ΩΡΑ...

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Αυτός μιλάει... «αλαμπουρνέζικα»


Με την φράση «αλαμπουρνέζικα» εννοούμε «ακαταλαβίστικα». Οι θεωρίες για την προέλευση των… αλαμπουρνέζικων είναι πολλές. Επειδή η κάθε εξήγηση είναι το ίδιο πιθανή όσο και απίθανη με τις υπόλοιπες, εμείς σας τις παραθέτουμε όλες! 


Εκδοχή πρώτη: Από το Livorno της Ιταλίας
Το Livorno είναι μια πόλη της Ιταλίας, έξω από την Τοσκάνη. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων και ειδικότερα της Σύρου, την εποχή της Ενετοκρατίας θεωρούσαν την περιοχή του Livorno ως ιδανική πόλη - πρότυπο.
Καθετί λοιπόν ξεχωριστό και εκλεκτό που έβλεπαν, έλεγαν πως «αυτό είναι όπως Al Livorno», που στα ιταλικά θα πει «στο Λιβόρνο» ή «αυτά μοιάζουν με Αλιβορνέζικα», δηλαδη με πράγματα από το Livorno.
Κατά μία άλλη εκδοχή τα «αλαμπουρνέζικα» προέρχονται όντως από την περιοχή του Livorno, αλλά έχουν σχέση με την περίεργη διάλεκτο που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες που κατοικούσαν στην περιοχή. Οι κάτοικοι του Λιβόρνο μιλούν σε μια ιδιαίτερη διάλεκτο την vernacolo, η οποία έχει στοιχεία από την Τοσκανική αλλά και πάρα πολλούς ιδιωματισμούς! Στην περιοχή ζούσαν κάποτε αρκετοί Έλληνες οι οποίοι είχαν ενώσει τις δύο διαλέκτους και σε αυτές είχαν προσθέσει και ελληνικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα ήταν να μιλούν εντελώς «αλιβορνέζικα» ελληνικά!


Εκδοχή δεύτερη: Από την ιταλική λέξη «burla»
Στα ιταλικά η λέξη «burla» σημαίνει «αστεία». Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την θεωρία, η λέξη «αλαμπουρνέζικα» προέκυψε από μια παραφθορά της φράσης «alla burla», που θα πει «στ’ αστεία».


Εκδοχή τρίτη: Από τη φυλή Μπουρνού του Σουδάν
Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή τα «αλαμπουρνέζικα» δεν είναι μία λέξη, αλλά δύο. Όπως λέμε «αλά γαλλικά», έτσι λέμε και «αλά μπουρνέζικα». Η φράση αναφέρεται στην διάλεκτο της φυλής Μπουρνού που φέρεται να έζησε στην περιοχή του Σουδάν. Η γλώσσα που μιλούσαν ήταν ένας συνδυασμός της αραβικής, με στοιχεία της τοπικής διαλέκτου.
Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή η γλώσσα τους έφτασε στην χώρα μας κατά την Επανάσταση του 1821, όταν μέλη της φυλής Μπουρνού ήρθαν εδώ από την Αίγυπτο με το εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Ιμπραήμ. Στα αυτιά των Ελλήνων ηχούσαν τόσο δύσκολα και ακαταλαβίστικα, που με τα χρόνια η «αλά Μπουρνού» γλώσσα ή διάλεκτος ταυτίστηκε με οτιδήποτε ακαταλαβίστικο.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Το παιχνίδι «Παππούς και Γιαγιά»


Το παιχνίδι παίζεται το λιγότερο με έξι (6) άτομα. Ένα από τα παιδιά αφού τα «βγάλουνε» κάνει τη μάνα. Η μάνα δίνει ονόματα στους παίκτες. Τα ονόματα αυτά πρέπει να έχουν σχέση με την οικογένεια. Έτσι κάποιος μπορεί να ονομαστεί παππούς, γιαγιά, μαμά, μπαμπάς κτλ. Τα παιδιά μέλη της οικογένειας κάθονται στη σειρά ανάλογα με την ηλικία τους και αποφασίζουν να κάνουν κάτι (π.χ. να ανέβουν στα δέντρα, να κάνουν κύκλο κτλ.). Η «μάνα» κάθεται χώρια από τους άλλους παίκτες «κουλουριασμένη» με το κεφάλι προς τα κάτω. Τα παιδιά περνάνε ένα - ένα πάνω από τη μάνα λέγοντας της τι έχουν αποφασίσει να κάνουν και το κάνουν. Αφού περάσει και ο τελευταίος παίκτης τότε η μάνα σηκώνεται και αρχίζει να τους κυνηγάει ώστε να μην πραγματοποιήσουν το αποφασισμένο σχέδιο. Αν πιάσει κάποιο παίκτη αυτός παίρνει το ρόλο της μάνας και το παιχνίδι αρχίζει ξανά…

