεκόρ που δεν έχει καταρριφτεί, ούτε και από τον Βρετανό τζογαδόρο Charles Wells που η καλή του τύχη ενέπνευσε το τραγούδι ‘’Ο άνθρωπος που τίναξε στον αέρα την μπάνκα του Μόντε Κάρλο’’.
Το κατόρθωμά του έγινε παγκοσμίως γνωστό και πλέον πλήθος κόσμου τον ακολουθούσε σε κάθε του μετακίνηση. Για να μπορεί να τους αποφεύγει όλους αυτούς προσέλαβε έναν νεαρό γκρουμ του ξενοδοχείου που διέμενε, τον Ηρακλή Μαυροκορδάτο, επειδή τον πέτυχε να διαβάζει στο διάλλειμά του μία ελληνική έκδοση του Πλάτωνα. Ο ίδιος ο Nick συνήθιζε να διαβάζει πάντα Πλάτωνα κι Αριστοτέλη, κατάλοιπο των σπουδών του και δεν τους αποχωρίζονταν ούτε στα μεγάλα τουρνουά χαρτοπαιξίας στα οποία έπαιρνε μέρος.
«Στην αρχαία φιλοσοφία βρίσκεις γνώση, γαλήνη της ψυχής, διεξόδους και ισορροπία», συνήθιζε να λέει στους Αμερικανούς που τον κοίταζαν εμβρόντητοι.
Ο Ηρακλής λοιπόν ή «Litl Xarry» όπως τον μετονόμασε ο Nick έγινε η σκιά και ο φίλος του. Εκτελούσε χρέη προσωπικού του βοηθού σε όλες τις δουλειές, σωματοφύλακα, πληροφοριοδότη και άλλων πολλών.
Σύντομα, εξαιτίας μιας πληροφορίας του Xarry, ο Nick έκλεισε ένα ιδιωτικό παιχνίδι με τον Σουλτάνο και μετέπειτα βασιλιά Φουάντ Α΄ της Αιγύπτου, όπου χάρη στο ταλέντο του στη μπλόφα κέρδισε 700.000 δολάρια. Το μισό ποσό το έχασε λίγες μέρες αργότερα στο Σικάγο, μετά από δύο ημέρες συνεχές παιχνίδι ζαριών, για να τα ξανακερδίσει με τόκο λίγες μέρες αργότερα.
Αυτές οι μεταπτώσεις ήταν η ζωή που ονειρευόταν. Έπαιζε για τη χαρά του παιχνιδιού και μόνο. Ταυτόχρονα διεύρυνε τον κύκλο γνωριμιών του παίζοντας άλλοτε με βασιλιάδες και βιομήχανους και άλλοτε με γκάγκστερ. Σε κάθε περιβάλλον είχε την ικανότητα να προσαρμόζεται ως χαμαιλέοντας και να μιλά και να φέρεται αναλόγως.
Θρυλικός για τις μπλόφες του και μέγας εραστής της τράπουλας, έχει απαθανατιστεί στην Ιστορία ως ο διασημότερος τζογαδόρος της Αμερικής, ένας άθλος από μόνος του που περιβάλλεται πια, όπως είναι φυσικό, από την αχλή του μύθου.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Οι 14 διαφορές ανδρών - γυναικών

Όταν παρατηρούν τον εαυτό τους στον καθρέφτη


Στο κομμωτήριο


Πώς βλέπουν τα χρώματα


Μετά από έναν χωρισμό


Έξω από τις τουαλέτες


Στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης


Όταν επιλέγουν σαμπουάν


Πριν απ’ τη βραδινή έξοδο


Ετοιμάζοντας τη βαλίτσα για ταξίδι


Βλέποντας μια γυναίκα στον δρόμο


Στο γραφείο και την επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή


Όταν αναζητούν ρούχα στην ντουλάπα τους


Όταν μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι



Όταν ετοιμάζονται για τη δουλειά τους


Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Greek Skies: Το υπέροχο timelapse βίντεο των ελληνικών ουρανών που κέρδισε βραβείο στο Χόλιγουντ


Το υπέροχο timelapse βίντεο του Παναγιώτη Φιλίππου αφιερωμένο στον πατέρα του, που κέρδισε την Πρωτοχρονιά το βραβείο Best of the Fest των Hollywood International Independent Documentary Awards (HIIDA). Απολαύστε το (Vid)
Χρήστος Δεμέτης

365 ημέρες, 55.000 φωτογραφίες, 825 ώρες λήψεων, 8.400 χιλιόμετρα, 650 ώρες επεξεργασίας.
Ο Παναγιώτης Φιλίππου δημιούργησε ένα εντυπωσιακό timelapse βίντεο με θέμα του, τον ελληνικό ουρανό. Το έργο του συμπεριλήφθη στην επίσημη επιλογή των Los Angeles Independent Film Festival Awards για τον μήνα Δεκέμβριο και τελικά κέρδισε το βραβείο Best of the Fest των Hollywood International Independent Documentary Awards (HIIDA).

