ΩΡΑ...

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Χορεύοντας με τις φάλαινες




Στα καταγάλανα νερά του Νότιου Ειρηνικού, κοντά στη Χαβάη, ο Νοτιοαφρικανός κάμεραμαν Marco Queral ακολούθησε από κοντά ένα κοπάδι φαλαινών.
Ο 42χρονος έμπειρος δύτης περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία προκειμένου να φωτογραφήσει μία θηλυκή φάλαινα μήκους 15,5 περίπου μέτρων.
«Οι φάλαινες είναι εξαιρετικά ευφυείς. Ακριβώς όπως οι άνθρωποι που εξαιτίας του μυαλού τους είναι ισχυρές προσωπικότητες. Αυτές αποφασίζουν εάν μπορώ να πάρω τις εικόνες τους ή όχι. Θα πρέπει να είναι σε σωστή διάθεση για να μου επιτρέψουν να το κάνω».
Η φωτογράφηση τόσο γιγαντιαίων πλασμάτων πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή καθώς θα αρκούσε μια παιχνιδιάρικη κίνηση της τεράστιας ουράς της φάλαινας για να καταλήξει ο Marco Queral νεκρός.
Ο ίδιος δηλώνει:
«Η επιτυχία του να πάρει κανείς αυτά τα πλάνα ανήκει λίγο πολύ πάντα στη φάλαινα».
Για να πάρει τις εντυπωσιακές εικόνες της θαλάσσιας ζωής ο Marco βασίζεται σε διάφορα τεχνάσματα για να αποσπάσει την προσοχή των διερχόμενων πλασμάτων.
«Ίσως ο πιο αποτελεσματικός και, ενδεχομένως, ο μόνος τρόπος για να μπορέσω να τραβήξω τη φωτογραφία είναι να προσπαθήσω να διεγείρω την περιέργειά τους. Γενικά τα θαλάσσια είδη χαρακτηρίζονται από τη ντροπή και την επιφυλακτικότητα του χαρακτήρα τους, ίσως επειδή δεν είναι τόσο συνηθισμένα να βλέπουν κατ’ ιδίαν τους ανθρώπους, αλλά και γιατί η σεμνότητα και η ατολμία τους είναι ριζωμένη στο DNA τους, δεδομένου ότι έχουν εκδιωχθεί και κυνηγηθεί από τους ανθρώπους εδώ και αιώνες». 










Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Ο οδηγός του λεωφορείου




Η εγκληματικότητα στην Αθήνα έχει φτάσει σε επίπεδα Νέας Υόρκης και Λος Άντζελες, με αποτέλεσμα να βγει ανακοίνωση ότι όποιοι κυκλοφορούν μόνοι τους το βράδυ, το κάνουν πλέον υπ’ ευθύνη τους.
Μία νεαρή καθηγήτρια, διορθώνοντας τα γραπτά στο φροντιστήριο, ξεχάστηκε και με τρόμο διαπίστωσε ότι η ώρα πήγε έντεκα το βράδυ. Μπαίνει σε ένα λεωφορείο, όπου μέσα ήταν μόνο ο οδηγός του και πάει και κάθεται ακριβώς στο κάθισμα από πίσω του, για να νιώθει περισσότερη ασφάλεια.
Όμως, στην πρώτη στάση, ο οδηγός γυρνά και την κοιτά και της λέει με ψυχρή φωνή:
«Ηλίθθθθια!»
Η γυναίκα μένει αποσβολωμένη! Ο τρόμος την κυριεύει και πλέον δεν σκέφτεται να φτάσει στο σπίτι της, αλλά να ξεφύγει απ’ τον μανιακό οδηγό. Έντρομη, ρίχνοντας λοξές ματιές στον οδηγό, σφίγγει την τσάντα της, σηκώνεται και πατάει το κουμπί για την επόμενη στάση, προκειμένου να γλιτώσει απ’ αυτόν. Αυτός συνεχίζει την πορεία του ατάραχος, κοιτάζοντάς την ταυτόχρονα από τον καθρέφτη με άγριο βλέμμα. Η γυναίκα νιώθει τον τρόμο να την πλημμυρίζει. Πιστεύει πως όπου να ‘ναι θα της επιτεθεί.
Κάποτε φτάνουν στην επόμενη στάση, ο οδηγός ακινητοποιεί το όχημα, γυρνά, της ρίχνει ακόμη ένα εγκληματικό βλέμμα και αναφωνεί:
«Πατήθθθθια!»

