ΩΡΑ...

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Παράγγειλε μου, μάτια μου


Παράγγειλε μου, μάτια μου, το πότε θέλεις να ‘ρθεις,
να στρώσω ρόδα στα βουνά, τριαντάφυλλα στους κάμπους.
- Κι αν στρώσεις ρόδα, μάζεψ’ τα, τριαντάφλα, μύρισέ τα,
κι εγώ πίσω δεν έρχομαι και πίσω δεν γυρίζω.
Πήγα στης Άρνης τα βουνά, στης Άρνης τα λαγκάδια,
π’ αρνιέται η μάνα το παιδί, και το παιδί τη μάνα,
π’ αρνιούνται και τ’ αντρόγυνα και πλια δεν ανταμώνουν.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Αυτού που βούλεσαι να πας

Αυτού που βούλεσαι να πας, κι όπου ξεπερατιέσαι,
αν εύρεις νιους χαιρέτα τους, και νιες κουβέντιασέ τους,
κι αν εύρεις και μικρά παιδιά γλυκά παργόρησέ τα.
Μην κάμεις νιες να κλάψουνε και νιους ν’ αναστενάξουν,
μην κάμεις και μικρά παιδιά και θυμηθούν τη μάνα.
Μην πεις πως έρχεται Λαμπρή, πως έρχονται γιορτάδες.
Πες του Χριστού πως χιόνιζε και τη Λαμπρή θα βρέχει,
και την ημέρα τ’ Άι Θωμά θα σέρνουν τα ποτάμια.
Πως δε θα βγούνε τα παιδιά με τις γλυκές μανάδες,
ούτε θα βγουν τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.

Οι τρεις βάρδιες

Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει,
Είχα τον ήλιο στα βουνά, και τον αϊτό στους κάμπους,
και το βοριά το δροσερό τον είχα στα καράβια.
Μα ο ήλιος εβασίλεψε, κι' ο αϊτός αποκοιμήθη,
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.

Τώρα, ουρανέ μου, βρόντησε


Τώρα, ουρανέ μου, βρόντησε, τώρα, ουρανέ μου, βρέξε,
ρίξε στους κάμπους τη βροχή και στα βουνά το χιόνι,
στου πικραμένου την αυλή τρία γυαλιά φαρμάκι.
Το ‘να να πίνει την αυγή τ’ άλλο το μεσημέρι,
το τρίτο το πικρότερο στο δείπνο, όταν δειπνάει.
Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει,
μόν’ είναι πάντα συννεφιά και βασιλεύει αντάρα,
φυτρώνει ο πικραπήγανος, να τρων οι πικραμένοι,
να τρων οι μάνες τοις κορφές, κ' οι αδερφές τους κλώνους,
γυναίκες των καλών αντρών να τον ξεθεμελιώνουν.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Μοιρολόι


Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι ουδ' άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα.
«Χάρε μου, διάβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κι οι νιοι να λιθαρίσουν,
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
«Αν εδιαβώ από χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν».

Το τραγούδι του Χάρου


Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια,
λέει τραγούδια τσι χαράς και περισσοκαυχάται.
«Για ιδέ σπίθιαν τα ρήμαξα κι αυλές αράχνιασά τσι,
και αδέρφια που ξεχώρισα, που ‘σαν αγαπημένα,
κι οι στράτες καμαρώναν τα κι ο κόσμος έτρεμέν τα.
Χώρισα μάνες ‘πο παιδιά, παιδιά ‘πού τσι μανάδες,
εχώρισα κι αντρόγυνα που ‘σαν αγαπημένα».