ΩΡΑ...

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

1940: Στοιχεία που πρέπει να θυμόμαστε


Με αφορμή τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου και της μεγάλης μάχης της Ελλάδας εναντίον των επίδοξων κατακτητών, υπενθυμίζουμε τα παρακάτω στοιχεία:
Ημέρες Αντίστασης Ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στο Άξονα
Χώρες
Ημέρες Αντίστασης
Ελλάδα
219 ημέρες
Νορβηγία
61 ημέρες
Γαλλία (Η υπερδύναμη της εποχής)
43 ημέρες
Πολωνία
30 ημέρες
Βέλγιο
18 ημέρες
Ολλανδία
4 ημέρες
Γιουγκοσλαβία
3 ημέρες
Τσεχοσλοβακία
0 ημέρες
Λουξεμβούργο
0 ημέρες
Δανία«
0 ημέρες
« Οι Δανοί παραδόθηκαν σε ένα μοτοσικλετιστή του Χίτλερ, ο οποίος μετέφερε στο Δανό βασιλιά αίτηση του Χίτλερ για παράδοση της Δανίας. Μάλιστα δώσανε και το στέμμα του βασιλιά στο μοτοσικλετιστή να το παραδώσει στον Χίτλερ.
Ανθρώπινες απώλειες
Οι νεκροί Έλληνες στρατιώτες ανήλθαν κατά τη διάρκεια των 219 ημερών στους 13.676. Κατά τη διάρκεια της τετραπλής κατοχής οι Αλβανοί εκτέλεσαν 1165, οι Ιταλοί 8.000,οι Βούλγαροι 25.000 και οι Γερμανοί 50.000 Έλληνες.
Συνολικές απώλειες σε ποσοστό % επί του πληθυσμού κάθε χώρας (εκτελέσεις, κακουχίες, μάχες)
Χώρες
Ποσοστό απωλειών επί του πληθυσμού κάθε χώρας
Ελλάδα
10% (750.000)
Σοβιετική Ένωση
2,8%
Ολλανδία
2,2%
Γαλλία (Η υπερδύναμη της εποχής)
2%
Πολωνία
1,8%
Γιουγκοσλαβία
1,7%
Βέλγιο
1,5%
Η πιο δύσκολη λέξη είναι το ΟΧΙ. Τιμή και Δόξα στους Ήρωες.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Ελένη Ιωαννίδου - Η ηρωική μητέρα από την Κυπαρισσία


Το Γενάρη του 1941, στην Κλεισούρα της Αλβανίας, έχασε τη ζωή του πολεμώντας τους Ιταλούς εισβολείς ο στρατιώτης Ευάγγελος Ιωάννου Ιωαννίδης από την Κυπαρισσία. Ήταν γιος πολύτεκνης οικογένειας και είχε άλλους οχτώ αδερφούς και μία – μονάκριβη – αδερφή.
Λίγες μόνο μέρες μετά, στις 2 Φεβρουαρίου 1941, η μάνα του Ελένη Ιωαννίδου στέλνοντας μία επιστολή στον τότε Πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή, καταφέρνει να αποδείξει ότι η φράση των αρχαίων μανάδων της Σπάρτης «ή ταν ή επί τας» είναι διαχρονική και απλά μεταφέρεται από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας.
«Προς τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως κ. Αλ. Κορυζήν
Ο υιός μου Ευάγγελος Ιωάννου Ιωαννίδης απωλέσθη εις τας επιχειρήσεις της Κλεισούρας. Παρήγγειλα εις τους τέσσαρας ήδη υπηρετούντας Χρήστον, Κώσταν, Γεώργιον και Νίκον Ιωάννου Ιωαννίδην να εκδικηθώσιν τον θάνατον του αδελφού των.
Κρατώ εις εφεδρείαν άλλους τέσσαρας Πάνον, Αθανάσιον, Γρηγόριον και Μενέλαον Ιωάννου Ιωαννίδην, κλάσεων 1917 και νεωτέρων.
Παρακαλώ κληθώσιν ονομαστικώς και ούτοι εις πάσαν περίπτωσιν ανάγκης της πατρίδας ή τυχόν απωλείας ετέρου τέκνου μου προς εκδίκησιν εχθρού.
Γνωρίσατε βασιλέα μας ότι ύστατον επιφώνημά μου θέλει είναι:
Ζήτω η Πατρίς!
Ελένη Ιωάννου Ιωαννίδου, Κυπαρισσία 2 Φεβρουαρίου 1941»