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ν’ αγγίζεις τον ουρανό χωρίς χέρια - Jessica Cox




Η Jessica Cox γεννήθηκε το 1983 στην Αριζόνα των Η.Π.Α. χωρίς χέρια, εξ αιτίας μιας σπάνιας γενετικής ανωμαλίας. Όπως κάθε παιδί, δεν καταλάβαινε γιατί δεν είχε χέρια όπως τα άλλα παιδιά. Έτσι τα παιδικά της χρόνια ήταν γι’ αυτήν πολύ δύσκολα.
«Ήταν δύσκολο να είσαι διαφορετική» λέει χαρακτηριστικά. 


Το γεγονός αυτό την οδήγησε στην απόφαση συμμετοχής σε πολλές και ποικίλες δραστηριότητες, όπως η γυμναστική, ο χορός και το τραγούδι ενώ συχνά  συμμετείχε και σε μεγάλες παρουσιάσεις.
Η αίσθηση της αδυναμίας της που πήγαζε από την έλλειψη χεριών την έκανε συχνά να θέλει να κλάψει. Αντί όμως να παραιτηθεί η Jessica διοχέτευσε όλη της την ενέργεια στην εξάσκηση αθλημάτων.
Για την Jessica η μεγαλύτερη πρόκληση του να είναι γεννημένη χωρίς χέρια, ήταν η αλλαγή της παγιωμένης αντίληψης των άλλων ανθρώπων, παρά η σωματική δυσκολία.
«Είχα τη συνήθεια να αναστατώνομαι, όταν ο κόσμος με κοιτούσε, όταν περπατούσα στο δρόμο ή όταν έτρωγα με τα πόδια μου. Ωστόσο, έμαθα να βλέπω μόνο τη θετική πλευρά της κατάστασης και αυτό μου έδωσε την ικανότητα να χρησιμοποιώ αυτές τις θετικές κινήσεις για να γίνω ένα παράδειγμα αισιοδοξίας».
Η ίδια θεωρεί τους γονείς της ως παράδειγμα προς μίμηση και ως κολώνες στηρίγματος γι’ αυτήν. Από μικρή ηλικία οι γονείς της «ξέχασαν την ιδιαιτερότητά της». Φρόντισαν η κόρη τους να συμμετέχει σε πολλές και διαφορετικές αθλητικές δραστηριότητες όπως μπαλέτο, κολύμβηση, χορός, τραγούδι, ενώ σε ηλικία μόλις έξι ετών πήρε μέρος στην πρώτη της παράσταση χορού μπροστά σε κοινό.

«Η μητέρα μου είναι το πρότυπό μου και πάντα μου έλεγε, ότι μπορούσα να καταφέρω ό,τι θέλω. Ο πατέρας μου δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ από τη γέννησή μου και δεν με θεώρησε ποτέ θύμα. Είναι δύσκολο να είσαι ο πατέρας ενός ατόμου με ειδικές ανάγκες. Οι γονείς μου ήταν η βάση μου στις δύσκολες στιγμές και ήταν αυτοί που σφυρηλάτησαν το άτομο που είμαι σήμερα».
Χρησιμοποιώντας τα πόδια της, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν τους τα χέρια, είναι σε θέση, μεταξύ άλλων, να οδηγήσει ένα αυτοκίνητο (έχει άδεια και οδηγεί ένα αυτοκίνητο χωρίς τροποποιήσεις), να το γεμίσει βενζίνη, να πληκτρολογήσει είκοσι πέντε λέξεις το λεπτό, να στεγνώσει τα μαλλιά της, να κάνει το μακιγιάζ της, να φορέσει τους φακούς επαφής με την ίδια άνεση των άλλων ανθρώπων. 