Το βίντεο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του Παναγιώτη Φιλίππου ο οποίος πέθανε από καρκίνο. Από την ίδια νόσο είχε χτυπηθεί και ο ίδιος ο Παναγιώτης, όπως αναφέρει στο προσωπικό του blog. Οι γιατροί του έδιναν τρεις έως έξι μήνες ζωής αλλά εκείνος κατάφερε να βρει τη δύναμη για να συνεχίσει και να νικήσει.
"Ο καρκίνος ήταν το πολυτιμότερο δώρο που μου έστειλε ο Θεός. Ξέρω πως ακούγεται περίεργο, αλλά μέσα από αυτή τη διαδικασία, κατάφερα να ανακαλύψω ποιος είναι ο καλύτερός μου φίλος, οι καλύτεροί μου φίλοι, αυτοί που θα έπρεπε να είναι μαζί μου και στις καλές στιγμές. Κυρίως όμως, κατάφερα να δω την ζωή από μία εντελώς διαφορετική οπτική" γράφει χαρακτηριστικά.


"Το Time Lapse video "Greek Skies" που ξεκίνησα προσπαθώντας να αποτυπώσω με μοναδικό τρόπο τους ουρανούς της Ελλάδας μας, το αφιέρωσα στον πατέρα μου, Κωνσταντίνο, ο οποίος πέθανε από καρκίνο αλλά και σε όσους έχουν πολεμήσει με τον καρκίνο ή ακόμη πολεμούν ενάντια σε αυτή την επάρατο νόσο. Σκοπός μου είναι να ιδρύσω και να ξεκινήσω στην Ελλάδα με ανθρώπους που γνωρίζω από το εξωτερικό ένα κανάλι το οποίο θα βοηθά αυτούς που έχουν την ανάγκη οποιασδήποτε μορφής κατά τον άνισο αυτό αγώνα. Ήδη κάποια πράγματα έχουν πάρει την πορεία τους κι ευελπιστώ στον δρόμο να βρεθούν και άλλοι άνθρωποι οι οποίοι θα συνδράμουν σε αυτό".


"Επιτρέψτε μου να πω πως είναι μεγάλη τιμή για εμένα που σε αυτή την προσπάθεια που είχα δίπλα αυτούς τους δυο πραγματικούς φίλους, ο ένας μου στάθηκε σε δύσκολες περιοχές όπου δεν θα πρεπε να πάει κανείς μόνος του Konstantinos Themelis Photography (Konstantinos Themelis Photography), και ο δεύτερος με καταπληκτικά πλάνα ο φίλος μου Christophe Anagnostopoulos Photography (Christophe Anagnostopoulos Photography) ο οποίος έχασε κ αυτός πρόσφατα την μητέρα του κ περάσαμε ατελείωτες ώρες μαζί πίσω από ένα φακό και ένα κινητό κοιτάζοντας τους ουρανούς!".
Το μήνυμα του στο κανάλι του στο Youtube, είναι το παρακάτω:
"Dad the video is ready, I know you are not here to see it together, but forgive me I cannot type “in memory of” for you.. cause you never left me and you never will.
Μy immunosuppression didn’t keep me down, neither the cold, nor the heat. What kept me out there dad was you, because you are out there Dad, up in the Greek Skies, every time I turned my camera up in the sky I was pointing at you.
You made Greek Skies so much more beautiful and so much more amazing.
Dad the video is you, you are the Greek Skies.
I will continue following the lesson you taught me in your last days. Support every human being that gives this battle with everything I can. And this is just the beginning…
You were there Dad. 365 Days, 55.000 Photos, 825 hours shooting photos, 8400 km, 650 hours of editing, and countless hours of praying.
You were there with me & you will always be.
Till we meet Dad!
Your Son".
Ο φωτογράφος ταξίδεψε περίπου 8.400 χιλιόμετρα, από το Πήλιο και τον Βόλο, στα Μετέωρα, το Άγιο Όρος, την Αντίπαρο, μέχρι τα Καλάβρυτα και την Πάτρα για να συλλέξει όλα τα καρέ του.
Για την δημιουργία του βίντεο χρησιμοποιήθηκαν οι μηχανές: Nikon D810, Nikon D800, Nikon D610, Nikon D7000, Nikon D7100, Canon EOS 6D και GoPro 4 Silver και από φακούς τους Nikon AF-S NIKKOR 16-35mm f/4G ED VR, Nikon AF-S NIKKOR 20mm f/1.8G ED, Nikon AF-S NIKKOR 24-70mm f/2.8G ED, Canon 17-40 f/4, Canon 50mm f/1.8, Sigma 35mm f/1.4 Art, Samyang 14mm f/2.8 - Nikon, Samyang 14mm f/2.8 - Canon.
Ειδικός εξοπλισμός: Vixen Polarie, Star Adventurer Skywatcher, Digislider Timelapse & Video Kit, Manfrotto 190XPOB ballhead, Benro Travel Angel III, Tablets & Smartphones για χρήση της εφαρμογής Triggertrap.
To τελικό βίντεο χρειάστηκε 650 ώρες επεξεργασίας για να φτάσει στην τελική του μορφή.
Μουσική: Fred Capo, capoproductionsmusic.com

Πηγή: News247.gr