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ Β' ΠΑΓΚ. ΠΟΛΕΜΟ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 (part 5/5)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ Β' ΠΑΓΚ. ΠΟΛΕΜΟ-ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 (part-4/5)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ Β' ΠΑΓΚ. ΠΟΛΕΜΟ-ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 (part-3/5)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ Β' ΠΑΓΚ. ΠΟΛΕΜΟ- ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 (part-2/5)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ Β' ΠΑΓΚ. ΠΟΛΕΜΟ -ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 (part 1/5)

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Ο Προσκυνητής - Αλκίνοος Ιωαννίδης

Το ραγισμένο δοχείο

Πριν πολλά χρόνια, σε μια επαρχεία κάπου στην Κίνα, ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία κουβαλούσε καθημερινά νερό από ένα μακρινό ρυάκι με δυο μεγάλα δοχεία περασμένα σε ένα μακρύ ξύλινο κοντάρι το οποίο στήριζε στους γέρικους ώμους της.

Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που μπορούσε να χωρέσει. Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς διαδρομής, από το ρυάκι στο σπίτι, έφθανε με τη στάθμη του νερού έως τη μέση. Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γυναίκα κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.

Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί. Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά απ’ αυτά που έπρεπε κι ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του. Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στην ηλικιωμένη γυναίκα.

- Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!

- Μα γιατί; Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή; ρώτησε η γριά.

- Ε, να! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!

Η γυναίκα χαμογέλασε και είπε:

- Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου; Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και τα τοποθετώ το τραπέζι μου. Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα τόση ομορφιά να στολίζει το σπιτικό μου!

Βέβαια δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της ηλικιωμένης γυναίκας να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του. Ο καθένας μας έχει τις «ρωγμές» του και τις «αδυναμίες» του, που μπορούν να γίνουν χρήσιμες και να στολίσουν τη ζωή μας.

Κάθε «ρωγμή» μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα, αρκεί κάποιος να μπορέσει να διακρίνει τον τρόπο με τον οποίο η ατέλεια μας αυτή μπορεί να ομορφύνει την ίδια μας την ύπαρξη.

«Ραγισμένοι» φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας. Αν ο καθένας μας μετέτρεπε σαν την ηλικιωμένη γυναίκα τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος.

Η Γέννηση της Αφροδίτης - Sandro Μποτιτσέλι (1485 - 1486)

Το Άλογο, το Βόδι, ο Σκύλος και ο άνθρωπος

Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όριζε, στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε.

Σ’ άλλα, όπως στη θαλάσσια χελώνα λόγου χάρη, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια, σ’ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες.

Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά φτιαγμένα από το Δία και τότε θ’ άρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει.

Αφού έφτιαξε όλα τα ζώα, ο Δίας έφτιαξε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το λογικό.

- Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω; Ρώτησε ο άνθρωπος.

- Σαράντα! Του απαντάει ο Δίας.

- Καλά! Λέει ο άνθρωπος.

Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας.

Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη, όλα ήτανε όμορφα γύρω του, αλλά, τις νύχτες έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα, όπως τα άλλα ζώα, για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα ‘ραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών.

Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών.

Με το λογικό, λοιπόν, που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του.

Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος, όμως, είχε το σπίτι του, κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε.

Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου.

Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του.

- Ποιος είναι; Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος.

- Είμαι εγώ, το άλογο, ακούστηκε απ’ έξω μια φωνή. Πάρε με μαζί σου, άνθρωπε, γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω.

- Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω;

- Σου χαρίζω! Υποσχέθηκε το άλογο.

Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει.

Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.

- Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω! Τον παρακάλεσε.

- Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, είπε ο άνθρωπος.

- Μ’ όλη μου την καρδιά, απάντησε το βόδι.

Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά.

Το τρίτο βράδυ, ήρθε κι ο σκύλος, τουρτουρίζοντας.

- Πάρε με, άνθρωπε, στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω, του είπε.

- Εσύ για δουλειά δεν κάνεις, αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου, όταν θα λείπω, φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

- Σου τα χαρίζω! φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.

Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.

Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που, όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στο δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και, στα τελευταία δέκα χρόνια, που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό.

Γι’ αυτό, από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια, του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.

Αίσωπος