Η Jessica Cox, μια μικροκαμωμένη γυναίκα με ύψος 1.55 μ., ένας άνθρωπος δίχως χέρια, είναι η πρώτη κυρία στην ιστορία που πέταξε ένα αεροσκάφος, χωρίς χέρια. Επίσης είναι κάτοχος δύο μαύρων ζωνών στην American Taekwondo Association και πιστοποιημένη δύτης.
Πήρε την άδεια χειριστή αεροσκάφους στις 10 Οκτωβρίου 2008, μετά από τρία χρόνια εκπαίδευσης, που της έδωσε το δικαίωμα να πετάξει ένα αεροσκάφος σε υψόμετρο 10.000 ποδιών.
Αυτή η εμπνευσμένη κυρία και ηρωίδα για πολλούς ανθρώπους, πάντα ακτινοβολεί χαρά και έχει αίσθηση του χιούμορ. Πέρυσι στην γιορτή της μητέρας, πέταξε μόνη της, χωρίς να την συνοδεύει κανείς, τραβώντας με το αεροπλάνο της ένα πανό που έλεγε απλά:
«Κοίτα μαμά, χωρίς χέρια!»
Από εκείνη την ημέρα κατέγραψε περίπου 130 ώρες πτήσης μόνη της. 


Η ίδια πιστεύει πως «μερικές φορές ο φόβος αρχίζει, γιατί δεν γνωρίζουμε για το άγνωστο. Μόλις άρχισα να πετώ, κατάλαβα ότι φοβόμουν, γιατί γνώριζα πάρα πολλά για το θέμα».
Χάρη στην αυτοπεποίθησή της, την προετοιμασία και την φιλοδοξία της, η Jessica κατάφερε να γίνει κάτοχος πτυχίου στην Ψυχολογία, από το πανεπιστήμιο της Αριζόνα, να λειτουργεί ως κεντρική ομιλήτρια σε εκδηλώσεις και να είναι μία εξέχουσα καθοδηγήτρια στο Διεθνές Δίκτυο Ανάπηρων Παιδιών (International Network of Children Amputees) τα τελευταία χρόνια, έχοντας φτιάξει ένα δικό της δίκτυο υπηρεσιών εμψύχωσης  (Motivational Services) με στόχο να βοηθήσει τα άτομα με αναπηρία να ξεπεράσουν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν.


Για το μέλλον ελπίζει να παντρευτεί και να κάνει παιδιά.
«Ξέρω ότι θα είναι δύσκολο να κάνω οικογένεια, αλλά ξέρω επίσης ότι θα γίνω μία καλή μητέρα».
Χωρίς να χάνει το χιούμορ της λέει ότι η πιο δύσκολη στιγμή θα έρθει όταν ο μνηστήρας της ζητήσει το χέρι της από τους γονείς της.
Η Jessica συνηθίζει να λέει:
«Το ότι δεν έχω χέρια δεν καθορίζει το πού μπορώ να πάω»  και λυτρωμένη προφανώς από την προσωπική της πορεία και τη στάση της απέναντι στη ζωή και στο κοινωνικό σύνολο, μας θέτει άμεσα το ερώτημα:
«Και εσένα τι σου λείπει για ν’ αγγίξεις το δικό σου ουρανό;»











Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Το τεστ με το γλύκισμα στο Stanford University