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Το κούρεμα


Μια μέρα ένας ανθοπώλης πήγε σε ένα κουρείο για κούρεμα. Μετά το κούρεμα, ρώτησε για τον λογαριασμό του και ο κουρέας απάντησε:
«Δεν μπορώ να δεχτώ τα χρήματα από σας. Προσφέρω κοινωφελές έργο αυτή την εβδομάδα».
Ο ανθοπώλης ευχαρίστησε και έφυγε από το κατάστημα. Όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει το κατάστημά του το επόμενο πρωί, στην πόρτα του βρήκε να τον περιμένει μια κάρτα με «ευχαριστώ» και μια ντουζίνα τριαντάφυλλα.
Σε λίγο ένας φούρναρης μπήκε για κούρεμα, και όταν πήγε να πληρώσει, ο κουρέας και πάλι απάντησε:
«Δεν μπορώ να δεχθώ τα χρήματα από σας. Προσφέρω κοινωφελές έργο αυτή την εβδομάδα».
Ο φούρναρης ήταν ευτυχής και έφυγε από το κατάστημα. Το πρωί, όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει, στην πόρτα του υπήρχε μια κάρτα με «ευχαριστώ» και μια ντουζίνα τσουρέκια.
Στη συνέχεια, ένας βουλευτής ήρθε για κούρεμα, και όταν πήγε να πληρώσει το λογαριασμό του, ο κουρέας και πάλι απάντησε:
«Δεν μπορώ να δεχθώ τα χρήματα από σας. Προσφέρω κοινωφελές έργο αυτή την εβδομάδα».
Ο βουλευτής ήταν πολύ χαρούμενος και έφυγε από το κατάστημα. Το επόμενο πρωί, όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει, υπήρχαν μια ντουζίνα βουλευτές που περίμεναν στην ουρά για ένα δωρεάν κούρεμα.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Παροιμίες (Ανάθεμα)


 Ανάθεμα γονιούς γονιούς και μερικές μητέρες, που δε διαλέγουν τους γαμπρούς, ωσάν τις θυγατέρες.
Ανάθεμα δυο πράματα τη φτώχεια και γεράματα.
Ανάθεμα που ‘χει δικούς και περπατάει με ξένους.
Ανάθεμα που δούλεψε τα τρία καλά Σαββάτα, της Κριατινής, της Τυρινής και των Αγιο-Θοδώρων.
Ανάθεμα που πίστευε στων αδελφών τη μάχη.
Ανάθεμα σε, ντοβλετί, ανάθεμά σε, Πόλη, που σου 'στειλα τον άνθρωπο και μου 'στειλες το βόδι.
Ανάθεμα τα βλίτα, κι όπου κάνει πίτα, κι οπού τα μαγειρεύει, φουρτούνα να τον εύρει.
Ανάθεμα τα στόματα που βάνουν ανακατώματα.
Ανάθεμα την ώρα και το κακό συναπάντημα.
Ανάθεμά τον που το ειπεί τ' αδέλφια δεν πονιούνται.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Το έθιμο του τσουγκρίσματος των ποτηριών


Το έθιμο του τσουγκρίσματος των ποτηριών έχει τις ρίζες του στο Μεσαίωνα. Πρωτοεμφανίστηκε σε επίσημα γεύματα, συνήθως αυτά που παρέθεταν οι βασιλείς ή οι αριστοκράτες. Το τελετουργικό απαιτούσε όχι απλά το τσούγκρισμα ώστε να ακουστεί μόνο ο ήχος του ποτηριού ή της κούπας, αλλά το χτύπημα με δύναμη των ποτηριών ή κουπών, ώστε τα ποτά - συνήθως κρασί – να αναπηδήσουν μέσα και έξω απ’ το ποτήρι.
Σκοπός του τσουγκρίσματος ήταν ουσιαστικά να πέσει λίγο ποτό απ’ το ένα ποτήρι στο άλλο, μία άδηλη «ανταλλαγή» οίνου δηλαδή. Με τον τρόπο αυτόν και οι δύο συν-πότες έπιναν και μία μικρή ποσότητα απ’ το κρασί του φίλου τους.
Αυτό συνέβαινε διότι η άρχουσα τάξη είχε, λόγω των αξιωμάτων που κατείχε, πολλούς εχθρούς, οι οποίοι φθονούσαν τους άρχοντες και πιθανά εποφθαλμιούσαν τη θέση τους.
Τσουγκρίζοντας λοιπόν τα ποτήρια, οι καλεσμένοι ήταν βέβαιοι πως ο οικοδεσπότης δε θα προσπαθούσε να τους δηλητηριάσει, ρίχνοντας δολοφονικά υγρά στο κρασί τους, μιας και οι δύο θα πίνανε από το ίδιο «μείγμα» κρασιού! Συνεπώς ο επίδοξος δολοφόνος δε θα τολμούσε να τους δηλητηριάσει, γιατί την ίδια στιγμή θα δηλητηριαζόταν κι αυτός!


Η παράδοση μεταφέρθηκε ως τις μέρες μας και εμπλουτίστηκε ως εξής:
Επειδή «οίνος ευφραίνει καρδίαν» προσπάθησαν οι άνθρωποι να ικανοποιήσουν όλες τις αισθήσεις τους. Συνεπώς ικανοποιούνται:
Η όραση με το χρώμα του κρασιού,
η γεύση, γευόμενοι το κρασί,
η όσφρηση, μυρίζοντάς το,
η αφή, από το άγγιγμα του ποτηριού και
η έως τότε ανικανοποίητη ακοή, από το τσούγκρισμα των ποτηριών,
Στην υγειά σας!