Το τεστ με το γλύκισμα είναι ένα πείραμα που διενεργήθηκε στο Stanford University στα τέλη του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον ψυχολόγο Walter Mischel, ο οποίος μετέπειτα έλαβε θέση καθηγητή στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Το πείραμα είναι μέρος μιας σειράς μελετών που σχετίζονται με την καθυστερημένη ικανοποίηση.
Στο πείραμα ο Mischel έδωσε σε παιδιά τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ μιας μικρής ανταμοιβής (συνήθως ένα γλύκισμα) που θα δινόταν άμεσα ή δύο μικρών ανταμοιβών (γλυκίσματα) αν το παιδί περίμενε να επιστρέψει ο ερευνητής, μετά από απουσία περίπου 15 λεπτών.
Από το πείραμα διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά που ήταν σε θέση να περιμένουν περισσότερο χρόνο, για να έχουν μεγαλύτερο κέρδος, υπερείχαν συνήθως είτε στο μορφωτικό επίπεδο είτε στο δείκτη μάζας σώματος, είτε σε κάποια άλλη παράμετρο. Μεταγενέστερες εργασίες ωστόσο αποσυνδέουν τον αυτοέλεγχο με τις προαναφερόμενες παραμέτρους.
Το πείραμα έχει τις ρίζες του σε ένα παλαιότερο πείραμα που ο Mischel διεξήγαγε στο νησί Trinidad (Trinidad and Tobago),  από το οποίο προέκυψε ότι ανάλογα με την καθεμιά από τις εθνοτικές ομάδες που ζουν στο νησί προέκυπταν διαφορετικά αποτελέσματα αναφορικά με τον αυτοέλεγχο και την ικανότητα των ανθρώπων αυτών να διασκεδάζουν.
Στο πανεπιστήμιο του Stanford υποκείμενα του πειράματος ήταν αρχικά 16 αγόρια και 16 κορίτσια που φοιτούσαν στο νηπιαγωγείο Bing του Πανεπιστημίου. Τρία ακόμη παιδάκια του νηπιαγωγείου αποκλείστηκαν από τη διαδικασία λόγω της αποτυχίας τους να κατανοήσουν τις οδηγίες του πειράματος. Τα παιδιά ήταν ηλικίας από 3,5 – 6 ετών, με μέση ηλικία τα 4,5 έτη.
Τα παιδιά οδηγήθηκαν σε ένα δωμάτιο, άδειο από περισπασμούς, όπου μια απόλαυση της επιλογής τους (μπισκότο ή ζαχαρωτό) τοποθετήθηκε πάνω σε ένα τραπέζι, με μια καρέκλα. Τα παιδιά μπορούσαν να φάνε το γλύκισμα, αλλά αν μπορούσαν να περιμένουν δεκαπέντε λεπτά χωρίς να ενδώσουν στον πειρασμό, θα ανταμείβονταν με ένα δεύτερο γλύκισμα. Ο Mischel παρατήρησε πως κάποια απ’ τα παιδιά «θα καλύπτουν τα μάτια τους με τα χέρια τους ή θα γυρίσουν έτσι ώστε να μην μπορούν να δουν τον δίσκο, άλλοι αρχίζουν να κλωτσάνε το γραφείο, ή παίζουν με τα μαλλιά τους ή τέλος χρησιμοποιούν το γλύκισμα σαν να ήταν ένα μικρό λούτρινο ζωάκι», ενώ άλλοι θα φάνε απλά το γλύκισμα μόλις φύγουν οι ερευνητές.
Όπως αναφέρει ο Mischel στο άρθρο του ‘’Don’t’’ στο The New Yorker magazine: ‘’Αυτό που πραγματικά μετράμε με αυτό το πείραμα, δεν είναι η δύναμη της θέλησης ή ο αυτοέλεγχος, αλλά κάτι πιο σημαντικό, την ικανότητα των παιδιών να επωφεληθούν από μια κατάσταση την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν και στο τέλος να πάρουν αυτό που θέλουν, ένα ακόμα ζαχαρωτό’’.
Σε πάνω από 600 παιδιά που συμμετείχαν στο πείραμα, μια μειοψηφία έφαγε το γλύκισμα αμέσως. Από αυτούς που προσπάθησαν να καθυστερήσουν μόνο το ένα τρίτο κατάφερε να αναβάλει την ικανοποίηση του για χρονικό διάστημα ικανό να του αποφέρει ένα δεύτερο γλύκισμα.
Στη συνέχεια της μελέτης που έγινε πολλά χρόνια αργότερα, ο Mischel ανακάλυψε πως υπήρχε μια απρόσμενη συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων του τεστ με την επιτυχία των παιδιών πολλά χρόνια αργότερα.
Τέλος, μια μελέτη απεικόνισης του εγκεφάλου ενός δείγματος από τους αρχικούς συμμετέχοντες του πειράματος στο Stanford, όταν έφτασε στα μέσα της ζωής του, που διεξήχθη το 2011, έδειξε βασικές διαφορές μεταξύ αυτών με υψηλούς χρόνους καθυστέρησης και εκείνων με χαμηλούς χρόνους καθυστέρησης σε δύο τομείς: στον προμετωπιαίο φλοιό (πιο ενεργός στα άτομα με υψηλούς χρόνους επιβράδυνσης) και στο κοιλιακό ραβδωτό σώμα (μια περιοχή που συνδέεται με τους εθισμούς) όταν προσπαθούσαν να ελέγξουν τις απαντήσεις τους σε δελεαστικούς πειρασμούς.
Είναι όμως πραγματικά ξεκαρδιστικές οι προσπάθειες των μικρών παιδιών να αντισταθούν στον πειρασμό του γλυκίσματος...